Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Απεργία και καταλήψεις.

Άρις Καζάκος, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο [τρίτη έκδοση ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 2013, σελίδες 773-795]. 
Ο κ. Καζάκος είναι τακτικός καθηγητής του Εργατικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.

Η προβληματική των καταλήψεων των χώρων εργασίας από τους απεργούς.
Η είδηση από την εφημερίδα:
«Διπλοσκοπιά έξω από τις εγκαταστάσεις της Altec Telecoms κάνουν οι εργαζόμενοι μετά την πτώχευση της εταιρίας. Φρουρούν σε 24ωρη βάση τις εγκαταστάσεις προκειμένου να αποφευχθεί πλιάτσικο στον εξοπλισμό. Οι υποχρεώσεις της εταιρίας προς τη μητρική της Altec φτάνουν τα 28,8 εκ. ευρώ και οι εργαζόμενοι φοβούνται ότι κατά την εκκαθάριση ή ίσως και πριν από αυτή ο εξοπλισμός Altec Telecoms θα κάνει φτερά. Η μισθοδοσία θα συνεχιστεί κανονικά, όσον αφορά όμως τις αποζημιώσεις απόλυσης η Altec Telecoms παραπέμπει στον εκκαθαριστή. «Έχουμε ζητήσει από την εταιρία να κάνει ό,τι μπορεί ώστε να μεταφερθούν στον όμιλο κάποιοι συνάδελφοι μας που λόγω ηλικίας θα δυσκολευτούν πάρα πολύ να βρουν δουλειά κάπου αλλού». Το μεγαλύτερο πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι τεχνικοί δικτύων, καθώς τους τελευταίους μήνες διαπιστώνεται μια διαρκής μείωση των προσφερόμενων θέσεων εργασίας στον κλάδο. Στις τηλεπικοινωνίες γενικά χάθηκαν ή κινδυνεύουν να χαθούν περισσότερες από 1000 θέσεις εργασίας από το καλοκαίρι μέχρι σήμερα» («Ελευθεροτυπία», 23.10.2008, Ν. Μουμούρης).
Κατά τη νομολογία των δικαστηρίων η απεργία είναι, κατά κανόνα, καταχρηστική, όταν συνδυάζεται με κατάληψη των χώρων εργασίας [Από την πιο πρόσφατη νομολογία βλ. ΑΠ 528/1990, ΕλλΔνη 1991, 534, ΕφΑΘ 7807/1991, ΕλλΔνη 1993, 110, ΕφΛαρ 681/1988, ΔΕΝ 1989, 863, ΕφΑΘ 3541/1988, ΕΕργΔ 1988, 648. Βλ. και ΑΠ 908/1998, ΕΕργΔ 1999, 67]. Δεν λείπουν, βέβαια, και δικαστικές αποφάσεις στη συνολική εκτίμηση των οποίων η λειτουργία της απεργίας με κατάληψη αντιμετωπίζεται ως μια ανεκτή και άρα νόμιμη απεργία [ΕφΑΘ 9276/1981, ΕΕργΔ 1982, 120, ΜονΠρΑΘ 3221/1976, ΕΕργΔ 1976, 725. Ο Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, 531, αποσυσχετίζει την παράνομη πράξη της κατάληψης από την απεργία και δέχεται ότι η παρανομία δεν μπορεί να επεκταθεί και στην απεργία]. Στην πραγματικότητα η πρακτική των καταλήψεων, που όχι σπάνια διεκδικεί μια ηθικοσυνδικαλιστική και νομική δικαίωση, αποτελεί απάντηση σε προηγηθείσες ή απειλούμενες παράνομες πράξεις της εργοδοτικής πλευράς.Ειδικότερα:

 Η εξάντληση του λειτουργικού περιεχομένου του απεργιακού δικαιώματος.

Το λειτουργικό περιεχόμενο του απεργιακού δικαιώματος φαίνεται να εξαντλείται σε μια σειρά περιπτώσεων. Συγκεκριμένα, η απεργία παύει να είναι αποτελεσματική π.χ. στις περιπτώσεις εκείνες που η επιχείρηση διακόπτει τη λειτουργία της. Όταν μια επιχείρηση κλείνει χωρίς προηγουμένως να έχει απολύσει νόμιμα το προσωπικό της, η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας είναι αλυσιτελής, η απεργία πέφτει στο κενό. Η συλλογική αποχή από την εργασία, που αποτελεί στοιχείο της έννοιας της απεργίας, προϋποθέτει νοηματικά και ουσιαστικά παραγωγική διαδικασία σε κίνηση. Με την απεργία συνεπώς δεν μπορεί στις περιπτώσεις αυτές να ασκηθεί κανενός είδους πίεση στον εργοδότη.
Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα αν, εκεί που η άσκηση του απεργιακού δικαιώματος δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική, θα βρεθούν λύσεις με την κατάληψη των χώρων εργασίας. Η απάντηση είναι ότι η αποτελεσματικότητα ενός εργασιακού αγώνα δεν μπορεί να κρίνεται εκ των προτέρων. Ακόμη και στη χειρότερη περίπτωση, όταν δηλαδή η επαναλειτουργία της επιχείρησης είναι για οικονομικούς λόγους αδύνατη, οι εργαζόμενοι μπορούν με την κατάληψη να πετύχουν ανταλλάγματα, όπως υψηλότερες αποζημιώσεις, εξεύρεση νέων θέσεων εργασίας κ,ο.κ. Η σκοπιμότητα μιας κατάληψης αποτελεί συνάρτηση μιας σειράς πραγματικών και νομικών στοιχείων, όπως συμβαίνει άλλωστε και στην περίπτωση της απεργίας. Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί a priori άχρηστο μέσο εργασιακού αγώνα. .

Καταλήψεις και κοινό δίκαιο

Η αναφορά της κατάληψης των χώρων εργασίας ανακαλεί αυτόματα παραστάσεις που σχετίζονται με μαζική και βαριά προσβολή των δικαιωμάτων του εργοδότη. Προσβολή της νομής και της κυριότητας, αδικοπραξίες, παράνομη βία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας, διατάραξη οικιακής ειρήνης, είναι μερικές μόνο από τις προσβολές Αστικού και Ποινικού δικαίου που συμβαίνουν ή μπορούν να συμβούν με την κατάληψη ή κατά τη διάρκεια μιας κατάληψης. Η αξιολόγηση από τη νομολογία των δικαστηρίων της κατάληψης ή της περιφρούρησης που γίνονται από τους εργαζόμενους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας γίνεται με βάση το αρθρ. 281 ΑΚ. Θεωρείται ότι τέτοιες εκδηλώσεις καθιστούν, κατά κανόνα, την άσκηση απεργιακού δικαιώματος καταχρηστική [Υπέρ της καταχρηστικότητας της απεργίας που συνδυάζεται με την κατάληψη, Κυρίτσης, ό.π, 259 επ. Λεβέντης ό.π, 241 με περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία και νομολογία των δικαστηρίων, Βάγιας, ό.π, 782, που μιλά για απαγορευμένες μεθόδους διεξαγωγής του απεργιακού αγώνα, Καλομοίρης, Παρατηρήσεις στην ΜονΠρΑθ 3221/1976 ΕΕργΔ 1976, 726 επ. Βλ. από τη νομολογία των δικαστηρίων ΕφΑΘ 268/1977 ΕΕργΔ 1977, 231 επ. με σύμφωνες παρατηρήσεις, Κεράνη, ΕφΑΘ 5401/1983 ΕΕργΔ 1984, 93 επ, ΕφΑΘ 1702/1985 ΔΕΝ 1985, 383 επ, ΜονΠρΘηβ 170/1977 ΕΕργΔ 1977, 744 επ, ΜονΠρΑθ 4504/1983 ΕΕργΔ 1984, 792 επ, ΜονΠρΘεσ 4905/1982 ΕΕργΔ 1983, 178 επ, ΜονΠρΔρ 20/1983 ΕΕργΔ 1983, 213 επ. Η ΜονΠρΘεσ 4084/1982, ΕΕργΔ 1982, 758 επ. έκρινε καταχρηστική μια απεργία, κατά τη διάρκεια της οποίας οι απεργοί απέτρεψαν βίαια μη απεργούς από το να εργαστούν σε συνδυασμό και με άλλες περιστάσεις, όπως το μικρό ύψος των μισθολογικών διεκδικήσεων σε σχέση με την προκαλούμενη δυσανάλογη ζημία. Η ΜονΠρΚιλκ 185/1984 ΕΕργΔ 1984, 565 επ. έκρινε νόμιμη την εγκατάσταση απεργών γύρω από το εργοστάσιο και την παρεμπόδιση εξωτερικών απεργοσπαστών (αρθρ. 22 παρ. 1 ν. 1264/1982) να εργαστούν. Από το κείμενο της απόφασης δεν είναι δυνατό να συναχθεί ποια θα ήταν η κρίση του δικαστηρίου στην περίπτωση που παρεμποδίζονταν μη απεργοί. Αντίθετα η ΕφΑΘ 9726/1981 ΕΕργΔ 1982, 120 επ. έκρινε ότι η κατάληψη του περιβόλου του εργοστασίου και η παρεμπόδιση μη απεργών να εργαστούν καθώς και πελατών να συναλλαχθούν με τον εργοδότη δεν καθιστούν την απεργία καταχρηστική. Το δικαστήριο για να φτάσει στο συμπέρασμα αυτό συνεκτίμησε το γεγονός ότι η κατάληψη έληξε με επέμβαση της αστυνομίας και κυρίως το ότι ο εργοδότης αρνήθηκε επίμονα να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις. Επίσης η ΜονΠρΑθ 3221/1976 ΕΕργΔ 1976, 725 επ. έκρινε έμμεσα ότι απεργία με παραμονή των απεργών στους χώρους εργασίας είναι νόμιμη. Η απόφαση υπογραμμίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι απεργοί έδειξαν καλή συμπεριφορά και διαφύλαξαν την περιουσία του εργοδότη. Βλ. και αντίθετες παρατηρήσεις Καλομοίρη. Βλ. και 8άίετ, ό.π, 522 με περαιτέρω παραπομπές, που θεωρεί την κατάληψη ανεπίτρεπτο μέσο εργασιακού αγώνα. Υπέρ της νομιμότητας της απεργίας με κατάληψη χωρίς διαφοροποιήσεις και με θεμελίωση μάλλον κοινωνιολογικού χαρακτήρα Ντάσιος, ό.π, 897. Υπέρ της νομιμότητας της απεργίας που συνοδεύεται από κατάληψη των χώρων εργασίας, με το επιχείρημα ότι η κατάληψη δεν μπορεί να καταλογίζεται στην απεργία, και ο Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 3η έκδ., 2006, 530-531].
Αυτή η συνολική και χωρίς διαφοροποιήσεις αντιμετώπιση της κατάληψης παραβλέπει μια σειρά από σημαντικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικές λύσεις. Οδηγός για της επόμενες αναπτύξεις είναι μια βασική διάκριση μεταξύ των καταλήψεων κατά τη διάρκεια απεργίας και μέσα σε χρόνο εργασίας αφενός και των καταλήψεων κατά τη διάρκεια απεργίας αλλά εκτός χρόνου εργασίας αφετέρου.

 Κατάληψη κατά τη διάρκεια απεργίας και μέσα σε χρόνο εργασίας.

Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι απεργοί για το διάστημα της απεργίας ή της στάσης εργασίας καταλαμβάνουν τους χώρους όπου εργάζονται. Κατά τη διάρκεια απεργίας ζήλου, λευκής απεργίας, διαλείπουσας απεργίας ή στάσης εργασίας η παραμονή των απεργών στους χώρους εργασίας είναι περίπου συστατικό στοιχείο της αγωνιστικής εκδήλωσης και δεν αποτελεί στοιχείο που καθεαυτό μπορεί να στηρίξει αποδοκιμασία της απεργίας από το δίκαιο. Στις άλλες μορφές απεργίας όμως η κατάσταση είναι διαφορετική γι' αυτό και είναι αναγκαία μια διαφοροποιημένη αντιμετώπιση.
Όταν συμβαίνει η συμμετοχή των εργαζομένων στην απεργία να είναι καθολική ή η απεργία αφορά τμήμα της εκμετάλλευσης που είναι βασικό για την παραγωγική λειτουργία, είναι φανερό ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ενεργοποιήσει τα δικαιώματα του. Δεν μπορεί να ενεργοποιήσει την οικονομική του ελευθερία, το δικαίωμα ιδιοκτησίας και την ελευθερία επιχειρηματικής δράσης που αποτελεί συνδυασμό των δύο πρώτων γιατί η παραγωγική λειτουργία της εκμετάλλευσης παραλύει. Παράλληλα ο ν. 1264/ 1982, που αποδοκιμάζει γενικά τις αντιαπεργιακές πρακτικές (απαγόρευση ανταπεργίας, απαγόρευση πρόσληψης νέου προσωπικού κατά τη διάρκεια της νόμιμης απεργίας, ανεπίτρεπτο δικαστικής απαγόρευσης της απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα - άρθρο 22 παρ. 1, 2, 3 Σ), περιορίζει ουσιωδώς τις δυνατότητες του εργοδότη για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων του κατά τη διάρκεια μιας απεργίας. Επομένως, η κατάληψη στην περίπτωση αυτή δεν θίγει καταρχήν τα δικαιώματα του εργοδότη τα οποία αργούν. Η κατάληψη αποτελεί στοιχείο του εργασιακού αγώνα και συμβάλλει στην άσκηση μεγαλύτερης πίεσης στον εργοδότη. Γιατί εκτός των άλλων είναι σε θέση οι εργαζόμενοι να αποκρούσουν παράνομες αντιαπεργιακές ενέργειες του εργοδότη, π.χ. να παρεμποδίσουν την εργασία νεοπροσλαμβανομένων ή προσωπικού που μετακαλείται από άλλη εκμετάλλευση του εργοδότη, πράγμα που θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος.
Από την άλλη πλευρά οι χώροι εργασίας δεν αποτελούν πια άσυλο για τον εργοδότη με την αυστηρή σημασία του όρου. Η αντίληψη ότι η σχέση του τελευταίου με την εκμετάλλευση είναι ίδια με αυτή που συνδέει τον νοικοκύρη με το σπίτι του είναι ξεπερασμένη. Ακόμη και για το δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ο εργοδότης δεν είναι Herr im Hause. Οι αυταρχικές και πατερναλιστικές αντιλήψεις έχουν υποχωρήσει. Άλλωστε στη χώρα μας, όπου πολλές επιχειρήσεις είναι δανειογέννητες και δανειοβίωτες, δεν μπορεί παρά να αδυνατίζει το άσυλο στην απόλυτη και θεοποιημένη του μορφή. Οι κίνδυνοι της επιχειρηματικής δράσης μεταφέρονται σε μεγάλο βαθμό στο κοινωνικό σύνολο (π.χ. με τη χρηματοδότηση των προβληματικών επιχειρήσεων παλαιότερα ή με τη μείωση των απαιτήσεων των δανειστών στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 99 ΠΚ), έτσι ώστε ο δεσμός της επιχείρησης με το πρόσωπο του εργοδότη να χαλαρώνει.
Οι παρατηρήσεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για την προστασία της οικιακής ειρήνης με το άρθρο 334 ΠΚ, αλλά και για την συνταγματική προστασία του ασύλου (αρθρ. 9 παρ. 1). Η τελευταία είναι, βέβαια, τελολογικά προσανατολισμένη στην αντιμετώπιση των επεμβάσεων του κράτους, ενώ για την εφαρμογή του και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ' Σ), εδώ απέναντι στους μισθωτούς και τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ούτε οι εργαζόμενοι ούτε οι οργανώσεις τους είναι τρίτοι σε σχέση με τους χώρους εργασίας. Από την άλλη πλευρά, αντικείμενο της συνταγματικής προστασίας του ασύλου είναι η προσωπική ελευθερία και όχι η ιδιοκτησία ή άλλη εμπράγματη ή ενοχική έννομη σχέση. Αλλά και ανεξάρτητα από την έκταση προστασίας του ασύλου ο εργοδότης δεν μπορεί να διεκδικήσει προστασία της επιχείρησης του με το παραδοσιακό ατομικιστικό της περιεχόμενο. Η επιχειρηματική λειτουργία αποσπάται σήμερα από το δικαίωμα ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και τονίζεται η θεσμική-λειτουργική της διάστάση.
Η εκμετάλλευση αποτελεί ένα κοινωνικό σύστημα αναφορών, όπου διάφορα πρόσωπα με αντιτιθέμενα συμφέροντα πρέπει να συνεργαστούν για ένα ειδικό σκοπό, αναπαράγοντας συγχρόνως την απόλυτη ανταγωνιστικότητα τους. Η αντίληψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εκμετάλλευση και η επιχείρηση είναι υποχρεωτικά ανοιχτές για τη διενέργεια από τις δημόσιες αρχές εργασιακού, οικονομικού και φορολογικού ελέγχου. Η μεταφορά της κλασικής ιδιοκτησιακής αντίληψης στην εκμετάλλευση θα συνεπαγόταν τη μετατροπή ενός κοινωνικά δεσμευμένου δικαιώματος σε μέσο κατακυριάρχησης των μισθωτών243. Θα πρέπει ακόμη να παρατηρήσουμε ότι ο περιορισμός της χρήσης και της κάρπωσης, που αποτελούν στοιχεία της ιδιοκτησίας του εργοδότη, είναι σύμφυτος με τον εργασιακό αγώνα. Γιατί, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, και η ίδια η απεργία συνεπάγεται περιορισμό του δικαιώματος κάρπωσης και όχι σπάνια, ανάλογα με τη μορφή του απεργιακού αγώνα, και του δικαιώματος χρήσης του εργοδότη244. Από την άλλη πλευρά τα διάφορα δικαιώματα συμμετοχής, η αντίληψη ότι ο χώρος εργασίας αποτελεί και για τον εργαζόμενο άσυλο, αφού σε αυτόν αναλώνει την εργασιακή του δύναμη, που αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας του245, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και ο ίδιος ο μισθωτός μπορεί να αξιώσει την προστασία του ζωτικού εργασιακού του χώρου κατά τη διάρκεια του χρόνου εργασίας. Η εκμετάλλευση αποτελεί γι' αυτόν όχι απλώς χώρο εργασίας αλλά και επικοινωνίας με τους συναδέλφους του και τον εργοδότη, αποτελεί με άλλα λόγια χώρο επαγγελματικής και προσωπικής ανάπτυξης και εξέλιξης. Την κατάληψη στηρίζει λοιπόν και η αντίληψη για το χώρο εργασίας ως άσυλο του εργαζομένου [Βλ. όμως Λεβέντη, ό.π., 242, που υποστηρίζει ότι το δικαίωμα εισόδου στην επιχείρηση του μισθωτού είναι ενεργό μόνο όταν πρόκειται να παράσχει εργασία και συνεπώς αργεί κατά τη διάρκεια απεργίας, οπότε αναστέλλεται η υποχρέωση παροχής εργασίας].
Αν η απεργία, κατά τη διάρκεια της οποίας γίνεται και κατάληψη των χώρων εργασίας, δεν παραλύει την παραγωγική διαδικασία, αν με άλλα λόγια ο εργοδότης μπορεί να ενεργοποιήσει τα δικαιώματα του, τότε μηδενίζεται και η απαξία της πράξης. Εφόσον, όμως, με την κατάληψη παρεμποδίζεται η ομαλή παραγωγική διαδικασία, στοιχειοθετείται παράνομη πράξη τόσο με την έννοια του αστικού όσο και με την έννοια του ποινικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή η συνοδευτική παράνομη πράξη, όταν είναι ανάλογης βαρύτητας, ενδεχομένως, καθιστά τη νόμιμη απεργία καταχρηστική, εφόσον βέβαια η κατάληψη μπορεί να καταλογιστεί στους απεργούς συλλογικά. Γιατί συμβαίνει να διαπράττονται παράνομες πράξεις από μεμονωμένα άτομα, που μπορεί μάλιστα να μην έχουν καμιά σχέση με τους απεργούς, τις οποίες δεν μπορούμε χωρίς άλλο να καταλογίσουμε στο συλλογικό απεργιακό φαινόμενο. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο όταν οι πράξεις των μεμονωμένων απεργών αποτελούν υλοποίηση απόφασης ή έστω διάθεσης συλλογικού οργάνου της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κήρυξε την απεργία. Δεν είναι επιτρεπτό αυθόρμητες πράξεις ή προβοκάτσιες μεμονωμένων ατόμων, που δεν μπορεί να εμποδίσει η συνδικαλιστική οργάνωση, να οδηγούν στον χαρακτηρισμό μιας απεργίας ως καταχρηστικης [Έτσι και Λεβέντης, ό.π., 242, Τραυλός-Τζανετάτος, Απεργία και «καταλήψεις», ό.π. Βλ. και Ντάσιο, ό.π., 903. Βλ. από τη νομολογία των δικαστηρίων ΕφΑΘ 268/1977 ΕΕργΔ 1977, 231 επ., ΕφΑΘ 5401/1983, ΕΕργΔ 1984, 93 επ., ΕφΑΘ 1702/1985, ΔΕΝ 1985, 383 επ., ΜονΠρΘηβ 170/1977, ΕΕργΔ 1977, 744 επ., ΜονΠρΑθ 4504/1983, ΕΕργΔ 1984, 792 επ., ΜονΠρΔρ 20/1983, ΕΕργΔ 1983, 213 επ].
Ο εργοδότης για τη στήριξη του ισχυρισμού του για καταχρηστικότητα της απεργίας επικαλείται συχνότατα το γεγονός ότι με την περιφρούρηση ή την κατάληψη θίγεται η ελευθερία εργασίας των μη απεργών. Πρέπει να σημειώσουμε ότι είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ο εργοδότης νομιμοποιείται να προτείνει την προσβολή δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ιδίως όσοι ισχυρίζονται ότι απεργοί και μη απεργοί συγκροτούν ομάδα κοινών συμφερόντων ή και κοινών κινδύνων στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 656 ΑΚ - θεωρία των σφαιρών. Γιατί είναι αντιφατικό στην περίπτωση του άρθρου 656 ΑΚ να καταλογίζεται η απεργία στη σφαίρα κινδύνων όλων των μισθωτών, άρα και των μη απεργών, και να διαχωρίζεται σαφώς από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και στο εδώ εξεταζόμενο ζήτημα η κοινότητα των μισθωτών να διασπάται χάριν του εργοδότη. Ο τελευταίος μπορεί να επικαλεστεί μόνο την προσβολή των οικονομικών του ελευθεριών που ενδεχομένως αποτελεί συνέπεια της προσβολής των δικαιωμάτων των μη απεργών. Τέλος σημαντική είναι και μια άλλη στάθμιση. Είναι ορθό να δεχτούμε ότι τα δικαιώματα των απεργών έχουν αξιολογική προτεραιότητα σε σχέση με τα δικαιώματα των μη απεργών οι οποίοι καρπούνται τα οφέλη της αγωνιστικής δράσης των συναδέλφων τους χωρίς να υφίστανται θυσίες και χωρίς να εκτίθενται σε κινδύνους. Γιατί τη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων, που αποτελεί έναν από τους διακηρυγμένους σε όλους τους τόνους σκοπούς του εργατικού δικαίου, στηρίζει in abstracto η αγωνιστική διάθεση και δράση. Στο πλαίσιο αυτό η επίκληση από τους μη απεργούς των δικαιωμάτων τους και της προσβολής τους θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί καταχρηστική.

 Κατάληψη κατά τη διάρκεια απεργίας αλλά εκτός χρόνου εργασίας

Η κατάληψη κατά τη διάρκεια απεργίας και μέσα σε χρόνο εργασίας προστατεύεται, όπως είδαμε, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις και αποτελεί στοιχείο της αποτελεσματικής άσκησης του απεργιακού δικαιώματος. Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως με την κατάληψη που γίνεται κατά τη διάρκεια απεργίας, αλλά εκτός χρόνου εργασίας. Η πράξη της κατάληψης είναι στην περίπτωση αυτή παράνομη. Εκτός χρόνου εργασίας ο εργοδότης μπορεί να ενεργοποιήσει την ελευθερία επιχειρηματικής δράσης και να θέσει σε παραγωγική λειτουργία την επιχείρηση του, εφόσον βέβαια η ενεργοποίηση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις του ν. 1264/1982, δεν συντίθεται δηλαδή από απαγορευμένες αντιαπεργιακές πράξεις. Αλλά και όταν η παραγωγική λειτουργία δεν είναι δυνατή και πάλι οι απεργοί δεν επιτρέπεται να καταλαμβάνουν τους χώρους εργασίας, γιατί μετά τη λήξη του χρόνου εργασίας δεν έχουν καταρχήν δικαίωμα παραμονής και το άσυλο γι' αυτούς αδυνατίζει σημαντικά.
Υπάρχουν περιπτώσεις όμως κατά τις οποίες η παράνομη κατάληψη μπορεί να δικαιολογηθεί. Άραγε δεν δικαιούνται οι εργαζόμενοι να αμυνθούν όταν ο εργοδότης διακόπτει αυθαίρετα τη λειτουργία της εκμετάλλευσης, προκαλεί εικονική πτώχευση, εξαφανίζει ή εκποιεί περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης καταδολιευτικά ή προς βλάβη των συμφερόντων των εργαζομένων ή προβαίνει σε μαζικές απολύσεις χωρίς να τηρήσει τις προϋποθέσεις του ν. 1387/1983 για τον έλεγχο των ομαδικών απολύσεων;

Η άρση του παράνομου χαρακτήρα της κατάληψης με βάση το δικαιολογητικό λόγο της άμυνας - Άρθρο 284 ΑΚ

Με το άρθρο 284 ΑΚ υλοποιείται η ιδέα της αυτοπροστασίας όταν εκδηλώνεται παράνομη επίθεση σε έννομα αγαθά του προσώπου. Στα παραδείγματα που αναφέραμε παραπάνω η συμπεριφορά του εργοδότη συνιστά άδικη επίθεση εναντίον ενός αγαθού που προστατεύεται από το δίκαιο, της θέσης εργασίας (αρθρ. 5 παρ. 1 και 3, 22 παρ. 1 Σ). Η απόλυση όλων των εργαζομένων χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν. 1387/1983 ή η πρόσληψη νέου προσωπικού κατά τη διάρκεια μιας απεργίας παρά τους ορισμούς του άρθρου 22 παρ. 1 ν. 1264/1982 θίγουν καίρια την ελευθερία εργασίας (αρθρ. 5 παρ. 1 και 3 σε συνδυασμό με το αρθρ. 22 παρ. 3 Σ) και το κοινωνικό δικαίωμα της εργασίας (αρθρ. 22 παρ. 1 Σ)256, που υλοποιούνται από τον εργαζόμενο με τη σύναψη της σύμβασης εργασίας. Οι θέσεις εργασίας που χάνονται αποτελούν αγαθό για χάρη του οποίου μπορούν οι εργαζόμενοι να προβούν σε πράξεις υπεράσπισης. Συντρέχουν εδώ όλες οι προϋποθέσεις της άμυνας σύμφωνα με το αρθρ. 284 ΑΚ: α) επίθεση, δηλαδή ανθρώπινη ενέργεια με την οποία τίθεται σε κίνδυνο έννομο αγαθό φυσικού ή νομικού προσώπου (εδώ οι θέσεις εργασίας των εργαζομένων), β) άδικη, που αντιφάσκει δηλαδή αντικειμενικά στην έννομη τάξη (εδώ διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης για λόγους που αποδοκιμάζονται από το δίκαιο ή η νομιμότητα της οποίας εξαρτάται από την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων, π.χ. ν. 1387/1983), γ) παρούσα, όταν δηλαδή επίκειται, συντελείται ή διαρκεί η επίθεση, δ) καθ' εαυτού ή τρίτου (άρα κατάληψη μπορούν να κάνουν και τρίτοι, αλληλέγγυοι προς τους απεργούς) και ε) επιβαλλόμενη υπεράσπιση. Ο παράνομος χαρακτήρας της κατάληψης αίρεται στην περίπτωση αυτή και άρα δεν δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης για ζημία που τυχόν προκλήθηκε, ενώ δεν χωρεί αντάμυνα του εργοδότη απέναντι στις πράξεις της άμυνας. Παράλληλα οι αμυνόμενοι διατηρούν τα δικαιώματα τους σε σχέση με την άδικη επίθεση (π.χ. για αποζημίωση ή μισθούς υπερημερίας).
Είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό να θυμίσουμε όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τη σχετικοποιηση του στοιχείου της νομιμότητας κατά τους εργασιακούς αγώνες. Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να δούμε τα σχετικά προβλήματα κάτω από ένα πρίσμα που θα μας επιτρέψει να αντιμετωπίσουμε με κάποια ευρύτητα και την ερμηνεία του άρθρου 284 ΑΚ σε σχέση με τη δικαιολόγηση - άρση του παράνομου χαρακτήρα της κατάληψης. Πρέπει επιπλέον να σημειώσουμε ότι τα δικαιϊκά στάνταρτς κατά τη διάρκεια των εργασιακών αγώνων βρίσκονται σε χαμηλότερο σημείο, από ότι σε άλλες διαφορές. Είναι συνηθισμένη για παράδειγμα η διάπραξη ποινικών αδικημάτων όπως εξυβρίσεων λόγω και έργω με θύματα κυρίως μη απεργούς. Σε επίμονες και σκληρές εργασιακές αντιπαραθέσεις η απαξία τέτοιων πράξεων σχετικοποιείται. Γι' αυτό και κρίθηκε ότι η χρησιμοποίηση κατά τη διάρκεια μιας απεργίας υβριστικών εκφράσεων που απευθύνονται σε απεργοσπάστες, όπως «είμεθα ενωμένοι - είσθε πουλημένοι», δεν την καθιστά καταχρηστική «Αι ενέργειαι αύται είναι ασφαλώς οξείαι, αλλ' αποτελούν έντονον εκδήλωσιν πικρίας και κείνται εις τα πλαίσια των συνήθων μαχητικών εκδηλώσεων των απεργών, οι οποίοι είναι φυσιολογικόν και εύλογον να προσπαθούν να προσελκύσουν (και ουχί να εκβιάσουν) και άλλους εργάτας εις την απεργίαν των, ώστε εν ουδεμία περιπτώσει να δύναται να ερμηνευθεί η χρήσις τοιούτων μέσων ως προσβάλλουσα την ελευθερίαν της εργασίας των άλλων» [ΜονΠρΘηβ 304/1977, ΔΕΝ 1978, 194, όμοια και η ΜονΠρΘηβ 170/1977, ΕΕργΔ 1977, 744]. Ποινικά αδικήματα διαπράττουν βέβαια και οι εργοδότες. Άραγε δε θα μπορούσε η καταχρηστική απόλυση απεργών ή η παράνομη απόλυση συνδικαλιστών να στοιχειοθετήσει κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις το ποινικό αδίκημα της παράνομης βίας ή τα ποινικά αδικήματα της προσβολής συνδικαλιστικών δικαιωμάτων; Το δικαστήριο θα πρέπει να συνεκτιμά σε κάθε περίπτωση τέτοιες πράξεις του εργοδότη, όταν προβάλλεται ο ισχυρισμός για καταχρηστική άσκηση του απεργιακού δικαιώματος.

Κατάληψη ανεξάρτητα από οποιαδήποτε απεργία.

Η κατάληψη των χώρων εργασίας χωρίς να ασκείται συγχρόνως και το απεργιακό δικαίωμα είναι πράξη παράνομη. Η κατάληψη συνεπάγεται αποχή από την εργασία που όταν δεν είναι στοιχείο απεργίας που προετοιμάστηκε και διεξάγεται νόμιμα ή αποτέλεσμα επίσχεσης εργασίας, είναι αδικαιολόγητη. Και εφόσον δεν παρέχεται εργασία δεν υπάρχει, καταρχήν, ουσιαστική δικαιολόγηση για την παραμονή και πολύ περισσότερο για την κατάληψη των χώρων εργασίας. Άρση του παράνομου χαρακτήρα της κατάληψης θα έχουμε και πάλι με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 284 ΑΚ.

Δικονομικά προβλήματα κατά την αντιμετώπιση μιας κατάληψης.

Κατά την αντιμετώπιση μιας κατάληψης δημιουργούνται και προβλήματα δικονομικού δικαίου. Όταν ο εργοδότης ζητά σε περίπτωση παράνομης κατάληψης δικαστική προστασία της νομής του με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δημιουργείται πρόβλημα σε σχέση με τα υποκειμενικά όρια του προσωρινού δεδικασμένου και της εκτελεστότητας της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Όταν η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν στρέφεται εναντίον όλων των εργαζομένων που έχουν κάνει την κατάληψη, και συχνότατα αυτό δεν είναι για πραγματικούς λόγους δυνατό , τότε η απόφαση που θα εκδοθεί δεν θα μπορεί να εκτελεστεί εναντίον προσώπων που δεν ήταν διάδικοι στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων. Οι προσπάθειες που έγιναν για να λυθεί το πρόβλημα δεν απέδωσαν. Η παραδοσιακή άποψη στη νομολογία των γαλλικών δικαστηρίων θεωρεί ότι οι καταληψίες αντιπροσωπεύονται από τους εκλεγμένους εκπροσώπους τους και ότι η εκδιδόμενη απόφαση εκτελείται εναντίον όλων των μισθωτών. Η άποψη όμως αυτή δεν είναι ορθή γιατί ανατρέπει τη δικονομική σύλληψη των υποκειμένων της δίκης. Η συμμετοχή σε απεργία ή κατάληψη αποτελεί θέμα ατομικής συμπεριφοράς και ευθύνης του μισθωτού παρόλο που έχουν κηρυχθεί από συνδικαλιστική οργάνωση. Οι συνέπειες αστικού και δικονομικού δικαίου για τους απεργούς επέρχονται εξατομικευμένα, ενώ διαφορετικό είναι το θέμα των συνεπειών για τη συνδικαλιστική οργάνωση.
Η ρύθμιση του άρθρου 329 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία «η μεταξύ νομικού προσώπου και τρίτου εκδοθείσα απόφαση που αφορά δικαιώματα ή υποχρεώσεις του νομικού προσώπου αποτελεί δεδικασμένο και έναντι των μελών αυτού ως προς τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου», δεν μεταβάλλει την κατάσταση. Όπως ορθά παρατηρείται το δεδικασμένο που δημιουργείται με βάση το άρθρο 329 αναφέρεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου και δεν σημαίνει δεσμευτική διάγνωση παραλλήλου δικαιώματος ή υποχρέωσης του μέλους του. Δεν ιδρύονται με άλλα λόγια ιδιαίτερα δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τα μέλη του νομικού προσώπου. Τα μέλη απλώς δεν επιτρέπεται να αμφισβητήσουν απέναντι στον τρίτο τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου, όπως διαγνώσθηκαν στη δίκη που άνοιξε. Εξάλλου τα μέλη ούτε κατά την αναγκαστική εκτέλεση νομιμοποιούνται παθητικά με βάση εκτελεστό τίτλο κατά του νομικού προσώπου, αφού το αρθρ. 920 ΚΠολΔ διευρύνει τα όρια της παθητικής νομιμοποίησης μόνο σε σχέση με τους ομόρρυθμους εταίρους ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας.
Ανεξάρτητα από το πρόβλημα των υποκειμενικών ορίων του προσωρινού δεδικασμένου είναι αμφίβολο αν ο εργοδότης έχει δικαίωμα προσφυγής στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το άρθρο 22 παρ. 3 ν. 1264/1982 δεν επιτρέπει τη δικαστική απαγόρευση απεργίας με ασφαλιστικά μέτρα. Ανεξάρτητα από το αν η κατάληψη συνδυάζεται με απεργία ή όχι έχουμε να κάνουμε με συλλογική αγωνιστική διαφορά, η κρίση της νομιμότητας της οποίας, για την ταυτότητα του νομικού λόγου που ισχύει για την απεργία, δεν επιτρέπεται να γίνεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων264. Το ίδιο ισχύει και όταν η κατάληψη είναι εξαρχής παράνομη, αφού σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μέσο εργασιακού αγώνα. Σύμφωνα και με όσα αναπτύξαμε παραπάνω για την ερμηνεία του άρθρου 23 παρ. 2 Σ, η απαγόρευση δικαστικής κρίσης της απεργίας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στο άρθρο 22 παρ. 3 ν. 1264/1982 πρέπει να δεχτούμε ότι γίνεται parte pro toto  υπέρ όλων των δυνατών μορφών εργασιακού αγώνα [Χωρίς κανένα προβληματισμό γύρω από τα παραπάνω θέματα η ΜονΠρΘεσ 2436/1983, ΕΕργΔ 1983, 765 επ. Κατά τη διάρκεια της απεργίας οι απεργοί κατέλαβαν τους χώρους εργασίας και εμπόδιζαν την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης μη επιτρέποντας τη φόρτωση αυτοκινήτων στις αποθήκες του εργοδότη. Το δικαστήριο διέταξε την άρση των κωλυμάτων εισόδου με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης εναντίον των μελών του σωματείου, τα οποία, όπως φαίνεται από το κείμενο της απόφασης, δεν ήταν διάδικοι. Η αίτηση είχε στραφεί κατά της συνδικαλιστικής οργάνωσης].

 Καταλήψεις και αστυνομία.

Τα πολιτικά δικαστήρια συχνά δεν προλαβαίνουν να επιληφθούν συλλογικών εργασιακών διαφορών όπως η κατάληψη, γιατί ο εργοδότης καλεί την αστυνομία για βίαιη εκκένωση των χώρων εργασίας. Στις περιπτώσεις βέβαια που διαπράττονται ποινικά αδικήματα, όπως σοβαρές φθορές της ιδιοκτησίας, βαριές σωματικές βλάβες κλπ., η επέμβαση της αστυνομίας επιβάλλεται. Θα πρέπει πάντως να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας που επιβάλλει την επιλογή του ηπιότερου μέσου. Αν π.χ. διαπράττονται σοβαρά ποινικά αδικήματα από μεμονωμένα άτομα, η επέμβαση της αστυνομίας πρέπει να κατευθύνεται καταρχήν στον εντοπισμό και τη σύλληψη των δραστών και όχι τη βίαιη εκκένωση των χώρων εργασίας από όλους τους απεργούς. Όταν όμως διαπράττονται επ' ευκαιρία μιας κατάληψης ελαφρότερα αδικήματα, η επέμβαση της αστυνομίας είναι όχι μόνο αδικαιολόγητη αλλά και ανεπίτρεπτη. Η κατάληψη καθεαυτήν συνιστά μια μορφή εργασιακού αγώνα που έχει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα διαφορών ιδιωτικού δικαίου. Πρόκειται για διαφορά γύρω από την άσκηση του απεργιακού δικαιώματος ή πιο γενικά γύρω από την άσκηση δικαιωμάτων εργασιακού αγώνα στις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων. Η επίλυση όμως των διαφορών ιδιωτικού δικαίου ανήκει σύμφωνα με βασική αρχή του δικαιϊκού και πολιτειακού μας συστήματος στα δικαστήρια. Συνεπώς η επέμβαση της αστυνομίας στην περίπτωση συλλογικών εργασιακών αγώνων είναι ανεπίτρεπτη, γιατί συνιστά παράβαση των αρχών της ουδετερότητας και επικουρικότητας του κράτους, καθώς και της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών [Β. Wolter ό.π. Rdnr. 306, 308 που παρατηρεί ότι η εκκένωση των χώρων εργασίας ισοδυναμεί με αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση αστικών αξιώσεων (π.χ. για προστασία της νομής) χωρίς να υπάρχει εκτελεστός τίτλος και από όργανα που δεν είναι όργανα αναγκαστικής εκτέλεσης. Για συσχετισμό της επέμβασης της αστυνομίας με την αρχή της ουδετερότητας του κράτους βλ. BAGE 1, 291 επ. Ο Niperdey-Sacker, (ό.π., 971 επ., τονίζει ότι η αρχή της ουδετερότητας επιβάλλει στο κράτος την υποχρέωση να μην περιορίζει ή απαγορεύει εργασιακούς αγώνες. Η εκτελεστική εξουσία, επεμβαίνει με την αστυνομία τότε μόνο όταν ο παράνομος εργασιακός αγώνας απειλεί τη δημόσια ασφάλεια ή τάξη. Επίσης η αστυνομία επεμβαίνει, σύμφωνα με την ίδια άποψη, όταν διαπράττονται μεμονωμένες παράνομες πράξεις, όπως παρεμπόδιση φόρτωσης ή εκφόρτωσης εμπορευμάτων και πρώτων υλών, απαγόρευση εισόδου μη απεργών κλπ. Γίνεται φανερό ότι η άποψη αυτή οδηγεί σε άτοπα γιατί ουσιαστικά αναθέτει στην αστυνομία δικαστικά έργα. Θα πρέπει δηλαδή η αστυνομία να κρίνει πριν επέμβει, αν ο διεξαγόμενος εργασιακός αγώνας είναι νόμιμος ή παράνομος, έργο το οποίο συχνά είναι δύσκολο και για τους πιο εξοικειωμένους με το δίκαιο των εργασιακών αγώνων νομικούς].
Το κριτήριο για τα όρια της επέμβασης της αστυνομίας μας δίνει ενδεχομένως η διάταξη του αρθρ. 243 παρ. 1, 2 ΚΠΔ: «1. Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά προηγούμενη έγγραφη παραγγελία του εισαγγελέα. Από τον ανακριτή ενεργείται στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. 2. Αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα ...». Η αστυνομία συνεπώς, όταν υποχρεούται να επέμβει, πρέπει να κατευθύνει τη δράση της αποκλειστικά στη βεβαίωση της πράξης και την ανακάλυψη του δράστη. Οδηγός στη συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων πρέπει να είναι η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών και η ουδετερότητα απέναντι στην εργασιακή σύγκρουση.
Επιπλέον, όταν η δικαστική προστασία καθυστερεί η επέμβαση της αστυνομίας μπορεί να κατευθύνεται στη λήψη προσωρινών μέτρων για την εξασφάλιση των θιγόμενων δικαιωμάτων. Αντίθετα η αστυνομία δεν νομιμοποιείται να ολοκληρώσει την αιτούμενη προστασία. Στα πλαίσια αυτά θα αρκούσε ενδεχομένως η διαπίστωση των στοιχείων της ταυτότητας των καταγγελλόμενων προσώπων για την εξασφάλιση τυχόν αποζημιωτικών αξιώσεων του εργοδότη. Για τη συνέχιση ή διακοπή καθώς και για τη νομιμότητα της εργασιακής σύγκρουσης πρέπει να αποφαίνονται τα πολιτικά δικαστήρια κατ' αποκλεισμόν κάθε άλλου κρατικού οργάνου.

Η αντιμετώπιση της απεργίας ως έσχατου μέσου (ultima ratio)

Στη νομολογία των δικαστηρίων εμφανίζεται συχνά η κρίση ότι η απεργία αποτελεί «έσχατο μέσο» (ultima ratio) και ότι, επομένως, αν το δικαίωμα ασκηθεί πριν εξαντληθούν προηγουμένως τα άλλα διαθέσιμα μέσα για τη διεκδίκηση των αιτημάτων των εργαζομένων, η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική [Βλ. π.χ. από την πρόσφατη νομολογία ΕφΑΘ 5687/2004, ΔΕΕ 3/2005, 334 και από ΐην παλαιότερη ΕφΑΘ 9477/1983, ΕΕργΔ 1984, 330, ΕφΘεσ 1170/1977, ΕΕργΔ 1977, 843. Η ΜονΠρΑθ 692/2011, ΕΕργΔ 2011, 845, δέχεται τη νομιμότητα απεργίας κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων, αν έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια. Από τη θεωρία την ιι1ιίπΐ3 ταιίο ακολουθούν, μεταξύ άλλων, οι Καποδίστριας, ΕΕργΔ 1979, 8, Καρακατσάνης, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 1992, 250, Λεβέντης, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2007, 748 επ. Αντίθετοι, μεταξύ άλλων, οι Κουκιάδης, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, 1981, 511 επ., Τραυλός - Τζανετάτος, Απεργία και κίνδυνος λειτουργίας της εκμετάλλευσης, 1980, 161, ο ίδιος, Η απεργία ως ultima ratio. Η πείσμων εμμονή ενός νομικού μύθου, τιμ. τόμ. Κ. Μπέη Π, 2003, 4103 επ., Ντάσιος, Β/Π, 790 επ., Παπασταύρου, Η απεργία, 2002, αρ. 112, Ζερδελής, Αναλογικότητα και Απεργία, 2013, 92 επ., 102 επ., ο οποίος δέχεται την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας δΐήοΐο κειίΒΐι που επιβάλλει τη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων και ειδικότερα, το αν οι δυσμενείς συνέπειες ενός πρόσφορου και αναγκαίου μέσου βρίσκονται σε δυσανάλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό στη συγκεκριμένη περίπτωση (στάθμιση ζημίας-οφέλους)]. Η κρίση αυτή δεν έχει κανένα έρεισμα στο ισχύον δίκαιο. Την πανηγυρική επιβεβαίωση του ότι η θεώρηση της απεργίας ως «έσχατου μέσου» έχει απορριφθεί στο ισχύον δίκαιο την βρίσκουμε στο άρθρο 4 παρ. 6 ν. 1876/1990. Η διάταξη ορίζει ότι «κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και της διαδικασίας μεσολάβησης και διαιτησίας οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων διατηρούν το δικαίωμα της απεργίας, εκτός αν αυτό έχει αποκλειστεί από προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας». Πρόκειται για μια ειδική ρύθμιση για συμφωνημένη σχετική υποχρέωση ειρήνης, που πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 2 αρ. 9 ν. 1876/90, όπου ορίζεται ότι «η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να περιέχει ρήτρα ειρήνης σχετικά με τα ζητήματα που ρυθμίζει». Έτσι, αν δεν έχει συμφωνηθεί σχετική υποχρέωση ειρήνης, η εργατική πλευρά μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα απεργίας, ακόμη και για άσκηση πίεσης με σκοπό την τροποποίηση του κανονιστικού περιεχομένου της σσε. Ορθά επισημαίνεται λοιπόν, ότι ο Έλληνας νομοθέτης με τη ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. 6 ν. 1876/90 αποκρούει εμμέσως πλην σαφώς τη θεώρηση της απεργίας ως έσχατου μέσου στη σχέση της με τη διαπραγμάτευση, τη μεσολάβηση και τη διαιτησία. Νομιμοποιείται με αυτό τον τρόπο η παράλληλη λειτουργία των δύο μορφών συνδικαλιστικής δράσης, της διαπραγμάτευσης και της απεργίας.
Η υποχρέωση καλόπιστης διαπραγμάτευσης που θεσπίζει το άρθρο 4 παρ. 3 ν. 1876/1990 δεν παραβιάζεται, όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται [Λεβέντης, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2007, 748 επ., ο οποίος αποδέχεται στο πλαίσιο της αρχής της ultima ratio τη νομιμότητα μόνο της προειδοποιητικής απεργίας. Παροράται ωστόσο από τον συγγραφέα η δυναμική της απεργίας ως μέσου εξισορρόπησης της δομικής ανισότητας των διαπραγματευόμενων μερών. Η εργατική πλευρά χωρίς το δικαίωμα απεργίας θα αρκούνταν να χρησιμοποιήσει τη διαπραγμάτευση ως μέσο «συλλογικής ζητιανιάς». Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 6 ν. 1876/90 θέτει το ισχύον δίκαιο στον αντίποδα αυτής της αντίληψης. Έτσι δεν διασώζεται μόνο η λειτουργικότητα του δικαιώματος απεργίας αλλά και η αποτελεσματική άσκηση της συλλογικής αυτονομίας. Βλ. για την αντίκρουση της άποψης αυτής Κοζάκο, Η Διαιτησία, 199 επ], από την άσκηση του δικαιώματος απεργίας. Η ρητή ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. 6 ν. 1876/1990 δεν αφήνει καμιά αμφιβολία περί αυτού.

Η αντιμετώπιση της απεργίας σε συνάρτηση με την υποχρέωση ειρήνης.

Στη θεωρία όπως και σε μέρος της νομολογίας των δικαστηρίων γίνεται σύγχυση μεταξύ της υποχρέωσης για τήρηση των συμφωνηθέντων με σσε (pacta sunt servanda) και της επιδίωξης, στην ανάγκη με την άσκηση του δικαιώματος απεργίας, για τροποποίηση ή τη συμπλήρωση της σύμβασης. Από την υποχρέωση τήρησης των συμφωνηθέντων συνάγεται, εσφαλμένα, μια υποχρέωση ειρήνης = μη χρησιμοποίησης αγωνιστικών μέσων. Όπως συμβαίνει στις συμβάσεις γενικά, τα μέρη είναι υποχρεωμένα να τηρούν τα συμφωνηθέντα όσο χρόνο ισχύουν και παράλληλα μπορούν να επιδιώκουν την τροποποίηση του περιεχομένου της σύμβασης. Ειδικότερα:
Όπως ορίζει το άρθρο 4 παρ. 6 ν. 1876/1990 «κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, όπως και της διαδικασίας της μεσολάβησης και διαιτησίας, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων διατηρούν το δικαίωμα της απεργίας, εκτός αν αυτό έχει αποκλειστεί από προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας». Η ρητή ρύθμιση του ζητήματος της άσκησης του δικαιώματος απεργίας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, της μεσολάβησης και της διαιτησίας αποκτά, με δεδομένη την απορρύθμιση της απεργίας από τη νομολογία των δικαστηρίων, ιδιαίτερη σημασία. Κάθε μορφή και είδος απεργίας και όχι μόνο η προειδοποιητική είναι συμβατή με τη διαπραγμάτευση, τη μεσολάβηση και τη διαιτησία. Όπως αναφέρθηκε ήδη, η άσκηση του δικαιώματος απεργίας δεν σημαίνει ότι η εργατική πλευρά συμπεριφέρεται κακόπιστα κατά τις διαπραγματεύσεις. Χρησιμοποιεί απλώς ένα βασικό εργαλείο, που κατά τον νόμο είναι αναγκαίο για τη σχετική εξισορρόπηση της διαπραγματευτικής ανισότητας των μερών. Εξάλλου η απεργία κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, της μεσολάβησης ή της διαιτησίας δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ αυτού του λόγου και μόνο καταχρηστική, γιατί μια τέτοια δικαστική αξιολόγηση θα παραβίαζε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 6. Στην περίπτωση των συλλογικών διαφορών συμβουλίου εργαζομένων-εργοδότη για τη ρύθμιση των ζητημάτων του άρθρου 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, η απεργία μπορεί να κηρυχθεί μόνο από συνδικαλιστική οργάνωση. Ας σημειωθεί ότι με το άρθρο 12 παρ. 4 τελ. εδ. ν. 1767/1988 έχουμε διεύρυνση του περιεχομένου των σσε με τα θέματα που μπορούν να ρυθμίζονται με συναπόφαση συμβουλίου εργαζομένων και εργοδότη. Συνεπώς για τα θέματα αυτά υπάρχει πρόσθετη νομιμοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης με την άσκηση του δικαιώματος απεργίας. Το συμβούλιο εργαζομένων δεν μπορεί να κηρύξει απεργία, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 εδ. α' Σ «η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις...». Το ίδιο επαναλαμβάνει και το άρθρο 19 παρ. 1 ν. 1264/1982 : «Η απεργία αποτελεί δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις» των εργαζομένων.
Μια περιορισμένη υποχρέωση ειρήνης επιβάλλει το άρθρο 16 παρ. 8 ν. 1876/1990 κατά το στάδιο της διαιτησίας: «Στις περιπτώσεις προσφυγής στη Διαιτησία αναστέλλεται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας για διάστημα δέκα (10) ημερών από την ημέρα της προσφυγής». Η απεργία κατά τη διάρκεια της δεκαήμερης αναστολής είναι, συνεπώς, παράνομη λόγω αντίθεσης στην απαγό-ρευση-αναστολή του άρθρου 16 παρ. 8. Αυτή η νομοθετημένη υποχρέωση ειρήνης έχει τον χαρακτήρα οιονεί αυθεντικής διάγνωσης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος απεργίας από τον ίδιο τον νομοθέτη.
Το άρθρο 4 παρ. 6 ν. 1876/1990 επιτρέπει λοιπόν, όπως είδαμε, την άσκηση του δικαιώματος απεργίας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, της μεσολάβησης και της διαιτησίας (τηρούμενης της αναστολής του άρθρου 16 παρ. 8 ν. 1876/90), εκτός αν αυτό έχει αποκλειστεί από προηγούμενη σσε με σχετικό ενοχικό όρο. Πρόκειται για μια ειδική ρύθμιση για συμφωνημένη σχετική υποχρέωση ειρήνης, που πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 2 αρ. 9 ν. 1876/1990. Σύμφωνα με το τελευταίο "η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να περιέχει ρήτρα ειρήνης σχετικά με τα ζητήματα που ρυθμίζει". Έτσι, αν δεν έχει συμφωνηθεί σχετική υποχρέωση ειρήνης, η εργατική πλευρά μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα απεργίας για να πιέσει με σκοπό την τροποποίηση του κανονιστικού περιεχομένου της σσε. Παράλληλα, βέβαια, τα δεσμευόμενα από τους κανονιστικούς όρους της σσε πρόσωπα υποχρεούνται να τηρούν αυτούς τους όρους για το διάστημα ισχύος της σσε. Αυτό που εξασφαλίζεται στα μέρη μιας κοινής σύμβασης ιδιωτικού δικαίου, η δυνατότητα δηλαδή για άσκηση πίεσης με σκοπό την τροποποίηση του περιεχομένου της (άρθρο 361 ΑΚ), δεν υπάρχει λόγος να το αρνηθούμε στην εργατική πλευρά.
Επιπλέον, το άρθρο 4 παρ. 6 δεν μεταβάλλει τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 2 αρ. 9 και, συνεπώς, δεν δίνει την εξουσία στα μέρη να συμφωνήσουν απόλυτη υποχρέωση ειρήνης αντί της σχετικής [Όπως συνάγεται από το άρθρο 2 αρ. 9, σχετική υποχρέωση ειρήνης υπάρχει μόνο αν συμφωνηθεί από τα μέρη. Βλ. ήδη Τραυλό-Τζανετάτο, Απεργία και ασφαλιστικά μέτρα, 1981, 18 επ. Έτσι και Ντάσιος, ό.π., σελ. 114 επ., Παπασταύρου, Απεργία, 3η έκδ., 2002, 96 επ. Αντίθετα, οι Αλ. Καρακατσάνης, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο 3, 1992, αρ. 291 επ. και 423 επ., Λεβέντης, ό.π., σελ. 575 επ. και Καρδάρας, ό.π., σελ. 606 επ., θεωρούν ότι ακόμη και μετά τη νομοθετική μεταβολή με το άρθρο 2 αρ. 9 ν. 1876/90 η σχετική υποχρέωση ειρήνης υπάρχει και χωρίς ρητή συνομολόγηση, γιατί είναι σύμφυτη με τη συλλογική σύμβαση. Ο Λεβέντης θεωρεί, παραπέρα, ότι τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν και απόλυτη υποχρέωση ειρήνης, καθώς και ότι ακόμη και η διαιτητική απόφαση, που δεν έχει ενοχικό μέρος, δημιουργεί σχετική υποχρέωση ειρήνης για τα μέρη. Ας σημειωθεί ότι στο δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, όπου επικρατούν παρόμοιες απόψεις, δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος, γι' αυτό και η νομολογία του Ακυρωτικού για εργατικές διαφορές (ΒΑG) και η θεωρία θεμελιώνουν τη σχετική υποχρέωση ειρήνης, χωρίς ειδική συμφωνία των μερών, στο "ουσιαστικό περιεχόμενο" και τη "λειτουργία τάξης" της σσε ή σε εθιμικό κανόνα δικαίου. Για την απόλυτη υποχρέωση ειρήνης απαιτείται ειδική συμφωνία των μερών. Και στο γερμανικό δίκαιο πάντως, όπου, επαναλαμβάνουμε, δεν υπάρχει ρύθμιση παρόμοια με αυτή του άρθρου 2 αρ. 9 ν. 1876/1990, αμφισβητείται ο αναγκαστικός χαρακτήρας της σχετικής υποχρέωσης ειρήνης, που δεν επιτρέπει το συμβατικό αποκλεισμό ή τη χαλάρωση της. Παρατηρείται εύστοχα, ότι ειδικά για τις σσε που καταρτίζονται με τη νομιμοποιημένη πίεση της απεργίας θα ήταν παράδοξο να αρνηθούμε τη δυνατότητα ρητού αποκλεισμού της σχετικής υποχρέωσης ειρήνης, να αρνηθούμε, δηλαδή, αυτό που μπορεί να συμβεί με κάθε κοινή σύμβαση. Γιατί η υποχρέωση τήρησης των συμφωνηθέντων είναι διαφορετικό μέγεθος από το αίτημα για την τροποποίηση της σύμβασης. Τα μέρη είναι υποχρεωμένα να τηρούν τα συμφωνηθέντα όσο χρόνο ισχύουν και παράλληλα μπορούν να επιδιώκουν την τροποποίηση του περιεχομένου της σύμβασης]. Όπως είναι γνωστό, η σχετική υποχρέωση ειρήνης αφορά τον αποκλεισμό αγωνιστικών μέσων μόνο για τα ζητήματα που ρυθμίζονται με τη σσε, ενώ, αντίθετα, η απόλυτη υποχρέωση ειρήνης αναφέρεται σε όλα τα ζητήματα, δηλαδή, ακόμη και σ' αυτά που δεν ρυθμίζονται με τη σσε. Η υποχρέωση ειρήνης που συμφωνούν τα μέρη με βάση το άρθρο 4 παρ. 6 μπορεί, λοιπόν, να είναι μόνο σχετική, να αναφέρεται, δηλαδή, μόνο σε συγκεκριμένα ζητήματα, που αποτελούν το συνηθισμένο και πάντως συγκεκριμένο-περιορισμένο περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων που καταρτίζουν τα μέρη. Μια απαγόρευση εργασιακών αγώνων για κάθε είδους ζήτημα θα ήταν άκυρη λόγω αντίθεσης στις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 6 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 αρ. 9. Για να είναι έγκυρη η σχετική ρήτρα θα πρέπει, ακόμη, να αναφέρεται στην εκάστοτε επόμενη διαπραγμάτευση. Μια ρήτρα για σχετική υποχρέωση ειρήνης για όλες γενικά τις διαπραγματεύσεις των μερών στο μέλλον θα δημιουργούσε μια δέσμευση που θα ήταν αντίθετη όχι μόνο στα άρθρα 4 παρ. 6, 2 αρ. 9, αλλά και ευθέως στο άρθρο 23 παρ. 2 Σ. Μια τέτοια συμφωνία φαίνεται να θίγει τον πυρήνα ή, αλλιώς, το ουσιώδες περιεχόμενο του δικαιώματος απεργίας. Το άρθρο 23 παρ. 2 εδ. γ' Σ ορίζει για τους νομοθετικούς περιορισμούς ότι «...δεν μπορούν να φθάνουν έως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησης του». Αν αυτό ισχύει για τους νομοθετικούς περιορισμούς, ισχύει, κατά μείζονα λόγο, και για τους περιορισμούς με σύμβαση, κοινή ή συλλογική. Μια ρήτρα, που θα απέκλειε την άσκηση του δικαιώματος απεργίας για όλες τις διαπραγματεύσεις των μερών στο μέλλον, θα παρεμπόδιζε, οπωσδήποτε, τη νόμιμη άσκηση του σε μια περιοχή σχέσεων (διαπραγμάτευση, μεσολάβηση, διαιτησία), όπου η απεργία αποτελεί για τους εργαζομένους βασικό εργαλείο διαπραγματευτικής ισορροπίας. Αυτή τη θεμελιώδη λειτουργία της απεργίας αναγνωρίζει, άλλωστε, και το άρθρο 4 παρ. 6 ν. 1876/1990 που κατοχυρώνει την άσκηση της κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, της μεσολάβησης και της διαιτησίας.
Όμως ακόμη και αν η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων δημιουργούσε αμφιβολίες, θα έπρεπε οι αμφιβολίες αυτές να αξιοποιηθούν υπέρ της εργατικής πλευράς με βάση τον κανόνα ερμηνείας "σε περίπτωση αμφιβολίας υπέρ των εργαζομένων", σε τελική δε ανάλυση και με την εφαρμογή του κανόνα in dubio pro libertate. Σε κάθε περίπτωση, αν για την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 6 και 2 αρ. 9 ν. 1876/1990 προσφέρονται περισσότερες ερμηνευτικές εκδοχές, πρέπει να προκριθεί εκείνη που αποδίδει νόημα σύμφωνο με το Σύνταγμα (εναρμονισμένη με το Σύνταγμα ερμηνεία). Οι συνταγματικοί κανόνες δεν αποτελούν μόνο κριτήρια ελέγχου των κοινών νόμων, αλλά και εφαρμοστέους ουσιαστικούς κανόνες. Αυτό σημαίνει ότι το περιεχόμενο τους νοηματοδοτεί και τις διατάξεις των κοινών νόμων, πράγμα που, αντιστοίχως, περιορίζει και τις δυνατότητες επιλογής ερμηνείας. Για τους ίδιους λόγους, επειδή, δηλαδή, με τη ρήτρα σχετικής υποχρέωσης ειρήνης επιβάλλεται, με συμβατικό τρόπο έστω, περιορισμός συνταγματικού δικαιώματος, θα πρέπει η ρήτρα αυτή να ερμηνεύεται στενά    .
Τα μέρη μπορούν, κατά τα λοιπά, να συμφωνήσουν τη μη προσφυγή σε απεργία κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, της μεσολάβησης και της διαιτησίας (πέρα από τα όρια του δεκαημέρου-άρθρο 16 παρ. 8 ν. 1876/ 1990)285 μόνο για τα θέματα της διαπραγμάτευσης. Ακόμη τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν στη δυνατότητα προσφυγής σε απεργία και κατά τη διάρκεια του δεκαημέρου, εκτός αν πρόκειται για απεργία σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, όπου θα πρέπει να δεχτούμε, με βάση την τελολογική συστολή του άρθρου 4 παρ. 6 ν. 1876/1990, ότι περιορίζεται η εξουσία ρύθμισης του ζητήματος από τα μέρη. Εδώ, επειδή μια απεργία θίγει σημαντικά συμφέροντα της ολότητας, δεν θα ήταν ορθό να δεχτούμε την εξουσία ρύθμισης-διάθεσης των μερών και για ζητήματα, από τα οποία εξαρτώνται σημαντικά συμφέροντα τρίτων.

Ελαττωματική απόφαση ΓΣ ή ΔΣ για την κήρυξη απεργίας.

Αν η απόφαση του αρμόδιου οργάνου για την κήρυξη απεργίας, της Γενικής Συνέλευσης ή του Διοικητικού Συμβουλίου, παρουσιάζει ελαττώματα, τα ελαττώματα αυτά πλήττουν, υπό προϋποθέσεις, και τη νομιμότητα της απεργίας. Οι ελαττωματικές αποφάσεις διακρίνονται σε ανυπόστατες, όταν δεν φέρουν καν τα εξωτερικά γνωρίσματα απόφασης του οργάνου για το οποίο κάθε φορά πρόκειται (π.χ. τυχαία συγκέντρωση μελών της συνδικαλιστικής οργάνωσης), σε άκυρες και σε ακυρώσιμες (λόγω παράβασης του νόμου ή/και του καταστατικου)   .
Η ακυρωσία απαγγέλλεται με διαπλαστική δικαστική απόφαση από το τοπικά αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 8 ν. 2145/1993) μετά από διαπλαστική αγωγή που ασκείται μέσα στην οριζόμενη αποκλειστική προθεσμία (των 30 ημερών από τη λήξη της Συνέλευσης με αίτηση που ασκείται από το 1/50 τουλάχιστο των οικονομικά τακτοποιημένων μελών -άρθρο 8 παρ. 4 ν. 1264/1982- ή μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τη λήψη της απόφασης από τον έχοντα άμεσο έννομο συμφέρον τρίτο (εδώ τον εργοδότη) κατά το άρθρο 101 ΑΚ). Αυτό σημαίνει ότι το ελάττωμα αυτό δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως και ότι θεραπεύεται αν περάσει άπρακτη η αποκλειστική προθεσμία για την προσβολή της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης ή του Διοικητικού Συμβουλίου. Από το γεγονός ότι οι απεργιακές διαφορές δικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών προκύπτει μια δικονομική ασυμμετρία που, ουσιαστικά, καθιστά απρόσφορο τον δικαστικό έλεγχο του ελαττώματος της ακυρωσίας, το οποίο, με τη σειρά του, καθιστά παράνομη και την απεργία. Έτσι, ο εργοδότης θα πρέπει να ασκήσει διαπλαστική αγωγή (για την ακυρωσία της απόφασης της ΓΣ ή του ΔΣ) στο Μονομελές Πρωτοδικείο (τακτική διαδικασία) και να περιμένει την έκβαση αυτής της δίκης πριν ασκήσει αγωγή για την απεργιακή διαφορά στο τοπικά αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο (εργατική διαδικασία). Με δεδομένη την απαγόρευση ασφαλιστικών μέτρων στις απεργιακές διαφορές (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 1264/1982) και άρα την αδυναμία αναστολής της απόφασης της ΓΣ ή του ΔΣ για κήρυξη απεργίας δημιουργείται μια κατάσταση που οδηγεί, ουσιαστικά, στον αποκλεισμό του ελέγχου της ακυρωσίας με πρωτοβουλία του εργοδότη στις απεργιακές διαφορές. Αντίθετα, το ανυπόστατο και η ακυρότητα μπορούν να ελεγχθούν και παρεμπιπτόντως με σχετικό αναγνωριστικό αίτημα και στο πλαίσιο της δίκης για την απεργιακή διαφορά (κατά την εργατική διαδικασία). Σημαντικό βαθμό δυσκολίας, λόγω και της αντιφατικής νομολογίας των δικαστηρίων, παρουσιάζει η κρίσιμη διάκριση μεταξύ ακυρωσίας και ακυρότητας. Τα ζητήματα αυτά αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερης εξέτασης στο οικείο κεφάλαιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...