Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Αντισυνταγματικότητα αγωγόσημου για αναγνωριστικές αγωγές.

Αντισυνταγματικότητα διατάξεων άρθρ. 70 Ν.3994/2011, και άρθρ. 21 παρ.1 του Ν.4055/12, με τις οποίες επιβάλλεται τέλος δικαστικού ενσήμου (αρθρ. 2 Ν. ΓΠΟΗ/1912) και στις αναγνωριστικές αγωγές. Η επιβολή τέλους, σε πρώιμο στάδιο της δίκης, καθιστά την καταβολή προϋπόθεση παραδεκτού άσκησης αγωγής, για την οποία ούτως ή άλλως θα εισπραχθεί τέλος, όταν τραπεί σε καταψηφιστική. Στερεί από τον πολίτη το δικαίωμα με σχετικά ολιγοδάπανη διαδικασία, να εμποδίσει παραγραφή δικαιωμάτων, άρει αμφισβήτηση για την ύπαρξή του και βεβαιωθεί για την φερεγγυότητα του οφειλέτη και τη δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης ή μη. Η επιβολή έρχεται contra στις διατάξεις αρθρ. 20 παρ.1, 26 παρ. 3, 94 παρ.4, 95 παρ. 5 Συντάγματος, 6 παρ.1 ΕΣΔΑ, 1 του πρώτου Πρωτοκόλλου 2 παρ. 3, 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (που κυρώθηκε με το ν. 2462/97) και Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης του 1950 (που κυρώθηκε με το ν. 53/74), για τα δικαιώματα του ανθρώπου και αποτελεί θεμελιώδη αρχή συνταγματικά κατοχυρωμένη.

Δεν μπορούν να τίθενται φραγμοί, που ουσιαστικά καταργούν την πρόσβαση, ιδιαίτερα υπό τις παρούσες συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας των πολιτών. Από την αιτιολογική έκθεση του Νόμου προκύπτει, ότι εξυπηρετείται απλό ταμειακό συμφέρον του δημοσίου, για λόγους μη σχετικούς με τη λειτουργία της δικαιοσύνης. Η άποψη του αναρμόδιου προς κρίση κοινού νομοθέτη, ότι οι αναγνωριστικές αγωγές, που δεν έχουν ασκηθεί εισέτι, όταν ασκηθούν, θα είναι οπωσδήποτε προπετείς (εφόσον η ρύθμιση είναι γενική), που στη συνέχεια θέτει φραγμούς, ώστε να μη ασκηθούν, επιδεικνύοντας ενδιαφέρον μόνο για τις «προπετείς αναγνωριστικές αγωγές», θέτει εκποδών τη δικαιοσύνη, ως μόνη αρμόδια για την κρίση, επί συγκεκριμένης κι όχι ανύπαρκτης αγωγής. Αγωγή από ασφαλιστική εταιρεία υπό εκκαθάριση, που στρέφεται κατά ασφαλιστικού πράκτορα, προς καταβολή των εισπραχθέντων από αυτόν και μη αποδοθέντων ασφαλίστρων, που τρέπεται σε αναγνωριστική, για την οποία δεν απαιτείται καταβολή δικαστικού ενσήμου. Βάσιμο το παρεπόμενο αίτημα τόκων. Παρά την παραίτηση από το καταψηφιστικό αίτημα δεν αίρεται η όχληση και η καταβολή τόκων σχετίζεται με την όχληση όχι με την άσκηση της αγωγής. Απορριπτέα τα αιτήματα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και προσωπικής κράτησης του εναγομένου. Ερημοδικία εναγομένου. Δέχεται αγωγή.

                                          ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 322/ 2014

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Από την υπ αριθ.187β/09.05.2011 έκθεση επίδοσης της δικ. επιμελήτριας Πρωτοδικείου Κορίνθου Αγγελική Ν. Μπινιάρη, που προσκομίζεται από την ενάγουσα, νόμιμα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, για τη δικάσιμο της 26/10/12 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο, που στην αρχή της παρούσας αναφέρεται, επιδόθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα στον εναγόμενο, ο οποίος εμφανίστηκε μεν κατά την αρχική δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε όμως στην μετ αναβολής και πρέπει να δικαστεί ερήμην (αρθρ. 271 παρ.1, 2 εδ.β ΚΠολΔ όπως ισχύει).
Σύμφωνα με το αρθρ. 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912, όπως ερμηνεύτηκε αυθεντικώς, με το αρθρ. 7 παρ.1 2 3 και 4 του Ν.Δ 1544/1942 και τροποποιήθηκε, με το ΝΔ 180/1961, αν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην. Σύμφωνα με το αρθρ. 173 παρ.1, 175 και 272 παρ.1 ΚΠολΔ (που τέθηκε σε ισχύ στη θέση του καταργημένου αρθρ. 272 με το αρθρ. 30 του Ν. 3994/11), αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλεια του ενάγοντα και είτε εμφανιστεί αυτός και δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, είτε δεν εμφανιστεί, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την αγωγή. Στην ουσία η απόρριψη επέρχεται λόγω της ερημοδικίας, που μπορεί να είναι και πλασματική και δεν τίθεται κανένα απαράδεκτο της αγωγής. Με το αρθρ. 70 του Ν. 3994/2011 αντικαταστάθηκε η παρ.3 του αρθρ. 7 του ΝΔ 1544/1942 ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το αρθρ. 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι περί εξάλειψης υποθήκης και προσημείωσης, καθώς κι εκείνες, που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού". Σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 72 του παραπάνω νόμου, 3994/11, και την παρ.14 αυτού, η παρ.3 του αρθρ. 7 του Ν.Δ 1544/42, όπως είχε τροποποιηθεί, εφαρμόζεται στις αγωγές, που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου. Η έναρξη, δε, ισχύος αυτού είναι η 25/07/11 (ΦΕΚ Α 165). Στη συνέχεια εκδόθηκε και τέθηκε σε ισχύ, από τις 12/03/12, ο Ν. 4055/12 (ΦΕΚ Α 51), κατά τον οποίο, η διάταξη της παρ. 14 του αρθρ. 72, του Ν. 3994/11, δεν εφαρμόζεται στις αγωγές, που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές, πριν την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές, μετά την έναρξη ισχύος αυτού (αρθρ. 21 παρ.2 Ν.4055/12). Παράλληλα, με το αρθρ. 21 παρ.1, του Ν. 4055/12, επήλθε και νεώτερη αλλαγή στο αρθρ. 3 του ΝΔ 1544/1942, από 02/04/12, με αποτέλεσμα η παρ.3 να διαμορφωθεί ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το αρθρ. 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές, που αφορούν τις διαφορές των αρθρ. 663, 677, 681Α και 681Β (εννοείται του ΚΠολΔ), καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση του πλειστηριασμού». Μετά τις παραπάνω αλλαγές, σε τέλος δικαστικού ενσήμου υπόκεινται πλέον και οι αναγνωριστικές αγωγές, που δεν εξαιρέθηκαν (όσες δεν αφορούν εργατικές διαφορές - από παροχή εργασίας - αυτ/κες - από διατροφή κι επιμέλεια τέκνων). Με ρητή διάταξη του νόμου, οι νέες διατάξεις δεν εφαρμόζονται σε όσες αγωγές ασκήθηκαν πριν τις 25/7/11, γιατί, στην πραγματικότητα, το αρθρ. 21 παρ.1 του Ν. 4055/12 δεν προσθέτει κάτι διαφορετικό. Ωστόσο, όπως σαφώς προκύπτει, από την διάταξη του αρθρ. 7 παρ.3 του ΝΔ 1544/1942, σε τέλος δικαστικού ενσήμου υπόκεινται αποκλειστικά και μόνο οι καταψηφιστικές αγωγές. Για τον απλό λόγο, ότι σε κάθε καταψηφιστική αγωγή εμπεριέχεται και αναγνωριστικό αίτημα. Οι αναγνωριστικές αγωγές τρέπονται, σύμφωνα με το νόμο, σε καταψηφιστικές, για να μπορεί ο ενάγων, να απαιτήσει την καταβολή της απαίτησης, που αναγνωρίστηκε. Διπλή καταβολή δικαστικού τέλους, για την ίδια διαφορά κι απαίτηση, που κατάγεται σε δίκη, ούτε προβλέπεται ούτε μπορεί να προβλεφτεί. Σύμφωνα με τα αρθρ. 294 και 295 παρ.1 ΚΠολΔ, προβλέπεται το δικαίωμα του ενάγοντα, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής. Ο περιορισμός του αιτήματος της θεωρείται μερική παραίτηση. Κατά τον ίδιο τρόπο, η τροπή του αιτήματος της αγωγής, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, έχει την έννοια μερικής παραίτησης, από το (καταψηφιστικό) αίτημα της αγωγής. Κατά τον τρόπο αυτό η προβλεπόμενη από το νόμο παραίτηση, που παρέχεται ως δικαίωμα στον ενάγοντα, χάνει την έννοια δικαιώματος. Η διαφοροποίηση της αναγνωριστικής από την καταψηφιστική αγωγή κι η επιβολή δικαστικού ενσήμου μόνο στην δεύτερη δικαιολογείται, από το ότι ο πολίτης μπορεί, με σχετικά ολιγοδάπανη διαδικασία, να εμποδίσει παραγραφή του δικαιώματός του, άρει αμφισβήτηση για την ύπαρξή του, βεβαιωθεί για την φερεγγυότητα του οφειλέτη και ως προς τη δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης ή μη και προστατεύσει εμπράγματα δικαιώματά του, από προσβολή. Η επέκταση καταβολής δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα με καταβολή διπλάσιου ποσοστού, από ότι ίσχυε μέχρι τώρα (βλ. αρθρ. 6 του Ν.4093/2012 και 40 του Ν. 4111/2013), δηλώνει, ότι η καταβολή δικαστικού ενσήμου καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού άσκησης αγωγής και υπό την αναγνωριστική της μορφή. Η τέτοιου είδους, προκαταβολική είσπραξη τέλους, εκ μέρους του δημοσίου, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας της δίκης, παρίσταται κατά των αρχών του κράτους δικαίου, της παροχής πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και νομιμότητας, της συνταγματικής επιταγής για δημοκρατική νομιμοποίηση και νομιμότητα της άσκησης της δικαστικής λειτουργίας, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των αρθρ. 20 παρ.1, 26 παρ.3, 94 παρ.4, 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής 2 παρ.3 και 14 παρ. 1 του, με το ν. 2462/1997, κυρωθέντος Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Οι παραπάνω διατάξεις εγγυώνται την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος, που επιδικάζεται από αυτό. Ο ουσιαστικός νόμος είναι εκείνος, που καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις, για την άσκηση δικαιώματος του πολίτη. Θεσπίζοντας και δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα, που αρμόζουν στην πρόοδο της διαδικασίας της δίκης. Ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη ευχέρεια επιβολής δικονομικών φραγμών, στην παροχή αμέσου εννόμου προστασίας του πολίτη, καταργώντας, στην πράξη, τη δυνατότητα του τελευταίου, να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Αν, δε, λάβουμε υπόψη, ότι σε κάθε περίπτωση η καταβολή δικαστικού ενσήμου προβλέπεται και θα συμβεί, κατά την τροπή αναγνωριστικής απόφασης, σε καταψηφιστική, και πριν την λήψη της απαίτησης από τον πολίτη, οπότε διασφαλίζεται η λήψη του αντιστοίχου ποσού εκ μέρους του δημοσίου, σε μεταγενέστερο στάδιο, η παραπάνω επιβολή σε πρώιμο στάδιο, όχι μόνο εμφανίζεται έντονα καταχρηστική, αλλά έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις συνταγματικές επιταγές. Το δικαίωμα του πολίτη, για παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια, αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα (αρθρ. 20 παρ.1 Σ), που κατοχυρώνεται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης, του 1950, που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974, για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ αρθρ. 6 και 13) και αποτελεί θεμελιώδη αρχή. Ο δικονομικός φραγμός, που τίθεται από τις παραπάνω διατάξεις, υπό το φως των σημερινών(άκρως δυσχερών) οικονομικών συνθηκών, που βιώνουν οι πολίτες, που φέρουν το βάρος αυτών, ουσιαστικά στερεί αυτούς της απλής δυνατότητας προσφυγής στο δικαστήριο, προς άμεση προστασία των δικαιωμάτων τους. Ο περιορισμός, κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου, γίνεται γιατί: Α) «ο πολίτης με την άσκηση της αγωγής κινητοποιεί ένα πολυδάπανο μηχανισμό κι οφείλει, να καταβάλει τέλος, για να ενισχύσει τη δυνατότητα της πολιτείας, να οργανώσει κατά τον καλύτερο τρόπο το σύστημα απονομής δικαιοσύνης». Β): «Κατά τη συζήτηση των αγωγών τα καταψηφιστικά αιτήματα…τρέπονται σε αναγνωριστικά, με συνέπεια να αποφεύγεται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, επί του αντικειμένου της δίκης. Η πρακτική αυτή στερεί το Ελληνικό Δημόσιο και άλλους φορείς… από σημαντικά έσοδα, ενώ οδηγεί σε καταστρατηγήσεις και κατάχρηση δικονομικών δυνατοτήτων». Γ): «Με την επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών, στις οποίες περιλαμβάνονται, βεβαίως, και οι καταψηφιστικές ….θα επέλθει αύξηση των δημοσίων εσόδων, ενώ θα αποτραπεί η συζήτηση προπετών και αβασίμων αγωγών». Από τις παραπάνω αιτιολογίες αποδεικνύεται, ότι στην πραγματικότητα, για καθαρά εισπρακτικούς λόγους, ο πολίτης στερείται του δικαιώματός του, να προσφύγει στην δικαιοσύνη. Το απλό ταμειακό συμφέρον, που προκύπτει, δεν συνιστά λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, για τον οποίο θεσπίζεται η παραπάνω αδικαιολόγητη επιβολή τέλους, στις αναγνωριστικές αγωγές. Ενώ, δεν φαίνεται, να υπάρχει καμία αναλογία, που επιβάλλεται, να τηρείται, μεταξύ του νομοθετικά προστατευόμενου δικαιώματος του ατόμου και του σκοπού, που το νομοθέτημα εξυπηρετεί. Πέραν όλων των άλλων, είναι κοινός τόπος, ότι υπό τις παρούσες αντίξοες οικονομικές συνθήκες, ο πολίτης, που θα καταβάλλει προκαταβολικά το δικαστικό ένσημο, για την αναγνωριστική αγωγή, είναι σφόδρα πιθανό, να μη καταφέρει, να εισπράξει στη συνέχεια την απαίτησή του, από τον οφειλέτη. Γεγονός που γνωρίζει και ο κοινός νομοθέτης. Έτσι, η παραπάνω ρύθμιση συντελεί απλά σε άνιση μεταχείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος, που τίθεται σε πλεονεκτική θέση έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας αφενός το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του, σε εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, μειώνοντας αφετέρου προκαταβολικά την περιουσία τους, για μια απαίτηση, που το ίδιο φαίνεται, να προκρίνει, ότι είναι επισφαλής η λήψη της από τον πολίτη. Έτσι, η ρύθμιση αυτή αποβαίνει «διττά» αντισυνταγματική και φευκτέα. Διότι, το δημόσιο όχι μόνο εγγυάται την ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών στα δικαστήρια, χωρίς να τίθενται υπερβολικά προσκόμματα, που να μηδενίζουν το δικαίωμα, αλλά έχει αποστολή, να προστατεύσει την περιουσία και την οικονομική κατάσταση των πολιτών του, με βάση συνταγματικές επιταγές. Σε τελική ανάλυση η περιουσία αυτή είναι εκείνη, που συμβάλλει και στη διατήρηση της περιουσίας του δημοσίου. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση εμφανίζεται έτσι εντονότερα αντιτιθέμενη και στην αρχή του κράτους δικαίου και του συντάγματος. Η είσπραξη εσόδων, για λόγους και σκοπούς, που δεν συνδέονται με τη λειτουργία της δικαιοσύνης, που δεν είναι «μηχανισμός», αλλά πολιτειακή εξουσία δημόσια, συνταγματικά κατοχυρωμένη, χρηματοδοτούμενη από το δημόσιο προϋπολογισμό, που δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας, δεν μπορεί να αιτιολογήσει τη τέτοιου είδους συρρίκνωση δικαιώματος του πολίτη. Το κάθε ευνομούμενο κράτος πρέπει, να διασφαλίζει την παροχή δικαστικής προστασίας στους πολίτες του. Περαιτέρω, η επιβολή δικαστικού ενσήμου δεν συνδέεται με τη λειτουργία της δικαιοσύνης και την ανάγκη αποτελεσματικότερης απονομής της, ούτε μπορεί, να αιτιολογηθεί λόγω ταμειακών αναγκών του δημοσίου. Τη στιγμή, μάλιστα, που το λειτουργικό κόστος της δικαιοσύνης όχι μόνο δεν έχει αυξηθεί, αλλά αντίθετα έχει μειωθεί σημαντικότατα (με κατάργηση δικαστηρίων και σύμπτυξη με άλλα, θέση σε διαθεσιμότητα υπαλλήλων, μείωση μισθών κατά 50%, κατάργηση επιδομάτων κ.α) εκ των οποίων και προέκυψε ήδη δυσλειτουργία, που βιώνουν οι πολίτες. Η επέκταση της καταβολής δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές και η θέληση για αύξηση εσόδων εκ μέρους του δημοσίου, για λόγους άσχετους με την λειτουργία της δικαιοσύνης και μάλιστα προκαταβολικά, πριν είναι σίγουρο, ότι ο πολίτης θα λάβει την απαίτησή του, από τον οφειλέτη (πράγμα αμφίβολο υπό τις δεδομένες συνθήκες), είναι αντισυνταγματική κι αθέμιτη, αφού θέτει φραγμούς στο δικαίωμα, για λόγους άσχετους με τη λειτουργία της δικαιοσύνης, αλλά για αύξηση εσόδων, για άδηλους σκοπούς, χωρίς κανενός είδους μέριμνα. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση, ιδιαίτερα υπό τις δεδομένες συνθήκες, όπου υπάρχει μείωση των αποδοχών όλων των εργαζομένων, αύξηση του ποσοστού ανεργίας, άμεση και έμμεση υπέρμετρη φορολόγηση κάθε δραστηριότητας, θίγει τον ίδιο τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος. Διότι, δεν μπορούμε να λαμβάνουμε υπόψη μόνο την πλευρά μείωσης των εσόδων του δημοσίου, αλλά παράλληλα και τη δυνατότητα των πολιτών, να συνεισφέρουν ή μη, όπως και το αν αυτή είναι υπέρμετρα επαχθής. Η δυνατότητα των πολιτών, είναι ουσιωδώς μειωμένη, με συνέπεια η επιβολή του παραπάνω τέλους, που δεν αιτιολογείται, να είναι άκρως επαχθής και σημαντικός αριθμός, να μη μπορεί πλέον, να προσφύγει στη δικαιοσύνη, ανεξάρτητα από το αντικείμενο της αγωγής. Πρέπει να τονιστεί, ότι διάφορες προβλέψεις και κανόνες, που αποσκοπούν σε ελάφρυνση συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών, αποτελούν ανοργάνωτη συγκυρία κανόνων, χωρίς αντίστοιχο πραγματικό υπόβαθρο και χωρίς, στην πραγματικότητα, να εξυπηρετούν την πλειονότητα των πολιτών. Απτό παράδειγμα αποτελεί η πρόβλεψη των διατάξεων για παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας. Αφενός οι πολίτες δεν έχουν ενημέρωση ως προς αυτές, αφετέρου οι διατάξεις προσβλέπουν σε «εντελώς εξαθλιωμένες ομάδες πολιτών». Γιατί, οι όροι, για την λήψη της, δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικά οικονομικά μεγέθη, ούτε λαμβάνουν υπόψη συγκεκριμένες συνθήκες διαβίωσης. Το όριο, που καθορίζεται, για την ένταξη των πολιτών στις παραπάνω διατάξεις, αποτελεί υποπολλαπλάσιο του πραγματικού ορίου φτώχειας, που ισχύει και γενικώς και ειδικώς στην χώρα μας, όπου, παρότι μειώθηκαν οι μισθοί, χάθηκαν θέσεις εργασίας, το αντίτιμο για λήψη υπηρεσιών και αγορά απλών, καθημερινών, αναγκαίων αγαθών κινείται σε επίπεδα των πλέον αναπτυγμένων χωρών. Η δικαιοσύνη, τέλος, δεν μπορεί να απευθύνεται σε συγκεκριμένες ομάδες πολιτών μόνο. Η άποψη, ότι η επιβολή του δικαστικού ενσήμου γίνεται, για να αποφευχθεί η άσκηση προπετών αγωγών, που μάλλον τίθεται εκ περισσού, στο τέλος του αρθρ. 70 (στην αιτιολογική έκθεση), όχι μόνο δεν πείθει κανένα για το λόγο επιβολής, αλλά αντίθετα εμφανίζει το πραγματικό γεγονός, ότι δεν έχει σχέση με τους σκοπούς και τη λειτουργία της δικαιοσύνης. Γι αυτό γίνεται η προσπάθεια αιτιολόγησης, που είναι «ατυχής». Αρμόδια, δηλαδή, να κρίνουν, αν μια αγωγή είναι προπετής ή μη (ασκείται χωρίς δικαίωμα) είναι τα ίδια τα δικαστήρια, που έχουν ενώπιόν τους συγκεκριμένη υπόθεση και όχι ο οποιοσδήποτε άλλος, που προς αιτιολόγηση συρρίκνωσης πραγματικού και συνταγματικά κατοχυρωμένου ατομικού δικαιώματος, θέτει αοριστολογίες, μη δυνάμενες να αποδειχτούν ισχύουσες. Αφού χαρακτηρίζει αορίστως και προκαταβολικά αγωγές, που δεν έχουν ασκηθεί, ότι, όταν θα ασκηθούν, θα είναι όχι μόνο ενδεχόμενα, αλλά οπωσδήποτε προπετείς (το μέτρο ορίζεται γενικά, όχι για συγκεκριμένη κατηγορία αναγνωριστικών αγωγών). Έτσι, αφού ο κοινός νομοθέτης προκρίνει, ότι ούτως ή άλλως οι αναγνωριστικές αγωγές, που θα ασκηθούν, θα είναι προπετείς, θέτει φραγμούς, πριν ασκηθούν, για να μη ασκηθούν. Ενώ, φαίνεται, να τον ενδιαφέρουν μόνο οι «προπετείς αναγνωριστικές αγωγές» κι όχι κι οι «καταψηφιστικές», χωρίς να προκύπτει ο λόγος της διαφοροποίησης. Πρόκειται για δαιδαλώδη άποψη, στην οποία τίθεται «εκποδών» η δικαιοσύνη, που είναι η μόνη αρμόδια, να αποφανθεί. Δεν αιτιολογείται η προκαταβολική κρίση για μη ασκηθείσες αγωγές, από αναρμόδιο όργανο, που καταργεί στη συνέχεια το δικαίωμα. Η αδυναμία αιτιολόγησης φανερώνει και το σκοπό της παραπάνω ρύθμισης, για λόγους άσχετους με τη λειτουργία της δικαιοσύνης, που δεν προστατεύουμε καταργώντας δικαιώματα. Άλλωστε, στον Κ.Πολ.Δ προβλέπονται ήδη διατάξεις, που αφορούν τις προπετείς αγωγές και ποινές διαδικαστικές, που εφαρμόζονται σε αυτές (λ.χ οι εκ του αρθρ. 205) είτε είναι αναγνωριστικές, είτε καταψηφιστικές, που είναι αρκετές, για να αποτρέψουν την άσκησή τους, χωρίς να απαιτούνται άλλες. Συνεπώς, η επιβολή του παραπάνω τέλους, για τις αναγνωριστικές αγωγές, ισοδυναμεί με κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, που προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος (βλ. περί παρεμφερών θεμάτων ΑΠ 675/2010 - ολΣτΕ3087/11- ολΣτΕ 3470/07 Νόμος- ΜΠρΑθ 669/2013 Νόμος και επί ιδίου θέματος ΜΠρΧαν 3/2013 Αρμ 2013 480 και Απόφαση ΕΔΔΑ 24/5/06 Λιακόπουλου κατά Ελλάδος- βλ. και αντίθετη ως προς το ίδιο θέμα ΜΠρΘεσσαλ 22937/2013 Νόμος). 
Σύμφωνα με τα αρθρ. 1, 2 και 4 του Ν. 1569/1985, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή τους, με το αρθρ. 11 του ν. 2170/1993, διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, ασκούν και οι ασφαλιστικοί πράκτορες, που είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που έχουν ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων και για λογαριασμό τους. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των παραπάνω καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση, ανάμεσα στον πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται, να πρακτορεύει, αντίγραφο της οποίας υποβάλλεται, από την ασφαλιστική επιχείρηση, στο Υπουργείο Εμπορίου. Με βάση το αρθρ. 21 του νόμου εκδόθηκε το π.δ 298/1986 (το οποίο και καταργείται από 14/01/2014, με την υπ αριθ. 31/30.09.13 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος, ΦΕΚ Β 2556/10.10.13). Σύμφωνα με το αρθρ. 1 αυτού, όπως ίσχυε, ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, παρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει, ως αντιπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας που πρακτορεύει ασφαλιστικές συμβάσεις. Φροντίζει, δε, για την είσπραξη είσπραξη των ασφαλίστρων (αρθρ. 3 του πδ). Τα ασφάλιστρα, που εισπράττει, θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ίδιος ευθύνεται ως θεματοφύλακας. Στο πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε διμήνου ο πράκτορας αποδίδει στην ασφαλιστική επιχείρηση αναλυτικό λογαριασμό, εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της καταβάλλει το πλεόνασμα. Αν δεν καταβληθεί το πλεόνασμα, οι απαιτήσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται ληξιπρόθεσμες κι υπολογίζεται νόμιμος τόκος υπερημερίας. Σύμφωνα με το αρθρ. 38 παρ.3 του π.δ 237/1986 ν.489/76 «περί υποχρεωτικής ασφάλισης της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, στον κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτ/των, η επιχείρηση υποχρεούται, να ακυρώσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που έχει εκδώσει (επιφυλασσόμενων των διατάξεων παρ.2 αρθρ. 11) και να επιστρέψει στους ασφαλισμένους μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα, αφαιρώντας από αυτά ποσοστό 25%. Η επιστροφή των δεδουλευμένων ασφαλίστρων προς τους ασφαλισμένους γίνεται από την ασφαλιστική εταιρία, γιατί ο πράκτορας ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος τους.
 Με την κρινόμενη αγωγή της, εκθέτει η ενάγουσα ότι: Ήταν ασφαλιστική εταιρεία γενικής νομικής προστασίας, με την επωνυμία «.. .............» εδρεύουσα στο ..... Αττικής. Με τον εναγόμενο συνήψε, στην Αθήνα, έγγραφη σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα το 2003, η οποία περιλήφθηκε στο από 17/03/2003 έγγραφο, με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε το έργο να μεσολαβεί σύμφωνα με το νόμο και κατά τους όρους της σύμβασης στη σύναψη και διαχείριση ασφαλιστικών συμβάσεων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για κινδύνους και στους κλάδους ασφαλίσεων που η ενάγουσα ασκούσε ή θα ασκούσε στην Ελλάδα. Στις 05/07/07, με τη με αριθ. Κ3-1230/05.02.07 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και λειτουργίας της ενάγουσας και τέθηκε αυτή σε ασφαλιστική εκκαθάριση και η εταιρεία εκπροσωπείται πλέον από τον διορισθέντα εκκαθαριστή της. Σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα ο εναγόμενος μεσολάβησε στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων και προέβη σε είσπραξη ασφαλίστρων. Κατά γενόμενη εκκαθάριση, που έγινε, αφού η ενάγουσα τέθηκε, από τις 05/07/07, σε ειδική ασφαλιστική εκκαθάριση, βρέθηκε ότι ο εναγόμενος δεν είχε επιστρέψει στην ενάγουσα τα ποσά των ασφαλίστρων από μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα, που ανερχόταν στο ποσό των 2.609,60€. Παράλληλα, βρέθηκε ότι η παρακράτηση προμήθειας του εναγομένου, για μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα, διαμορφώθηκε στο ποσό των 179,79€. Συνεπώς, προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος του εναγόμενου ποσό 2.789,39€ (2.609,60€ από ανείσπρακτα και μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα, που δεν είχε επιστρέψει ο εναγόμενος + 179,79€ από προμήθεια, που δεν δικαιούτο να εισπράξει, για μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα), όπως αυτό αναλύεται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής και προκύπτει από τις ενσωματωμένες σε αυτή καρτέλες τήρησης του δοσοληπτικού λογαριασμού, που τηρήθηκε από την ενάγουσα για λογαριασμό του εναγομένου. Επιδιώκει, δε, η ενάγουσα, η οποία νόμιμα τρέπει το καταψηφιστικό αίτημα σε έντοκο αναγνωριστικό, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, να αναγνωριστεί, ότι ο εναγόμενος, λόγω της συναφθείσας μεταξύ τους σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα, οφείλει να καταβάλλει το παραπάνω ποσό, των δύο χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και 39 λεπτών (2.789,39€) κύρια μεν από τη μεταξύ τους σύμβαση πρακτόρευσης και παρακαταθήκης, επικουρικά λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως από τότε που ο εναγόμενος έπρεπε να καταβάλλει αυτό κατά τη σύμβαση, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση, που θα εκδοθεί, προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Έτσι έχουσα η αγωγή, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται στο Δικαστήριο αυτό (αρθρ. 14 παρ.1 α και 7,8,9 και 33 Κ.Πολ.Δ) και κατά την τακτική διαδικασία. Διότι η αγωγή κατατέθηκε στις 18/04/11 στο δικαστήριο και επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 09/05/11, με συνέπεια έχοντας ασκηθεί και προσδιοριστεί πριν την έναρξη ισχύος του νόμου 3994/11, που επέφερε αλλαγές και στις διατάξεις των αρθρ. 466 επ ΚΠολΔ, να επέλθουν τα αποτελέσματα, που ορίζονται από τα αρθρ. 215, 221, 229, 233 ΚΠολΔ. Είναι βάσιμη κατά το νόμο, κατά την κύρια βάση της, από τη σύμβαση πρακτόρευσης, με τον εναγόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. που αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση και τις διατάξεις των αρθρ. 340, 346, 361, 847, 71 Α.Κ, 11 παρ.2 του ν. 2170/1993, 3 παρ.1-4, 8 παρ.1,2 ΠΔ 298/1986, 3 παρ.6 του ν.δ 400/1976, 38 παρ.3 του κωδικοποιημένου με το π.δ 237/1986 νόμου 489/1976 και 70, 176 Κ.Πολ.Δ, ενώ θα πρέπει να απορριφθεί η επικουρική βάση, που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό για το λόγο, ότι στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά της κύριας βάσης και δεν μπορεί να ευσταθήσει, εφόσον η ενάγουσα αναφέρει ότι η σύμβαση με τον εναγόμενο δεν ήταν άκυρη, αλλά αντίθετα έγκυρη. Τέλος, όσον αφορά το αίτημα του νομιμότοκου της παραπάνω απαίτησης θα πρέπει να γίνει δεκτό αυτό, από την επίδοση της αγωγής. Διότι, ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, που εξομοιώνεται με μερική παραίτηση, έχει ως συνέπεια την αναδρομική ανατροπή των αποτελεσμάτων της άσκησης της αγωγής, αλλά δεν αίρει την όχληση, που επήλθε, ως συνέπεια ασκήσεως δικαιώματος κι οι τόκοι οφείλονται από την όχληση (αρθρ. 340, 345, 346 ΑΚ). Το αίτημα, για καταβολή τόκων από τότε που έπρεπε να εισπραχθούν τα παραπάνω ποσά, πρέπει να απορριφθεί. Πρόκειται για ανώμαλη παρακαταθήκη και σύμφωνα με την παρ.3 του π.δ 298/1986 ο πράκτορας έχει υποχρέωση, να αποστέλλει προς την ασφαλιστική επιχείρηση, για ακύρωση, μέσα σε 2 μήνες από την ημερομηνία παραλαβής τους, τα ασφαλιστήρια έγγραφα, που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλιζόμενους ή αυτά των οποίων δεν έχουν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα. Σε περίπτωση που ο πράκτορας δεν τα αποστείλει, στην παραπάνω προθεσμία, και εφόσον του κοινοποιηθεί σχετική όχληση, από την ασφαλιστική επιχείρηση, για την απόδοση των ασφαλίστρων, εφαρμόζεται η παρ.2 του παραπάνω αρθρ. Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα δεν επικαλείται, ότι το χρονικό διάστημα συμπίπτει με τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας καταβολής των ασφαλίστρων, ή ότι όχλησε τον εναγόμενο πριν την άσκηση της αγωγής, για την καταβολή του παραπάνω ποσού. Μη νόμιμο καθίσταται και το αίτημα για κήρυξη της απόφασης, που θα εκδοθεί, προσωρινά εκτελεστή, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό. Η συζήτηση της αγωγής είναι παραδεκτή, χωρίς να υφίσταται ανάγκη καταβολής δικαστικού ενσήμου, που δεν προσκομίστηκε, όχι διότι ασκήθηκε πριν τις 25/07/11 και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του αρθρ. 70 ν. 3994/11, αλλά γιατί η διάταξη του παραπάνω άρθρου δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις αναγνωριστικές αγωγές, ως αντισυνταγματική, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, θα πρέπει να εξεταστεί και στην ουσία της για να αποδειχτεί και η κατ` αυτή βασιμότητά της.

Κατά της αγωγής δεν υπάρχει ένσταση, που να εξετάζεται αυτεπάγγελτα και για τα γεγονότα, που αναφέρονται, επιτρέπεται ομολογία. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή αυτή και ως βάσιμη στην ουσία της, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο διατακτικό, αφού, λόγω ερημοδικίας του εναγομένου, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που περιέχονται στο δικόγραφο κι αποτελούν την ιστορική της βάση, θεωρούνται ομολογημένοι, με αποτέλεσμα να θεωρείται η αγωγή πλήρως αποδεδειγμένη (αρθρ. 271 παρ.3 όπως ισχύει σε συνδ. με 352 παρ.1 Κ.ολ.Δ. Περαιτέρω, θα πρέπει, να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας κατ` αρθρ. 176 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και να οριστεί το νόμιμο παράβολο ανακοπής ερημοδικίας, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής εκ μέρους του εναγομένου, κατ αρθρ. 505 επ ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Δικάζοντας ερήμην του εναγομένου. 
Ορίζει παράβολο ανακοπής το ποσό των ενενήντα ευρώ (90,00€) 
Απορρίπτει, ότι κρίθηκε απορριπτέο 
Δέχεται την αγωγή. 
Αναγνωρίζει, ότι ο εναγόμενος οφείλει, να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και 39 λεπτών (2.879,39€). 
Καταδικάζει τον εναγόμενο στην δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, την οποία ορίζει στα εκατόν τριάντα ευρώ (130.00 €). 
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2014, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, ενώ απουσίαζαν οι διάδικοι.

Σημείωση. απλά ΕΥΓΕ στην κ. Αναστασιάδου. Θυμηθείτε και σχετική αρθρογραφία μου στην ανάρτηση "Δικαιοσύνη μόνο για τους πλούσιους".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...