Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Μνημόνιο, κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ - Μετενέργεια, μετακίνηση εργαζόμενου, έννομη σχέση.

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας - Αντισυνταγματικότητα - Μνημόνιο - Στοιχεία ορισμένου αγωγής - Δεδικασμένο - Αναγνωριστική αγωγή - Κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ - Μετενέργεια - Κατώτερος μισθός - Ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του διαδίκου - Ένορκη βεβαίωση - Εργατικές διαφορές -. Νυχτοφύλακας εγκαταστάσεων ΑΕΙ χωρίς άδεια εργασίας. Άρνηση αυτού για μετατροπή της σύμβασής του σε μερικής απασχόλησης και ανάλογη μείωση του μισθού του. Μετακίνηση αυτού σε άλλη τοποθεσία. Δυσμενής μεταβολή όρων εργασιακής σύμβασης.

 Η αγωγή με την οποία ζητείται η καταψήφιση του εναγόμενου προς καταβολή στον ενάγοντα του υπολοίπου της οφειλομένης αμοιβής από δεδουλευμένες αποδοχές, από μισθούς υπερημερίας, από bonus, αποδοχές και επιδόματα αδείας και επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, για να είναι ορισμένη πρέπει να αναφέρει τα χρηματικά ποσά που έχουν καταβληθεί σε αυτόν (ενάγοντα) μέχρι τη συζήτηση της (αγωγής) για κάθε ένα από τα επίδικα κεφάλαια, χωριστά και όχι συγκεντρωτικά, στο σύνολό τους, ώστε όχι μόνο ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της τυχόν αξιώσεως μη δεδουλευμένων, μη δικαιούμενων ή υπερόγκων για κάθε ένα είδος εργασίας ποσών, αλλά και από την απόφαση του δικαστηρίου που θα αποτελέσει δεδικασμένο, να μπορεί ευχερώς να συναχθεί ποια ακριβώς κατ' είδος και ποσό, διαφορά κατήχθη ενώπιον του και σε ποια έκταση αυτή έγινε αποδεκτή, ώστε εξαιτίας του δεδικασμένου να μην μπορεί αυτή να αποτελέσει αντικείμενο νέας δίκης. Έννοια αναγνωριστικής αγωγής. Έννομο συμφέρον για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής. Υποχώρηση εργασιακών δικαιωμάτων. Λήξη ισχύος συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Ο καθορισμός του κατώτερου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών που προβλέπεται στον Ν 4093/2012 δεν συνιστά δυσμενή μεταβολή της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, εφόσον έγινε κατ' εφαρμογή των διατάξεων των ν. 4046/2012, 4093/2012 και ΠΥΣ 6/2012 οι οποίες δεν αντιβαίνουν προς τα άρθρα 22 και 23 του Συντάγματος. Η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νόμιμου εκπροσώπου ή του μέλους της διοικήσεως του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη. Αυτό ισχύει και επί ενόρκων βεβαιώσεων.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΤΜΗΜΑ Γ',  219/ 2016

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Βασίλειο Στέφο, Εφέτη.

    Ο ενάγων, με την υπο κρίση αγωγή του, ισχυρίστηκε, ότι προσελήφθη την 07-08-1995 από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία, που κατά τον χρόνο εκείνο λειτουργούσε υπό διαφορετική εταιρική επωνυμία, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως φύλακας. Ότι από την πρόσληψή του και εφεξής απασχολήθηκε από την εναγομένη ως νυχτοφύλακας των εγκαταστάσεων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το έργο της φύλαξης του οποίου είχε αυτή αναλάβει, παρότι ο ίδιος ουδέποτε εφοδιάστηκε με την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 2518/1997 άδεια εργασίας φύλακα. Ότι οι αποδοχές του διέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους εργαζομένους σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και ότι καθ` όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του, λάμβανε μισθό κατώτερο του νομίμου. Ότι την 07-05-2013 η εναγόμενη του πρότεινε την τροπή της συμβάσεως εργασίας του από πλήρους σε μερικής απασχόλησης και την ανάλογη μείωση του μισθού του, υπολογιζομένου με βάση την από 02-12-2012 επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της ιδίας και του σωματείου των εργαζομένων της και ότι ο ίδιος αρνήθηκε την πρόταση αυτή. Ότι την 09-05-2013 η εναγόμενη εκδήλωσε την πρόθεσή της για μετακίνησή του σε άλλη τοποθεσία προς φύλαξη, μη ρητώς προσδιορισθείσα, εντός του Νομού Θεσσαλονίκης, λόγω της προηγηθείσας άρνησής του να συνεχίσει να απασχολείται στο ΑΠΘ με μειωμένο ωράριο εργασίας και ότι την απόφασή της αυτή επανέλαβε με την από 15-05-2013 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία παράλληλα τον κάλεσε το πρώτον να της προσκομίσει την άδεια εργασίας του. Ότι η ανωτέρω επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας, που προβλέπει ότι οι αποδοχές των εργαζομένων της εναγομένης είναι ίσες με τις κατώτατες αποδοχές που θεσπίστηκαν δια του Ν. 4093/2012, είναι άκυρη, διότι όταν καταρτίσθηκε, ίσχυε, για χρόνο μικρότερο των 24 μηνών, η από 01-09-2011 κλαδική σύμβαση εργασίας, που, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 της υπ` αριθμ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, λήγει μετά τριετία από την έναρξη ισχύος της και συγκεκριμένα την 01-01-2014. Ότι ο ίδιος δήλωσε εξωδίκως στην εναγομένη την 21-05- 2012 ότι εκλαμβάνει την ανωτέρω δυσμενή μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, συνιστάμενη στην μετακίνησή του στη φύλαξη άλλης εγκατάστασης, λόγω της άρνησής του να συναινέσει στη μείωση του μισθού του και στην εφαρμογή της ανωτέρω επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, που προβλέπει δυσμενέστερους όρους αμοιβής και απασχόλησης, ως καταγγελία αυτής και ότι ζητεί την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Ότι η εναγόμενη απάντησε σε αυτόν με την από 28-05-2013 εξώδικη δήλωσή της, γνωστοποιώντας του ότι στο εξής η σχέση εργασίας τους τελεί σε αναστολή, διότι δε διαθέτει άδεια εργασίας φύλακα και ότι έκτοτε έπαυσε να τον απασχολεί, καταγγέλοντας με τον τρόπο αυτό τη σύμβασή του. Με βάση τα περιστατικά αυτά και αφού προηγουμένως αναφέρει, συνολικά για κάθε έτος, το ποσό στο οποίο ανήλθαν σε ετήσια βάση, από το 2007 έως και την 20-05-2013, οι νόμιμες αποδοχές του, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα μαζί με τα επιδόματα άδειας, τα ποσά που του κατεβλήθησαν έναντι αυτών και τέλος η προκύπτουσα, ανά έτος, διαφορά μεταξύ των ως άνω καταβλητέων και των καταβληθεισών αποδοχών του, ζητεί: (Α) να αναγνωρισθεί ότι το μισθολογικό του καθεστώς των ετών 2011, 2012 και 2013 διέπεται από την κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας έτους 2011, (Β) επικουρικά, να αναγνωρισθεί ότι οι διατάξεις του παραρτήματος VI, Κεφ. 5 παρ. 28,29 του Ν. 4046/2012, 1 παρ. 1, 4 της υπ` αριθμ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, 8 του Ν. 1876/1990, καθώς και η περ. 2 α της υποπαρ. ΙΑ 11 του Ν. 4093/2012 και της περ. 3 της ιδίας υποπαρ. στοιχεία ία), (γ), (ι),(ε) και (στ) είναι άκυρες ως αντισυνταγματικές, παραβιάζουσες τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, (Γ) να αναγνωρισθεί ότι η στο ιστορικό περιγραφόμενη δυσμενής μεταβολή των όρων της εργασίας του συνιστά καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και (Δ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 68.371,00 Ευρώ, για διαφορές δεδουλευμένων τακτικών αποδοχών των προαναφερομένων ετών, το ποσό των 38.155,16 Ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης και συνολικά το ποσό των 106.526,16 Ευρώ. Το ποσό δε αυτό ζητεί, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του σχετικού, περί τοκοφορίας, αγωγικού αιτήματος (άρθρο 223 ΚΠολΔ), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται με τις κρινόμενες εφέσεις τους οι διάδικοι για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν, ο μεν ενάγων να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει δεκτή καθ’ ολοκληρίαν η αγωγή του, η δε εναγόμενη να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να απορριφθεί η αγωγή...

    Κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη, ώστε να μπορεί να αποτελέσει τη βάση της δικαστικής επιλύσεως της διαφοράς που έχει ανακύψει μεταξύ των διαδίκων πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που, κατά το νόμο την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο, συγκεκριμένο αίτημα. Ακόμη, αν πρόκειται για περιουσιακές σχέσεις, πρέπει να αναφέρεται η αξία του επιδίκου αντικειμένου σε χρήμα, καθώς επίσης και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά, η αγωγή είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον το δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει στην εκτίμηση των ισχυρισμών του ενάγοντος από ουσιαστική και νομική άποψη. Οπωσδήποτε, τα πιο πάνω αναγκαία στοιχεία, πρέπει να αναφέρονται για την ταυτότητα της διαφοράς, ώστε η οριστική και τελεσίδικη απόφαση που θα εκδοθεί να μπορεί να αποτελέσει δεδικασμένο κατά τα άρθρα 321 και 324 ΚΠολΔ, καθόσον, το δεδικασμένο απαιτεί ταυτότητα της διαφοράς, δηλαδή 1) του δικαιώματος, 2) του γεγονότος από το οποίο το δικαίωμα πηγάζει και 3) του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται. Ειδικότερα η αγωγή με την οποία ζητείται η καταψήφιση του εναγόμενου προς καταβολή στον ενάγοντα του υπολοίπου της οφειλομένης αμοιβής από δεδουλευμένες αποδοχές, από μισθούς υπερημερίας, από bonus, αποδοχές και επιδόματα αδείας και επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, για να είναι ορισμένη πρέπει να αναφέρει τα χρηματικά ποσά που έχουν καταβληθεί σε αυτόν (ενάγοντα) μέχρι τη συζήτηση της (αγωγής) για κάθε ένα από τα επίδικα κεφάλαια, χωριστά και όχι συγκεντρωτικά, στο σύνολό τους, ώστε όχι μόνο ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της τυχόν αξιώσεως μη δεδουλευμένων, μη δικαιούμενων ή υπερόγκων για κάθε ένα είδος εργασίας ποσών, αλλά και από την απόφαση του δικαστηρίου που θα αποτελέσει δεδικασμένο, να μπορεί ευχερώς να συναχθεί ποια ακριβώς κατ` είδος και ποσό, διαφορά κατήχθη ενώπιον του και σε ποια έκταση αυτή έγινε αποδεκτή, ώστε εξαιτίας του δεδικασμένου να μην μπορεί αυτή να αποτελέσει αντικείμενο νέας δίκης (βλ. ΑΠ 180/1988 ΕλΔ 29,1659, ΑΠ 639/1988 ΔΕΝ 45,470, ΕφΠειρ 562/2007, ΕφΑθ 3156/2002, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 7640/1986 ΕλΔ 28,1262). 
Στην ένδικη υπόθεση, ο ενάγων ζήτησε με την αγωγή του να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ` αυτόν, το συνολικό ποσό των 106.526,16 ευρώ, οφειλόμενο σ` εκείνον από δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2007 έως 31-5-2013, και ειδικότερα για δεδουλευμένους μηνιαίους μισθούς, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας, καθόσον, ενώ από όλες αυτές τις αγωγικές αιτίες, έπρεπε να λάβει τα ποσά που αναλυτικά κατά μήνα για κάθε μια αιτία στην αγωγή του αναφέρει κι εν όλω α) κατά έτος 2007 το ποσόν των 20.005,52 ευρώ για μισθούς και 3.020,64 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας, β) κατά το έτος 2008 το ποσό των 21.552,20 ευρώ για μισθούς και 3.638,63 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας, γ) κατά το έτος 2009 το ποσό των 23.855,88 ευρώ για μισθούς και 3.975,97 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας, δ)κατά το έτος 2010 το ποσό των 26.741,40 ευρώ για μισθούς και 4.491 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας, ε) κατά το έτος 2011 το ποσό των 28.032,20 ευρώ για μισθούς και 4 .779,59 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας, στ) κατα το έτος 2012 το ποσό των 30.597,30 ευρώ για μισθούς και 5.099,55 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας και ζ) κατά το έτος 2013 το ποσό των 12.912,55 ευρώ για μισθούς και 2.789,10 ευρώ για επιδόματα εορτών και άδειας, έλαβε, συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες, α)κατά το έτος 2007 το ποσό των 18.433, 40 ευρώ,β)κατά το έτος 2008 το ποσό των 20.055,19 ευρώ,γ)κατά το έτος 2009 το ποσό των 20.767,81ευρώ,δ)κατά το έτος 2010 το ποσό των 20.449,30 ευρώ, ε)κατά το έτος 2011 το ποσό των 20.449,30 ευρώ, στ) κατά το έτος 2012 το ποσό των 21.057,66 ευρώ και ζ)κατά το έτος 2013 το ποσό των 1.907,87 ευρώ και απομένει συνολικά, ως υπόλοιπο, το πιο πάνω ποσό των 106.526,16 ευρώ, που ζητεί να του καταβάλει η εναγόμενη. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό, είναι πράγματι αόριστη η αγωγή κατά το περί καταβολής των ανωτέρω δεδουλευμένων αποδοχών των ετών 2007 έως 2013 αίτημά της, αφού ο ενάγων δεν εξειδικεύει, όπως οφείλει, ποιο ακριβώς χρηματικό ποσό του έχει καταβληθεί για δεδουλευμένους μισθούς, επιδόματα αδείας και επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, για κάθε ένα από τα επίδικα αυτά κεφάλαια χωριστά ή εν πάσει περιπτώσει αναλογικά κατά κλάσμα ή εκατοστιαίο ποσοστό του όλου αιτήματος και όχι στο σύνολό τους, ώστε όχι μόνο η εναγομένη να μπορεί να αμυνθεί κατά της τυχόν αξιώσεως μη δεδουλευμένων, μη δικαιουμένων ή υπέρογκων για κάθε είδος εργασίας ποσών, αλλά και από την απόφαση του δικαστηρίου που θα αποτελέσει δεδικασμένο, να μπορεί ευχερώς να συναχθεί ποια ακριβώς κατ` είδος και ποσό, διαφορά κατήχθη ενώπιον του και σε ποια έκταση αυτή έγινε αποδεκτή, ώστε εξαιτίας του δεδικασμένου να μην μπορεί αυτή να αποτελέσει αντικείμενο νέας δίκης. Η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή, ως προς τα ανωτέρω αιτήματά της, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής, γ` αυτό και ο σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

    Κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από τη διάταξη αυτή, που είναι ουσιαστικού δικαίου, προκύπτει ότι είναι δυνατή η αναγνώριση με την άσκηση αγωγής της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσης ιδιωτικού δικαίου που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 989/96 Ελλ.Δ 39.813) και τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητας, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση, που μπορεί να υφίσταται όχι μόνο μεταξύ των διαδίκων (ενάγοντος και εναγόμενου) αλλά και μεταξύ του ενάγοντος και τρίτου (ΑΠ 355/98, Ελλ.Δ. 39.1330, Εφ . Πειρ. 905/93 Ελλ.Δ.36.1574 ), νοείται η βιοτική σχέση προσώπου προς άλλοπρόσωπο ή πράγμα που ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο (ΑΠ 155/ 02 Ελλ.Δ. 43.1346, 886/01 Ελλ.Δ. 43.700, 989/96 Ελλ.Δ.39.813), δεν μπορούν δε να αποτελέσουν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής απλά πραγματικά γεγονότα ή νομικά ζητήματα παρά μόνο όταν συνδέονται με συγκεκριμένη έννομη σχέση και προβάλλονται σε συνδυασμό με αυτήν (ΑΠ 1598/99 Ελλ. Δ. 41.128, ΕΑ 1087/97 Ελλ.Δ. 39.413, Εφ. Πειρ. 905/93 Ελλ.Δ. 36.1574), αφού, ειδικώς με τα τελευταία αυτά (νομικά) ζητήματα, τα δικαστήρια δεν έχουν γνωμοδοτική εξουσία (ΑΠ 989/96 Ελλ. Δ.39.813, Πεντ.Εφ.Αθ. 1089/97 Ελλ. Δ.39.1530, ΕΑ 1087/97 Ελλ.Δ.39.413). Έννομο, τέλος, συμφέρον για την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής υπάρχει, όταν η ζητούμενη διάγνωση είναι το κατάλληλο (πρόσφορο) μέσον για την άρση της υφιστάμενης από την αμφισβήτηση του εναγόμενου αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και την αποτροπή του κινδύνου που προκαλείται από αυτήν στα συμφέροντα του ενάγοντος (ΑΠ 155/02 Ελλ.Δ. 43.1346, 886/01 Ελλ. Δ.43.700,989/96 Ελλ.Δ. 39.813, Πεντ. Εφ. Αθ.1089/97 Ελλ. Δ.39.1530, ΕφΠατρ 38/2004, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 1087/97 Ελλ.Δ.39.413). 
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, ως προς τα ανωτέρω υπό στοιχεία (Α) και (Β) αναγνωριστικά αγωγικά αιτήματα, με το δεύτερο εκ των οποίων ζητείται η αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας συγκεκριμένων διατάξεων των Ν. 4046/2012 και 4093/2012, καθώς και της υπ` αριθμ. 6/2012 Π.Υ.Σ., που επέφεραν σειρά μεταβολών στις εργασιακές σχέσεις, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δεν είναι νόμιμη, καθόσον η ζητούμενη αναγνώριση δεν αφορά αμφισβητούμενη έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου υπό την προεκτεθείσα έννοια μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ των εναγόντων και τρίτου, η οποία και μόνον μπορεί, όπως προαναφέρθηκε, να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. Η εφαρμογή των κανονιστικών ρυθμίσεων (νόμων, ΣΣΕ κλπ.) που διέπουν την επίδικη εργασιακή σύμβαση και ο έλεγχος της τυχόν αντισυνταγματικότητας τους συνιστά, ούτως ή άλλως, αυτεπάγγελτη ενέργεια του Δικαστηρίου, μετά τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής τους, κατά τη διάγνωση των επι μέρους επίδικων αξιώσεων για μισθούς, αποζημιώσεις κλπ. και όχι αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, επί της οποίας τυχόν σχετική απόφαση θα είχε γνωμοδοτικό χαρακτήρα, πράγμα μη νόμιμο, κατά τα επίσης προεκτεθέντα. Η εκκαλουμένη απόφαση, που, αν και με διαφορετική αιτιολογία, απέρριψε την αγωγή, ως προς τα ανωτέρω αιτήματά της, ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε κατ` αποτέλεσμα και πρέπει μόνο να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της, ο δε σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος, που υποστηρίζει τα αντίθετα, να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

    Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 β, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 και 3 του Ν. 1876/ 1990 προκύπτει ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. δεσμεύουν μόνο τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από τον χρόνο εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας και στους εργαζομένους και εργοδότες του ίδιου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των ως άνω οργανώσεων. Ενόψει των ανωτέρω, η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής. Δεν είναι, όμως, απαραίτητο το στοιχείο αυτό να αναφέρεται πανηγυρικά στο αγωγικό δικόγραφο, αλλ` αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, οπότε στην επίκληση της συλλογικής αυτής συμβάσεως (ή των εννόμων συνεπειών της) εμπεριέχεται σιωπηρά και η επίκληση της ιδιότητας των διαδίκων ως μελών των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατήρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ` επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ. β` ΚΠολ.Δ, και να αποδείξει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των εν λόγω συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 1351/2001 ΕλλΔνη 2003 σελ. 753, ΑΠ 376/2006 ΕΕργΔ 2006 σελ. 808, ΑΠ 425/2004 ΕλλΔνη 2006 σελ. 145). 
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4046/ 2012 εγκρίθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής επί μέρους Μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στον ν. 4046/ 2012, ως παραρτήματά του και δημοσιεύτηκαν στο ίδιο ΦΕΚ, με αριθμό 28/14-2- 2012, στην αγγλική (ως επίσημη γλώσσα) και σε ελληνική μετάφραση. Με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 ορίζεται, ότι «οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο Ε.... παρ, 28 και 29 του μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4...παρ. 4.1 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παρ. 2 και προσαρτώνται, ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής». Περαιτέρω, στο Κεφάλαιο Ε, με τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις», του προαναφερόμενου Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής", αναφέρονται, στις παραγράφους 28 και 29, τα εξής: «28. Όπως σημειώθηκε προηγουμένως, η πλέον επείγουσα προτεραιότητα της Κυβέρνησης είναι να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Αναγνωρίζουμε την ανάγκη να επιταχύνουμε σημαντικά την εφαρμογή συνολικών και σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με στόχο την τόνωση της απασχόλησης, της παραγωγής και αύξησης της παραγωγικότητας με την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών και αφαιρώντας υπάρχοντα εμπόδια στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Ωστόσο, καθώς αυτά προφανώς θα χρειαστούν κάποιο χρόνο για να μεταφραστούν πλήρως σε βιώσιμη ανάπτυξη θα λάβουμε και προκαταρκτικά μέτρα για να επιτρέψουμε μια μείωση στους ονομαστικούς μισθούς για να κλείσει γρήγορα το κενό μας στην ανταγωνιστικότητα και να τεθεί μια πρώιμη βάση για την βιώσιμη ανάπτυξη. 29. Η κυβέρνηση θα λάβει μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας. Οι αγκυλώσεις στην αγορά εργασίας εμποδίζουν την προσαρμογή των μισθών στις οικονομικές συνθήκες και οδηγούν την απασχόληση στη μαύρη εργασία. Για την προστασία της απασχόλησης και την εξάλειψη του κενού ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας με μεγαλύτερη ταχύτητα, η κυβέρνηση σκοπεύει να στοχεύσει σε μια μείωση του ανά μονάδα κόστους εργασίας κατά περίπου 15 τοις εκατό κατά τη διάρκεια του προγράμματος. Εάν ο συνεχιζόμενος κοινωνικός διάλογος είναι ανεπιτυχής στον καθορισμό συγκεκριμένων λύσεων έως το τέλος Φεβρουάριου για την επίτευξη του στόχου αυτού, η κυβέρνηση θα λάβει τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα, με γνώμονα το επείγον δημόσιο συμφέρον, για να επιτρέψει την προσαρμογή του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους όπως απαιτείται. Το πακέτο των μέτρων για την αγορά εργασίας το οποίο θα εφαρμοσθεί συμπεριλαμβάνει: Διαρθρωτικά μέτρα για το επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων, τα βασικά μέτρα που θα νομοθετήσουμε (ως προαπαιτούμενες ενέργειες) περιλαμβάνουν:- Διάρκεια των συλλογικών συμβάσεων και αναθεώρηση της «μετενέργειας» των συλλογικών συμβάσεων. Οι αλλαγές θα ορίζουν ότι: (i) όλες οι συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει να έχουν, μια μέγιστη διάρκεια 3 ετών, (ίί) οι συλλογικές συμβάσεις που υπάρχουν ήδη για 24 μήνες ή περισσότερο θα λήξουν όχι αργότερα από 1 έτος από την ψήφιση του νόμου, (iii) η περίοδος χάριτος μετά την λήξη της σύμβασης μειώνεται από τους 6 στους 3 μήνες, κα (iv)σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η επίτευξη μιας νέας συλλογικής σύμβασης μετά από προσπάθειες τριών μηνών, η αμοιβή θα επανέλθει στον βασικό μισθό συν τα παρακάτω γενικά επιδόματα (αρχαιότητας σε υπηρεσία, τέκνου, εκπαίδευσης και επικινδυνότητας). Αυτό θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι να αντικατασταθεί από όρους που καθορίζονται σε μια νέα συλλογική συμφωνία ή σε νέα ή ατομική σύμβαση». Ακολούθησε η έκδοση της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου 6/ 2012, με την οποία ρυθμίζονται τα ανωτέρω ζητήματα σχέσεων εργασίας, συλλογικής αυτονομίας και διαιτησίας, με το άρθρο 2 της οποίας ρυθμίσθηκε η διάρκεια ισχύος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που δεν μπορεί πλέον να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, και προβλέφθηκε ότι οι ισχύουσες κατά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης ΠΥΣ σ.σ.ε. λήγουν μετά την συμπλήρωση τριών ετών από την έναρξη της ισχύος του. Επίσης, με το ίδιο άρθρο μειώθηκε σε τρίμηνο (από εξάμηνο) ο χρόνος ισχύος κανονιστικών όρων σ.σ.ε. μετά την λήξη ή την καταγγελία τους, προβλέφθηκε δε ότι μετά την πάροδο του χρόνου αυτού- και εφόσον δεν συναφθεί νέα σ.σ.ε.- από τους όρους αυτούς της σ.σ.ε., της οποίας έληξε η ισχύς, εξακολουθούν να ισχύουν μόνον εκείνοι που αφορούν τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και τα μνημονευόμενα στο εν λόγω άρθρο τέσσερα επιδόματα. Με το άρθρο 4 της ίδιας ΠΥΣ ανεστάλη «μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%» η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, σ.σ.ε. ή διαιτητικών αποφάσεων, που προβλέπουν μισθολογικές αυξήσεις με βάση τον χρόνο εργασίας. Ακολούθησε ο ν. 4093/2012«Εγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016- Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α 222/12.11.2012). Ο νόμος αυτός, μεταξύ άλλων, θέσπισε νέο σύστημα «διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου ημερομισθίου» για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και καθόρισε τον κατώτατο μισθό των υπαλλήλων και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών «μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών». Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.11 με τίτλο «ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΝΟΜΙΜΟΥ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ (ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΛΑΙΣΙΟ), ΚΑΤΩΤΑΤΟΣ ΝΟΜΙΜΟΣ ΜΙΣΘΟΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ» προβλέπονται τα ακόλουθα: «1. Με την παρούσα διάταξη θεσπίζεται νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου κατωτάτου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, το οποίο τίθεται σε ισχύ την 1.4.2013. Εντός του πρώτου τριμήνου του 2013 θεσπίζεται με πράξη υπουργικού συμβουλίου η διαδικασία διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, της αγοράς εργασίας (ιδίως ως προς τα ποσοστά ανεργίας και απασχόλησης) και τη διαβούλευση της κυβέρνησης με εκπροσώπους κοινωνικών εταίρων, εξειδικευμένους επιστημονικούς, ερευνητικούς και λοιπούς φορείς. Κατά το Α` τρίμηνο του 2014 το σύστημα αυτό αξιολογείται ως προς την απλότητα και αποτελεσματικότητα της εφαρμογής, τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. 2.α. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990 αντικαθίσταται ως εξής: "Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μ ισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλόμενων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου." β. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 1876/1990 προστίθενται οι λέξεις «, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του νόμου.». 3. Μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών καθορίζεται ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλλήλων και το ημερομίσθιο εργατοτεχνιτών ως εξής: (α) Για τους υπάλληλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 586,08 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 ευρώ, (β) Για τους υπάλληλους κάτω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 510,95 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες κάτω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 22/83 ευρώ, (γ) :i) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω. ii) 0 κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για μία τριετία προϋπηρεσίας και για προϋπηρεσία 3 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως δύο τριετίες και συνολικά 10% για προϋπηρεσία 6 και άνω ετών. δ) Οι ως άνω προσαυξήσεις προϋπηρεσίας καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιοσδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012. ε) Πέραν της μηνιαίας τακτικής προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας καμία άλλη προσαύξηση δεν περιλαμβάνεται στο νομοθετικός καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο, στ) Εως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012. ζ) Ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης κατώτερο, από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο. 4. Κάθε αναφορά της ισχύουσας νομοθεσίας γενικά στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) νοείται ο νόμιμος νομοθετημένος κατώτατος μισθός και κατώτατο ημερομίσθιο». Σε σχέση με τις παραπάνω ρυθμίσεις στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/ 2012 αναφέροντα τα εξής: «Ο θεσμός του κατώτατου μισθού συνιστά μια κρίσιμη και αναγκαίο παράμετρο για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Αφενός διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές όριο διαβίωσης για τους εργαζόμενους που αμείβονται με αυτόν, αφετέρου αποτελεί δικλείδα ασφαλείας έτσι ώστε να αποφεύγεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων. Κυριότερα, συνιστά την αφετηρία επί της οποίας οικοδομούνται συμφωνημένα μεταξύ των κοινωνικών εταίρων επίπεδα αμοιβών σε κλαδικό, ομοιοεπαγγελματικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Δεδομένου ότι το ύψος του κατώτατου μισθού έχει αλυσιδωτές και σύνθετες επιπτώσεις στο επίπεδο της συνολικής απασχόλησης και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αλλά και στο δυναμισμό των εξωστρεφών κλάδων της οικονομίας, επηρεάζει άμεσα και έμμεσα τα δημοσιονομικά μεγέθη. Συνεπώς, σε μία περίοδο συντεταγμένης προσπάθειας εξυγίανσης των δημοσιονομικών μεγεθών και αποκατάστασης της μακροοικονομικής ισορροπίας, ο ρόλος του κράτους πρέπει να είναι περισσότερο αποφασιστικός. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει και η εμπειρία των τελευταίων τριάντα ετών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού πολλές ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετώπιζαν παρόμοια προβλήματα δημοσιονομικής στενότητας και ανισορροπίας των μακροοικονομικών μεγεθών τους, ενίσχυσαν το ρόλο του κράτους στη διαδικασία διαμόρφωσης αμοιβών στην οικονομία. Σήμερα, η παρέμβαση της Πολιτείας γίνεται επικουρικά και με σεβασμό στον ρόλο των κοινωνικών εταίρων, σε ένα πλαίσιο εξαιρετικών περιστάσεων. Με σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας, η υιοθέτηση του νέου μηχανισμού διασφαλίζει το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, καθώς και τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων τόσο στη διαμόρφωση των προτάσεων για την υιοθέτηση του κατώτατου μισθού όσο και στη δυνατότητά τους, μέσα από τις μεταξύ τους διαβουλεύσεις και τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις, να καθορίζουν καλύτερους όρους για τους εργαζόμενους. Οι κοινωνικοί εταίροι, με γνώμονα την δυναμικότητα των διαφόρων κλάδων μπορούν να συμφωνούν και να ορίζουν υψηλότερους ως προς τον καθορισμένο κατώτατο μισθό, μισθολογικούς και μη, κανονιστικούς όρους. Επιπρόσθετα, με την παρούσα διάταξη ορίζεται ότι ο κατώτατος μισθός θα παραμείνει σταθερός στα επίπεδα που διαμορφώθηκε με το ν. 4046/2012 (σε συνδυασμό με το άρθρ.1 της ΠΥΣ 6/2012), ενώ θα συνεχίσουν να προσαρτώνται σε αυτό τα επιδόματα προϋπηρεσίας (τριετίες) υπολογιζόμενα με τους υφιστάμενους ανασταλμένους συντελεστές ωριμότητας (οι οποίοι έχουν ανασταλεί μέχρι η ανεργία να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, σύμφωνα με τον ν.4046/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της υπ` αριθμόν 6 ΠΥΣ/2012), όπως αυτοί οι συντελεστές ωριμότητας έχουν διαμορφωθεί από την 15.7.2010 ΕΓΣΣΕ κατά την 1.1.2012 πρόβλεψή της». Από την γραμματική διατύπωση και την χρονική αλληλουχία των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 1 της ΠΥΣ 6/2012 και του ν. 4093/2012, σε συνδυασμό και με τις σχετικές διατάξεις του ν. 4046/2012 και την αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012, προκύπτει ότι το ύψος του κατώτατου μισθού και του κατώτατου ημερομισθίου, καθώς και τα συναφή ζητήματα ρυθμίζονται πλέον από τον τελευταίο νόμο. Περαιτέρω, το άρθρο 22 του Συντάγματος ορίζει ότι «1. Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. ... 2. Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματευσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία. 3. ...». Το δε άρθρο 23 του Συντάγματος ορίζει ότι «1. Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ` αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου. 2. Η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων ...». Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 22 του Συντάγματος, η ρύθμιση από τον νομοθέτη κατ` αποκλειστικό τρόπο όρων εργασίας και ζητημάτων που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις και, συνακόλουθα, η αφαίρεσή τους από την ύλη της συλλογικής αυτονομίας, που αποτελεί περιεχόμενο της συνδικαλιστικής ελευθερίας, είναι επιτρεπτή όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την λειτουργία της εθνικής οικονομίας και ενόσω αυτοί διαρκούν (πρβλ. ΣτΕ 2426/1983, 2370/1984, 2289/1987, 2377/1988, 4063/1989, 2190/1991, 4555/1996 κ.α.). Οι ρυθμίσεις των άρθρων 2 έως 5 της ΠΥΣ 6/ 2012 περιορίζουν το πεδίο συλλογικής αυτονομίας, καθώς και μισθολογικά και εν γένει εργασιακά δικαιώματα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και των δημοσίων επιχειρήσεων. Οι ρυθμίσεις αυτές, συνεκτιμώμενες και με τις ρυθμίσεις των νόμων, που θεσπίσθηκαν πριν από την έκδοση της εν λόγω ΠΥΣ (και αναφέρονται σε προηγούμενη σκέψη), καθώς και με την μείωση του κατώτατου μισθού και του κατώτατου ημερομισθίου, που επιβλήθηκε αρχικά με το άρθρο 1 της ΠΥΣ 6/2012 και, ακολούθως, με τον μεταγενέστερο νόμο 4093/2012, συνιστούν σοβαρή υποχώρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και αντίστοιχη εξασθένηση της θέσης τους έναντι των εργοδοτών. Εντάσσονται, όμως, σε ένα ευρύτερο σύστημα ρυθμίσεων και μέτρων, τα οποία εκτείνονται σε ένα μεγάλο φάσμα τομέων της δημόσιας πολιτικής και περιγράφονται αναλυτικά στο Μνημόνιο, κείμενο κατ` εξοχήν τεχνικού χαρακτήρα, και του οποίου το σχέδιο εγκρίθηκε με τον ν. 4046/2012, και αποσκοπούν - όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού και αναλύεται εκτενέστερα στο Μνημόνιο - στην αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της διόγκωσης του δημοσίου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, μέσω, μεταξύ άλλων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, της μείωσης του κόστους εργασίας και της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, το οποίο στερείται της εξουσίας ελέγχου των νομοθετικών επιλογών, τα μέτρα αυτά, που ελήφθησαν υπό τις εκτεθείσες όλως εξαιρετικές περιστάσεις, δηλαδή προ του κινδύνου στάσης πληρωμών και κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας με απρόβλεπτες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, δεν εμφανίζονται, στο πλαίσιο του οριακού ελέγχου της συνταγματικότητας των αντίστοιχων ρυθμίσεων του ν. 4046/2012 και της ΠΥΣ 6/2012, ως μη πρόσφορα ή μη αναγκαία για την επίτευξη του παραπάνω, συνταγματικώς θεμιτού, σκοπού. Ούτε θίγουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 22 παρ.1 και 2 και 23 του Συντάγματος, εφ` όσον η συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα της απεργίας δεν θίγονται και οι θεσμοί της συλλογικής αυτονομίας κατ` αρχήν διατηρούνται κατά τρόπο, ώστε να παρέχεται στους μισθωτούς η δυνατότητα να διεκδικούν την βελτίωση της θέσης τους και την άμβλυνση των δυσμενών συνεπειών της οικονομικής κρίσης και των επίμαχων μέτρων. Εξάλλου, το άρθρο 2 της ΠΥΣ 6/2012 ορίζει τα εξής: «1. Oι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14/2/2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14/2/2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14/2/2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν.1876/1990 (Α` 27). Oι παραπάνω μεταβατικές διατάξεις του ν. 4046/2012 και της ΠΥΣ 6/2012 δεν αντιβαίνουν προς τα άρθρα 22 και 23 του Συντάγματος. Διότι ο προφανής - και συνταγματικά θεμιτός - σκοπός του νομοθέτη είναι η προσαρμογή των όρων εργασίας στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, που προέκυψαν μετά την εκδήλωση και την όξυνση της δημοσιονομικής κρίσης και της κρίσης χρέους, στο πλαίσιο του συνόλου των μέτρων που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπιση της κρίσης αυτής. Ο σκοπός δε αυτός επιτυγχάνεται με την λήξη της ισχύος των συλλογικών συμβάσεων που εμπίπτουν στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012 και την συνεπακόλουθη αναδιαπραγμάτευση των αντίστοιχων όρων εργασίας σύμφωνα με τους κανόνες περί συλλογικών διαπραγματεύσεων. Οι μεταβατικές αυτές ρυθμίσεις δεν πλήττουν δυσανάλογα την συλλογική αυτονομία και την συνδικαλιστική ελευθερία των εργαζομένων, εφ` όσον μάλιστα αφορούν συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες, πάντως, θα έχουν συμπληρώσει διάρκεια πέρα του έτους κατά τον οριζόμενο με τις ανωτέρω μεταβατικές διατάξεις χρόνο λήξης της ισχύος τους και, ως εκ τούτου, ήταν δυνατό να καταγγελθούν κατά τον χρόνο αυτό από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του ν. 1876/ 1990 (ΟλΣΤΕ 2307/ 2014). 
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς το αίτημα της αγωγής, με το οποίο διώκεται να αναγνωριστεί, ότι η εφαρμογή της από 7-12-2012 επιχειρησιακής σύμβασης συνιστά δυσμενή μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο ενάγων επικαλείται στην αγωγή, ότι η εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφάλειας και συστημάτων ασφάλειας όλης της χώρας του Ν. 2518/1997 υπογράφηκε την 1-9-2011 και, επομένως, βρισκόταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών κατά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 6/2012 ΠΥΣ, οπότε αυτή ίσχυε μέχρι την 1-1-2014 και, συνεπώς, είναι αυτή που ρυθμίζει και τους ευνοϊκότερους γι' αυτόν όρους αμοιβής της εργασίας του μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως και όχι η παραπάνω επιχειρησιακή σύμβαση, κυρίως, διότι, ενόψει των ανωτέρω, η εν λόγω επιχειρησιακή σύμβαση αντίκειται στην υπ’ αριθμ. 6/2012 ΠΥΣ και στον ν. 4046/2012, και επικουρικά, λόγω της αντισυνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων των ν. 4046/2012 και 4093/2012, καθώς και της ΠΥΣ 6/2012. Η εναγομένη, τόσο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και με τις προτάσεις της, αμφισβήτησε ειδικά την ιδιότητα αυτής, ως μέλους της συνδικαλιστικής οργανώσεως που συμβλήθηκε από την πλευρά των εργοδοτών στην κατάρτιση της ανωτέρω Σ.Σ.Ε., ήτοι της συνδικαλιστικής οργάνωσης «Σύνδεσμος Ελληνικών Επιχειρήσεων Ασφαλείας (Σ.Ε.Ε.Α.)», ο δε ενάγων δεν συμπλήρωσε την αγωγή του, ως προς το σημείο αυτό, αφού δεν επικαλέστηκε (ούτε και απέδειξε), ότι η εναγομένη ήταν μέλος της εν λόγω συνδικαλιστικής οργανώσεως. Συνεπώς, δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής στην επίδικη εργασιακή σχέση της ανωτέρω ΣΣΕ και νομίμως εφαρμόζεται σ` αυτήν η παραπάνω από 7-12-2012 επιχειρησιακή σύμβαση, η οποία δεσμεύει όλους τους εργαζομένους στην επιχείρηση της εναγομένης (άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990), καθορίζοντας δε αυτή, κατά τα επικαλούμενα στην αγωγή, τις αμοιβές των εργαζομένων με βάση το σύστημα καθορισμού νόμιμου κατωτάτου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, που προβλέπεται από τον Ν. 4093/2012, δεν συνιστά δυσμενή μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, εφόσον έγινε κατ` εφαρμογή των διατάξεων των ν. 4046/2012, 4093/2012 και της ΠΥΣ 6/2012, οι οποίες δεν αντιβαίνουν προς τα άρθρα 22 και 23 του Συντάγματος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση. Επομένως, το ανωτέρω αίτημα της αγωγής είναι απορριπτέο, ως νόμω αβάσιμο. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, αν και με διαφορετική αιτιολογία, απέρριψε το αίτημα, ως μη νόμιμο, δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα και πρέπει μόνο να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της, οι δε σχετικοί λόγοι της έφεσης του ενάγοντος, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

    Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1-2, 410, 415-420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ συνάγεται, ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι` αυτό να έχει την αντικειμενικότητα του τρίτου ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το άρθρο 415 του ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεως τους, καθόσον η εξέταση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρέπεται όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχτηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή είναι δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη. Συνεπώς, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή του μέλους της διοικήσεως του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη, ανεξάρτητα αν είχε προβληθεί ή όχι οποτεδήποτε προηγουμένως σχετική εναντίωση του αντιδίκου εκείνου που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται περί ανυπόστατων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 988/ 2013, δημ. ΝΟΜΟΣ). Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθ. 671 § 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό, τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 715/ 2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1α ΚΠολΔ, το δικαστήριο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος κατά την περί αυτού βεβαίωσή του και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη κατά την ως άνω ειδική διαδικασία και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (βλ. ΑΠ 882/2009, ΑΠ 1335/2008). 
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δίκασε κατά την προαναφερόμενη ειδική διαδικασία και έλαβε υπόψη για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, κατά την περί αυτού βεβαίωσή του στην προσβαλλόμενη απόφαση, και την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εναγόμενη υπ` αριθμ. 989/31-3-2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης του μάρτυρα ........., που, όπως συνομολογείται, αλλά προκύπτει ευθέως και από τα προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα και δη το υπ` αριθμ. 1325/26-2- 2013 ΦΕΚ που περιέχει ανακοίνωση καταχώρησης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο στοιχείων της εναγομένης, ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της τελευταίας και νόμιμος εκπρόσωπός της, έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών - ενάγων με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος και, κατόπιν αυτού, η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση δεν θα ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.

    Από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά), από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ` επικλήσεως έγγραφα, που μπορούν να χρησιμεύσουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε ως βάση συναγωγής δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ.3, 339 και 395 ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Η εναγόμενη εταιρία, που λειτουργούσε ήδη προ του 1995 υπό τον τύπο της ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία «.........», παρέχοντας υπηρεσίες φύλαξης ακινήτων, μετετράπη σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «..........» δια της υπ` αριθμ. 8804/11-09-1996 πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης.........., νομίμως δημοσιευθείσας στο υπ` αριθμ. 6510/25-09-1996 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Εν συνεχεία, η ως άνω ΕΠΕ μετετράπη σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «.........», δια της υπ` αριθμ. 10039/04-05-1998 πράξης της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και έλαβε άδεια σύστασης δια της υπ` αριθμ. 17/2895/15-05-1998 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, νομίμως δημοσιευθείσας στο υπ` αριθμ. 2569/20-05-1998 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και : ΕΠΕ). Η δε επωνυμία αυτής τροποποιήθηκε διαδοχικά, αρχικά σε «.........», ακολούθως σε «.....» και τέλος, σε «...........», την οποία εξακολουθεί να φέρει. Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγόμενη την 07-08-1995, σε χρόνο που αυτή λειτουργούσε υπό τη μορφή της ομορρύθμου εταιρίας, δυνάμει προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως φύλακας σε κτίρια ή άλλες εγκαταστάσεις, που θα καθορίζονταν από την εργοδότριά του. Κατά την πρόσληψή του τοποθετήθηκε από την εναγομένη ως φύλακας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τη φύλαξη του οποίου είχε αναλάβει η τελευταία με σχετική σύμβαση ορισμένου χρόνου, στη θέση δε αυτή παρέμεινε καθ` όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκε από την αντίδικό του, καθόσον η τελευταία αναλάμβανε σε μόνιμη βάση το έργο της φύλαξης των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων που καταρτίζονταν σε εκτέλεση σχετικών διαγωνισμών, στους οποίους αυτή αναδεικνυόταν ως μειοδότρια. Σημειωτέον ότι παρότι δια του άρθρου 3 του Ν. 2518/1997, που τέθηκε σε ισχύ την 21-08-1997, ορίστηκε ως υποχρεωτική για την εγκυρότητα των συμβάσεων εργασίας των απασχολουμένων ως φυλάκων, η λήψη σχετικής άδειας από την Αστυνομική Αρχή του τόπου κατοικίας τους και δια του άρθρου 10 του αυτού νόμου τάχθηκε εξάμηνη προθεσμία για τον εφοδιασμό με την ανωτέρω άδεια όσων ήδη απασχολούνταν ως φύλακες, όπως ο ενάγων, ο τελευταίος ουδέποτε επιμελήθηκε για την έκδοση τέτοιας άδειας, γεγονός που ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του. Ως εκ τούτου, μετά την άπρακτη πάροδο της προαναφερόμενης προθεσμίας, η ένδικη σύμβαση εργασίας κατέστη άκυρη και ο ενάγων απασχολείτο από την εργοδότρια εταιρία δυνάμει απλής σχέσης εργασίας. Ειδικότερα, ο ενάγων απασχολείτο ως νυχτοφύλακας στο κτίριο διοικήσεως του ΑΠΘ, με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και σε οκτάωρη βάρδια, με ώρα έναρξης 23:00, η δε εργασία του συνίστατο στη στατική φύλαξη του κτιρίου, ήτοι στην παραμονή του στο ισόγειο αυτού, τελώντας σε επιφυλακή για την αποτροπή οποιοσδήποτε κινδύνου, τον οποίο θα αντιμετώπιζε με την άμεση κλήση των ειδικών φυλάκων του Πανεπιστημίου, οι οποίοι πραγματοποιούν συνεχώς περιπολίες στους εξωτερικούς χώρους της Πανεπιστημιούπολης. Για την εργασία του δε αυτή αμειβόταν έως τα μέσα του 2012 με βάση την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Την 02- 05-2012 συνήφθη εγκύρως μεταξύ της εναγομένης και του σωματείου εργαζομένων αυτής, επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας, που προέβλεπε ότι η αμοιβή των εργαζομένων της εταιρίας καθορίζεται σύμφωνα με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ενώ με την από 07-12-2012 νέα επιχειρησιακή σύμβαση ετήσιας διάρκειας καταργήθηκε η προγενέστερη επιχειρησιακή σύμβαση και ρητά ορίστηκε ότι από 01-04-2013 οι εργαζόμενοι της εταιρίας θα αμείβονται σύμφωνα με τα νόμιμα κατώτατα όρια που προβλέπονται στην περ. 1 της υποπαραγράφου ΙΑ. 11 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (βλ. άρθρο 2 β αυτής). Ο εκκαλών - ενάγων, με την έφεσή του ισχυρίζεται, ότι ακύρως συνήφθη η ανωτέρω από 7- 12-2012 επιχειρησιακή σύμβαση, διότι αυτή, από την πλευρά του σωματείου των εργαζομένων, υπογράφηκε από πρόσωπα που δεν είχαν την νόμιμη εκπροσώπησή του. Προτείνεται, ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός, για πρώτη φορά με την έφεση και όχι με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο δε εκκαλών επικαλείται, ως λόγο, που να δικαιολογεί την καθυστερημένη προβολή του, την έγγραφη προαπόδειξή του (άρθρο 527 αριθμ. 3 σε συνδ. με άρθρ. 269 παρ. 2 περ. Γ` του ΚΠολΔ). Από τα προαναφερθέντα, όμως, έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός αυτός. Ειδικότερα, ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει το από 16-7-2013 πρακτικό αρχαιρεσιών του επιχειρησιακού σωματείου της εναγομένης, κατά το οποίο εκλέχτηκαν νέα μέλη στο Δ.Σ. αυτού, το οποίο, όμως, είναι κατά πολύ μεταγενέστερο (εφτά μήνες) της ημερομηνίας υπογραφής της επίδικης επιχειρησιακής σύμβασης. Εφόσον, συνεπώς, δεν υφίσταται έγγγραφη απόδειξη, ούτε κάποιος άλλος, εκ των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, λόγος, που να δικαιολογεί την καθυστερημένη προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, πρέπει ο σχετικός λόγος της εφέσεως να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, από το ίδιο πιο πάνω αποδεικτικό υλικό, αποδεικνύεται ότι δια της υπ` αριθμ. 319/25-04-2013 διακηρύξεως του Α.Π.Θ., προκηρύχθηκε διεθνής δημόσιος διαγωνισμός για τη φύλαξη των κτιριακών πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων για διάστημα 12 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης με τον ανάδοχο του έργου και με δυνατότητα παράτασης για 12 ακόμη μήνες, ήτοι συνολικά για 24 μήνες. Ρητά δε, προβλέφθηκε στο Παράρτημα Δ` της διακήρυξης αυτής, υπό τον τίτλο «τεχνικές προδιαγραφές», ότι το προσωπικό του αναδόχου που θα ασχολείτο με τη φύλαξη των χώρων του πανεπιστημίου, θα εργαζόταν, κατανεμημένο σε βάρδιες, επί έξι ώρες ημερησίως: Λόγω αδυναμίας σύντομης ολοκλήρωσης του ανωτέρω διαγωνισμού, αποφασίστηκε από τον Πρύτανη η σύναψη σύμβασης φύλαξης με διαπραγμάτευση, ήτοι με κριτήριο κατακύρωσης τη χαμηλότερη τιμή, για διάστημα 4 μηνών και με τους ίδιους ακριβώς όρους που περιείχε η προαναφερομένη διακήρυξη. Τελικώς, το έργο της φύλαξης, επί τετράμηνο, των χώρων του πανεπιστημίου κατακυρώθηκε στην εναγομένη και ακολούθως, υπεγράφη μεταξύ αυτής και του Πρύτανη του ΑΠΘ η υπ` αριθμ. 22699/02-05-2013 σύμβαση, στην οποία ρητά προβλέφθηκε ότι όλοι οι όροι της υπ` αριθμ. 319/2013 διακηρύξεως, μεταξύ των οποίων και εκείνος περί του ημερήσιου ωραρίου των φυλάκων, αποτελούν όρους και της σύμβασης αυτής. Κατόπιν αυτού, η εναγομένη ανακοίνωσε σε όλους τους εργαζομένους της, που απασχολούνταν ως φύλακες στο ΑΠΘ, ότι προκειμένου να εξακολουθήσει να τους απασχολεί εκεί, θα έπρεπε, σε εκτέλεση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει έναντι του Πανεπιστημίου, να μειωθεί το ημερήσιο ωράριο εργασίας τους από οκτώ σε έξι ώρες, ήτοι να μετατραπούν οι συμβάσεις εργασίας τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, με αντίστοιχη βεβαίως μείωση των αποδοχών τους, στα πλαίσια πάντοτε της από 07-12-2012 επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, άλλως θα ήταν αναγκαία η μετακίνησή τους στη φύλαξη άλλης εγκατάστασης εντός του Νομού Θεσσαλονίκης, ώστε να συνεχίσουν να απασχολούνται επί οκτάωρο ημερησίως. Αρκετοί εργαζόμενοι αποδέχτηκαν την πρόταση αυτή και μετακινήθηκαν σε άλλες φυλάξεις (κυρίως στον ΟΣΕ) με ωράριο πλήρους απασχόλησης και με αποδοχές σύμφωνες με την προαναφερθείσα από 7-12-2012 επιχειρησιακή σύμβαση. Ο ενάγων αρνήθηκε την ανωτέρω πρόταση της εναγομένης προς μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, ως είχε δικαίωμα και τότε η τελευταία, δια της από 15-05-2013 εξώδικης δήλωσής της, που επιδόθηκε αυθημερόν σε αυτόν με την υπ` αριθμ. 6199/15-05-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …, του ανακοίνωσε ότι είναι αναγκασμένη να τον μετακινήσει στη φύλαξη άλλης εγκατάστασης. Παράλληλα, δε, τον κάλεσε το πρώτον να της προσκομίσει την άδεια εργασίας του. Επί της ανωτέρω εξωδίκου ο ενάγων απάντησε με την από 20-05-2013 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε αυθημερόν στην εργοδότριά του (βλ. την επ` αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …). Με αυτήν γνωστοποίησε και εγγράφως στην εναγομένη ότι αρνείται τόσο τη μετατροπή της εργασιακής του σύμβασης από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, όσο και τη μείωση του μισθού του και δη εντός των πλαισίων που υπαγορεύονταν από τη νέα επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας. Κατόπιν της εξέλιξης αυτής, η εναγόμενη απέστειλε στον ενάγοντα την από 28-05-2013 εξώδικη απάντησή της, που επιδόθηκε σε αυτόν με την υπ` αριθμ. 6320Δ`/28-05-2013 έκθεση επίδοσης του προαναφερομένου δικαστικού επιμελητή …, με την οποία του κατέστησε γνωστό ότι, εφόσον δεν αποδέχθηκε τη μετατροπή της εργασιακής του σύμβασης σε μερικής απασχόλησης και παράλληλα δεν προσκόμισε την κατά νόμον απαιτούμενη άδεια εργασίας του, εφεξής η σύμβασή του τίθεται σε καθεστώς αναστολής, έως ότου προβεί στην έκδοση της εν λόγω άδειας και την προσκομίσει σε αυτήν, υπό την έννοια ότι οι συμβαλλόμενοι δε θα έχουν στο διάστημα αυτό υποχρέωση προς παροχή εργασίας και καταβολή μισθού, αντιστοίχως. Έκτοτε δε, ο ενάγων έπαυσε να παρέχει την εργασία του. Με βάση τα παραπάνω, καθίσταται πρόδηλο ότι η πρόταση της εναγομένης προς τους φύλακες των εγκαταστάσεων του ΑΠΘ, μεταξύ των οποίων και προς τον ενάγοντα, για μείωση του ημερησίου ωραρίου εργασίας τους, σύμφωνα με τη σύμβαση που είχε καταρτίσει με το τελευταίο, δεν αποτελούσε δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας του και τούτο, διότι αυτή έγινε στα πλαίσια διαβουλεύσεων με τους εργαζομένους της εταιρίας, με σκοπό την εξεύρεση συναινετικής λύσης στο ζήτημα που είχε ανακύψει και με την παροχή σε αυτόν της δυνατότητας να μην αποδεχθεί την τροποποίηση του ημερησίου ωραρίου εργασίας του και να μετακινηθεί στη φύλαξη άλλης εγκατάστασης, όπου θα εξακολουθούσε να εργάζεται επί οκτάωρο ημερησίως. Ούτε εξάλλου η μετακίνηση του ενάγοντος στη φύλαξη άλλης εγκατάστασης δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά δυσμενή μεταβολή των όρων υπό τους οποίους παρείχε την εργασία του, καθόσον, ενόψει της εξέλιξης αυτής, η εναγόμενη δεν είχε άλλη επιλογή από το να μεταβάλλει τον τόπο εργασίας του, προκειμένου να συνεχίσει να τον απασχολεί επί οκτάωρο ημερησίως, ενώ σε κάθε περίπτωση, ο ακριβής τόπος παροχής της εργασίας του ενάγοντος ουδέποτε είχε αποτελέσει ρητό όρο της μεταξύ τους, από 07-08- 1995, σύμβασης εργασίας. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση δυσμενούς μεταβολής των όρων της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος και το αγωγικό αίτημα, περί αναγνωρίσεως του ότι η μεταβολή αυτή συνιστά καταγγελία της εργασιακής του σχέσης, πρέπει να απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμο, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, ο δε σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, ούτε η από 28-05-2013 εξώδικη δήλωση της εναγομένης, με την οποία γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι εφόσον δεν προσκομίζει σε αυτήν την άδεια εργασίας του, η εργασιακή τους σχέση τίθεται σε επ` αόριστο αναστολή, συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καταγγελία της εργασιακής τους σχέσης. Τούτο, διότι η εναγομένη, με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση, ουσιαστικά επανέλαβε το περιεχόμενο της από 15-5-2013 εξώδικης δήλωσής της και δεν εκδήλωσε την πρόθεσή της για οριστική άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος για το μέλλον, αλλά, χρησιμοποιώντας τον αδόκιμο όρο της «αναστολής της εργασιακής σχέσης», εξάρτησε σαφώς την αποδοχή των υπηρεσιών του από την τήρηση της νόμιμης προϋπόθεσης για έκδοση της άδειας εργασίας, την οποία, εφόσον προσκόμιζε ο ενάγων, θα αποδεχόταν τις υπηρεσίες του, μεταθέτοντας αυτόν σε άλλη υπηρεσία στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης, όπως έκανε και με άλλους εργαζομένους της, η δε αδυναμία του ενάγοντος να εφοδιαστεί με άδεια εργασίας, λόγω προηγούμενης καταδίκης του, στις 19-7-1998, για παράνομη οπλοφορία, όπως, για πρώτη φορά με την κρινόμενη έφεσή του, ισχυρίζεται ο τελευταίος, παραδεκτά, κατ ` άρθρον 527 του ΚΠολΔ, λόγω προαποδείξεως του ισχυρισμού με έγγραφο, αφορά τον ίδιο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση νόμιμης αξιώσεώς του για αποδοχή των υπηρεσιών του από την εναγομένη. Συνεπώς, δεν αποδείχτηκε, ότι η ανωτέρω εξώδικη δήλωση της εναγομένης εργοδότριας εταιρίας αποτελεί στην πραγματικότητα εκδήλωση της πρόθεσής της να παύσει οριστικά να αποδέχεται στο εξής την εργασία του ενάγοντος, οπότε αυτή δεν συνιστά καταγγελία της εργασιακής τους σχέσης, με συνέπεια να μην οφείλεται στον τελευταίο η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, το δε σχετικό αίτημα της αγωγής πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχτηκε το ανωτέρω αίτημα, ως ουσιαστικά βάσιμο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γι` αυτό και ο σχετικός λόγος της έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός και, ως ουσιαστικά βάσιμος, ο δε αντίστοιχος λόγος της έφεσης του ενάγοντος, που διώκει την επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού αποζημιώσεως απολύσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
    Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: Α) η από 15-9-2014 (με αριθμ. καταθ. 3582/16-9-2014) έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, και να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της ερμηνευτικής δυσχέρειας των νομοθετικών κανόνων, που διεκδίκησαν, στην προκειμένη υπόθεση την εφαρμογή τους (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό και Β) η από 16-9-2014 (με αριθμ. καταθ. 3566/16-9-2014) έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και, για το ενιαίο του τίτλου, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς όλες τις διατάξεις της, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να δικαστεί στην ουσία της η αγωγή και, ακολούθως, να απορριφθεί αυτή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας - εναγομένης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του εφεσιβλήτου - ενάγοντος (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. Περαιτέρω, η εκκαλούσα εναγομένη, με αίτηση που περιέχεται στη έφεσή της, επικαλούμενη την εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Ειδικότερα, ζητεί να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος - ενάγων να αποδώσει σ` αυτήν το ποσό που η ίδια του κατέβαλε εκουσίως, σε εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής του (14-7-2014), άλλως από την επίδοση της εφέσεως. Η αίτηση αυτή της εκκαλούσας είναι παραδεκτή και νόμιμη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 914 του ΚΠολΔ. Το αίτημα όμως για καταβολή τόκων είναι νόμιμο από τον χρόνο της επίδοσης της απόφασης που διατάσσει την απόδοση του ποσού αυτού, αφού από τότε καθίσταται υπερήμερος ο ενάγων, κατά το άρθρο 340 του ΑΚ, ο δε γενεσιουργός λόγος της εναντίον του απαιτήσεως για την απόδοση του ποσού αυτού είναι η εξαφάνιση της απόφασης που εκτελέστηκε (ΟλΑΠ 5/2001 ΕλλΔνη 42.379). Περαιτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή και, ως ουσιαστικά βάσιμη, καθόσον από την υπό της εκκαλούσας επικαλούμενη και προσκομιζόμενη σε φωτοτυπικό αντίγραφο από 14-7-2014 απόδειξη εξόφλησης αποδεικνύεται, ότι η εκκαλούσα εναγομένη κατέβαλε εκουσίως στον ενάγοντα το ποσό των 9.486,06 ευρώ, που του επιδικάστηκε με την εκκαλουμένη ως άνω οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την απόδοση από τον εφεσίβλητο ενάγοντα στην εκκαλούσα - εναγομένη του καταβληθέντος σ` αυτόν ποσού, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της παρούσας μέχρι εξοφλήσεως, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 15-9-2014 (με αριθμ. καταθ. 3582/16-9-2014) έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος και β) την από 16-9-2014 (με αριθμ. καταθ. 3566/16-9-2014) έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης, που στρέφονται κατά της υπ` αριθμ. 11034/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
    ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ στην ουσία της την από 15-9-2014 (με αριθμ. καταθ. 3582/16-9-2014) έφεση του εκκαλούντος -ενάγοντος.
    ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
    ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και στην ουσία της την από 16-9-2014 (με αριθμ. καταθ. 3566/16-9-2014) έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης.
    ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση.
ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την με αριθ. καταθ. 3033/2014 αγωγή στην ουσία της.
    ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας - εναγομένης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
    ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
    ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εφεσίβλητο - ενάγοντα να επιστρέψει στην εκκαλούσα -εναγομένη το ποσό των εννιά χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και έξι λεπτών (9.486,06 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως σ` αυτόν της παρούσας αποφάσεως και μέχρι την εξόφληση.
    ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στη Θεσσαλονίκη, την 28 Ιανουαρίου 2016 απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με παρούσα τη Γραμματέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...