Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Η συρρίκνωση των συντάξεων των Ευρωπαίων πολιτών στα εθνικά δικαστήρια.

Γράφει η κ. Αικατερίνη Ρωξάνα, πάρεδρος ΣτΕ [στο βιβλίο “το δημόσιο δίκαιο μέσα από τις αποφάσεις δικαστηρίων”, έκδοση 2016, επιμέλεια Βασίλη Τζέμου, Διδάκτορος στο Πανεπιστήμιο του Freiburg, Προέδρου της Ε.Ε.Δημοσιολόγων, σελίδες 33-44].

Συγχαρητήρια στην Σύμβουλο Επικρατείας κ. Ρωξάνα για την αναδημοσιευόμενη ανάλυση της! Όπως, βεβαίως, και στον κ. Β. Τζέμο για την ποιότητα του βιβλίου στο οποίο περιέχεται η ανάλυση αυτή [Γ.Φ]

Ι. Οικονομική κρίση, συρρίκνωση των συντάξεων και δικαστικός έλεγχος.
Οικονομική κρίση και συρρίκνωση των συντάξεων.


1.
Κατά τη διάρκεια της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσεως των τελευταίων ετών, η οποία επέβαλε την τήρηση αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων και την περιστολή των δημοσίων δαπανών, ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες προχώρησαν στην επιβολή περικοπών στις συντάξεις των πολιτών τους. Κατ' επίκληση επειγουσών αναγκών μειώσεως των δημοσίων ελλειμμάτων και, συνηθέστατα, σε συμμόρφωση προς υποχρεώσεις έναντι διεθνών δανειστών, εισήγαγαν στις νομοθεσίες τους ποικίλα μέτρα, που κυμαίνονται από την απλή αναστολή των αναμενόμενων προσαυξήσεων στις συνταξιοδοτικές παροχές, έως την επ' αόριστον απομείωση ακόμη και ήδη απονεμηθεισών συντάξεων και μάλιστα αναδρομικά.

Η παρέμβαση των δικαστηρίων.

2. Υπό τις συνθήκες αυτές η δικαστική λειτουργία, ως έσχατο καταφύγιο των πολιτών, απέκτησε κομβικό ρόλο, ιδίως στα πλαίσια του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων που επέφεραν την άμεση συρρίκνωση των συντάξεων των εργαζομένων στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα. Ανάλογα με το ισχύον σε κάθε χώρα σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, συγκεντρωτικού ή διάχυτου, τα εθνικά δικαστήρια ανέλαβαν την ευθύνη να αποτιμήσουν τις αποφάσεις του νομοθέτη υπό το πρίσμα των προστατευτικών για τα δικαιώματα των πολιτών διατάξεων του Συντάγματος και του διεθνούς δικαίου. Στις περιπτώσεις αυτές τα δικαστήρια είτε στηρίζοντας τις επιλογές του νομοθέτη είτε ανατρέποντας αυτές δεν απέφυγαν την έντονη κριτική για τις αποφάσεις τους. Ελέγχοντας ρυθμίσεις περικοπής συνταξιοδοτικών παροχών εντασσόμενες σε προγράμματα εξόδου από την οικονομική κρίση αμφίβολης συχνά αποτελεσματικότητας [Προκόπη Παυλόπουλου, Το Δημόσιο Δίκαιο στον αστερισμό της κρίσης, Ο οικονομικός «λαβύρινθος», ο νεοφιλελεύθερος «Μινώταυρος» και ο θεσμικός «Θησέας», τομ. 1, Β' έκδ. 2014, σ. 549-550. Βλ. και Καθημερινή της Κυριακής 6.12.2015σ. 15, «Μια έκθεση από το ΔΝΤ που «πάγωσε» στο παρά πέντε», όπου η ανταποκρίτρια της εφημερίδας στην Ουάσιγκτον Κατερίνα Σώκου αναφέρει τα εξής: «Ελάχιστες αναφορές στην Ελλάδα υπάρχουν σε μία άλλη έκθεση του Ταμείου για τα προγράμματα του στη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, η οποία θα συζητηθεί αύριο στο Εκτελεστικό Συμβούλιο και αναμένεται να δοθεί στη δημοσιότητα μερικές μέρες αργότερα. Όσα δεν λένε όμως χίλιες λέξεις τα δείχνει ένας ...πίνακας. Σύμφωνα με πηγή της «Κ», που έχει δει την έκθεση, αυτός καταδεικνύει ότι η υπερβολική δημοσιονομική προσαρμογή τελικά έχει ως αποτέλεσμα όχι τη μείωση αλλά την εκτόξευση του δημοσίου χρέους, φωτογραφίζοντας ως αντιπαραγωγική τη συνταγή που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα»], τα δικαστήρια ενεπλάκησαν σε ένα πεδίο εντάσεως μεταξύ αυτοπεριορισμού και ακτιβισμού, συχνά δε η πολιτική εξουσία μετέθεσε σε αυτά την ευθύνη κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων, εμπεριεχομένων σε ρυθμίσεις αμφίβολης συνταγματικότητας ή και προδήλως αντισυνταγματικές.

Οι αποφάσεις ΣτΕ 2287-2288/2015 Ολομ.

3. Η παρούσα εισήγηση επιχειρεί να σταχυολογήσει κάποιες από τις απαντήσεις που έδωσαν τα εθνικά ευρωπαϊκά δικαστήρια, όταν τέθηκαν ενώπιον τους ζητήματα περικοπών συνταξιοδοτικών παροχών, υπό την πίεση της καταρρεύσεως της δημοσιονομικής ισορροπίας των κατ' ιδίαν χωρών. Έχει δε ως αφετηρία σχολιασμού τις πρόσφατες αποφάσεις της Ολομελείας του ΣτΕ 2287-2288/2015, που έκριναν αντισυνταγματικές τις νεότερες από μια σειρά έξι διαδοχικών περικοπών απονεμηθεισών συντάξεων (κυρίων και επικουρικών) των ασφαλισμένων του ΙΚΑ. Οι αποφάσεις αυτές του ΣτΕ, δείγμα γραφής του συλλογικού μόχθου, της κοινωνικής ευαισθησίας και της μεθοδολογικής συγκροτήσεων των μελών του, αντιμετώπισαν την κριτική ότι αποτελούν προϊόντα μιας Βολονταριστικής ερμηνείας του Συντάγματος, η οποία απειλεί να εκτροχιάσει τον κρατικό προϋπολογισμό («Βόμβα μεγατόνων στα θεμέλια του προϋπολογισμού», χαρακτηρίζει τις αποφάσεις σχόλιο έγκριτης εφημερίδας). Η αντιπαραβολή τους, πάντως, με αποφάσεις δικαστηρίων άλλων χωρών που τέθηκαν mutatis mutandis ενώπιον εξίσου δύσκολων σταθμίσεων, αναδεικνύει ότι κατά την περίοδο της κρίσεως τα δικαιοδοτικά όργανα στην Ευρώπη ανέπτυξαν συχνά παράλληλα αντανακλαστικά και κριτήρια ελέγχου των νομοθετικών επιλογών. Βασισμένα στις απαιτήσεις του κοινωνικού κράτους δικαίου. Αυτή η αντιστοιχία επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός άτυπου οριζόντιου διαλόγου μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, ο οποίος, παρά τις διαφορές και τις διακυμάνσεις, συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας νομολογίας που λειτουργεί ως ανάχωμα έναντι της συρρικνώσεως των συντάξεων και του βιοτικού επιπέδου των ευρωπαίων πολιτών.

Η μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφαλίσεως στην Ευρώπη.

4.  Οι μειώσεις ήδη απονεμηθεισών συνταξιοδοτικών παροχών αποτελούν, επί του παρόντος τουλάχιστον, την εξαίρεση στις χώρες της δυτικής Ευρώπης, αν και η κρίση των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως αφορά όλες τις χώρες της «γηραιάς» ηπείρου. Ποικίλες ρυθμίσεις εξορθολογισμού των συνταξιοδοτικών συστημάτων έχουν κατά καιρούς θεσπιστεί και υποστεί τη βάσανο του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας. Επρόκειτο συνήθως για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που δεν επέφεραν περικοπές χορηγουμένων παροχών. Αντίθετα, σε χώρες κυρίως της ανατολικής Ευρώπης, τα δικαστήρια τέθηκαν ευθέως ενώπιον περικοπών χορηγουμένων συνταξιοδοτικών παροχών προς άμεση μείωση της σχετικής δημόσιας δαπάνης, α οποίες συχνά κρίθηκαν συνταγματικές από νεοπαγή συνταγματικά δικαστήρια.

IΙ. Η συρρίκνωση των συντάξεων ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Valkov κατά Βουλγαρίας.

5. Αφορμή για την ενασχόληση του ΕΔΔΑ με την περικοπή συντάξεων σε συνθήκες οικονομικής κρίσεως αποτέλεσε η προσφυγή συνταξιούχων κρατικών υπαλλήλων (πιλότων της βουλγαρικής πολεμικής αεροπορίας), οι οποίοι παραπονέθηκαν για την επιβολή ανωτάτου ορίου στην καταβαλλόμενη σε αυτούς μηνιαία σύνταξη γήρατος. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου στην υπόθεση Valkov κατά Βουλγαρίας προβληματίστηκε κατ' αρχάς για το κατά πόσον η επίμαχη ρύθμιση αποτελούσε επέμβαση στην περιουσία των προσφευγόντων, ως εισάγουσα περιορισμό του ποσού της μετά τον αρχικό καθορισμό της βάσει των γενικών διατάξεων. Έκρινε, δε, εντέλει ότι η διάταξη αυτή δεν παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Η κρίση αυτή στηρίζεται στην πάγια θέση του Δικαστηρίου, το οποίο, όταν προκειται για θέσπιση μέτρων οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα, αναγνωρίζει τουλάχιστον σε πρώτο βαθμό ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως υπέρ των αρμοδίων αρχών των συμβαλλομένων κρατών. Σύμφωνα με τον δικαστή του Στρασβούργου, οι εθνικές αρχές, εξαιτίας της άμεσης γνώσεως της κοινωνίας και των αναγκών της είναι καταρχήν περισσότερο αρμόδιες από τον διεθνή δικαστή να εκτιμήσουν τι συνιστά δημόσιο συμφέρον σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Στην κρίση δε του νομοθέτη εναπόκειται η ευθύνη της επιλογής συστήματος περισσότερο αναλογικού (κατά το μοντέλο Μπίσμαρκ) ή περισσότερο αναδιανεμητικού (κατά το μοντέλο Μπέβεριτζ), με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, ενώ τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει κα εναρμονίζονται με την αρχή της αναλογικότητας. Κατέληξε δε το Δικαστήριο στην κρίση ότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση παραβιάσεως του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, καθόσον οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν πραγματική μείωση στις συντάξεις που ελάμβαναν ούτε στερήθηκαν τα μέσα βιοπορημού τους, ενώ ήταν οι καλύτερα αμειβόμενοι συνταξιούχοι σε όλη τη Βουλγαρία.

Frimu κατά Ρουμανίας.

6. Εξάλλου, στην απόφαση Frimu και λοιποί κατά Ρουμανίας της 7.2.2012 το ΕΔΔΑ οριοθέτησε το ρόλο του σε σχέση με τα εθνικά δικαστήρια και στο πεδίο των περικοπών συνταξιοδοτικών παροχών. Το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή συνταξιούχων δικαστικών υπαλλήλων που αφορούσε αντιφατικές αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων και του Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι οποίες είχαν τελικώς θεωρήσει ως σύμφωνες με το Σύνταγμα περικοπές των συντάξεων τους προς εξασφάλιση δημοσιονομικής ισορροπίας σε περίοδο οικονομικής κρίσεως. Αιτιολογώντας την απόρριψη των προσφυγών το ΕΔΔΑ  υπενθύμισε ότι δεν έχει ως αποστολή να υποκαθιστά τα εθνικά δικαστήρια. Η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εναπόκειται καταρχάς στις εθνικές αρχές και μάλιστα στα δικαστήρια. Ο ρόλος του ΕΔΔΑ περιορίζεται στη διαπίστωση της συμβατότητας των κριθέντων προς τις διατάξεις της Συμβάσεως. Δεν είναι, συνεπώς, αρμόδιο να ελέγχει την ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας στην οποία έχουν προβεί τα εθνικά δικαστήρια, εκτός από περιπτώσεις που στερούνται καταφανώς λογικής θεμελιώσεως. Ούτε, εξάλλου, είναι αρμόδιο να συγκρίνει διαφορετικές αποφάσεις των δικαστηρίων, την ανεξαρτησία των οποίων σέβεται [Αντίστοιχες σκέψεις περιλαμβάνονται και στην απόφαση Koniakina κατά Γεωργίας της 18ης Ιουνίου 2012, στην οποία μάλιστα τονίστηκε ότι ακόμη και η εγγυητική για τα συνταγματικά δικαιώματα νομολογία των δικαστηρίων δεν μπορεί «να λειτουργήσει ως ασπίδα για να αποτρέψει τέτοιες μεταβολές στο μέλλον» (Βλ. αναλυτικότερα σε Χριστίνας Ακριβοπούλου, Περιορισμός συνταξιοδοτικού δικαιώματος και δημοσιονομική κρίση ΔτΑ 65/2015, σ. 661-664)].
7. Με βάση τα νομολογιακά αυτά προηγούμενα η ανταπόκριση του ΕΔΔΑ στις προσφυγές Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος (απόφαση) της 7.5.2013) και de Conceicao Mateus και Santos Januario κατά Πορτογαλίας (απόφαση της 31.10.2013) ήταν μάλλον αναμενόμενη. Ο παροδικός και περιορισμένος χαρακτήρας των περικοπών, ενόψει των εξαιρετικής βαρύτητας δημοσιονομικών προβλημάτων αλλά και των κριθέντων από τα εθνικά δικαστήρια δεν δικαιολογούσε τον ισχυρισμό για παραβίαση της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ της περιστολής του δικαιώματος στην περιουσία των προσφευγόντων και στο δημόσιο συμφέρον της εξυγιάνσεως των δημοσίων οικονομικών.

Παραβίαση άρθρου 1 ΠΠΠ.

8.  Αντίθετα, σε περιπτώσεις είτε ολοκληρωτικής αποστερήσεως είτε ουσιαστικής απομειώσεως της αξίας της συνταξιοδοτικής παροχής το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει την παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου. Χαρακτηριστικές είναι οι αποφάσεις Solodyuk κατά Ρωσίας (απόφαση της 12.7.2005) και Stefanetti κατά Ιταλίας (απόφαση της 15.4.2014). Η πρώτη υπόθεση αφορούσε περίπτωση καθυστερημένης καταβολής συντάξεως γήρατος, η οποία λόγω της διάρκειας της, του υψηλού πληθωρισμού και της υποτιμήσεως του νομίσματος επέφερε σημαντική μείωση της πραγματικής αξίας της καταβληθείσας τελικώς παροχής. Το Δικαστήριο δέχεται ότι μπορεί μεν να μην κατοχυρώνει αξίωση σε συγκεκριμένο ύψος συντάξεως, αναγνωρίζει όμως ότι η σύνταξη συνιστά μια οικονομική αξία, η οποία καθορίζεται τη στιγμή της συνταξιοδοτήσεως. Η εκπλήρωση της παροχής πραγματοποιείται όχι με την καταβολή ενός ποσού αλλά μιας αξίας, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία εκτός από τις καταβληθείσες εισφορές και τα έτη ασφαλίσεως, όπως ο πληθωρισμός και ο δείκτης τιμών καταναλωτή. Όπως επισημαίνεται, εάν οι εξωτερικές συνθήκες είναι τέτοιες που ουσιαστικά εξανεμίζουν την αξία της συνταξιοδοτικής παροχής, τότε το κοινωνικό κράτος έχει αποτύχει στο βασικό του σκοπό, να διασφαλίζει δηλαδή ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβιώσεως για τον συνταξιοδοτούμενο πληθυσμό. Εξάλλου, στην απόφαση Stefanetti κατά Ιταλίας του 2014 το Δικαστήριο υπενθύμισε καταρχάς ότι η άρση δυσμενών διακρίσεων και ο έλεγχος των κρατικών δαπανών αποτελούν θεμιτούς σκοπούς για τη διασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης και την προστασία της οικονομικής ευρωστίας του κράτους. Έκρινε, πάντως, ότι η περικοπή των συντάξεων των προσφευγόντων σε ποσοστό 67% συνιστούσε μια δυσανάλογη επιβάρυνση που παραβίαζε την αρχή της δίκαιης ισορροπίας.

ΕΔΔΑ και κοινωνικά δικαιώματα.

9. Η αναγνώριση εκ μέρους του ΕΔΔΑ της προτεραιότητας των εθνικών αρχών στη ρύθμιση ζητημάτων που άπτονται της κατανομής των περιορισμένων δημόσιων πόρων στο πεδίο της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν επέτρεψε στο Δικαστήριο αυτό να καταστεί προνομιακό πεδίο συγκλίσεως των εθνικών πολιτικών. Η αναζήτηση κοινών τόπων με τη χρήση συγκριτικής μεθόδου και η ανεύρεση και αποκρυστάλλωση ευρύτερων συναινέσεων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία χαρακτηρίζει το έργο του Δικαστηρίου στο κατεξοχήν πεδίο αρμοδιότητας του, αυτό δηλ. της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, δεν φαίνεται προς το παρόν να έχει πεδίο εφαρμογής στο χώρο της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπου έχουν καθοριστικό ρόλο οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων στην ΕΣΔΑ κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης, τόσο στο οικονομικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών παροχών.
10. Η βασική εντούτοις ερμηνευτική συμβολή του Δικαστηρίου του Στρασβούργου στην κατοχύρωση ενός δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση έγκειται στην υπαγωγή του, ως περιουσιακού δικαιώματος στην έννοια της περιουσίας, όπως προστατεύεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Με τον τρόπο αυτό ο κάθετος διάλογος των εθνικών δικαστηρίων με το ΕΔΔΑ εμπλούτισε και την εθνική νομολογία με ερμηνευτικά εργαλεία χρήσιμα στις δύσκολες σταθμίσεις ανάμεσα στο δημοσιονομικό συμφέρον και στην διαφύλαξη του κοινωνικού κράτους δικαίου, άφησε δε περιθώριο να αναπτυχθεί ένας άτυπος οριζόντιος διάλογος μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, που βοηθά την εξέλιξη της νομολογίας.

III. Η αντίσταση των εθνικών δικαστηρίων απέναντι στη συρρίκνωση των συντάξεων των Ευρωπαίων πολιτών.

11.  Βασικές θέσεις που αποτυπώνονται με διάφορες παραλλαγές στις συναφείς αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, διευρύνοντας με τον τρόπο αυτό το νομολογιακό corpus των αποφάσεων του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.
(Α) Η οικονομική κρίση ενδέχεται να παρέχει στο νομοθέτη ελευθερία δράσεως προκειμένου να εφαρμόσει διαρθρωτικά μέτρα, ακόμη και αν αυτά παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα

Εξαιρετικές περιστάσεις και περικοπή συντάξεων.

12. Όταν οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι είναι εξαιρετικά περιορισμένοι, ο νομοθέτης δύναται να μεταβάλει τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως προς το σκοπό της διατηρήσεως ενός δίκαιου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως (Συνταγματικό Δικαστήριο Λετονίας της 21.12.2009, που ακολουθεί συγκλίνουσα γνώμη δικαστή σε απόφαση του ΕΔΔΑ του 2004). Κατά την άποψη του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Λιθουανίας (απόφαση της 20.4.2010), μόνο σε περίπτωση εξαιρετικής ανάγκης, που συνίσταται στην αδυναμία συγκεντρώσεως των απαραίτητων πόρων και αφού έχουν εξαντληθεί όλες οι εναλλακτικές λύσεις είναι δυνατή η μείωση των συντάξεων. Αντίστοιχη σκέψη διατυπώνει και το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας στην απόφαση 187/5.4.2013.
13. Η εκδίκαση αγωγών συνταξιούχων του ΙΚΑ και των ειδικών μισθολογίων, στα πλαίσια του θεσμού της πρότυπης δίκης έδωσαν την ευκαιρία στο ΣτΕ σε επταμελή σύνθεση του Α' Τμήματος και σε Ολομέλεια, καθώς και στην Ολομέλεια ΕλΣυν να αναπτύξει ένα ανάλογο σκεπτικό. Σε περιπτώσεις «παρατεταμένης οικονομικής κρίσης» κατά τη διατύπωση του ΕλΣυν στην 4327/2014 απόφαση του ή «εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών», κατά τη διατύπωση του ΣτΕ στις σχολιαζόμενες αποφάσεις 2287-2290/2015 Ολομελείας, όταν προκύπτει αιτιολογημένα ότι το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή χρηματοδότηση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και δεν υφίσταται δυνατότητα διασφαλίσεως της βιωσιμότητας τους με άλλα μέσα, ο νομοθέτης μπορεί να αποφασίζει μειώσεις στις απονεμόμενες από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς συντάξεις και υπό την προϋπόθεση ότι τηρεί τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών και δεν παραβιάζει το συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος. Όπως έχει υποστηριχθεί, σε αντίθεση με προγενέστερες αποφάσεις του ΣτΕ που αναγνώριζαν μια σχεδόν χωρίς όρια ελευθερία κινήσεων στο νομοθέτη, η νομολογία αυτή, και μάλιστα κατά τούτο ομοφώνως, καθιερώνει ένα κεκτημένο δικαίωμα στη λήψη σύνταξης συγκεκριμένου ύψους, το οποίο δεν μπορεί να θιγεί παρά μόνο υπό τη συνδρομή εξαιρετικών δημοσιονομικών περιστάσεων.

(Β) Τα μέτρα περιστολής απονεμηθεισών παροχών απαιτούν ειδική αιτιολόγηση με τη σύνταξη αναλυτικής μελέτης των επιπτώσεων τους στο βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων και εξέταση των εναλλακτικών λύσεων.

Αιτιολόγηση και μελέτη επιπτώσεων.

14. Στις σχολιαζόμενες αποφάσεις Ολομελείας ΣτΕ κρίθηκε ότι η σύνταξη μελέτης επιπτώσεων είναι το μέσο με το οποίο καθίσταται εφικτός και ουσιαστικός ο έλεγχος της συνταγματικότητας των περιοριστικών για τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές επιλογών του νομοθέτη. Αντίστοιχες απαιτήσεις για αυξημένη αιτιολόγηση των σχετικών νομοθετικών επιλογών απαντώνται σε αποφάσεις των Συνταγματικών Δικαστηρίων της Λετονίας, της Ιταλίας και της Ολομελείας Ελεγκτικού Συνεδρίου. Οι αποφάσεις της Ολομελείας ΣτΕ, με αρκετά πολυτελέστερη διατύπωση, επιβάλλουν, πριν την λήψη των επαχθών για τους συνταξιούχους μέτρων, να συντάσσεται «ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη», από την οποία να προκύπτει αφενός η προσφορότητα και αναγκαιότητα των μέτρων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος Βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ώστε να δύναται να ελεγχθεί η τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και αφετέρου οι επιπτώσεις από τα μέτρα στο βιοτικό επίπεδο των πληττομένων προσώπων, προκειμένου να ελεγχθεί ο σεβασμός του πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση. Μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όταν συντρέχει άμεση απειλή καταρρεύσεως της οικονομίας της χώρας και λαμβάνονται κατεπείγοντα μέτρα για την αποτροπή της, δικαιολογούνται παρεκκλίσεις ως προς την αναγκαιότητα της υπάρξεως ή ως προς το περιεχόμενο της μελέτης. Τέτοια ακραία περίπτωση συνέτρεχε τα δύο πρώτα χρόνια της κρίσεως 2010-2012 και συνεπώς οι αρχικές περικοπές των συντάξεων της περιόδου αυτής δεν απαιτούσαν τη σύνταξη ειδικής μελέτης. Αντιθέτως, οι επίδικες ρυθμίσεις των νόμων 4051 και 4093/2012 που επακολούθησαν χωρίς να λάβει χώρα η ειδική μελέτη αντίκεινται στο Σύνταγμα.

Βαθύς έλεγχος αρχής αναλογικότητας.

15. Παρατηρούμε εδώ ότι το ΣτΕ δεν περιορίζεται σε έναν οριακό έλεγχο της αναλογικότητας των μέτρων, που να περιλαμβάνει μόνο την εξέταση του προδήλως απρόσφορου ή του μη αναγκαίου χαρακτήρα τους. Προέβη σε έναν εντονότερο, βαθύ έλεγχο της αναλογικότητας των επίδικων περικοπών, υιοθετώντας τις θέσεις της μειοψηφίας παλαιότερων αποφάσεων του (ΣτΕ 668/2012, 1285/2012, 2307/2014 κ.α.) και εμπλουτίζοντας τη νομολογία που ανέπτυξε για τις περικοπές στα ειδικά μισθολόγια των στρατιωτικών (ΣτΕ 2192/2014 Ολομ.) και των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ (ΣτΕ 4741/2014 Ολομ.). Το Δικαστήριο, προκειμένου για τέτοιας φύσεως σύνθετα επιστημονικά και τεχνικά ζητήματα, όπως είναι οι επεμβάσεις στο σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως, που απαιτούν εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις και σφαιρική, διεπιστημονική προσέγγιση, θεωρεί αναγκαία τη σύνταξη μελετών που να αναλύουν τα αίτια του προβλήματος, τις επιπτώσεις των ρυθμίσεων, τις τυχόν εναλλακτικές δυνατότητες και την αξιολόγηση τους. Χωρίς να υποκαθιστά το νομοθέτη στις επιλογές του, απαιτεί την τήρηση μιας διαδικασίας ορθολογικής νομοθετήσεως, που έχει ως συνταγματικό έρεισμα τη γενικότερη υποχρέωση του νομοθέτη για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» του άρθρου 106 παρ. 1 του Συντάγματος. Η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομοθετικών επιλογών στην περίπτωση περικοπής των συντάξεων με μια σύνθετη και πολυεπίπεδη μελέτη, που διαφέρει από την αναλογιστική μελέτη βιωσιμότητας ενός ασφαλιστικού ταμείου, απηχεί τη λογική των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στο δίκαιο του Περιβάλλοντος, των social impact assessments του Βρετανικού δικαίου αλλά και γενικότερες αρχές ορθολογικής νομοθετήσεως, που έχουν υιοθετηθεί και από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Εντάσσει δε τις σχολιαζόμενες αποφάσεις στη σύγχρονη τάση που έχει αναπτυχθεί στη διεθνή νομολογία κατά τον δικαστικό έλεγχο νομοθετικών μέτρων που αφορούν τη συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, η οποία συνίσταται στην εστίαση στον τρόπο με τον οποίο ο νομοθέτης θεμελιώνει τα επίμαχα μέτρα.

(Γ) Προκειμένου να διαφυλάσσεται ο πυρήνας του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος και η ισότητα ενώπιον των δημοσίων Βαρών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επιβαρύνσεων που έχουν επιβληθεί με προηγούμενα νομοθετήματα.

Συνεκτίμηση συνολικών επιβαρύνσεων.

16. Τη θέση αυτή, που αντλεί την έμπνευση της από τη νομολογία του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, υιοθετεί και το πορτογαλικό Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφαση του 353/2012. Ακολούθως, η «θεωρία του σωρευτικού αποτελέσματος», μετά τις αποφάσεις του ΣτΕ για τα μισθολόγια των στρατιωτικών και των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ, καθώς και στην ΕλΣυν Ολομ. 4327/2014 για τις περικοπές στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και τα εδικά μισθολόγια (σκέψη 12), υιοθετείται και στις σχολιαζόμενες αποφάσεις. Σύμφωνα με αυτές, ο νομοθέτης υποχρεούται, προτού να αποφασίζει περικοπές στις συντάξεις, να συνυπολογίζει τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετωπίσεως της κρίσεως (αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), συνδυαζόμενα με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδραση της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων) στο επίπεδο ζωής των συνταξιούχων, ούτως ώστε να διαφυλάσσεται ο πυρήνας του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος. Ανάλογη ήταν η άποψη της μειοψηφίας των παραπεμπτικών στην Ολομέλεια αποφάσεων 3410/2014 και 3663/2014 της επταμελούς συνθέσεως του Α' Τμήματος, η οποία μνημόνευε ρητά θέσεις ευρωπαϊκών και διεθνών ελεγκτικών οργάνων αρμόδιων για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και την από 7.12.2012 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων στην υπόθεση Ομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά Ελλάδος, με την οποία έγινε δεκτό ότι το σωρευτικό αποτέλεσμα των περιοριστικών μέτρων είναι ικανό να επιφέρει μια σημαντική υποβάθμιση του επιπέδου ζωής ενός σοβαρού αριθμού συνταξιούχων. Έχει καταστεί κοινός τόπος ότι, ενόψει της εκτεταμένης φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής και της οικονομικής ύφεσης, τα εισοδήματα των συνταξιούχων υπήρξαν συχνά ο εύκολος στόχος πολλαπλών επιβαρύνσεων, κατά παράβαση της ισότητας ενώπιον των δημοσιονομικών βαρών.

(Δ) Η κατ' αρχήν αποδοχή από τα εθνικά δικαστήρια της συνταγματικότητας των περικοπών στις συντάξεις δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη σε περίπτωση που τα επίμαχα μέτρα διατηρούνται επ' αόριστον και εντείνονται.

Η εξέλιξη του δικαστικού ελέγχου.

17. Η στάση των εθνικών δικαστηρίων στο ζήτημα της συρρικνώσεως των συντάξεων ενόψει της οικονομικής κρίσεως χαρακτηρίζεται συχνά από μια κατ' αρχήν υποστήριξη των νομοθετικών επιλογών, ενόψει του χρονικά και ποσοτικά περιορισμένου της επεμβάσεως, την οποία ακολουθεί η κρίση ότι η παράταση και επαύξηση τους δεν είναι πλέον συνταγματικά ανεκτή. Η περίπτωση του Πορτογαλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι χαρακτηριστική, καθώς την αρχική απόφαση 396/21.9.2011 που έκρινε συνταγματικές τις περικοπές του πρώτου έτους της εφαρμογής του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής διαδέχθηκε η 353/12.7.2012, που απομακρύνθηκε από το πρόσφατο νομολογιακό προηγούμενο. Εξάλλου, στην πρόσφατη απόφαση 70/10.3.2015 του ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που αφορούσε τη συνταγματικότητα διετούς αναστολής της ΑΤΑ για τις συντάξεις άνω των 1.200 ευρώ, παρατηρείται μεταστροφή σε σχέση με την απόφαση 316/2010 του ίδιου δικαστηρίου. Το Δικαστήριο συνεκτίμησε στην κρίση του ότι η προειδοποίηση που είχε απευθύνει προς το νομοθέτη με την προηγούμενη απόφαση του δεν είχε εισακουσθεί, ενώ είχε θιγεί το δικαίωμα σε επαρκή σύνταξη στο όνομα δημοσιονομικών απαιτήσεων που δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένες.

Ο διάλογος νομοθέτη και δικαστή.

18. Η ύπαρξη διαλόγου μεταξύ νομοθέτη και δικαστή μπορεί να διαγνωσθεί και στις αποφάσεις του ΣτΕ του 2015 για τις περικοπές των συντάξεων. Ήδη στην απόφαση 668/2012 της Ολομελείας για το πρώτο Μνημόνιο, η οποία είχε απορρίψει κατά πλειοψηφία αιτήσεις ακυρώσεως κατά της εφαρμογής μέτρων περικοπής αποδοχών και συντάξεων, είχαν επισημανθεί οι προοπτικές του δικαστικού ελέγχου που ανοίγονταν. Από την πλευρά της πλειοψηφίας οι επίδικες περικοπές είχαν κριθεί «ως -κατ' αρχήν» μόνο ανεκτές, οι δε επικαλούμενοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος -κατ' αρχήν» μόνο μπορούσαν να δικαιολογήσουν επεμβάσεις στο δικαίωμα. Οι προοπτικές του δικαστικού ελέγχου, που υπαινικτικά άφηνε να διαφανούν η πλειοψηφία της αποφάσεως, διευκρινίζονταν στις γνώμες της μειοψηφίας, οι οποίες τόνιζαν την ανάγκη συντάξεως ειδικής και συνολικής οικονομικής μελέτης, καθώς και τον σεβασμό στη συνταγματική επιταγή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών. Επαληθεύθηκαν δε με τις αποφάσεις της Ολομελείας του 2015, όπου, ενόψει της επιβολής αλλεπάλληλων και αόριστης διάρκειας περικοπών, οι προηγούμενες μειοψηφικές απόψεις κατέστησαν απόφαση της πλειοψηφίας των δικαστών.

(Ε) Ο περιορισμός κατά χρόνο των αποτελεσμάτων των αποφάσεων που έκριναν αντισυνταγματικές τις περικοπές των συντάξεων προς μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων.

Ο κατά χρόνον περιορισμός αποτελεσμάτων των αποφάσεων.

20. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, στις σχολιαζόμενες αποφάσεις της Ολομελείας, προέβη κατά πλειοψηφία σε αναλογική εφαρμογή διατάξεων που αφορούσαν τον κατά χρόνο περιορισμό των αποτελεσμάτων ακυρωτικών αποφάσεων, στάση που επικρίθηκε από μερίδα της θεωρίας. Το Δικαστήριο, κατ' επίκληση και νομολογίας του ΔΕΕ, μετά από στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, ενόψει της οξυμένης δημοσιονομικής κρίσης και της ταμειακής δυσχέρειας του ελληνικού Κράτους, όρισε ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων ισχύουν αναδρομικά μόνο για τους διαδίκους και όσους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για τους λοιπούς θιγέντες συνταξιούχους επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αγωγών μπορεί να γίνει μόνο για μέλλουσες και όχι για παρελθούσες αξιώσεις.
IV. Η συρρίκνωση των συντάξεων ενώπιον της αμερικανικής δικαιοσύνης.

Ανώτατα πολιτειακά δικαστήρια των ΗΠΑ και συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων
.

21. Μετά τη συνοπτική αυτή αναφορά στην στάση που τήρησαν και στις βασικές θέσεις που υιοθέτησαν τα εθνικά δικαστήρια της Ευρώπης, λειτουργώντας ως ανάχωμα έναντι της συρρικνώσεως των συντάξεων των ευρωπαίων πολιτών, η αντιπαραβολή με τα συμβαίνοντα πέραν του Ατλαντικού προσφέρει μια σφαιρικότερη προοπτική στη σχετική προβληματική. Τα πολιτειακά δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής έκριναν σε πρόσφατες αποφάσεις τη συνταγματικότητα νομοθετημάτων που επέβαλαν περικοπές στις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα δημοσιονομικά προβλήματα Πολιτειών που βρίσκονταν στα όρια της χρεοκοπίας. Σε πολιτείες όπως η Αριζόνα, το Ιλλινόις και το Νιου Τζέρσεϋ η σθεναρή αντίσταση των πολιτειακών δικαστηρίων, και μάλιστα των Ανωτάτων αναδεικνύει την αντοχή των συνταγματικών τους κειμένων αλλά και την ισχύ των ερμηνευτών τους.

Αντισυνταγματικότητα περικοπών.

22.  Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ιλλινόις της 8.5.201510, ειδικότερα, επιβεβαίωσε την κρίση του περιφερειακού δικαστηρίου της κομητείας του Sangamon, η οποία, στα πλαίσια του ελέγχου που ασκούν οι δικαστές κάθε βαθμού στις ΗΠΑ, είχε κρίνει αντισυνταγματικές τις επίδικες περικοπές στις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων. Η επιχειρηματολογία του δικαστηρίου αναδεικνύει την αμερικανική διάσταση στα ζητήματα των σχέσεων δικαστικής και νομοθετικής εξουσίας στα πλαίσια ενός συνταγματικού δημοκρατικού πολιτεύματος. Η προστασία των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων στο Ιλλινόις, όπως και σε άλλες πολιτείες των ΗΠΑ έχει συνταγματικό έρεισμα, αντίστοιχο με εκείνο που υπάρχει για τις αποδοχές των δικαστών [«Η προστατευτική για τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων ρήτρα του Συντάγματος του Ιλλινόις του 1970 οφείλεται στο γεγονός ότι, βάσει της προηγούμενης εμπειρίας του, ο λαός του Ιλλινόις δεν εμπιστευόταν το νομοθέτη στο ζήτημα των συντάξεων των κρατικών υπαλλήλων. Από τη δημιουργία συστήματος συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων του Ιλλινόις υπήρχε σύγκρουση ανάμεσα στην ευθύνη της Πολιτείας να το χρηματοδοτεί και στην εκπλήρωση άλλων υποχρεώσεων της, ήδη δε από το 1917 γινόταν λόγος για χρεοκοπία του συστήματος. Ο σκοπός συνεπώς της ειδικής διατάξεως στο Σύνταγμα ήταν η εξάλειψη κάθε αμφιβολίας σχετικά με την υποχρέωση της Πολιτείας να καταβάλει συντάξεις στους υπαλλήλους της, με τη δημιουργία μιας συμβατικής σχέσεως μεταξύ της Πολιτείας και των υπαλλήλων της, καθώς και η απαίτηση τα οφέλη της σχέσεως αυτής να μην περιορίζονται. Η σχετική ρήτρα δημιουργούσε υποχρέωση της Πολιτείας να καταβάλει τις συντάξεις και απαγόρευε τη μείωση των παροχών. Οι συντάκτες του Συντάγματος ήθελαν να εξασφαλίσουν ότι, ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση του δήμου ή της Πολιτείας, εκείνοι που είχαν εργαστεί για πολύ χρόνο συχνά με υποβαθμισμένους μισθούς μπορούσαν τουλάχιστον να έχουν την προσδοκία αξιοπρεπούς διαβιώσεως στην τρίτη ηλικία»]. Το Δικαστήριο απορρίπτει το επιχείρημα της Κυβερνήσεως ότι η χρηματοδότηση του συστήματος συνταξιοδοτήσεως και οι δημόσιες δαπάνες εν γένει είναι τόσο αυξημένα ώστε επιβάλλεται να ληφθούν έκτακτα μέτρα προκειμένου να παρακαμφθούν τα δικαιώματα και η προστασία που παρέχει το Σύνταγμα προκειμένου να προστατευθεί το δημόσιο συμφέρον. Αντλώντας επιχειρήματα από παλαιότερη νομολογία του αποφαίνεται ότι οι οικονομικές κρίσεις είναι φαινόμενο κυκλικό και επαναλαμβανόμενο. Κατά τη διάρκεια της «Μεγάλης Ύφεσης» του 1929, για παράδειγμα, η πόλη του Σικάγο είχε παραλείψει να καταβάλει μέρος της αναγκαίας χρηματοδοτήσεως για τους μισθούς των δικαστών, ενώ το 2004 ο κυβερνήτης στα πλαίσια ενός προγράμματος λιτότητας χρησιμοποίησε το δικαίωμα αρνησικυρίας του για να μειώσει την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των συντάξεων των πολιτειακών δικαστών. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τις σκέψεις των συναφών αποφάσεων του 1935 και του 2004, οι οποίες κατέρριψαν ως αντικείμενες στο Σύνταγμα τις περικοπές στις συντάξεις των δικαστών και στην κρινόμενη διαφορά, η οποία αφορούσε συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων και όχι δικαστών. «Καμία αρχή του δικαίου»,  αναφέρουν οι δικαστές, «δεν μας επιτρέπει να παραβλέψουμε τις απαιτήσεις του Συντάγματος για οικονομικούς λόγους, όσο επιτακτικοί και αν φαίνονται».

Ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών.

23. Το Δικαστήριο, εξάλλου, μνημονεύει ως έρεισμα τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ για την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών και διαπιστώνει ότι ο νομοθέτης δεν προσπάθησε εν προκειμένω να κατανείμει το βάρος των δημοσιονομικών προβλημάτων εξίσου σε όλους τους κατοίκους του Ιλλινόις ούτε καν μεταξύ άλλων αντισυμβαλλομένων του, όπως οι προμηθευτές του, ούτε εξέτασε εναλλακτικές λύσεις πριν προβεί στις επίμαχες περικοπές.

Η διαφύλαξη του κράτους δικαίου σε συνθήκες κρίσης.

24. Η επίδικη νομοθεσία συνιστούσε κατά την κρίση του Δικαστηρίου την πιο πρόσφατη πράξη της συνεχιζόμενης πολιτικής διαμάχης σε βάρος των δικαιωμάτων των συνταξιούχων του Δημοσίου, η οποία επιβεβαιώνει ότι οι ανησυχίες των συντακτών του Συντάγματος και των πολιτών που το επικύρωσαν ήταν δικαιολογημένες [Καταρρίπτοντας την επιχειρηματολογία περί εκτάκτων περιστάσεων που επιβάλλουν την περιστολή της συνταγματικής προστασίας των συντάξεων, το Δικαστήριο υποστηρίζει ότι «αν η επίκληση των εκτάκτων περιστάσεων μπορούσε να καταστήσει αδρανή ρητά συνταγματικά δικαιώματα, όποτε ο νομοθέτης έκρινε ότι συνέτρεχαν οικονομικοί ή άλλοι λόγοι, δεν θα κινδύνευαν μόνο οι συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά δεν θα ήταν ασφαλές κανένα δικαίωμα ή περιουσιακό αγαθό. Σήμερα είναι ο περιορισμός του δικαιώματος στη σύνταξη, αύριο η αναστολή της υποχρεώσεως της Πολιτείας να καταβάλει τις οφειλές της, στη συνέχεια η κατάσχεση του επενδυτικού κεφαλαίου. Με βάση τα επιχειρήματα της Πολιτείας το μόνο όριο στις έκτακτες περιστάσεις είναι το εύρος της έκτακτης ανάγκης. Η νομοθετική εξουσία θα μπορούσε να πράξει οτιδήποτε θεωρούσε αναγκαίο υπό τις περιστάσεις. Και ακόμα χειρότερο, με τις αποφάσεις της για την κατανομή των πόρων θα μπορούσε να δημιουργήσει τις ίδιες τις επείγουσες συνθήκες για να δικαιολογήσει την αναστολή των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει και προστατεύει το Σύνταγμα»]. Αφού δε μνημονεύει την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που πριν ενάμιση αιώνα κατέρριψε ως αντισυνταγματική τη χρήση των εκτάκτων εξουσιών του Προέδρου Λίκνολν για την αναστολή των συνταγματικών δικαιωμάτων στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, περίοδο εκτάκτων συνθηκών που επισκιάζει τις τρέχουσες συνθήκες, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ιλλινόις αναδεικνύει την επικαιρότητα των σχετικών διατυπώσεων: «Το Σύνταγμα είναι νόμος για κυβερνήτες και κυβερνώμενους, στον πόλεμο όπως και στην ειρήνη και καλύπτει με την ασπίδα της προστασίας του όλους τους ανθρώπους, σε όλους τους καιρούς και υπό όλες τις συνθήκες» [Απόσπασμα από την απόφαση ex parte Milligan του 1866 του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, όπως μνημονεύεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ιλλινόις]. Συνοψίζοντας, δε, τις θέσεις της αμερικανικής δικαστικής σκέψεις στις δύσκολες σταθμίσεις που επιβάλλει η οικονομική κρίση το Δικαστήριο παρατηρεί: «Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Πολιτεία και οι τοπικές κυβερνήσεις του Ιλλινόις είναι γνωστές και σημαντικές. Αποφασίζοντας με τον τρόπο αυτό σήμερα δεν θέλουμε να μειώσουμε τη σοβαρότητα των προβλημάτων της Πολιτείας ή το μέγεθος των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι εκλεγμένοι μας αντιπρόσωποι. Είναι υποχρέωση μας, εντούτοις, όπως και δική τους, να εξασφαλίζουμε την τήρηση του δικαίου. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιστάσεις. Είναι ιδιαίτερα αναγκαίο σε καιρούς κρίσεων, όταν, όπως αποδεικνύει αυτή η υπόθεση, ακόμη και σαφείς αρχές και παγιωμένα νομολογιακά προηγούμενα τίθενται εν αμφιβάλω. Η κρίση δεν αποτελεί δικαιολογία για την εγκατάλειψη του κράτους δικαίου. Είναι μια πρόσκληση να το υπερασπίσουμε. Ο τρόπος που θα ανταποκριθούμε σε αυτή την πρόσκληση θα κρίνει την αφοσίωση μας στις αρχές της δικαιοσύνης, τις οποίες έχουμε ορκιστεί να διαφυλάσσουμε».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...