Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Ιστορική εξέλιξη του Προσηλυτισμού. Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Ευαγγελή Μπράμη, Θρησκευτική ελευθερία και ΕΔΔΑ [έκδοση 2007, σελίδες 209-213]. Η κ. Μπράμη είναι Εφέτης στο Διοιηκτικό Εφετείο Πειραιώς.

Με την εμφάνιση των μονοθεϊστικών θρησκειών (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Μωαμεθανισμός) τέθηκαν οι βάσεις για τη διάδοση των αρχών κάθε θρησκείας και τον προσεταιρισμό σ' αυτή νέων οπαδών. "C'  est cet espri de proselytisme que les Juifs ont pris des Egyptiens, et qui d'  eux est passe, comme une maladie epidemique et populaire, aux mahometans et aux chretiens".
Οι προσηλυτιστικές ενέργειες εμφανίζονται στον ιουδαϊκό κόσμο κατά την εποχή της διασποράς, όταν υπό την επήρεια του πνεύματος του Διεθνισμού (Universalismus), που επικρατούσε στους Ιουδαίους, πρεσβεύοντες ότι η ιουδαϊκή θρησκεία προορίζεται για όλα τα έθνη, καταβλήθηκε προσπάθεια προσεταιρισμού στη θρησκεία αυτή εκείνων των εθνικών, οι οποίοι, αισθανόμενοι εντονότερη την ανάγκη της μονοθεΐας, παρεπιδημούσαν στην Ιερουσαλήμ αποκαλούμενοι «προσήλυτοι».
Μετά το σταυρικό θάνατο του Ιησού, οι Μαθητές διασκορπίστηκαν κατ' αρχάς στις ιδιαίτερες πατρίδες τους στη Γαλιλαία, επανήλθαν στη συνέχεια στην Ιερουσαλήμ και με τη διδασκαλία και το κήρυγμα διέδωσαν το Χριστιανισμό αρχικά στους γνησίους Ιουδαίους και μετέπειτα και στους προσήλυτους, οι οποίοι είχαν προσχωρήσει και αυτοί στην ιουδαϊκή θρησκεία και θεωρούνταν και αυτοί Ιουδαίοι, εφόσον μάλιστα είχαν υποστεί και περιτομή. Μετά το λιθοβολισμό του Στεφάνου και τον διωγμό των χριστιανών που επακολούθησε ο χριστιανισμός διαδόθηκε από τους χριστιανούς που διασκορπίστηκαν σε διάφορες χώρες μέχρι τη Φοινίκη, Κύπρο και Αντιόχεια, πάντοτε όμως, μεταξύ των Ιουδαίων ( «Μηδενί λαλούντες τον λόγον ει μη μόνον Ιουδαίοις». Πράξεις II, 19.)2. Αργότερα με την προτροπή του Αποστόλου Πέτρου έγινε δεκτό το «άραγε και τοις έθνεσιν ο θεός την μετάνοιαν έδωκεν εις ζωήν» [Πράξεις Αποστ. ΙΑ' 18] και άρχισαν οι προσπάθειες προσεταιρισμού στη νέα θρησκεία όλων των εθνικών δηλαδή όχι μόνο των προσήλυτων. Έτσι διενεργήθηκε πλέον προσηλυτισμός σε όλες σχεδόν τις γνωστές, κατά την εποχή εκείνη χώρες της λεκάνης της Μεσογείου, κυρίως χάρις στο έργο του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος αποκλήθηκε για το λόγο αυτό «Απόστολος των Εθνών».
Συνεπώς, το πρόβλημα του προσηλυτισμού στη χριστιανική θρησκεία είναι τόσο παλαιό όσο και το ευαγγελικό έργο αυτής, δοθέντος μάλιστα ότι συνάπτεται και πολλές φορές συγχέεται με το ζήτημα της Χριστιανικής Μαρτυρίας, η οποία αποτελεί σύμφωνα με τις αρχές της χριστιανικής θρησκείας θεμιτό μέσο διάδοσης του Χριστιανισμού. Μετά την καθιέρωση της χριστιανικής θρησκείας ως επίσημης θρησκείας του Βυζαντινού Κράτους απαγορεύθηκε ο προσηλυτισμός κατ' αυτής, ανέκυψαν όμως αργότερα οι πρώτες διαφορές επί θεολογικών ζητημάτων. Η προσηλυτιστική δράση της Καθολικής Εκκλησίας υπήρξε τόσο έντονη, ώστε πολλά έτη αργότερα ο Αχμέτ ο Β' [1691-1703] αναγκάσθηκε ύστερα από παράπονα Ελλήνων, Αρμενίων, Χαλδαίων και άλλων να απαγορεύσει με «ειδικό φιρμάνιον» τον παπικό προσηλυτισμό [«Σοφολογιότατοι Ιεροδίκαι της αριστεράς πλευράς της Ρούμελης μέχρι του τέρματος αυτής καυχήματα των ιεροδικών και των δικαστών μεταλλεία σοφίας και θεολογίας, αυξηθήτωσαν οι αρεταί σας. Μόλις φθάσει το παρόν υψηλόν αυτοκρατορικόν Μου φερμάνιον, έστω γνωστόν ότι μερικοί ιερείς ακολουθούντες το δόγμα του Πάπα, με σκοπούς δολίους και προθέσεις κακάς περιφέρονται ανά τας πόλεις και τας κωμοπόλεις και προσηλυτίζουν εις το Φραγκικόν δόγμα τους φόρω υποτελείς Έλληνας, Αρμενίους, Χαλδαίους και λοιπούς παρομοίους χριστιανούς, πολλούς των οποίων κατώρθωσαν να αποσπάσουν από τα παλαιά αυτών θρησκευτικά έθιμα και να τους προσηλυτίσουν εις την θρησκευτικήν των δοξασίαν. Διαδίδουν τοιουτοτρόπως ούτοι εις την αυτοκρατορίαν Μου τον πολυθεϊσμόν μετερχόμενοι δολιότητας και πανουργίας αίτινες προκαλούν αναστατώσεις. Κατόπιν των ανωτέρω ήλθον και παραπονέθησαν εις το αυτοκρατορικόν Μου Διβάνιον οι φόρω υποτελείς ραγιάδες. Συνεπώς επιβάλλεται σοβαρώς όπως απαγορευθή και εμποδισθή και καθ' ημάς θεραπευθή το κακόν το προκαλούμενον εκ των ραδιουργιών και των κακόβουλων αυτών προθέσεων. Εξεδόθη όθεν υψηλόν φερμάνιον, όπως σεις οι διακεκριμένοι ιεροδίκαι μόλις ήθελεν αφιχθή εις το καζάν σας το παρόν, να καταχωρήσητε αυτό εις τα μητρώα, να δημοσιεύσητε δε και να διαδόσητε το περιεχόμενόν του, επαγρυπνώντας και δεικνύοντας μέγα ενδιαφέρον δια το παρόν ζήτημα. Εάν ηθέλατε πληροφορηθή ότι είτε μυστικώς είτε δημοσία οι προπαγανδισταί ούτοι εξαρτώνται από τον Πάπαν, παραπλανούν δε και διαβάλλουν κατά τον προεκτεθέντα τρόπον τους χριστιανούς είτε επιχειρούντες ταξείδια εις τας χώρας της αυτοκρατορίας Μου είτε διαμένοντες εν αυταίς, τους τοιούτους πονηρούς ιερείς να μη εμποδίσητε από του να ενεργούν δολίως, φράσσοντες τους οχετούς της ραδιουργίας των. Εάν είναι Έλληνες, Αρμένιοι και άλλοι φόρω υποτελείς χριστιανοί, θύματα της παραπλανήσεως και του δόλου των ειρημένων εγκαταλείψαντες τας παλαιάς αυτών θρησκευτικός πεποιθήσεις και ασπασθέντες το φραγκικόν δόγμα να τους διατάξητε να επανέλθουν εις τα παλαιά αυτών θρησκευτικά έθιμα εμπνέοντες αυτοίς την αποστροφήν προς την νέαν δοξασίαν. Εάν εφεξής, υπό το πρόσχημα της ιερωσύνης, εξακολουθούν κατά τον τρόπον τούτον να διαβάλλουν τους ως είρηται χριστιανούς, μη συνετιζόμενοι και εξακολουθούντες τας ραδιουργίας, αφ' ου βεβαιωθήτε πλήρως, να συλλά-βητε και φυλακίσητε αυτούς αναφερόντες εις την Πύλην της ευδαιμονίας Μου τα ονόματα και τα λοιπά στοιχεία αυτών. Αλλά εκτελούντες τούτο ν' αποφεύγητε απολύτως τον χρηματισμόν. Εάν δηλ. ήθελεν ακουσθή ότι απεκλίνατε των διαταγών Μου προς πορισμόν χρημάτων, να σκεφθήτε ότι θα επισύρητε εναντίον σας αυστηράς τιμωρίας. Ένεκα τούτου να ενεργήσητε μετά δικαιοσύνης και εντιμότητος.
Διατάσσω όπως μόλις φθάσει το παρόν υψηλόν φερμάνιον Μου δια του εκ των τσαούσηδων της υψηλής Μου Πύλης Μεχμέτ, προτύπου των ομοίων και φίλων του, αυξηθήτω η αξία του, να ενεργήσητε συμφώνως με το υποταγής δεόμενον περιεχόμενόν αυτού αποφευγομένης πάσης αντιθέτου ενεργείας.
Ούτω να γνωρίζητε και να σέβησθε το ιερόν σύμβολον.
Εγράφη εν Ανδριανουπόλει κατά τα τέλη Σαφέρ 1114 τη 25/7/1702. Αφίχθη τη Ρεμπή ουλ Εβέλ 1114»].

Έξαρση του προσηλυτισμού εμφανίστηκε κατά τον 19ο αιώνα ιδία σε βάρος της ελληνόφωνης Ορθόδοξης Εκκλησίας, συνεπεία της συστηματικής δράσης της Προτεσταντικής Εκκλησίας, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η ίδρυση στην Ελλάδα της Ευαγγελικής Εκκλησίας (1870). Η συνεχής όμως έξαρση της προσηλυτιστικής δραστηριότητας απασχόλησε την Οικουμενική Κίνηση και το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Οι πρώτες επίσημες αντιδράσεις της Οικουμενικής Κίνησης εμφανίστηκαν κατά τις εργασίες του Α' Παγκοσμίου Ιεραποστολικού Συνεδρίου του Εδιμβούργου κατά το έτος 1910, όταν για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα κατά πόσον η περιοχή της Λατινικής Αμερικής ήταν δυνατόν να αποτελέσει πεδίο προσηλυτιστικής δράσης της Προτεσταντικής Εκκλησίας. Το έτος 1920 το ζήτημα του προσηλυτισμού τέθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία με ειδική εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριάρχη καθώς και στο προπαρασκευαστικό Συνέδριο των Επιτροπών «Περί Πίστεως και τάξεως» και « Περί ζωής και δράσεως» στη Γενεύη από τον καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο, ο οποίος ζητούσε την κατάπαυση αυτού.
Το έτος 1948 στην Α' Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών διατυπώθηκε η ευχή, όπως το ιδρυόμενο Διαχριστιανικό Σώμα συντελέσει στην επίλυση του ζητήματος του προσηλυτισμού. Στη Β' Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε. στο Evaston των Η.Π.Α. συγκροτήθηκε Μικτή Επιτροπή, η οποία συνέταξε ειδική και εμπεριστατωμένη επί του ζητήματος έκθεση, την οποία έθεσε υπόψη της κεντρικής Επιτροπής του Π.Σ.Ε. κατά τη Σύνοδο του 1956 στο Galyato της Ουγγαρίας. Η έκθεση με τον τίτλο "Christian Witness, Proselytisme and Religious Liberty" παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον σε σχέση με τον προσηλυτισμό, διαιρείται σε τέσσερα τμήματα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σχετικό με την παρούσα εργασία του δεύτερου τμήματος της έκθεσης. Στον προσδιορισμό της έννοιας της «Χριστιανικής Μαρτυρίας» δέχθηκε τα κάτωθι: «Μαρτυρία είναι η ουσιαστική αποστολή και ευθύνη παντός χριστιανού και πάσης Εκκλησίας. Πάντες οι μαθηταί εκπληρούν την Μεγάλην Αποστολήν του ενός Κυρίου. Ο σκοπός της Μαρτυρίας είναι να πείσωμεν τους ανθρώπους, ίνα δεχθώσι την υπερτάτην αυθεντίαν του Χριστού, να εμπιστευθώσιν τους εαυτούς εις Εκείνον και να παράσχωσι αυτώ πρόθυμον υπηρεσίαν εν τη κοινωνία της Εκκλησίας του... Η αληθής Μαρτυρία δεν δύναται παρά να είναι ειλικρινής και τιμία. Δεν γνωρίζει παρά εν μέτρον και εν σταθμόν τόσον δια τον μαρτυρούντα όσον και δια τους άλλους». Στη συνέχεια στην ίδια έκθεση υπογραμμίζεται η σημασία της Χριστιανικής Μαρτυρίας στο πλαίσιο της δράσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου των εκκλησιών και αναφέρεται ότι «σκοπός του Π.Σ.Ε. είναι όπως βοηθήση τας διαφόρους Εκκλησίας, ίνα ενισχύσωσιν αλλήλας και, ούτω, δια της συνδυασμένης προσπάθειας εν τη αμοβαία συνεργασία, διαδίδωσιν το ευαγγέλιον περισσότερον αποτελεσματικώς».
Ευστόχως ο Μαρίνος παρατηρεί ότι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα «η Χριστιανική Μαρτυρία αποτελεί βασικόν σκοπόν του αληθούς χριστιανού, οφείλοντος πάντοτε να κηρύσση τας αρχάς της θρησκείας του και να διαδίδη το Ευαγγέλιον. Κηρύσσων όμως τας θρησκευτικάς του πεποιθήσεις επί τω τέλει όπως προσέλκυση νέους οπαδούς εν τη χριστιανική θρησκεία διατρέχει συνεχώς τον κίνδυνον να κατηγορηθη επί προσηλυτισμώ, διότι και ο προσηλυτισμός εις τον αυτόν αποβλέπει σκοπόν, τουτέστιν εις τον προσεταιρισμόν νέων οπαδών εν ωρισμένη πίστει, θρησκεία η πεποιθήσει». Και ευλόγως διατυπώνει το ερώτημα: «Ποία είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ Χριστιανικής Μαρτυρίας και Προσηλυτισμού»;
Στην έκθεση της Μικτής Επιτροπής η έννοια του προσηλυτισμού προσδιορίζεται κατά τρόπο επαρκώς σαφή: «Ο προσηλυτισμός δεν είναι τι το απολύτως διάφορον της Μαρτυρίας, είναι η διαφθορά της Μαρτυρίας. Όταν η κολακεία, η δωροδοκία, η αθέμιτος καταπίεσις ή ο εκφοβισμός χρησιμοποιούνται, συγκεκαλυμμένως ή εμφανώς, προς επίτευξιν φαινομενικών απλώς μεταβολών του θρησκεύματος του ατόμου, όταν θέτωμεν την επιτυχίαν της ημετέρας Εκκλησίας προ της τιμής του Χριστού, όταν διαπράττωμεν την ανεντιμότητα να συγκρίνωμεν το ιδεώδες της Εκκλησίας ημών προς την παρούσαν κατάστασιν ετέρας τίνος Εκκλησίας, όταν ζητώμεν να προωθήσωμεν την υπόθεσιν ημών προσάγοντες ψευδή μαρτυρίαν εις βάρος ετέρας τίνος Εκκλησίας, όταν η ατομική ιδιοτέλεια ή η ιδιοτέλεια μιας οργανωμένης ομάδος αντικαθιστά την αγάπην προς πάσαν ανθρωπίνην ύπαρξιν, μετά της οποίας ερχόμεθα εις επαφήν, τότε η Μαρτυρία μετατρέπεται εις προσηλυτισμόν» και συνεχίζει η έκθεση αναφέροντας ότι «είναι πολύ εύκολον εις ημάς να αναγνωρίσωμεν τας αμαρτίας αυτάς παρά τοις άλλοις, ανάγκη όμως όπως παραδεχθώμεν ότι είναι δυνατόν να περιπέσωμεν και ημείς εις τινός εξ αυτών. Επειδή η διαφορά Μαρτυρίας και Προσηλυτισμού είναι ζήτημα σκοπού, ελατηρίων και πνεύματος ως επίσης και μέσων, μόνον τα αντικειμενικά κριτήρια δύνανται να χρησιμεύσωσιν εις την πραγματικήν διάκρισιν μεταξύ των δύο».
Αλλά και η Καθολική Εκκλησία που δεν μετείχε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών έλαβε θέση επί του ζητήματος του προσηλυτισμού με τη Δήλωση περί θρησκευτικής ελευθερίας, στην οποία προέβη ο Πάπας Παύλος ο ΣΤ': «Αι θρησκευτικοί κοινότητες έχουν επίσης το δικαίωμα να μη εμποδίζονται εις το να διδάσκουν και να μαρτυρούν δημοσία την θρησκευτικήν αυτών πίστιν δια ζώσης ή και δι' εντύπων. Κατά την διάδοσιν όμως της θρησκευτικής πίστεως και την εφαρμογήν της θρησκευτικής πράξεως πρέπει να απέχη τις πάντοτε πάσης ενεργείας, ήτις θα έχη χροιάν καταναγκασμού ή πειθούς ανέντιμου και αμφιβόλου ειλικρίνειας, ιδία μάλιστα όταν πρόκειται περί αμόρφωτων ή απόρων προσώπων. Τοιούτος τρόπος ενεργείας πρέπει να θεωρήται ως κατάχρησις του ιδίου δικαιώματος και πλήγμα κατά του δικαιώματος των άλλων».
Κατά το μήνα Οκτώβριο 1969 Μικτή Επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (και της μη μετέχουσας σ' αυτό Καθολικής Εκκλησίας) συνέταξε κοινή έκθεση που αναφέρεται στην «Κοινήν-Χριστιανικήν Μαρτυρίαν και τον κακόπιστον προσηλυτισμόν». Η έκθεση αυτή, η οποία εγκρίθηκε από το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών το μήνα Μάιο 1970 περιλαμβάνει τις βασικές αρχές της Χριστιανικής Μαρτυρίας και της Κοινής Μαρτυρίας και δεσμεύει τόσο το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών όσο και την Καθολική Εκκλησία. Ως «Κοινή Μαρτυρία» θεωρεί η Μικτή Επιτροπή που συνέταξε την Έκθεση, την κοινή προσπάθεια των χριστιανικών εκκλησιών να υποβοηθήσουν τον άνθρωπο να απολαύσει «τα θεία δώρα της αληθείας και της ζωής». Η προσπάθεια αυτή αναφέρεται και στα ζητήματα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου καθώς και στην προαγωγή της θρησκευτικής ελευθερίας. Ειδικότερα για τον προσηλυτισμό η Επιτροπή κάνει διάκριση μεταξύ απλού προσηλυτισμού και κακόπιστου προσηλυτισμού, δέχεται δε ότι ενώ ο όρος « προσηλυτισμός» πολλές φορές ερμηνεύεται υπό την παλαιά και πρωταρχική σημασία του δηλαδή ως χριστιανική μαρτυρία και δια μέσου αυτής η διάδοση του θείου λόγου, αντιθέτως ο «κακόπιστος προσηλυτισμός» σημαίνει« συμπεριφοράν και στάσιν ξένας προς την χριστιανικήν μαρτυρίαν. Περιλαμβάνει παν ό,τι προσβάλλει το δικαίωμα παντός ανθρώπου, χριστιανού ή μη, να μη υφίσταται εξωτερικόν τίνα καταναγκασμόν επί θρησκευτικών ζητημάτων, ή τρόπους διδασκαλίας του Ευαγγελίου μη σύμφωνους προς την θέλησιν του Θεού, ο οποίος καλεί τον άνθρωπον να ανταποκριθή εις την πρόσκλησίν του ελευθέρως και να τον υπηρέτηση εν πνεύματι και αλήθεια».
Στη ίδια Έκθεση αναφέρεται, ότι η Χριστιανική Μαρτυρία είτε απευθύνεται στους χριστιανούς, είτε απευθύνεται σε άτομα που δεν έχουν δεχθεί το μήνυμα του Ευαγγελίου, πρέπει να έχει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, για να μη «διαφθαρή και αποβή εν τη ασκήσει της κακόπιστος προσηλυτισμός». Υπό την έννοια αυτή η Χριστιανική Μαρτυρία πρέπει να είναι «σύμφωνος προς το πνεύμα του Ευαγγελίου, τουθ' όπερ σημαίνει ότι πρέπει να σέβεται το δικαίωμα θρησκευτικής ελευθερίας του προς όν απευθύνεται» και το δικαίωμα παντός ανθρώπου και πάσης ανθρωπινής κοινωνίας να μη υφίστανται καταναγκασμόν τινα, ο οποίος θα τους ημπόδιζε να ομολογήσουν την πίστιν των συμφώνως προς τας ιδίας αυτών πεποιθήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των θρησκευτικών». Κατά συνέπεια, η Μαρτυρία πρέπει, σύμφωνα με την έκθεση της Μικτής Επιτροπής, να είναι απαλλαγμένη:
α) Από κάθε μορφής φυσικού καταναγκασμού ή ηθικής και ψυχολογικής καταπίεσης, η οποία θα κατέληγε να στερήσει τον άνθρωπο της προσωπικής ικανότητας προς κρίση, της ελεύθερης βούλησης και της πλήρους αυτονομίας και ευθύνης του. Υπό την έννοια αυτή κατάχρηση των μεγάλων μέσων ανακοινώσεων και ειδήσεων είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε βλαπτικό αποτέλεσμα για το άτομο.
β) Από κάθε πλεονέκτημα ηθικό ή υλικό, που προσφέρεται εμφανώς ή συγκεκελυμμένως υπό μορφή ανταλλάγματος για τη μεταβολή της θρησκευτικής πίστης «του προς όν η Μαρτυρία».
γ) Από κάθε εκμετάλλευση της ανάγκης και της αδυναμίας ή της έλλειψης μόρφωσης εκείνων προς τους οποίους απευθύνεται η Μαρτυρία με σκοπό να επιτευχθεί ο προσεταιρισμός αυτών.
δ) Από κάθε στοιχείο, το οποίο θα έθετε σε αμφιβολία την καλή πίστη των άλλων. Η «κακή πίστις» δεν αρκεί να τεκμαίρεται αλλά και να αποδεικνύεται.
ε) Από κάθε μέσο ξένο προς τη θρησκευτική πίστη, αυτή καθ' εαυτή, που χρησιμοποιείται για την επίτευξη μεταβολής των θρησκευτικών πεποιθήσεων εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η Μαρτυρία. Τέτοια μέσα είναι π.χ. η επίκληση πολιτικών ελατηρίων για να επιτευχθεί προσεταιρισμός είτε εκείνων που έχουν ανάγκη προστασίας ή ευνοϊκής μεταχείρισης από μέρους της πολιτικής εξουσίας, είτε, αντιθέτως, εκείνων, οι οποίοι εναντιώνονται προς το εκάστοτε πολιτικό καθεστώς. Υπό την έννοια αυτή και οι Εκκλησίες που θεωρούνται επικρατούσες σε ορισμένα κράτη, οφείλουν να αποφεύγουν κάθε ενέργεια, η οποία θα αποστερούσε τα μέλη των θρησκευτικών μειονοτήτων του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας.
στ) Παντός «αδίκου ή σκληρού υπαινιγμού εις βάρος των θρησκευτικών πεποιθήσεων των άλλων διατυπουμένου επί τω τέλει προσεταιρισμού οπαδών». Τέτοιος υπαινιγμός είναι «αι κακόβουλοι κρίσεις», οι οποίες «πληγώνουν» τα αισθήματα των μελών ετεροδόξων κοινοτήτων. Γενικώς δε η Χριστιανική Μαρτυρία πρέπει να αποφεύγει την σύγκριση μεταξύ των καλών στοιχείων μιας εκκλησίας προς τις αδυναμίες και τις ελλείψεις άλλης και να επιδεικνύει συμπεριφορά «καλόπιστον και πλήρη κατανοήσεως».
Τέλος, η Μικτή Επιτροπή, αφού διαπίστωσε ότι η Χριστιανική μαρτυρία «δεν είναι ποτέ δυνατόν να καταστή τελεία» εν τούτοις διατύπωσε την κρίση, ότι οι Εκκλησίες δεν πρέπει να διακόψουν τις προσπάθειες τους για την απόκτηση μιας «πλέον βαθείας συνειδήσεως» και ενός «πλέον διαυγούς αγγέλματος» περί του «ανεξιχνίαστου πλούτου του Χριστού», με την πεποίθηση ότι θα δοθεί σ' αυτές μία ευκαιρία για να «επιταχύνουν το βήμα των επί της οδού η οποία οδηγεί εις την μεταξύ αυτών αποκατάστασιν της πλήρους ενότητος».
Σημείωση. Το σημαντικό αυτό έργο της εφέτη κ. Μπράβη παρουσίασε ο Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου και παραθέτω αμέσως παρακάτω το βίντεο της εκδήλωσης αυτής.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis