Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Καταδίκη δικηγόρου για απάτη στο δικαστήριο. Τετέλεσται!

Δικηγόροι. Σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης δικηγόρου για οποιοδήποτε κακούργημα ή ορισμένα πλημμέλημα, όπως για απάτη επί δικαστηρίου, εκδίδεται υποχρεωτικά διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης με την οποία βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη αποβολή της δικηγορικής του ιδιότητας. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν αντίκεινται στα άρθρα 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος. Η προσβαλλόμενη πράξη αρμοδίως εκδόθηκε από την Αναπληρώτρια Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Δ3 του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στην οποία μεταβιβάστηκε η σχετική αρμοδιότητα. Δεν απαιτείτο προηγούμενη κλήση του ενδιαφερόμενου σε ακρόαση. Πρόκειται για διοικητικό μέτρο και δεν ασκεί επιρροή η κατάληξη της πειθαρχικής διαδικασίας. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης.
                            ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ Γ΄, 2496/2015

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2015, με την εξής σύνθεση: Μ. Βηλαράς, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Φ. Ντζίμας, Β. Αναγνωστοπούλου-Σαρρή, Σύμβουλοι, Δ. Βανδώρος, Σπ. Καρύδα, Πάρεδροι. 

3. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη», κατά δε το εδάφιο δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 25, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α΄ 84) : «Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».
4. Επειδή, στο άρθρο 6 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208) ορίζεται ότι : «Ο δικηγόρος πρέπει : 3. Να μην έχει καταδικαστεί αμετάκλητα α) για κακούργημα, β) για τα εγκλήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης, εκβίασης, πλαστογραφίας, νόθευσης, δωροδοκίας, τοκογλυφίας, ψευδορκίας, απάτης και απιστίας». Εξάλλου, στο άρθρο 7 παρ. 1 περ. α΄ και παρ. 3 του ίδιου Κώδικα ορίζονται τα εξής : «1. Αποβάλλει αυτοδίκαια την ιδιότητα του δικηγόρου και διαγράφεται από το μητρώο του συλλόγου του οποίου είναι μέλος: α) Εκείνος που στο πρόσωπό του συντρέχει περίπτωση από αυτές που αποκλείουν τη δυνατότητα διορισμού του ως δικηγόρου κατά τις διατάξεις του Κώδικα. β) ... 3. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση του οικείου δικηγορικού συλλόγου βεβαιώνει την απώλεια της ιδιότητας του δικηγόρου αφότου επήλθε το γεγονός που την προκάλεσε. Η απόφαση αυτή ανακοινώνεται στον οικείο δικηγορικό σύλλογο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το κύρος των διαδικαστικών και δικονομικών πράξεων που διενήργησε ο δικηγόρος μέχρι την έκδοση της πιο πάνω απόφασης δεν θίγεται».
5. Επειδή, όπως προκύπτει από τις παρατεθείσες την προηγούμενη σκέψη διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης δικηγόρου για οποιοδήποτε κακούργημα ή πλημμέλημα από αυτά που αναφέρονται στην περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 6, εκδίδεται υποχρεωτικά διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης με την οποία βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη αποβολή της δικηγορικής του ιδιότητας (βλ. σχετ. ΣτΕ 1787/2012, 765/2006, 3375/1999, 2745/1998). Οι διατάξεις αυτές, με το ανωτέρω περιεχόμενο, δεν παραβιάζουν την επαγγελματική ελευθερία (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος), την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) ή άλλη συνταγματική διάταξη ή αρχή. Και τούτο, διότι το δικηγορικό επάγγελμα, είναι ελεύθερο επάγγελμα, που έχει, παράλληλα, και το χαρακτήρα δημόσιου λειτουργήματος, συνδεόμενου με το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Συνεπώς, η ρυθμιστική επέμβαση του νομοθέτη, ως προς τους όρους εισόδου σ` αυτό, της άσκησής του και της εξόδου από αυτό, πρέπει να υπαγορεύεται από κριτήρια και να καθιερώνει προϋποθέσεις που ανάγονται στην ηθική συγκρότηση, τις επιστημονικές και τις εν γένει διανοητικές ικανότητες του δικηγόρου, ώστε η λειτουργία της δικαιοσύνης να υπηρετείται με πρόσωπα διαπιστωμένης επιστημονικής ικανότητας και ηθικής υπόστασης (βλ. σχετ. ΣτΕ 413/1993, Ολομ., 3516/2013, Ολομ. κ.α.). Από την επίμαχη ρύθμιση συνάγεται ότι ο νομοθέτης δεν ανέχεται την άσκηση της δικηγορίας, ως ελεύθερου επαγγέλματος και ταυτόχρονα δημοσίου λειτουργήματος, από πρόσωπα που θεωρεί (κατά την, καταρχήν, ανέλεγκτη δικαστικά κρίση του) ότι, λόγω της αμετάκλητης καταδίκης τους για συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ηθική υπόσταση και το απαιτούμενο κύρος και δεν μπορούν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη στο πρόσωπό τους. Εξάλλου, με τη ρύθμιση αυτή, ο νομοθέτης επιδίωξε και τη διαφύλαξη του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος εν γένει. Συνεπώς, η ρύθμιση αυτή σκοπεί στην καλή λειτουργία της Δικαιοσύνης, με την άσκηση της δικηγορίας από πρόσωπα που διαθέτουν τα κατάλληλα ηθικά προσόντα, και, ως εκ τούτου, ο περιορισμός που εισάγεται μ’ αυτήν συνάπτεται άμεσα με το αντικείμενο και το χαρακτήρα του ρυθμιζόμενου επαγγέλματος - δημόσιου λειτουργήματος, δεν είναι, δε, προδήλως απρόσφορος ή μη αναγκαίος για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ούτε υπερακοντίζει - και μάλιστα προδήλως - τον ανωτέρω σκοπό. Ενόψει αυτών, η επίμαχη ρύθμιση κείται εντός του περιθωρίου εκτίμησης του νομοθέτη, δεν απόκειται, δε, στο δικαστή, ο έλεγχος του οποίου είναι οριακός, να υποδείξει στο νομοθέτη άλλη επιλογή, όπως είναι η συνεκτίμηση και άλλων παραγόντων πλην της καταδικαστικής απόφασης, προκειμένου να επέλθει η αποβολή της δικηγορικής ιδιότητας. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό, ότι αντίστοιχες ρυθμίσεις, δηλαδή η πρόβλεψη της αποβολής της οικείας ιδιότητας, ή της διακοπής της οικείας δραστηριότητας, με μόνη τη διαπίστωση της αμετάκλητης καταδίκης για ορισμένα ποινικά αδικήματα, έχουν θεσπισθεί, και έχουν κριθεί από το Δικαστήριο, ρητά ή σιωπηρά, σύμφωνες με το Σύνταγμα, όσον αφορά πολλές κατηγορίες προσώπων, όπως, μεταξύ άλλων, είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι (βλ. ΣτΕ 3890/2013, 7μ. κ.α.), οι δημοτικοί άρχοντες (βλ. ΣτΕ 788/2014 κ.α.), οι φαρμακοποιοί (βλ. ΣτΕ 3314/2014, Ολομ.) και οι Μητροπολίτες (βλ. ΣτΕ 3003/2014, Ολομ.). 
6. Επειδή, στο άρθρο 5 περ. 24 και 25 της 56568/2004 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (Β΄ 842), όπως το άρθρο αυτό αναριθμήθηκε τελικά με την 75386/2011 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Β΄ 2457), ορίζεται ότι : «Μεταβιβάζουμε … στους Διευθυντές της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης … τις κατωτέρω αρμοδιότητες : Στους Διευθυντές για θέματα που αφορούν : 1. … 24. Τις αποφάσεις διορισμού των δικηγόρων. 25. Τις αποφάσεις αποχώρησης για οποιοδήποτε λόγο από την Υπηρεσία, δικηγόρων και δικαστικών επιμελητών, καθώς και τις πράξεις με τις οποίες ρυθμίζονται υπηρεσιακές μεταβολές αυτών …».
7. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών, δικηγόρος Πειραιώς, καταδικάστηκε αρχικά με την 1851α, 1852/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς για απάτη επί δικαστηρίου. Κατόπιν έφεσής του, καταδικάστηκε, με την 2573-608 β, 737/14.11.2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών για το ίδιο αδίκημα, η δε αίτηση αναιρέσεως που άσκησε απορρίφθηκε με την 609/7.5.2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατόπιν τούτων, με την 67222/18.8.2014 πράξη της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Δ3 του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Γ΄ 1160/28.8.2014) διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη, από τις 7.5.2014, ημερομηνία δημοσίευσης της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου, αποβολή της δικηγορικής ιδιότητας του αιτούντος.
8. Επειδή, η προσβαλλόμενη πράξη αρμοδίως εκδόθηκε από την Αναπληρώτρια Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Δ3 του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην οποία μεταβιβάστηκε η σχετική αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, δυνάμει της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 5 περ. 24 και 25 της 56568/2004 απόφασης του εν λόγω Υπουργού. Συνεπώς, τα περί αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
9. Επειδή, προβάλλεται ότι οι προπαρατεθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) και τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 2 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) και 4 του έβδομου πρόσθετου πρωτοκόλλου της, το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1705/1987 (Α΄ 89), διότι με αυτές προβλέπεται μία εξαιρετικά βαρεία συνέπεια σε βάρος του δικηγόρου, η απώλεια της δικηγορικής του ιδιότητας, με μόνο το γεγονός της ύπαρξης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης για ορισμένα ποινικά αδικήματα, χωρίς συνεκτίμηση όλων των λοιπών κρίσιμων περιστάσεων. Ειδικότερα, κατά τον αιτούντα, θα έπρεπε να συνεκτιμώνται η βαρύτητα και οι συνθήκες τέλεσης του αδικήματος, το ύψος της ποινής, τα γεγονότα και η αξιολόγηση αυτών από το σκεπτικό της ποινικής απόφασης, η προσωπικότητα, η ατομική και οικογενειακή κατάσταση και η γενικότερη συμπεριφορά και κοινωνική παράσταση του δικηγόρου και να υπάρχει δυνατότητα διαβάθμισης «της πειθαρχικής ποινής» κατά περίπτωση. Στην προκείμενη περίπτωση η καταδίκη του αιτούντος οφειλόταν, κατ’ αυτόν, σε σφοδρή δικαστική διένεξη με πελάτη του, που οδήγησε και σε πολλές άλλες καταδίκες του για παρόμοιες πράξεις, οι σχετικές όμως αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων αναιρέθηκαν από τον Άρειο Πάγο. Ειδικά όμως η εν προκειμένω κρίσιμη 2573-608 β, 737/14.11.2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς δεν αναιρέθηκε, διότι η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο αιτών ήταν εκπρόθεσμη, αφού απώλεσε την προθεσμία, την οποία προέβλεψε νέα νομοθετική ρύθμιση, η οποία διέλαθε της προσοχής του. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι, όπως εκτέθηκε στην πέμπτη σκέψη, ο νομοθέτης θεσπίζοντας την επίμαχη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία η αμετάκλητη καταδίκη για τα προαναφερθέντα ποινικά αδικήματα επιφέρει αυτοδικαίως και άνευ άλλου τινός την αποβολή της δικηγορικής ιδιότητας, κινήθηκε εντός του περιθωρίου εκτίμησης που του αναλογούσε, χωρίς να παραβιάσει την επαγγελματική ελευθερία ή την αρχή της αναλογικότητας ή άλλη συνταγματική διάταξη ή αρχή, δεν απόκειται, δε, στο δικαστή, να υποδείξει στο νομοθέτη, ως καλύτερη, άλλη ρύθμιση, όπως αυτή που προτείνει ο αιτών.
10. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη, διότι εκδόθηκε χωρίς την τήρηση του επιβαλλόμενου από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος ουσιώδους τύπου της προηγούμενης κλήσης του σε ακρόαση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η τήρηση του ανωτέρω τύπου δεν απαιτείτο στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη πράξη διαπιστώθηκε απλώς, κατά δέσμια αρμοδιότητα, η αυτοδικαίως επελθούσα, κατά το νόμο, αποβολή της δικηγορικής ιδιότητας του αιτούντος με μόνη τη συνδρομή αντικειμενικής προϋπόθεσης, ήτοι της αμετάκλητης καταδίκης του για το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα (βλ. σχετ. ΣτΕ 1787/2012, 765/2006, 3375/1999, 3493/1997 κ.α.).
11. Επειδή, η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστά πειθαρχική ποινή, αλλά διοικητικό μέτρο (πρβλ. ΣτΕ 788/2014, 1536/2007, 7μ. κ.α.), το οποίο λαμβάνεται με μόνη τη συνδρομή των προμνησθεισών προϋποθέσεων, χωρίς να ασκεί επιρροή στη λήψη του η ύπαρξη ή η κατάληξη ενδεχόμενης συναφούς πειθαρχικής διαδικασίας. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι με την 1/2014 απόφαση της Ολομέλειας των Πρωτοβάθμιων Πειθαρχικών Συμβουλίων του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, ο αιτών, κατά τους ισχυρισμούς του, απαλλάχθηκε της κατηγορίας περί τέλεσης της επίμαχης πράξης και, ως εκ τούτου, μη νομίμως με την προσβαλλόμενη πράξη επανεξετάστηκε η «πειθαρχική του υπόθεση».
12. Επειδή, προβάλλεται ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 4 του έβδομου πρόσθετου πρωτοκόλλου της, διότι αγνοήθηκαν οι αμετάκλητες αθωωτικές 334/18- 19.2.2013 και 335/18-19.2.2013 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με τις οποίες ο αιτών είχε αθωωθεί, κατά τους ισχυρισμούς του, για το ίδιο αδίκημα. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι η μεν διαπίστωση της αυτοδίκαιης αποβολής της δικηγορικής ιδιότητας του αιτούντος δεν συνιστά «ποινή» κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων (πρβλ. ιδίως ΕΔΔΑ απόφαση επί του παραδεκτού της 23.8.2011, ..κατά Ελλάδας (53372/07) και απόφαση της 19.2.2013, .. κατά Αυστρίας (47195/06)), περαιτέρω, δε, με αυτήν, διαπιστώνεται μόνο η ύπαρξη της συγκεκριμένης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του αιτούντος, χωρίς να κρίνεται, και, ως εκ τούτου, χωρίς να αμφισβητείται η ενδεχόμενη ποινική του αθώωση σε άλλες δίκες.
13. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι μη νόμιμη, διότι με τα άρθρα 20 παρ. 1 και 95 του Συντάγματος κατοχυρώνεται όχι μόνο το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως, αλλά και η σχετική προσωρινή δικαστική προστασία. Με το λόγο αυτό δεν προσάπτεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη πράξη, επομένως, αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
14. Επειδή, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

                                                                             Δ ι ά  τ α ύ τ α            

Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Παρατήρηση. Αν η απώλεια της δικηγορικής ιδιότητας για πεντάμηνη φυλάκιση για το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, τότε, διερωτάται εύλογα οποιοσδήποτε στοχειωδώς γνωρίζων αυτή την αρχή, πότε παραβιάζεται αυτή! Οι σκέψεις του ΣτΕ για την ηθική του δικηγόρου κλπ είναι ορθότατες και καλοδεχούμενες και δεν χρειάζεται νομίζω να προστεθεί ούτε μια λέξη στις σκέψεις αυτές. Όμως προβληματίστηκαν οι ανώτατοι δικαστές ότι ο Δικηγόρος δεν είναι ανακριτής για να μπορεί να ελέγξει τα ενδεχόμενα ψεύδη που του εκθέτει ο εντολέας του και είναι υποχρεωμένος να τα υποστηρίζει αυτά στο δικαστήριο; Κι αν εδώ φαίνεται λογικοφανής η κρίση του επειδή επρόκειτο για προσωπική υπόθεση του δικηγόρου, όμως, χωρίς καμιά διάκριση, η απάτη στο δικαστήριο οδηγεί σε απώλεια της δικηγορικής ιδιότητας. Και προξενεί αλγεινή εντύπωση η διασταλτική ερμηνεία που προβαίνει το ΣτΕ στον νομικό όρο απάτη συμπεριλαμβάνοντας και την απάτη στο δικαστήριο η οποία κατ'  εξοχήν είναι απάτη του εντολέα του στην οποία παρασύρεται ο Δικηγόρος, το πλείστον, εν αγνοία του! Τι απέγινε το in dubio pro libertate; Μετατράπηκε σε in dubio contra libertatem; Είμαι βέβαιος ότι αυτή η επικίνδυνη απόφαση δεν έχει καμιά τύχη στο ΕΔΔΑ, η δε επίκληση παρεμφερών δικαστικών κρίσεων για κληρικούς, δημοτικούς άρχοντες κλπ είναι, επιεικώς, άστοχη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...