Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Απεργία, παρανομία, κατάχρηση δικαιώματος, ομολογία

Απεργία. Νομική φύση αυτής. Προϋποθέσεις για τη νόμιμη άσκησή της. Η μη συνδρομή κάποιας από αυτές καθιστά την απεργία παράνομη. Έννοια παρανόμου. Η ειδική νομοθετική πρόβλεψη για το δικαίωμα της απεργίας των εργαζομένων των επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας. Τέτοια θεωρείται και η επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας τη διύλιση πετρελαίου, την παραγωγή και εμπορία καυσίμων. Δικαιώματα του εργοδότη κατά του οποίου στρέφεται η απεργία. Εφαρμοστέες διατάξεις. Έλεγχος του δικαστηρίου περί της νομιμότητας της απεργίας υπό το πρίσμα της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Ζημία της επιχείρησης από την απεργιακή κινητοποίηση. Πρόβλημα στον ανεφοδιασμό με καύσιμα νοσοκομείων και αεροδρομίων. Στάθμιση βλάβης της επιχείρησης - ωφέλειας των εργαζομένων από την απεργία. Καταχρηστική η απεργιακή κινητοποίηση υπερβαίνουσα προφανώς τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος και αντικείμενη στην αρχή της αναλογικότητας. Πολιτική δικονομία. Απόδειξη. Δικαστική ομολογία διαδίκου. Έννοια. Προϋποθέσεις πλήρους απόδειξης αυτής. Πρόσθετη παρέμβαση. Έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτής. Ένδικα μέσα. Αναίρεση. Λόγοι. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δεν ιδρύουν τον κατ’ άρθ. 559 αριθμ. 8 λόγο αναίρεσης. 

Άρειος Πάγος, Α1` Πολιτικό Τμήμα, 543/2013.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

1. Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663- 677 ΚΠολΔ, υπ` αριθ. 1770/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 636/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως κατ` ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της τελευταίας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί καταχρηστική η απεργία των εργαζομένων στις εγκαταστάσεις της, που είχε κηρύξει το αναιρεσείον, συνδικαλιστικό τους σωματείο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμη την αγωγή. Συγκεκριμένα: 1) αναγνώρισε ότι η απεργία, που είχε κηρύξει το αναιρεσείον ήταν καταχρηστική, 2) υποχρέωσε το τελευταίο τούτο, να παραλείψει στο μέλλον την κήρυξη και πραγματοποίηση απεργιών με τα ίδια αιτήματα και 3) απείλησε σε βάρος του χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της πιο πάνω καταψηφιστικής διάταξης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
2. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "αν, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση από κάποιο πρόσωπο μπορεί να ασκηθεί και το πρώτο ενώπιον του Αρείου Πάγου. Από την ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει επίσης, ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επί αναιρέσεως (άρθρο 675Α ΚΠολΔ) "Αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια, έχουν το δικαίωμα "να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση" (Ολ. ΑΠ 4/2012). Στην προκειμένη υπόθεση, με το από 24-12-2012 δικόγραφο, άσκησε, πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση η Τριτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ- ΓΣΣΕ", μέλος της οποίας είναι η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία ".........", μέλος της οποίας είναι το αναιρεσείον. Επικαλείται δε ως έννομο συμφέρον, την προστασία του δικαιώματος της απεργίας των μελών της. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, υφίσταται στο πρόσωπο της παρεμβαίνουσας το αναγκαίο έννομο συμφέρον και, εφόσον η παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναιρέσεως.
3. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. ΑΠ 15/ 2006). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ` ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του ν. 1264/1982, όπως αυτά ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις, προσθήκες και αντικαταστάσεις με τους νόμους 1965/1990 και 2224/1994, τα οποία ρυθμίζουν τον τρόπο νόμιμης άσκησης του δικαιώματος της απεργίας, προβλέπονται, εκτός άλλων, και τα εξής: 1) Η απεργία στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και, αν οι οργανώσεις αυτές είναι ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης, η απεργία κηρύσσεται με απόφαση του Δ.Σ., εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά (άρθρο 20 παρ. 1 εδ. α και γ`). Η γενική συνέλευση, όμως, μπορεί να εξουσιοδοτεί το Δ.Σ. για τη διεξαγωγή και τις λεπτομέρειες του απεργιακού αγώνα, δηλαδή για τον καθορισμό του χρόνου έναρξης, διάρκειας, διακοπής αναστολής, λήξεως κτλ. της απεργίας. 2) Η συνδικαλιστική οργάνωση που κηρύσσει την απεργία φροντίζει κατά τη διάρκεια της να υπάρχει προσωπικό για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και την πρόληψη καταστροφών και ατυχημάτων και επίσης να διαθέσει επιπλέον και το αναγκαίο προσωπικό για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, όταν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις των οποίων η λειτουργία έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση των βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και αυτές της παραγωγής και διύλισης του ακάθαρτου πετρελαίου ( άρθρο 19 παρ 2 στοιχείο δ` ν. 1264/1982 και 2 παρ. 1 του 2224/1994). Στοιχειώδεις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου θεωρούνται ιδίως η προστασία της τιμής, της ελευθερίας, της ασφάλειας του προσώπου, του περιβάλλοντος (δημοσία υγιεινή) η ελευθερία της κυκλοφορίας (μεταφορές χερσαίες, θαλάσσιες και αεροπορικές), η λειτουργία μηχανογραφικών συστημάτων για κάλυψη βασικών αναγκών, η εισαγωγή και εξαγωγή ζωτικής ή εθνικής σημασίας προϊόντων και η ελευθερία της επικοινωνίας (ταχυδρομεία, ραδιοτηλεπικοινωνίες). Το προσωπικό αυτό, που καθορίζεται με ειδική συμφωνία μεταξύ της αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης και της διοίκησης της επιχείρησης (αρθρ. 2 παρ. 4, 5 ν. 2224/1994), υποχρεούται η συνδικαλιστική οργάνωση να γνωστοποιήσει στον εργοδότη πριν από την έναρξη της απεργίας, έστω και να δεν τηρηθεί η διαδικασία του, όπως ισχύει σήμερα, άρθρου 21 του ν. 1264/82. Το ανωτέρω διατιθέμενο προσωπικό παρέχει τις υπηρεσίες του κάτω από τις οδηγίες του εργοδότη, προς εκπλήρωση των σκοπών για τους οποίους διατίθεται (άρθρο 2 παρ. 2 ν. 2224/1994). Η μη συνδρομή μιας ή περισσοτέρων από τις εν λόγω προϋποθέσεις, καθιστά την απεργία παράνομη, με την έννοια ότι δεν γεννιέται το οικείο δικαίωμα και επομένως η διακοπή της εργασίας δεν έχει τον χαρακτήρα απεργίας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 2 του Συντάγματος, με τις οποίες ορίζεται ότι "η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων", προκύπτει ότι η απεργία περιλαμβάνεται στα ατομικά δικαιώματα που προβλέπονται από το Σύνταγμα και ειδικότερα εντάσσεται στα συναφή με τη συνδικαλιστική ελευθερία δικαιώματα που οφείλει να προστατεύει το Κράτος ενώ, από τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, με τις οποίες ορίζεται ότι η "καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται", προκύπτει ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων στο χώρο του συνταγματικού δικαίου απαγορεύεται χάρη της προστασίας ατομικών δικαιωμάτων. Ετσι, η απεργία προστατεύεται από το νόμο εφόσον προκηρύσσεται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που τάσσονται από αυτόν. Το δικαίωμα της απεργίας ανήκει σε αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία, παρέχοντα την εγγύηση ότι η απόφαση περί απεργίας θα ληφθεί λελογισμένως και μετά την εξάντληση των ηπιοτέρων μέσων και ότι, κατ` αυτή, δεν θα παραβιασθούν οι προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και της εθνικής οικονομίας καθιερωμένοι αγωνιστικοί κανόνες. Ειδικότερη νομοθετική πρόβλεψη υπάρχει ως προς τις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, όπως οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις μεταφοράς προσώπων ή αγαθών από την ξηρά, τη θάλασσα και τον αέρα, κατ` άρθρο 19 παρ. 2, περ. ε` Ν. 1264/ 1982, και, ρητά ως προς την πολιτική αεροπορία, κατ` άρθρο 19, παρ. 2, περ. θ` Ν 1264/1982, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 Ν 1215/1990, των άρθρων 20-22 Ν 1264/1982, όπως αυτά ισχύουν. Λαμβανομένου υπόψη δε, ότι το δικαίωμα της απεργίας έχει και διάσταση ιδιωτικού δικαίου, αφού η άσκησή του εντάσσεται στα πλαίσια εννόμων σχέσεων - συμβάσεων εργασίας του ιδιωτικού δικαίου παρέχεται και η δικαστική προστασία από τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου να οριοθετηθεί η άσκηση του δικαιώματος. Υπό την έννοια αυτή, πρέπει να εξειδικεύονται και τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, με γενική κατευθυντήρια οδηγία τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που έτσι, επενεργεί και στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών, σύμφωνα με την αρχή της άμεσης ή έμμεσης τριτενέργειας. Δηλαδή αν έχει ασκηθεί κατά τρόπο που προφανώς υπερβαίνει ένα τουλάχιστον από τα όρια φραγμούς που έχουν τεθεί στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων, όπως η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση έστω και ενός από τα όρια αυτά καθιστά την απεργία καταχρηστική και συνεπώς παράνομη. Ειδικότερα, η καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4 Ν. 1264/ 1982, ύστερα από τη στάθμιση των αντιθέτων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, όπως η πολύ μεγάλη ζημία στην επιχείρηση του εργοδότη, το μέγεθος της επίπτωσης των ζημιογόνων συνθηκών στο κοινωνικό σύνολο ή την εθνική οικονομία, σε συνδυασμό με τη μορφή και τη διάρκεια της, το μέγεθος της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δυσαναλογία με την εκ της απεργίας απειλούμενη ή επερχόμενη ζημία της επιχείρησης και της αναμενόμενης ωφέλειας των απεργών, καθώς και το ανεδαφικό και παράνομο των αιτημάτων της απεργίας (ιδίως όταν είναι αντίθετα προς κανόνες δημόσιας τάξης), όχι όμως διότι είναι αδικαιολόγητα ή απλώς υπερβολικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα αποτελεί μητρική εταιρεία ομίλου εταιρειών στον οποίο ανήκουν, εκτός των άλλων και οι εταιρείες "...", "..." και "...". Αντικείμενο της δραστηριότητας της είναι η διύλιση πετρελαίου καθώς και παραγωγή και εμπορία καυσίμων, διατηρεί δε για το σκοπό αυτό τρία διυλιστήρια, στον ..., στην …και στη …. Με τα δεδομένα αυτά η ενάγουσα συγκαταλέγεται, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 περ. δ`, στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Από το άλλο μέρος το εναγόμενο είναι πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων στα ..., διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 1264/1982 και συμπληρωματικά του ΑΚ, και έχει ως μέλη της εργαζομένους στα γραφεία και τις εγκαταστάσεις της, ιδίως του …, της … και …. Στις 28.03.2011 το εναγόμενο σωματείο επέδωσε στην ενάγουσα την υπ` αρ. 164/2011 εξώδικη δήλωση -πρόσκληση με την οποία γνωστοποιούσε ότι το Δ.Σ. και η Γ. Σ. αυτού αποφάσισαν την 11.3.2011 και την 12.3.2011 την κήρυξη δεκαήμερης απεργίας από 3.4.2011 και ώρα 7 π.μ. έως και την 13.4.2011 ώρα 7 π. μ. με αιτήματα α) για τις ΒΕΘ τη δημιουργία νέου συγκροτήματος (CCR) μετά την προσθήκη των νέων μονάδων για την λειτουργία του οποίου είναι απαραίτητη η παρακάτω στελέχωση : 1 εργοδηγός ανά βάρδια, 1 χειριστής Α` ανά βάρδια, 1 χειριστής θαλάμου ελέγχου ανά βάρδια , 3 χειριστές πεδίου ανά βάρδια και 1 επιπλέον χειριστή για την κάλυψη κανονικών αδειών, ασθενειών και ρεπό. Αντίστοιχα για το .... 1 επιπλέον χειριστή θαλάμου ελέγχου ανά βάρδια και 1 επιπλέον χειριστή πεδίου ανά βάρδια. Επιπλέον ζητούσε την κάλυψη με προσωπικό των νέων θέσεων που θα δημιουργούνταν στα τμήματα συντήρησης (μηχανολογικό, Ηλεκτρολογικό, όργανα). Για δε τις BEE ζητούσε τη γνωστοποίηση των Οργανογραμμάτων με τις προτεινόμενες θέσεις που θα εξασφαλίσουν την ομαλή και ασφαλή εκκίνηση και λειτουργία τους. Ταυτόχρονα με τη δήλωση που επιδόθηκε στην ενάγουσα η εναγομένη προσκάλεσε τη ενάγουσα σε δημόσιο διάλογο την 31.3.2011 στα γραφεία του ΟΜΕΔ. Στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της ενάγουσας έχουν εκπονηθεί και κατατεθεί στις αρμόδιες αρχές οι μελέτες ασφαλείας. Σύμφωνα με όσα ενόρκως βεβαιώνει η Π. Π. η οποία κατέχει την θέση του Διευθυντή Υγιεινής και Ασφάλειας περιβάλλοντος και βιώσιμης ανάπτυξης του ομίλου της ενάγουσας, στόχος του ομίλου είναι η πιστοποίηση των συστημάτων διαχείρισης υγείας και ασφαλείας όλων των εγκαταστάσεων ως προς το αναγνωρισμένο πρότυπο ... και ήδη τα διυλιστήρια …και … έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με το παραπάνω πρότυπο. Στο πλαίσιο της οργάνωσης για την υγεία και την ασφάλεια έχουν συσταθεί, ορισθεί και λειτουργούν α) κεντρική διεύθυνση ασφάλειας υγιεινής, περιβάλλοντος και βιώσιμης ανάπτυξης του ομίλου, β) Διευθύνσεις υγιεινής ασφάλειας και περιβάλλοντος ανά εγκατάσταση, γ) τεχνικοί ασφάλειας, ιατροί εργασίας και νοσηλευτικό προσωπικό, δ) εσωτερική υπηρεσία προστασίας και πρόληψης, ε) επιτροπές υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας. Σύμφωνα με τον Α. Κ., που είναι ο διευθυντής, του βιομηχανικού συγκροτήματος …, στο διυλιστήριο της … ο δείκτης συχνότητας ατυχημάτων απουσίας ήταν 0,9 ατυχήματα ανά ένα εκατομμύριο ώρες εργασίας. Εξάλλου σύμφωνα με όσα βεβαιώνει ενόρκως ο Β. Β. ο οποίος κατέχει τη θέση του διευθυντή λειτουργίας και είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία των μονάδων του διυλιστηρίου για τη στελέχωση της νέας μονάδας έχουν προβλεφθεί στο νέο οργανόγραμμα σε κάθε βάρδια δύο επιπλέον χειριστές στο πεδίο και ένας χειριστής στο θάλαμο ελέγχου. Για το θάλαμο ελέγχου συνεκτιμήθηκαν οι συστάσεις της εταιρίας ... , που παρείχε την τεχνολογία και το σχεδιασμό της μονάδας, η οποία συστήνει 0,5 χειριστές θαλάμου ανά βάρδια. Η ενάγουσα προσέθεσε έναν επιπλέον χειριστή ανά βάρδια στο θάλαμο ελέγχου με κύρια απασχόληση στη μονάδα CCR. Για την στελέχωση της νέας μονάδας στο πεδίο η ενάγουσα έλαβε υπόψη της διαθέσιμα στοιχεία από 26 μονάδες της Ευρώπης καθώς επίσης και την εμπειρία του Διυλιστηρίου της ..... Αποφάσισε δε την προσθήκη στο Τμήμα ενός επιπλέον χειριστή Α. Το προσωπικό του τμήματος ισομερισμού, βοηθητικών παροχών και υδρογόνου εντάχθηκε στη νέα μονάδα (ΧΚ και αποτελείται από 69 εργαζόμενους. Οι οποίοι κατανέμονται ως εξής: ένα προϊστάμενο, ένα μηχανικό, έναν ημερήσιο χειριστή, έναν ημερήσιο συντονιστή, πέντε εργοδηγούς βάρδιας, δεκαπέντε χειριστές Α και δεκαπέντε χειριστές. Σύμφωνα με τα όσα βεβαιώνει ενόρκως ο Ν. Σ. ο μέσος όρος υπηρεσίας στην Εταιρεία του εν λόγω τμήματος είναι περίπου 10 έτη. Η στελέχωση της νέας αυτής μονάδας έχει λάβει κατάλληλη εκπαίδευση. Οι νεοπροσληφθέντες χειριστές έλαβαν βασική εισαγωγική εκπαίδευση 102,5 διδακτικών ωρών ο καθένας πριν ενταχθεί στην βάρδια και ακολούθησε περαιτέρω πρακτική εκπαίδευση. Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το προσωπικό δεν επαρκεί και ότι δεν έχει εκπαιδευθεί είναι αβάσιμος. Περαιτέρω την 1.3.2011 προκλήθηκε ένα επεισόδιο το οποίο δεν αφορούσε τη νέα μονάδα αλλά αστοχία ηλεκτρομηχανολογικής φύσεως εξοπλισμού. Από το συγκεκριμένο συμβάν δεν υπήρξε διαρροή αλλά ούτε και κίνδυνος από τη μείωση της παραγωγής ατμού που προκλήθηκε από τη διακοπή λειτουργίας των λεβήτων όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο διευθυντής του βιομηχανικού συγκροτήματος … Α. Κ.. Το κέντρο πρόληψης επαγγελματικού κινδύνου της Επιθεώρησης εργασίας διενήργησε έλεγχο στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας στην … και δεν διαπίστωσε παρέκκλιση σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να εξασφαλίσει τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας. Από το από 28-3- 2011 έγγραφο της ανωτέρω υπηρεσίας προκύπτει ότι το προσωπικό που θα στελεχώσει τη νέα μονάδα έχει επαρκώς εκπαιδευθεί και ότι πέραν της καταγγελίας του Σωματείου το κέντρο πρόληψης δεν κατέγραψε άλλη αντίδραση ή ανησυχία των εργαζομένων. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η λειτουργία του Διυλιστηρίου θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των τοπικών κοινωνιών. Περαιτέρω θέματα που αφορούν τη διενέργεια πρόσθετων προσλήψεων αφορούν οργανωτικά ζητήματα της επιχείρησης και ως τέτοια εντάσσονται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη. Ειδικότερα η ενάγουσα ασκεί το διευθυντικό της δικαίωμα στην στελέχωση, οργάνωση και κατάρτιση των οργανογραμμάτων. Την σχετική επιμέλεια την έχουν οι διευθυντές της, οι οποίοι λαμβάνουν τις αποφάσεις με γνώμονα την απόλυτη προτεραιότητα στην ασφάλεια λαμβάνοντας επιπλέον τις προδιαγραφές των κατασκευαστών καθώς επίσης τις εμπειρίες από αντίστοιχες μονάδες του εξωτερικού και της Ελλάδας. Όμως από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι η πραγματοποιούμενη απεργία υποκρύπτει μισθολογικά αιτήματα και ότι αληθής επιδίωξη της επίδικης απεργίας είναι η διατήρηση προνομιακών όρων εργασίας του προσωπικού της ενάγουσας ή ότι η απεργία είναι καταχρηστική με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε όπως αναφέρει η ενάγουσα στην αγωγή της και το σχετικό λόγο έφεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την ως άνω απεργιακή κινητοποίηση η ενάγουσα υπέστη ζημία κατ` ελάχιστο 15.000.000 ευρώ καθώς επίσης υπήρξε πρόβλημα στον ανεφοδιασμό με καύσιμα νοσοκομείων και αεροδρομίων. Κρίνεται ότι η βλάβη την οποία υφίσταται η ενάγουσα σε σχέση με την ωφέλεια των εργαζομένων από την απεργία είναι προφανώς δυσανάλογος. Βάσει των ανωτέρω κρίνεται ότι η ως άνω απεργιακή κινητοποίηση υπερβαίνει προφανώς τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος της απεργίας και τις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας, ρητώς κατοχυρωμένες δια της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 τελ. εδ. του Συντάγματος προσλαμβάνουσα έτσι τον χαρακτήρα της καταχρηστικής και επομένως απαγορευμένης. Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις πιο πάνω σκέψεις την αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, καθόσον οι παραδοχές ότι υφίστανται υπέρβαση των ορίων του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, άσκησης του δικαιώματος της απεργίας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, μετά από την εκτίμηση όλων των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, διέλαβε σ` αυτό επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, και συγκεκριμένα όσον αφορά την οικονομική ζημία της αναιρεσίβλητης, τη ζημία του κοινωνικού συνόλου και το αβάσιμο των αιτημάτων του αναιρεσείοντος, για την στελέχωση της νέας μονάδας που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχό της, για την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε. Ειδικότερα, με τις επί μέρους παραδοχές ότι η στελέχωση της νέας μονάδας, όσον αφορά τον αριθμό των απασχολουμένων εκεί και τις ειδικότητες αυτών είναι επαρκής και σύμφωνη με τα διεθνή πρότυπα που εφαρμόζουν ίδιες επιχειρήσεις στην αλλοδαπή και ημεδαπή. Επιπλέον, η αναιρεσίβλητη, εκτός των προβλεπομένων, από τα ως άνω πρότυπα, στο οργανόγραμμά της για τη στελέχωση της νέας μονάδας CCR, προβλέπει, σε κάθε βάρδια δυο επιπλέον χειριστές στο πεδίο και ένα χειριστή στο θάλαμο ελέγχου. Παράλληλα δε ότι η στελέχωση της μονάδας αυτής είναι σύννομη, αφού εγκρίθηκε από την Επιθεώρηση Εργασίας (που λειτουργεί για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων), με το αναφερόμενο στην ελάσσονα πρόταση έγγραφό της, με το οποίο, αποφαίνεται ότι το προσωπικό αυτό έχει επαρκώς εκπαιδευθεί, ακόμη δε ότι, η ίδια υπηρεσία με υπαλλήλους του κέντρου πρόληψης επαγγελματικού κινδύνου, διενήργησε έλεγχο στις εγκαταστάσεις της αναιρεσίβλητης και δεν διαπίστωσε παρέκκλιση της υποχρέωσής της, να εξασφαλίσει τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας, και καταλήγει ότι οι περί του αντιθέτου απόψεις του αναιρεσείοντος, που υποβλήθηκαν αφ` ενός, ως αιτήματα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν τα ικανοποίησε, με αποτέλεσμα την κήρυξη και πραγματοποίηση της απεργίας, και αφ` ετέρου υπό την μορφή αρνητικών ισχυρισμών της αγωγικής βάσεως στο δικαστήριο της ουσίας, είναι αβάσιμα.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση για το ζήτημα τούτο που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και πλήρη, σαφή και επαρκή αιτιολογία, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις γιατί διευκρινίζεται ποια πρέπει να είναι η στελέχωση της νέας μονάδας, τόσο αριθμητικά όσο ποιοτικά, υποχρέωση την οποία εκπλήρωσε η αναιρεσίβλητη όπως και εκείνη για τα μέτρα ασφάλειας των εργαζομένων. Στη συνέχεια δε, με το να δεχτεί ότι, ενόψει των αβάσιμων αιτημάτων των απεργών υφίσταται δυσαναλογία, μεταξύ της μεγάλης ζημίας (15.000.000 ευρώ) που επήλθε στην αναιρεσίβλητη, καθώς και της ζημίας του κοινωνικού συνόλου από την αδυναμία εφοδιασμού των νοσοκομείων και αερομεταφορέων, με επαπειλούμενο κίνδυνο την άρνηση ή περιστολή των παρεχόμενων στο κοινό υπηρεσιών, και της ωφέλειας των απεργών, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, και για το ζήτημα τούτο, περιέχει πλήρεις, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Επομένως, οι δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατ` αυτό σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
4. Ο εργοδότης κατά του οποίου στρέφεται η απεργία έχει, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 70 του ΚΠολΔ και 24 του ν. 1264/ 1982, έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι η απεργία είναι παράνομη και καταχρηστική. Επίσης, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 946 παρ. 1 και 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν η παράνομη απεργία έχει ήδη κηρυχθεί ή πραγματοποιείται, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα και πάντως το έννομο συμφέρον του εργοδότη, για την ομαλή και αδιάκοπη λειτουργία της εργασιακής σύμβασης, δικαιούται ο τελευταίος να ζητήσει με καταψηφιστική αγωγή τη μη έναρξη ή τη διακοπή της απεργίας (άρση της προσβολής), ενώ αν έχει εξαγγελθεί και επίκειται με πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, η πραγματοποίηση ή επανάληψη τέτοιας απεργίας, ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει την απαγόρευση της, δηλαδή την παράλειψη της στο μέλλον, με απειλή των μέσων έμμεσης εκτέλεσης του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 528/ 1990). Περαιτέρω το δικαστήριο με την απόφαση του, όταν δέχεται την αγωγή και διατάσσει τη μη έναρξη ή διακοπή της απεργίας ως παράνομης, απειλεί κατά του επαγγελματικού σωματείου που κήρυξε την παράνομη απεργία χρηματική ποινή και κατά των εκπροσώπων του επαγγελματικού αυτού σωματείου προσωπική κράτηση, όχι για να εξαναγκασθούν οι απεργοί να προσφέρουν παρά τη θέληση τους εργασία, αλλά για να εξαναγκασθεί η διοίκηση του επαγγελματικού σωματείου να συμμορφωθεί προς δικαστική απόφαση και λάβει τη σχετική απόφαση του για τη μη έναρξη ή τη λύση της απεργίας στο μέλλον. Επομένως το Εφετείο, που με την απόφασή του, δέχτηκε ως νόμιμα τα αιτήματα της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια, υποχρέωσε το αναιρεσείον, συνδικαλιστικό σωματείο να παραλείψει στο μέλλον την κήρυξη και πραγματοποίηση απεργίας με τα ίδια αιτήματα με την απειλή χρηματικής ποινής τριών χιλιάδων ευρώ (3000), για κάθε ημέρα παραβίασης της προηγούμενης διάταξης, δεν παραβίασε τις πιο πάνω μνημονευόμενες διατάξεις. Τα αντίθετα λοιπόν που υποστηρίζει το αναιρεσείονμε τον τέταρτο λόγο της αίτησής της με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, τους πιο κάτω αναφερόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς της για την ανυπαρξία ζημίας του κοινωνικού συνόλου από την απεργία των μελών της, τους οποίους αν ελάμβανε υπόψη θα απέρριπτε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης για το πιο πάνω ζήτημα. Ειδικότερα ισχυρίστηκε τα εξής: "Α) το πραγματικό γεγονός, που επικαλεστήκαμε νόμιμα, με τα δικόγραφα των προτάσεων και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ότι ήδη από το 1994 ισχύει στη χώρα μας πλήρης απελευθέρωση της αγοράς των πετρελαιοειδών. Η ίδια η επιχείρηση αναφέρει στο δικόγραφο της ότι η επιχείρηση κατέχει το 30% της εμπορίας και σχεδόν το 50% της παραγωγής. Από μόνη την παράθεση των αριθμών προκύπτει ακόμα και αν η επιχείρηση διέκοπτε τη λειτουργία της ουδεμία βλάβη θα υφίστατο για καμία από τις ομάδες που αναφέρονται στην παράγραφο 5... (σελ. 19 της αγωγής) και τούτο διότι η αγορά δεν εξυπηρετείται αποκλειστικά και μόνο από την αντίδικη εταιρία, και Β) το πραγματικό γεγονός της διάθεσης από το σωματείο μας του αναγκαίου προσωπικού ασφαλείας. Όπως ισχυριστήκαμε ενώπιον των δικαστηρίων ουσίας και δεν αμφισβήτησε η αντίδικη, από την πρώτη μέρα της απεργίας, το Σωματείο μας τηρεί απαρέγκλιτα το από 21.5.2009 Πρακτικό Συμφωνίας για τον Καθορισμό του Προσωπικού Ασφαλείας και την Κάλυψη των Στοιχειωδών Κοινωνικών Αναγκών, η οποία υπογράφηκε από το σωματείο μας και την διοίκηση της επιχείρησης και περιλαμβάνει συμφωνία για τη διάθεση προσωπικού ασφαλείας και την κάλυψη των αναγκών του κοινωνικού συνόλου τόσο σε περίπτωση γενικής όσο και σε περίπτωση μερικής απεργίας. Την διάθεση του αναγκαίου προσωπικού ασφαλείας από την οργάνωση μας, μάλιστα, δεν αμφισβήτησε ούτε η αντίδικη ενώπιον των δικαστηρίων ουσίας. Παρά το γεγονός ότι τους παραπάνω αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς προβάλαμε παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον των δικαστηρίων ουσίας με τις προτάσεις μας, και ειδικότερα τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου όσο και με τις από 11-4-2011 προτάσεις μας ενώπιον του Εφετείου (στο πλαίσιο αντίκρουσης του 5ου λόγου έφεσης της αντίδικης), ωστόσο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τους έλαβε υπόψη. Οι πραγματικοί αυτοί ισχυρισμοί, αν γίνονταν δεκτοί θα επηρέαζαν ευνοϊκά για εμάς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού θα οδηγούσαν στην απόφαση ότι καμιά ζημιά στο κοινωνικό σύνολο δεν προκάλεσε η απεργιακή κινητοποίηση του σωματείου μας. Η απόφαση αυτή θα επηρέαζε, περαιτέρω, ευνοϊκά για εμάς την κρίση του Εφετείου περί δυσαναλογίας μεταξύ ζημίας και ωφέλειας από την απεργία και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος μας". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ανεξαρτήτως του ότι, οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένες αρνήσεις, το Εφετείο τους απέρριψε εκ των πραγμάτων, καταλήγοντας σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το επικαλούμενο από το αναιρεσείον.
6. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, εν σχέσει προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ’ όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση, όμως, του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνον που ομολόγησε. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 335 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικος και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου. Η κατά τα ανωτέρω δε ομολογία, δηλαδή η παραδοχή, με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να έγινε με πρόθεση αυτόν, προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη.
Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει, όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης. Εξάλλου, ναι μεν η ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι την επικαλέσθηκε και να αποδεικνύει τούτο με την προσκόμιση των σχετικών προτάσεών του. Απαιτείται επίσης, όπως προαναφέρθηκε, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το δεύτερο, κατά τρίτο σκέλος του, και τον έκτο λόγους, της κρινόμενης αίτησης, υποστηρίζει το αναιρεσείον: Α) ότι στο κρίσιμο ζήτημα της υποτιθέμενης ζημίας του κοινωνικού συνόλου, η αντίδικη με τις από 13-4-2011 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, 1) προέβη σε ομολογία ότι καμιά ζημία δεν έχει επέλθει. Ειδικότερα στις προτάσεις της προς το Εφετείο (σελ. 33), που υπογράφονται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, αναφέρει: "Μάλιστα το γεγονός ότι μέχρι σήμερα (11.4.2011) δεν παρατηρήθηκαν ελλείψεις στην αγορά, οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι οι εταιρείες εμπορίας και τα πρατήρια καυσίμων είχαν συγκεντρώσει υψηλά αποθέματα, οφειλόμενα αφ` ενός στην υψηλή τιμή της βενζίνης που είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των μετακινήσεων και συνακόλουθα την μείωση της ζητήσεως βενζίνης και αφετέρου στο γεγονός ότι είχε κοινολογηθεί ευρύτατα η πρόθεση του εναγομένου σωματείου για πολυήμερες απεργιακές κινητοποιήσεις...". και 2) Ενώπιον του Εφετείου με τις από 11-4-2011 προτάσεις μας (στο πλαίσιο αντίκρουσης του 5ου λόγου έφεσης της αντίδικης) είχαμε επισημάνει ότι ήδη κατά την προτελευταία ημέρα της απεργίας μας καμιά ζημία του κοινωνικού συνόλου δεν υφίστατο. Είχαμε, ακόμη, υποστηρίξει, μεταξύ άλλων, τη μη (ειδική ούτε γενική) αμφισβήτηση από την αντίδικη (και τη συνομολόγηση) του γεγονότος ότι τηρούμε απαρέγκλιτα το από 21-5-2009 πρακτικό Συμφωνίας για τον καθορισμό του προσωπικού ασφαλείας και την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, εξ ού και αποδεικνύεται ότι η απεργία μας δεν προκάλεσε καμιά απολύτως ζημία στο κοινωνικό σύνολο. Και Β) ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο (στον έκτο λόγο) αναφερόμενα έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, από τα οποία προέκυπτε το νόμιμο και βάσιμο των λόγων της απεργίας. Αποδίδει δε την πλημμέλεια στο δικαστήριο της ουσίας του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, κατά τις υπό στοιχείο Α1 αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις του, στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σημειώνεται ότι, από την επισκόπηση, των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, προκύπτει ότι δεν έγινε επίκληση, του συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου. Όσον αφορά τις υπό στοιχείο Α2 και Β αιτιάσεις, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι για καταλήξει το δικαστήριο στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα πιο πάνω, υπό στοιχεία Α2 και Β, αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Αν ήθελε υποτεθεί ότι με την υπό στοιχείο Α2 αιτίαση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι δεν απέδωσε τη δέουσα αποδεικτική δύναμη σε ομολογία της αναιρεσίβλητης, που εξαγόταν από τις προτάσεις της, με τη μη ειδική άρνηση του ισχυρισμού της, σύμφωνα με την ΚΠολΔ 261, ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας, που παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας από τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ, δηλαδή, η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων.
7. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά. Αν όμως, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τους δεύτερο, κατά το τέταρτο σκέλος του, και τρίτο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι, εξαιτίας της απεργίας προκλήθηκε πολύ μεγάλη ζημία στην αναιρεσίβλητη του ποσού των 15.000.000 ευρώ καθώς και ότι δημιουργήθηκε πρόβλημα στον ανεφοδιασμό με καύσιμα νοσοκομείων και αεροδρομίων με αποτέλεσμα τη ζημία στο κοινωνικό σύνολο και συνακόλουθα οδηγήθηκε στο επιζήμιο γι` αυτό (αναιρεσείον) συμπέρασμα ότι η απεργία ήταν καταχρηστική, χωρίς απόδειξη, παρά την ύπαρξη αποδείξεων που αποδεικνύουν το αντίθετο, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως σχετικώς αναφερόμενα. Οπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του, κατέληξε μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, των ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι` αυτό οι αμέσως πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, κατά τα μέρη τους, με τα οποία υποστηρίζονται, τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
8. Με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να ανάπτυξη σ` αυτό τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως ο νόμος ορίζει". Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτωνκαι υποχρεώσεών του αστικής φύσεως". Οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν, σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη δίκη. Ειδικότερα, από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εκτός των άλλων, εγγυάται το αμερόληπτο με την έννοια του ουδέτερου δικαστή, συνάγεται ότι η εγγύηση αυτή περιλαμβάνει επίσης όλες εκείνες τις θεσμικές προϋποθέσεις, οι οποίες είναι σημαντικές για την κατοχύρωση της αμεροληψίας, μεταξύ των οποίων η ισότητα των όπλων και η διαθετική αρχή. Η ισχύς της διαθετικής αρχής δεν αποκλείει ωστόσο, στο νομοθέτη να θεσπίζει, για ορισμένη κατηγορία υποθέσεων, δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις, που έχουν σχέση με την επίσπευση της διαδικασίας για την εκδίκαση της διαφοράς, αρκεί αυτές να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, χωρίς όμως να υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων συνεπάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου, από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας. Προϋπόθεση, όμως γι` αυτό είναι η ύπαρξη ενός αντικειμενικού λόγου, όπως, όταν τούτο γίνεται χάριν του γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η υπεροχή του οποίου είναι δικαιολογημένη. Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζει το αναιρεσείον, ότι με την εφαρμογή, από το δικαστήριο της ουσίας, της διαδικασίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 674 παρ. 3 ΚΠολΔ, και ακολουθείται για την επίλυση της διαφοράς για τη νομιμότητα της απεργίας, με την οποία καθιερώνονται βραχύχρονες προθεσμίες, για τη συζήτηση και την έκδοση της απόφασης, παραβιάσθηκαν τα δικαιώματά του, από τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος για την παροχή έννομης προστασίας, καθώς και του άρθρου 6 παρ, 1 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη, καθόσον δεν μπόρεσε να αντικρούσει, μέσα στη δίωρη προθεσμία που της παρείχε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τις πέντε πολυσέλιδες ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε για πρώτη φορά στο Εφετείο η αντίδικος της, για τις οποίες με την προσθήκη των προτάσεων της ζήτησε να μη ληφθούν υπόψη, αίτημα που δεν ικανοποιήθηκε, με αποτέλεσμα το επιζήμιο, εξαιτίας αυτών, διατακτικό για τα συμφέροντα της. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, υπό την επίκληση στοιχειοθέτησης της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η πιο πάνω δικονομική διάταξη δεν είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Τούτο διότι, η ταχύτατη επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς επιβάλλεται χάριν του γενικότερου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, προκειμένου να επέλθει ειρήνη στις εργασιακές σχέσεις αλλά και στο κοινωνικό σύνολο, αφού μια τέτοια κατάσταση προκαλεί αναταραχή στα μέλη του, αλλά και επιζήμιες συνέπειες στην εν γένει οικονομία. Σημειώνεται, τέλος, ότι όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και δεν αμφισβητείται εκ μέρους του αναιρεσείοντος, στο τελευταίο είχε γνωστοποιηθεί από την αναιρεσίβλητη με την επίδοση σχετικών κλήσεων, από τις 8-4-2011 ότι επρόκειτο να εξετασθούν ενόρκως μάρτυρες, την επομένη στον Ειρηνοδίκη. Έτσι λοιπόν, για την έγκαιρη ενημέρωσή του, όσον αφορά το περιεχόμενό τους και την δυνατότητα αντίκρουση αυτών, μπορούσε αφενός να παρασταθεί κατ` αυτές, αφετέρου δε να λάβει έκτοτε αντίγραφα και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης (13-4-2011), με αποτέλεσμα και με την άποψη αυτή να μην έχει στερηθεί των δικαιωμάτων, που επικαλείται. Ενόψει όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση, και η πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Δικαστική δαπάνη δεν θα επιβληθεί σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας και υπέρ της καθής η πρόσθετη παρέμβαση, εφόσον στην τελευταία αυτή δεν προκλήθηκε πρόσθετη δαπάνη από την ως άνω παρέμβαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 1770/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και την υπέρ του αναιρεσείοντος ασκηθείσα εκ μέρους της "Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος", πρόσθετη παρέμβαση.
ΕΠΙΒΑΛΕΙ στον αναιρεσείον τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στα χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis