Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Ευθύνη παραγωγού. Παραγωγός μπύρας. Προστασία καταναλωτή.

Περίληψη. Σωματική βλάβη από ελαττωματικό προϊόν. Θραύση φιάλης μπύρας. Προστασία καταναλωτή. Ευθύνη παραγωγού. Αγωγή καταναλωτή κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος. Ο ενάγων καταναλωτής είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής του ελαττωματικού προϊόντος και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να αποδείξει την αιτία του ελαττώματος, που εμπίπτει στην σφαίρα ευθύνης του παραγωγού. Περιεχόμενο του βάρους απόδειξης του ενάγοντα καταναλωτή. Άμυνα του εναγόμενου παραγωγού. Η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του καταναλωτή, λόγω ηθικής του βλάβης, κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος, μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. 

Ανεπαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων υπαλλήλων της για τον τραυματισμό της αναιρεσείουσας, καθώς και για τον λόγο ότι απέκλεισε μεν το ενδεχόμενο του πλημμελούς ελέγχου της αντοχής της χρησιμοποιηθείσας από την αναιρεσίβλητη φιάλης, όχι όμως και το ενδεχόμενο της ελαττωματικότητας του περιεχομένου της φιάλης αυτής, το οποίο επίσης είχε επικαλεστεί με την αγωγή της η αναιρεσείουσα. Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 2216/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 
  
Άρειος Πάγος, A2` Πολιτικό Τμήμα , 1149/ 2014 
(ομοίως και ΑΠ 1935/ 2014)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4 περ. α` και 6 παρ. 1 και 7 του ν. 2251/1994 "Προστασία των καταναλωτών", με την τελευταία από τις οποίες, όπως ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις που επήλθαν με το ν. 3587/07 (ΦΕΚ Α` 152/10.7.2007), ορίζεται ότι η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του καταναλωτή από ελάττωμα του προϊόντος του παραγωγού διέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις αδικοπραξίες, το ίδιο δε ισχύει και για την ψυχική οδύνη λόγω θανάτου, προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται στο προστατευτικό πεδίο του εν λόγω νόμου (μέχρι την ισχύ του ν. 3587/07) και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του καταναλωτή, λόγω ηθικής του βλάβης, κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος, η οποία μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914, 932 αυτού), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους (ΑΠ 1051/04). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον γενικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ που ρυθμίζει το υποκειμενικό βάρος απόδειξης, με βάση την αρχή ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησής του, επί αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη από αδικοπραξία, ο ενάγων οφείλει και` αρχήν να επικαλεσθεί όλα τα στοιχεία του πραγματικού του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή εκτός των άλλων και την υπαιτιότητα του εναγομένου ή των προστηθέντων του. Ειδικώς, όμως, επί αγωγής καταναλωτή κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος για επιδίκαση τέτοιας ικανοποίησης, ενόψει του ότι αυτός (ενάγων καταναλωτής) είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής του ελαττωματικού προϊόντος και ως εκ τούτου, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, δεν είναι σε θέση να αποδείξει την αιτία του ελαττώματος, που εμπίπτει στην σφαίρα ευθύνης του παραγωγού, ο ίδιος (ο καταναλωτής) κατ` ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της παραβίασης της συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού, δηλαδή της αντικειμενικής βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος, κατά τον χρόνο της κατά τον προορισμό αυτού χρήσης του, της ζημίας που επήλθε και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της χρήσης αυτής και της ζημίας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και απόδειξη και πταίσματος του παραγωγού, στον παραγωγό δε εναπόκειται να επικαλεστεί και να αποδείξει, προς απαλλαγή του, ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα, ως προς την παραβίαση της συναλλακτικής του υποχρέωσης, από την οποία προήλθε η ζημιά και η ηθική βλάβη και συγκεκριμένα ότι η κατά τον παραπάνω χρόνο ελαττωματικότητα του προϊόντος δεν οφείλεται σε πλημμελή κατασκευή ή συντήρησή του μέχρι την έξοδό του από την επιχείρηση αυτού ή ότι η τυχόν πλημμέλεια κατασκευής ή συντήρησής του δεν οφείλεται σε πταίσμα δικό του ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται σε όλα τα στάδια της κατασκευής, δηλαδή πρόκειται για πταισματική ευθύνη με αντεστραμμένο το βάρος απόδειξης (ΑΠ 1375/10).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ή εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία "..." δραστηριοποιείται από το 1963 στην παραγωγή και εμπορία μπύρας ... Η εναγομένη δεν παρασκευάζει τις γυάλινες φιάλες του άνω τύπου μπύρας αλλά τις προμηθεύεται από την εταιρεία υαλουργίας με την επωνυμία "...". Η τελευταία, προτού παραδώσει στην πελατεία της τις φιάλες που η ίδια παρασκευάζει, υποβάλλει αυτές σε έλεγχο ανθεκτικότητας που γίνεται με εισαγωγή εντός της φιάλης αέρος με πίεση μέχρι 20 ατμόσφαιρες ... έτσι ώστε όσες φιάλες δεν αντέχουν στην πίεση αυτή θραύονται και αποκλείεται η παράδοσή τους στους αγοραστές. Μετά το τέλος της παραγωγής τους και πριν από την παραλαβή τους από την εναγομένη, το τμήμα ποιοτικού ελέγχου αυτής (εναγομένης) ... πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους, όπως ο δειγματοληπτικός έλεγχος ορίζεται επιστημονικά από στατιστικά και μαθηματικά μοντέλα, έτσι ώστε, στην περίπτωση που από το δείγμα των 40 ή 80 γυάλινων φιαλών ανά παρτίδα θραυσθούν δύο φιάλες από τις 40 ή τρεις φιάλες από τις 80 ή παρουσιάσουν ρωγμές φιάλες που αντιστοιχούν στο 1% του δείγματος, ολόκληρη η παρτίδα αυτή θεωρείται ελαττωματική ... Μόνο αφού έχουν εγκριθεί, με βάση τη διαδικασία αυτή πρώτου ελέγχου και κατόπιν γραπτής ενημέρωσης όπου αναφέρονται οι συγκεκριμένες παρτίδες, οι γυάλινες φιάλες παραδίδονται στο εργοστάσιο της εναγομένης... Στη συνέχεια η διαδικασία παραγωγής της μπύρας και εμφιάλωσης του προϊόντος διασφαλίζει ότι είναι αδύνατο να εξέλθει της γραμμής παραγωγής φιάλη ελαττωματικής εμφιαλωμένης μπύρας, αφού το σύνολο των φιαλών δοκιμάζεται και ελέγχεται συνεχώς σε όλη τη γραμμή παραγωγής, όχι μόνο για την καθαρότητα τους αλλά και για την αντοχή τους σε συνθήκες πολύ πιο αντίξοες από αυτές που τυχόν ανακύπτουν κατά την κατανάλωση. Ειδικότερα: Α) Οι άδειες φιάλες τοποθετούνται αρχικά πάνω στις ειδικές ταινίες (ταινιόδρομους) και μπαίνουν στο πλυντήριο φιαλών, όπου υπάρχει διάλυμα καυστικής σόδας (ποτάσας) 2% και η θερμοκρασία είναι περίπου 85 βαθμούς Κελσίου. Παραμένουν επί μία ... ώρα περίπου, όσο διαρκεί και η διαδικασία πλυσίματος. Στην έξοδο του πλυντηρίου οι ζεστές φιάλες ξεπλένονται για αρκετή ώρα με καθαρό νερό που έχει τη θερμοκρασία της βρύσης, δηλαδή 16 βαθμούς Κελσίου. Έτσι στην περίπτωση αυτή που υπάρχει κάποια ελαττωματική φιάλη (ραγισμένη), αυτή σπάει κατά τη διαδικασία πλυσίματος από το θερμοσόκ που υφίσταται λόγω της απότομης διαστολής και συστολής. Β) Στη συνέχεια οι καθαρές φιάλες περνούν από ειδικό ηλεκτρονικό έλεγχο από ειδικό μηχάνημα προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν καθαρίσει τελείως και για το αν υπάρχει κάποιο ράγισμα στο χείλος της φιάλης ή όποιο παραμικρό χτύπημα στο εξωτερικό της φιάλης, που ενδεχομένως να προήλθε κατά την έξοδο από το πλυντήριο. Οι φιάλες αυτές απομακρύνονται αυτόματα (ειδικός ταινιόδρομος) από την παραγωγική διαδικασία και δεν υπερβαίνουν τις 10 ανά οκτάωρο. Η αξιοπιστία του ηλεκτρονικού ελέγχου διαπιστώνεται μία φορά το ελάχιστο την ώρα, όπου τοποθετούνται 8 φιάλες σε σειρά, με κάθε μία από αυτές να έχουν κάποιο ιδιαίτερο ελάττωμα και αν έστω και μία φιάλη αποτύχει να περάσει τον έλεγχο, σταματά η γραμμή και επεμβαίνουν οι ηλεκτρονικοί τεχνικοί της βάρδιας, ενώ συγχρόνως μπλοκάρεται η παραγωγή από τον τελευταίο έλεγχο και εξής και διενεργούνται έλεγχοι ... Γ) Ακολούθως οι ελεγχθείσες κατά τα άνω και καθαρές φιάλες οδηγούνται στο γεμιστικό μηχάνημα. Κατά τη διάρκεια του γεμίσματος υπάρχει ατμόσφαιρα ανθρακικού, ώστε να απομακρύνεται το στρώμα αέρα πάνω από τη στάθμη της μπύρας. Μετά το γέμισμα μπαίνει το καπάκι και σφραγίζει τη φιάλη. Η μπύρα στο στάδιο αυτό βρίσκεται σε θερμοκρασία ενός έως τριών βαθμών Κελσίου και σε πίεση 2-2,5 ατμοσφαιρών. Δ) Κατόπιν οι φιάλες μπύρας πηγαίνουν για παστερίωση. Ο παστεριωτής είναι ένα ειδικό μηχάνημα με αρκετές ζώνες, από τις οποίες ραντίζει με ζεστό νερό, σε μεγάλη ποσότητα, τις φιάλες. Στην αρχή η θερμοκρασία είναι περίπου 30 βαθμοί και καθώς οι φιάλες προχωρούν πάνω στον ταινιόδρομο που διασχίζει το κλειστό μηχάνημα του παστεριωτή, αυξάνει σε 40, κατόπιν σε 50 και στο κέντρο του παστεριωτή, όπου γίνεται η κυρίως παστερίωση, η θερμοκρασία αγγίζει τους 62 βαθμούς. Κατά τη διαδικασία αυτή της παστερίωσης, η οποία διαρκεί περίπου μία ώρα, επιβεβαιώνεται η ανθεκτικότητα της φιάλης και ο ασφαλής πωματισμός της, καθώς η πίεση από το περιεχόμενο της μπύρας ανέρχεται στις 6 ατμόσφαιρες λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας στους 62 βαθμούς. Οποιαδήποτε φιάλη δεν αντέχει στην πίεση αυτή, η οποία είναι κατά πολύ ανώτερη της πίεσης που μπορεί να αναπτυχθεί στη φιάλη της μπύρας κατά το στάδιο της κατανάλωσης, αποπωματίζεται στο σημείο αυτό της παραγωγής, οπότε και δεν φτάνει ποτέ στον καταναλωτή. Υπό κανονικές συνθήκες η εσωτερική πίεση της μπύρας κυμαίνεται μεταξύ 1-2 ατμοσφαιρών. Ομως ακόμη και στις υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούν κατά τους θερινούς μήνες, λ.χ. 40 βαθμούς Κελσίου και με το ταρακούνημα της φιάλης, η εσωτερική πίεση θα ανέλθει στις 3 και 4 ατμόσφαιρες, δηλαδή πίεση που είναι μικρότερη από την πίεση των 5-6 ατμοσφαιρών που αναπτύσσεται κατά τη διαδικασία παραγωγής και εμφιάλωσης. Αλλά και αν ακόμη για οποιοδήποτε λόγο (π.χ. χρήση θερμότητας) η πίεση ανέλθει πάνω από 6 ατμόσφαιρες, τότε η εμφιαλωμένη μπύρα θα αποπωματισθεί, αφού το σημείο αντοχής του πώματος είναι οι 6 ατμόσφαιρες, που είναι πολύ χαμηλότερο από το σημείο αντοχής της φιάλης που είναι έως 20 ατμόσφαιρες. Ε) Μετά την παστερίωση οι φιάλες μπύρας περνούν από μηχάνημα όπου επικολλώνται οι ετικέτες στις φιάλες. Στη συνέχεια περνούν από έναν ακόμη ηλεκτρονικό έλεγχο στάθμης (αν δηλαδή γέμισαν αρκετά) και μετά τοποθετούνται με τη χρήση ειδικών ρομπότ- βεντουζών μέσα στα κιβώτια, τα οποία με τη χρήση αυτόματων ρομπότ τοποθετούνται σε ειδικές παλέτες και αποθηκεύονται σε στεγασμένες αποθήκες για να προωθηθούν στη διανομή και κατανάλωση. Με βάση τα παραπάνω και αν ακόμα μία ελαττωματική γυάλινη φιάλη (ελαφρά ραγισμένη) περάσει τον έλεγχο ανθεκτικότητας που κάνει η εταιρεία που παρασκευάζει τις γυάλινες φιάλες, καθώς και τον προαναφερθέντα δειγματοληπτικό έλεγχο που κάνει η εναγομένη σε κάθε παρτίδα φιαλών που παραλαμβάνει, όλη η άνω περιγραφείσα διαδικασία παραγωγής και εμφιάλωσης του προϊόντος αποκλείει το ενδεχόμενο να εξέλθει μία ελαττωματική φιάλη της γραμμής παραγωγής, αφού το σύνολο των φιαλών δοκιμάζεται και ελέγχεται συνεχώς σε όλη τη γραμμή παραγωγής για την αντοχή τους, σε συνθήκες πολύ πιο αντίξοες από αυτές της κατανάλωσης... 
Στις 7-2-2005 και περί ώρα 12:00 η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] πήγε στο κατάστημα εμπορίας τροφίμων της ανώνυμης εταιρείας "..." που βρίσκεται στον  ... για να ψωνίσει. Αφού επέλεξε διάφορα είδη, μεταξύ των οποίων και μικρό αριθμό γυάλινων φιαλών μπύρας τύπου "...", παραγωγής της εναγομένης εταιρείας "..." (η οποία είχε επιθέσει σ` αυτές το σήμα και την επωνυμία της), κατευθύνθηκε σε ένα ταμείο όπου τα εναπόθεσε προς τιμολόγηση. Η υπάλληλος του ταμείου, αφού τα τιμολογούσε (κατέγραψε την αξία ανά είδος) περνώντας τα από το bar code, τα εναπέθετε δίπλα, προκειμένου η ενάγουσα να τα τοποθετήσει σε πλαστικές σακούλες. Κατά τη διάρκεια της τοποθέτησης των ειδών που είχε αγοράσει, μια φιάλη μπύρας τύπου ".." "εξερράγη", όπως αναφέρει στην αγωγή της και "άπειρα θραύσματα σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις", με αποτέλεσμα ένα κομμάτι γυαλί να τη χτυπήσει στο αριστερό μάτι και να της προκαλέσει ρήξη βολβού". Μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο "Γιώργος Γεννηματάς", όπου υπό γενική αναισθησία υπεβλήθη σε συρραφή του τραύματός της και ετέθη σε κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Παρέμεινε σ` αυτό νοσηλευόμενη έως 11-2-2005, ήτοι επί 4 ημέρες. Στις 30-6-2005 προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία του άνω νοσοκομείου και κατά την οφθαλμολογική εξέταση ... διαπιστώθηκε "Δεξιός οφθαλμός: οπτική οξύτητα 10/10 με διόρθωση 0,50 cyl στις 180°. Αριστερός οφθαλμός: Επουλωθέν διαμπερές τραύμα κερατοειδούς εκτεινόμενο από 11ης έως 4ης ώρας. Η οπτική οξύτητα του αριστερού οφθαλμού είναι 8-9/10 με διόρθωση - 100 sph, -300 cyl στις 5°" ... Στις προαναφερθείσες διαδικασίες ελέγχου των γυάλινων φιαλών αυτού του τύπου μπύρας είχε υποβληθεί αναποφεύκτως και η φιάλη μπύρας που κατά τα ανωτέρω αγόρασε η ενάγουσα από το άνω κατάστημα εμπορίας τροφίμων. Η επίδικη φιάλη μπύρας κατά την έξοδό της από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης μέχρι την κατάληξή της στην ενάγουσα είχε αλλάξει και άλλους κατόχους, χωρίς όμως στο ενδιάμεσο χρovικό διάστημα να προκύψει οποιοδήποτε ελάττωμα. Ετσι αποδεικνύεται ότι όταν η εναγομένη εταιρεία έθεσε σε κυκλοφορία την εν λόγω φιάλη μπύρας, αυτή δεν είχε κανένα. ελάττωμα. Σημειωτέον ότι η εναγομένη έχει λάβει πιστοποίηση ISO σχετικά με το σύστημα διαχείρισης ασφάλειας τροφίμων για όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας μέχρι τη διάθεση του προϊόντος στους καταναλωτές. Η θραύση της φιάλης μπύρας οφείλεται προφανώς σε εξωτερικό βίαιο χτύπημα, προερχόμενο είτε από την ταμία υπάλληλο κατά τη διάρκεια της τιμολόγησης των προϊόντων, περνώντας τα από το bar code και αφήνοντας τα μετά απρόσεκτα δίπλα για να τα τοποθετήσει η ενάγουσα στις πλαστικές σακούλες είτε από βίαιη επαφή (να χτυπήθηκε) με τα υπόλοιπα αγορασθέντα προϊόντα είτε από την ίδια την ενάγουσα, η οποία από απροσεξία κατά την τοποθέτηση των ειδών που αγόρασε στις πλαστικές σακούλες, χτύπησε την επίδικη φιάλη με κάποιο άλλο προϊόν που αγόρασε ή να της γλίστρησε αυτό από τα χέρια και χτύπησε τη φιάλη ή να χτύπησε την ίδια τη φιάλη σε κάποιο σκληρό αντικείμενο χωρίς να το αντιληφθεί. Κατ` ακολουθία όλων αυτών... η θραύση ή η έκρηξη της φιάλης και ο τραυματισμός της ενάγουσας εξαιτίας αυτής δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε υπαιτιότητα της εναγομένης παραγωγού εταιρείας αλλά οφείλεται αποκλειστικά σε λανθασμένη ενέργεια της ταμία του καταστήματος ή της ίδιας της ενάγουσας". 
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή της πρώτης και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της δεύτερης να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ νομιμοτόκως) και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν ανεπαρκείς (ασαφείς) αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ορθής εφαρμογής των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων υπαλλήλων της για τον τραυματισμό της αναιρεσείουσας, εξαιτίας του οποίου η τελευταία ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Τούτο δε, διότι δεν αποφάνθηκε με σαφήνεια για το αν επρόκειτο για θραύση ή έκρηξη της φιάλης συνεπεία, της οποίας επήλθε ο τραυματισμός αυτός, με τη διαζευκτική παραδοχή ότι: "... η θραύση ή η έκρηξη της φιάλης... δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιοδήποτε υπαιτιότητα της εναγόμενης ..." ούτε για το αίτιο της θραύσεως ή εκρήξεως αλλά περιορίσθηκε σε υποθέσεις, με τις παραδοχές ότι: "Η θραύση της φιάλης μπύρας οφείλεται προφανώς σε εξωτερικό βίαιο χτύπημα, προερχόμενο είτε από την ταμία υπάλληλο ... είτε από βίαιη επαφή ... με τα υπόλοιπα αγορασθέντα προϊόντα είτε από την ίδια την ενάγουσα, η οποία ... χτύπησε την επίδικη φιάλη με κάποιο άλλο προϊόν ... ή να της γλίστρησε αυτό από τα χέρια και χτύπησε τη φιάλη ή να χτύπησε την ίδια τη φιάλη σε κάποιο σκληρό αντικείμενο ...". Επί πλέον το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον ως άνω αναιρετικό έλεγχο και διότι απέκλεισε μεν το ενδεχόμενο του πλημμελούς ελέγχου της αντοχής της χρησιμοποιηθείσας από την αναιρεσίβλητη φιάλης, όχι όμως και το ενδεχόμενο της ελαττωματικότητας του περιεχομένου της φιάλης αυτής, το οποίο επίσης είχε επικαλεστεί με την αγωγή της η αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, στοιχειοθετείται ο προτεινόμενος (κατ` αυτεπάγγελτη εξέταση) με την εισήγηση (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει κατά τα λοιπά η έρευνα των λόγων αναιρέσεως.

Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ` όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2216/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Φεβρουαρίου 2014.

-----
Άρειος Πάγος, A1` Πολιτικό Τμήμα  891/ 2013. 

Περίληψη. Δίκαιο προστασίας καταναλωτή. Έννοια «καταναλωτή». Θεσμοθέτηση της ευθύνης του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή. Αποτελεί ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων. Εφαρμογή των κοινών διατάξεων μόνο στη περίπτωση που αυτές παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή ή πρόκειται για θέματα τα οποία δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση. «Ελαττωματικό» προϊόν. Συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με τη θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού σε αντίθεση με τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού κατά τις κοινές διατάξεις, για την οποία απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, με την οποία να συνδέεται η αντικειμενικώς βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος. Περιεχόμενο των υποχρεώσεων του παραγωγού. Πολιτική δικονομία. Αγωγή αποζημίωσης λόγω ελαττωματικότητας του προϊόντος. Τον βάρος απόδειξης του καταναλωτή και του παραγωγού ή προμηθευτή του προϊόντος. Η θεωρία των «σφαιρών επιρροής ή προελεύσεως των κινδύνων», κατ’ ανάλογη εφαρμογή του αρ. 925 ΑΚ. Διαπίστωση βενζίνης στα καύσιμα που προμηθεύτηκε σκάφος κατά την πραγματοποίηση του ανεφοδιασμού του. Ακατάλληλη και επικίνδυνη η προμήθεια του σχετικού προϊόντος. Νόθος αντικειμενική η ευθύνη της προμηθεύτριας-παραγωγού κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ. Ένδικα μέσα. Αναίρεση. Λόγοι. Σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και αόριστη. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Αξίωση περισσότερων στοιχείων από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της προμηθεύτριας - παραγωγού. Το δικαστήριο αναιρεί την υπ` αριθ. 666/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 4 στοιχείο α`, 6 παρ. 1, 5 και 6, 7 παρ. 1 και 2 του Ν. 2251/ 1994, σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος για την προστασία των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων, το οποίο ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή. Ειδικότερα: 1) κατά το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α` του ν. 2251/1994 "καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους". Η συμπερίληψη των νομικών προσώπων υπό τη σκέπη του νόμου, μαζί με τα φυσικά πρόσωπα, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη προϊόντων ή υπηρεσιών, αποτελεί ευνοϊκότερη ρύθμιση από τον εθνικό νομοθέτη, αποκλίνοντας σ` αυτό το σημείο από τις οδηγίες της ΕΟΚ, οι οποίες αναφέρονται σε καταναλωτή φυσικό πρόσωπο (85/577/ΕΟΚ για τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος, 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων και 87/102/ΕΟΚ για την καταναλωτική πίστη, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 90/88/ΕΟΚ), με τις οποίες όμως επιτρέπεται η εκ μέρους των εθνικών νομοθετών υιοθέτηση ευνοϊκότερων ρυθμίσεων για τον καταναλωτή. Προκειμένου λοιπόν, να θεωρηθεί ως καταναλωτής ένα πρόσωπο, πρέπει να πληροί τις δύο παραπάνω προϋποθέσεις: α) να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά, β) ο προμηθευόμενος αυτός να είναι ο τελικός αποδέκτης. Δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί καταναλωτής το πρόσωπο που αποκτά τα προϊόντα με σκοπό να τα μεταβιβάσει αυτούσια ή επεξεργασμένα, να παραχωρήσει τη χρήση ή να τα χρησιμοποιήσει για λογαριασμό ή για την οικονομική εξυπηρέτηση τρίτου. Επίσης, δεν απαιτείται ο τελικός αποδέκτης να χρησιμοποιήσει το αγαθό για προσωπικές, δηλαδή μη επαγγελματικές ανάγκες του, όπως απαιτούσε ο προηγούμενος νόμος (άρθρο 2 παρ. 1 ν. 1969/1991). Ενόψει αυτών, η έννοια του καταναλωτή, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, είναι ευρεία και καταλαμβάνει, κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση για την οποία προορίζεται, είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 1343/2012, 1332/2012, 733/2011), 2) κατά την ίδια, ως άνω, διάταξη εδ. β`, προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή, και 3) κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου παραγωγός, θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα. Προϊόντα με την έννοια αυτού του άρθρου θεωρούνται και τα κινητά πράγματα που ενσωματώθηκαν ως συστατικά σε άλλα πράγματα κινητά ή ακίνητα. Προϊόντα θεωρούνται επίσης οι φυσικές, δυνάμεις, ιδίως το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα, εφόσον υπόκεινται σε εξουσίαση, όταν περιορίζονται σε ορισμένο χώρο. Κατά δε, την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται για την εφαρμογή του νόμου αυτού παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν. Το ίδιο ισχύει και για τον προμηθευτή προϊόντων εισαγωγής, όταν η ταυτότητα του εισαγωγέα είναι άγνωστη, έστω και αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι γνωστή. 

Περαιτέρω, η ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων, ρυθμίζεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2251/1994, που έχει ενσωματώσει την υπ` αριθ. 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών - μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Η ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων, ενώ οι κοινές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή (άρθ. 14 § 5 ν. 2251/1994) ή πρόκειται για θέματα τα οποία δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση. Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ρύθμισης του άρθ. 6 ν. 2251/1994, ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία, στην οποία περιλαμβάνεται η βλάβη ή καταστροφή, εξαιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή καθώς και η ζημιά λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης (§ 6), που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του (§ 1). Η ικανοποίηση όμως της ηθικής βλάβης, πριν τις 10-7-2007, δεν καλυπτόταν από τις διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά από τις κοινές διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν και την ευθύνη του προμηθευτή ελαττωματικού προϊόντος (άρθ. 1 § 4 εδάφιο β` ν. 2251/1994) όταν αυτός δεν εξομοιώνεται με τον παραγωγό (ήδη όμως με το νόμο 3587/2007 άρθρο 7 παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε η παρ. 7 του άρθρου 6 του προηγούμενου νομοθετήματος και ορίζεται πλέον ότι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης οφείλεται και σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος άρθρου). Η ειδική, ως άνω, ρύθμιση της ευθύνης του παραγωγού αποσκοπεί στη διαφύλαξη της σωματικής και περιουσιακής ακεραιότητας των καταναλωτών (διαφέρον ακεραιότητας) από προσβολές εξαιτίας ελαττωματικών προϊόντων. Αντίστοιχα, προς το σκοπό αυτό ορίζεται με το άρθ. 6 § 5 εδ. α` του ν. 2251/1994, ως ελαττωματικό το προϊόν, εκείνο που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισης του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποιήσεως του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία. Ελαττωματικό, συνεπώς, είναι το επικίνδυνο προϊόν, που αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές και με την έννοια αυτή η ελαττωματικότητα του προϊόντος συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με τη θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού . Αντίθετα για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του κατά τις κοινές διατάξεις, απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, με την οποία να συνδέεται η (αντικειμενική) βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος. Η συμπεριφορά είναι παράνομη, όχι μόνο όταν προσκρούει σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και όταν εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως τα όρια αυτά προκύπτουν από τα άρθ. 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ. Σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τη γενική επιταγή δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης). Τα κατάλληλα μέτρα μπορεί να προκύπτουν άμεσα από διάταξη ουσιαστικού νόμου, διαφορετικά προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων. Διαμορφώνονται έτσι οι ειδικότερες συναλλακτικές υποχρεώσεις, που συνδέονται με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και καθορίζουν το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειάς της. Δραστηριότητα που εγκυμονεί κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, αποτελεί και εκείνη του παραγωγού (ή ανάλογα του προμηθευτή) προϊόντων, ο οποίος με τη διαφήμιση και την προβολή των προϊόντων του εμπεδώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και δημιουργεί δεσμό πίστεως, από τον οποίο απορρέουν αντίστοιχες συναλλακτικές υποχρεώσεις του. Κοινή συνισταμένη των υποχρεώσεων του παραγωγού είναι η οργάνωση της παραγωγής με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου του προϊόντος και της πληροφόρησης του καταναλωτικού κοινού. Η παράβαση με οποιοδήποτε τρόπο της υποχρέωσης αυτής, που έχει ως συνέπεια την παραγωγή και διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που θέτουν σε κίνδυνο έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, αποτελεί συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης του παραγωγού και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας του προϊόντος. Αναμφίβολα αποτελεί παράνομη και κατ` αρχήν και υπαίτια (άρθ. 330 εδ. β` ΑΚ) συμπεριφορά που δικαιολογεί, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης, αποζημίωση για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την παράγραφο 1 του άρθ. 7 του ν. 2251/1994, που ενσωμάτωσε την υπ` αριθμό 92/59 Οδηγία της ΕΟΚ για την ασφάλεια των προϊόντων, ορίζεται ότι οι προμηθευτές (άρθ. 1 § 4 εδ. β` ν. 2251/1994), υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλή προϊόντα, ενώ με τις § §2 και 4 του ίδιου νόμου ορίζεται πότε ένα προϊόν είναι ασφαλές και πότε οι προμηθευτές θεωρούνται ότι συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση διάθεσης ασφαλών προϊόντων. Συνάγεται έτσι άμεσα από το νόμο συγκεκριμένη συναλλακτική υποχρέωση, η παράβαση της οποίας αποτελεί παράβαση επιτακτικού κανόνα δικαίου, που επισύρει αυτόνομα την αδικοπρακτική ευθύνη των προμηθευτών. Τέλος, κατά την παρ. 11 του άρθρου 6 η ευθύνη του παραγωγού (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτούς), δεν μειώνεται αν η ζημία οφείλεται σωρευτικά τόσο σε ελάττωμα του προϊόντος όσο και σε πράξη ή παράλειψη τρίτου (προδήλως και εκείνων που παρεμβαίνουν στη διαδικασία διάθεσης), μπορεί όμως εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών να μειωθεί ή και να αρθεί, όταν συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος ή προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο ζημιωθείς. Ενόψει όλων αυτών, το ελάττωμα και η ταυτότητα του προϊόντος, η ζημία από την συνηθισμένη (την κατά προορισμό) χρήση του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ελαττώματος και ζημίας είναι στοιχεία που έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων καταναλωτής (ή ο ζημιούμενος τρίτος) για να θεμελιώσει και κατά τις κοινές διατάξεις αδικοπρακτική ευθύνη του παραγωγού ή ανάλογα των προμηθευτών του (άρθ. 338 § 1 ΚΠολΔ). Το αίτιο όμως της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος με τη μορφή της υπαίτιας παράβασης συγκεκριμένης συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού ή των προμηθευτών του προϊόντος, ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος, δηλαδή προς τη σφαίρα επιρροής άλλων προσώπων, και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις καθώς και ποιου προσώπου, από εκείνα που αναμείχθηκαν στην διαδικασία διάθεσης, οδήγησαν στην κυκλοφορία ελαττωματικού προϊόντος. Γίνεται έτσι δεκτό με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ που απηχεί τη λεγόμενη θεωρία των σφαιρών επιρροής ή προελεύσεως των κινδύνων, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός ή ο προμηθευτής του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται. Έτσι με αναστροφή του βάρους απόδειξης, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 1505/2008). 

Στην κρινόμενη περίπτωση, με την αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ιστορούσε η ενάγουσα- αναιρεσείουσα, ότι είναι κυρία του υπό σημαία Αγγλίας σκάφους αναψυχής "...". Ότι για τον εφοδιασμό του με καύσιμα, κατά την εκτέλεση πλόων το καλοκαίρι του 2005, επέλεξε τα προϊόντα της εναγόμενης εταιρίας, η οποία δραστηριοποείται στο χώρο της εμπορίας ενέργειας και ασχολείται , μεταξύ άλλων και με τον εφοδιασμό πλοίων με καύσιμα και λιπαντικά, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις της τελευταίας που περιέχονταν στις διαφημιστικές της καταχωρίσεις περί της εκ μέρους της διαθέσεως άριστης ποιότητας καυσίμων. Τις πρωινές ώρες της 9-8-2005 προμηθεύτηκε 2.300 τόνους πετρελαίου κινήσεως από συνεργαζόμενο με την εναγόμενη πρατήριο στη νήσο ... και ότι λίγη ώρα μετά τον απόπλου του σκάφους από το νησί με προορισμό την Πλατανιά Πηλίου, παρουσιάστηκε απότομη αύξηση της θερμοκρασίας στις μηχανές του, ενώ άσπρος καπνός έβγαινε από τον οχετό εξαγωγής της αριστερής μηχανής. Ο κυβερνήτης του σκάφους διέκοψε αμέσως τη λειτουργία της, ενώ αναγκάστηκε να ελαττώσει τις στροφές και στη δεξιά μηχανή καθώς παρατηρήθηκαν σ` αυτήν ασυνήθιστοι κραδασμοί. Κατά τον έλεγχο των μηχανών του σκάφους της από συνεργείο της εταιρίας που αντιπροσωπεύει στην Ελλάδα την κατασκευάστρια αυτών εταιρία, τόσο στο προαναφερόμενο λιμάνι, όσο και μετά την επιστροφή του στον Πειραιά, διαπιστώθηκε εμπειρικά (από την έντονη οσμή) η παρουσία βενζίνης στα καύσιμα, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από την ανάλυση των δειγμάτων τους από κατάλληλο εργαστήριο. Συνεχίζοντας υποστηρίζει: "... 1) Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι αποκλειστική αιτία των ζημιών στις κύριες και βοηθητικές μηχανές του σκάφους και στους άξονες υπήρξε η παρουσία βενζίνης στα καύσιμα, που προμηθεύτηκε το σκάφος από την προστηθέντα της αντιδίκου στη Σκόπελο στις 9.8.05, και που διαπιστώθηκε τόσο εμπειρικά, από την έντονη μυρουδιά βενζίνης στις δεξαμενές του σκάφους, όσο και επιστημονικά από τα αποτελέσματα των αναλύσεων των δειγμάτων των καυσίμων από την εταιρεία .............. , σύμφωνα με τα οποία (αποτελέσματα) το σημείο αναφλέξεως των εξετασθέντων δειγμάτων βρέθηκε κάτω από 0o C αντί των ελαχίστων 55°C, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ελληνικής Νομοθεσίας, γι` αυτό και η αντίδικος παρέλαβε άνευ ουδεμιάς αντιρρήσεως την υπόλοιπη ακατάλληλη ποσότητα καυσίμων από τις δεξαμενές του σκάφους, και την αντικατέστησε με κατάλληλη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Η ύπαρξη βενζίνης στο πετρέλαιο, δεν καθιστά μόνο το προϊόν ακατάλληλο αλλά και άκρως επικίνδυνο γιατί, εκτός από τις ζημίες, θα μπορούσε να προκληθεί πυρκαγιά ή και έκρηξη, γι` αυτό και οι κατασκευαστές των μηχανών, στο σχετικό εγχειρίδιο, όχι απλώς δεν συνιστούν την προσθήκη βενζίνης στα καύσιμα αλλά δηλώνουν ότι στην περίπτωση αυτή δεν θα φέρουν καμία ευθύνη από τις ζημίες που θα προκληθούν στις μηχανές. 2) Εν προκειμένω, η ύπαρξη βενζίνης στο καύσιμο προκάλεσε ανωμαλίες στη λειτουργία των μηχανών λόγω μετατόπισης των σημείων και χρόνων ανάφλεξης στους κυλίνδρους των μηχανών, δηλαδή προκάλεσε μεταβολή του χρονισμού τους, η οποία είχε σαν συνέπεια την πρόκληση υψηλών θερμοκρασιών κατά την καύση, οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα την θερμική και μηχανική καταπόνηση των μηχανών και υψηλές ταλαντώσεις, καταπόνηση, η οποία, με τη σειρά της δημιούργησε στρεβλώσεις στα διάφορα μέρη τους και ρήγματα στους 2 από τους 4 οχετούς καυσαερίων της αριστερής μηχανής, συνεπεία των οποίων (ρηγμάτων) προεκλήθη εισροή νερού ψύξεως στο χώρο καύσεώς της και στην ελαιολεκάνη της. Η εισροή αυτή προκάλεσε απότομη ψύξη των μηχανικών μερών με καταστροφικές συνέπειες για την αριστερή μηχανή (θερμικό σοκ) ενώ δημιούργησε και υδραυλικές πιέσεις οι οποίες παραμόρφωσαν περαιτέρω, ορισμένα από τα κινούμενα μηχανικά της μέρη και επιπλέον έδρασε καταλυτικά στην επιτάχυνση του φαινομένου της οξείδωσης των μετάλλων της. Η ύπαρξη βενζίνης στα καύσιμα, όπως, προαναφέρθηκε, δημιούργησε ανωμαλία στη λειτουργία των μηχανών λόγω μεταβολής του χρονισμού τους και πρόκληση υψηλών ταλαντώσεων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκαν ρωγμές σε αμφότερους τους άξονες προώσεως. Οτι συνεπεία της παρουσίας βενζίνης στα καύσιμα υπέστη τις αναλυτικά περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο εκτεταμένες ζημιές στις κύριες μηχανές του σκάφους, στις ηλεκτρογεννήτριες και στα αξονικά συστήματα αυτού, οφειλόμενες στην παράνομη και αμελή συμπεριφορά της εναγόμενης που της προμήθευσε, μέσω του πρατηρίου - αποκλειστικού διανομέα της καύσιμα ακατάλληλα για την προοριζόμενη από την ίδια χρήση, δηλαδή προϊόντα που δεν παρείχαν την αναμενόμενη ασφάλεια. 3) Συνεπώς η εναγομένη, μας παρέδωσε πετρέλαιο όχι μόνο ακατάλληλο για την χρήση για την οποία προορίζονταν, αλλά και μη ασφαλές και επικίνδυνο, συμπεριφορά η οποία δεν είναι μόνον αντισυμβατική αλλά και παράνομη, γιατί είναι αντίθετη τόσο προς την καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και προς όσα εκείνη διακήρυττε σχετικά με τα προϊόντα της, όσο και προς τις διατάξεις των αποφάσεων 355/00 και 291/03 των Υπουργών Οικονομικών- Ανάπτυξης-Περιβάλλοντος -Χωροταξίας και Δημ. Έργων, περί "Πετρελαίου Κίνησης, προδιαγραφών και μεθόδων ελέγχου" (ΦΕΚ 410Β/11.4.0Ί και 332Β/11.2.04, αποτελεί δε την αποκλειστική αιτία των ζημιών τις οποίες υποστήκαμε κατά τα προαναφερθέντα, και τις οποίες αυτή είναι υποχρεωμένη να μας αποκαταστήσει, σύμφωνα προς τις ειδικές διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή εν συνδυασμώ προς τις γενικές περί αδικοπραξίας διατάξεις του ΑΚ (297, 330, 914 ΑΚ), ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των ΕΥΡΩ 228.974,80 (€90.917,88 για αμοιβές εργασίας και €138.056,92 για αγορά ανταλλακτικών), νομιμοτόκως από την ημέρα που την οχλήσαμε, με την αποστολή του από 23-2-06 φαξ μας, με το οποίο της ζητούσαμε την αποκατάσταση των εκ της προπεριγραφείσης αιτίας ζημιών μας, άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις εξοφλήσεως, με απόφαση η οποία να κηρυχθεί ττροσωρινά εκτελεστή λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς και της αδικοπραξίας της εναγομένης". 
Από τα ως άνω αναφερόμενα προκύπτει ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη ήταν προμηθευτής πετρελαιοειδών, ενώ η ταυτότητα του παραγωγού ήταν άγνωστη με τα ιστορούμενα σ` αυτήν. Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η εναγομένη θεωρείται παραγωγός και ευθύνεται ως τέτοια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν.2251/1994, που ρυθμίζουν την ευθύνη του παραγωγού. Περαιτέρω, αναφέρεται με σαφήνεια στην ένδικη αγωγή, α) ότι η ενάγουσα το πετρέλαιο, προόριζε για τις ανάγκες του πλοίου που εκμεταλλευόταν, με αποτέλεσμα να θεωρείται τελικός αποδέκτης αυτού και συνακόλουθα "καταναλωτής", β) τόσο το είδος του ελαττώματος και η ταυτότητα του προϊόντος (πετρελαίου), που προμηθεύτηκε έναντι ανταλλάγματος η ενάγουσα από την εναγομένη, όσο και η ζημία της, από τον κατά προορισμό χρήση του προϊόντος, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ελαττώματος και την ζημίας της. Αντίθετα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν απαιτείται να προσδιορίζεται η παράνομη συμπεριφορά της αντιδίκου της, που οδήγησε στη βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος, με τη μορφή της υπαίτιας παραβάσεως συγκεκριμένης συναλλακτικής υποχρεώσεως της, αφού τα στοιχεία αυτά δεν εμπίπτουν αντικειμενικά στο γνωστικό πεδίο της ενάγουσας, αλλά στη σφαίρα επιρροής της αντιδίκου της. Σε κάθε περίπτωση από τα ιστορούμενα στην αγωγή συνάγεται ότι η εναγομένη παρέβη την επιτακτική, από το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 2251/1994, υποχρέωσή της κατά την οποία, υποχρεούται να διαθέτει στην αγορά ασφαλή προϊόντα, αλλά και εκείνη από τις διατάξεις των 355/00 και 291/03 αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, που εκδόθηκαν κατά εξουσιοδότηση νόμου και προβλέπουν τις προδιαγραφές της ποιότητας και του ελέγχου του πετρελαίου κίνησης. Ούτε εξάλλου, ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται στην αγωγή, για την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, ότι η ευθύνη για την παραβίαση των άνω υποχρεώσεων, βαρύνει την ίδια ή τους υπ` αυτής προστηθέντες ή τρίτους που διαμεσολάβησαν στην πώληση του προϊόντος. Τούτο διότι, ενόψει της ιδιότητας της εναγομένης, ως προμηθεύτριας-παραγωγού, η ευθύνης της, διαμορφώνεται ως νόθος αντικειμενική, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ (ΑΠ 1505/2008).
Συνεπώς, η τελευταία υποχρεούται να επικαλεσθεί και να αποδείξει την έλλειψη της αντικειμενικής αθετήσεως των γενικών υποχρεώσεών της πρόνοιας, που την βαρύνουν, καθώς και ότι η ελαττωματικότητα του προϊόντος δεν οφείλεται σε δικό της πταίσμα ή πταίσμα των προσώπων, που παρενέβησαν στη διαδικασία διάθεσης του ελαττωματικού προϊόντος. Ενόψει αυτών η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις του νόμου 2251/1994, και στα άρθρα 330, 298, 914 επ. ΑΚ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή: α) ως μη νόμιμη, διότι η ενάγουσα δεν ήταν "καταναλωτής" και β) ως αόριστη διότι η ενάγουσα ιστορούσε ότι είναι δυνατόν το ελάττωμα να οφειλόταν όχι μόνο στην ίδια, αλλά και στον διανομέα του πετρελαίου. 
Με τις κρίσεις της, όμως αυτές, υπέπεσε αφενός στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, ενώ απαίτησε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης αφετέρου δε στην πλημμέλεια του αρθ. 14, της ίδιας πιο πάνω διατάξεως, καθόσον θεώρησε ανεπαρκή τα εκτιθέμενα για την εξειδίκευση των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν και στη συνέχεια, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο δεχθέν ότι η αγωγή ήταν αόριστη. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατ` ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται, κατά τα πρώτα σκέλη τους, οι προβλεπόμενες ως άνω πλημμέλειες (αριθ. 1 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ),είναι βάσιμοι και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί. Αντιθέτως οι ίδιοι λόγοι, κατά το άλλο μέρος του, καθώς και ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού το Εφετείο απλώς έκρινε τον μεν ως νομικά αβάσιμη την αγωγή το δε ως αόριστη και δεν εισήλθε στην κατ` ουσία έρευνα αυτής, για να δικαιολογείται η επίκληση της παραβάσεως αυτής. Τούτο διότι ό από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος ιδρύεται, όταν ελλείψεις ανάγονται αποκλειστικά στη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με τη συνδρομή των πραγματικών γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μη μπορεί να διαγνωσθεί αν η απόφαση η όχι νομικώς. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατ` ορθή ερμηνευτική διατύπωση του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε και ίσχυε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση, από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Αναιρεί την υπ` αριθ. 666/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. 
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στις 20-4-2013. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis