Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Προσωπικά δεδομένα, λίστα Lagarde, επέμβαση σε αρχείο.

Αξιόποινη παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα - Ανακοίνωση τέτοιων δεδομένων δια του τύπου - Αντικειμενική υπόσταση - Έννοια αρχείου ως προϋπόθεση της αντικειμενικής υποστάσεως - Παράνομη επέμβαση σε αρχείο και αυθαίρετη χρήση τέτοιας επεμβάσεως - Επεξεργασία δεδομένων δι' αναγραφής τους στο διαδίκτυο - Προστατευόμενο έννομο αγαθό - Αναδημοσίευση ήδη δημοσιοποιηθέντων δεδομένων - Δικαίωμα ενημέρωσης κοινού για ζήτημα απτόμενο της οικονομικής ζωής της χώρας -. Αξιόποινη παραβίαση προσωπικών δεδομένων υπάρχει είτε με την σύσταση και λειτουργία αρχείου τέτοιων δεδομένων χωρίς γνωστοποίηση στην οικεία Αρχή, είτε με την διατήρηση ανάλογου αρχείου χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων της δοθείσας, από την Αρχή, άδειας, είτε με την διασύνδεση αρχείων χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή και άδειά της. Προς αντικειμενική συγκρότηση του εγκλήματος απαιτείται, μεταξύ άλλων, ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αρχείο, δηλ. σε σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποτελούν, ή μπορούν να αποτελέσουν, αντικείμενο επεξεργασίας, υποκείμενο των δεδομένων, δηλ. φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και έχει ταυτότητα γνωστή ή δυνάμενη να εξακριβωθεί, και να πρόκειται για δεδομένα με χαρακτήρα προσωπικό.

 Δεν είναι τέτοια οι πληροφορίες, των οποίων κάποιος κάνει χρήση και περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς αυτός να έχει ερευνήσει κάποιο αρχείο, ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει κάποιος που επενέβη σε αρχείο, διότι εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου, ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Για τη στοιχειοθέτηση της πράξης απαιτείται και παράνομη επέμβαση σε αρχείο προσωπικών δεδομένων ή αυθαίρετη χρησιμοποίηση του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, κάτι που δεν συμβαίνει όταν ο δράστης γνωρίζει τα δεδομένα από μόνος του, χωρίς να έχει γίνει μια τέτοια επέμβαση. Η αναγραφή, σε ιστοσελίδα του διαδικτύου, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνιστά επεξεργασία τους. Η παραπάνω αξιόποινη πράξη προσβάλλει το έννομο αγαθό της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, διότι η γνωστοποίηση και δημοσίευση των δεδομένων αίρει το απόρρητο και τη μυστικότητα της ιδιωτικής ζωής.- Μια τέτοια προσβολή δεν επέρχεται, όμως, με την αναδημοσίευση των δεδομένων, διότι το ως άνω έννομο αγαθό, του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, έχει ήδη καταλυθεί με την πρώτη δημοσίευσή τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, η προσβολή της ιδιωτικής ζωής είναι ήδη ολοκληρωμένη, και αυτή παύει να είναι άξια προστασίας. Η δημοσιοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι αξιόποινη, οσάκις επιβάλλεται για την ενημέρωση του κοινού για θέμα που άπτεται της οικονομικής ζωής της χώρας. Αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία για ανακοίνωση προσωπικών δεδομένων δια του τύπου, διότι οι κατηγορούμενοι αναδημοσίευσαν την επίμαχη λίστα σε ιστοσελίδες, ενώ αυτή είχε ήδη δημοσιοποιηθεί στον τύπο από έτερο δημοσιογράφο.

                           Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, 1281/ 2014 (Βούλευμα)

Με το ως άνω βούλευμα έγινε δεκτή η πρόταση του Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών κ. Μαργαρίτη Κωστίμπα που έχει, κατά το νομικώς ενδιαφέρον μέρος της, ως ακολούθως:

Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§ 1, 4, 138 § 2β', 245 § 2-1 εδ. β' ΚΠΔ, όπως οι §§ 1, 2 του άρθρου 245 αντικαταστάθηκαν με τις αντίστοιχες παραγράφους του άρθρου 14 ν. 3904/2010, την προκείμενη προανακριτική δικογραφία εξ αφορμής ασκήσεως της από 21.03.2014 ποινικής διώξεως για τις αξιόποινες πράξεις της ανακοίνωσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δια του τύπου τελεσθείσας και μη (άρθρα 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 § 1α, 27 § 1, 51, 53, 57, 61, 63, 79, 80 ΠΚ και άρθρο 22§4 περ. α' ν. 2472/1997 σε συνδυασμό με άρθρο 47 α.ν. 1092/1038, όπως αντικ. με άρθρο 4 § 2 ν. 1738/1987 και διατηρήθηκε σε ισχύ με άρθρο μόνο §§ 1, 2, 3, 4 ν. 2243/Ι994), πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες στην Αθήνα στις 29.10.2012 (η δια του τύπου) και στις 21.03.2013 από τους: 1) **, 2) **, 3) ** και 4) **, επάγομαι δε τα ακόλουθα:
Εν προκειμένω, η ποινική δίωξη ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως, κατόπιν αναδημοσίευσης 2.059 φυσικών προσώπων και νομικών προσώπων - καταθετών στην Τράπεζα ** με έδρα τη ** Ελβετίας και ποσών κινήσεων λογαριασμών τους, που συμπεριλαμβάνονται σε λίστα - επονομαζόμενη και ως λίστα ** - (η οποία προέκυψε κατόπιν επεξεργασίας από το Σ.Δ.Ο.Ε. αρχείων που είχαν αποσταλεί από τις γαλλικές αρχές) σε άρθρο με τίτλο «Η ΛΙΣΤΑ Λαγκάρντ - Όλα τα ονόματα» που δημοσιεύθηκε στις 29.10.2012 στην εφημερίδα «**» και κατόπιν αναδημοσίευσης των εγγραφών της λίστας Λαγκάρντ σε δημοσίευμα με τίτλο «Λίστα Λαγκάρντ: Όλα τα ονόματα και τα ποσά», που αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα της εφημερίδας «**».  

Σύμφωνα με το άρθρο 1 ν. 2472/1997, «Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης-10.1995 και όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 ν. 2915/2001, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Κατά το άρθρο 2 στοιχ. α', β', γ', δ', ε' και ι' του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) «ευαίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την § 1 του άρθρου 18 ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την § 3 του άρθρου 8 ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή), γ) «υποκείμενο των δεδομένων», το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία»), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της § 2 του άρθρου 18 ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια), στ) «αποδέκτης» είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι, ζ) «συγκατάθεση» (άρθρα 5 § 1, 7 § 2α ν. 2472/1997) του υποκειμένου των δεδομένων (για την επεξεργασία όσων από αυτά είναι ευαίσθητα) θεωρείται κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν (ΑΠ 1564/2010, ΑΠ 2100/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 § 1 ν. 2472/1997, οι διατάξεις του νόμου «εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου «1. τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλονται σε ενημέρωση, δ) Να διατηρούνται σε μορφή που να επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση της Αρχής, για την πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους. Μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής, η Αρχή μπορεί με αιτιολογημένη απόφασή της, να επιτρέπει τη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ιστορικούς, επιστημονικούς ή στατιστικούς σκοπούς, εφόσον κρίνει ότι δεν θίγονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τα δικαιώματα των υποκειμένων τους ή και τρίτων. Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας. 2) Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν συλλεχθεί ή υφίστανται επεξεργασία κατά παράβαση της προηγούμενης παραγράφου, καταστρέφονται με ευθύνη του υπεύθυνου επεξεργασίας ....». Ακολούθως, το άρθρο 22 § 4 του ίδιου νόμου προβλέπει ποινικές κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: «όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις», ενώ κατά τη διάταξη της § 6 του ίδιου άρθρου: «Αν ο υπαίτιος των πράξεων των § 1 έως 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000. 000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000. 000) δραχμών». Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στο ν. 2472/1997, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε των περιπτώσεων του άρθρου 22 § 5, οι οποίες ποινικοποιούν τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση «αρχείων προσωπικών δεδομένων». Έτσι, κατά την § 1 του άρθρου 22, γίνεται αξιόποινη η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή σύσταση και λειτουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων, κατά την § 2 η διατήρηση «αρχείου», χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της αρχής, κατά την § 3 η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή και άδεια απ’' αυτήν διασύνδεση αρχείων. Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε «αρχείο», ως τέτοιο δε θεωρείται κατ' άρθρο 2 περ. ε', το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο «επεξεργασίας» και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 §§ 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποιήσεως του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα (ΑΠ 1381/2009). Όσον αφορά στην επεξεργασία («διάδοση») των προσωπικών δεδομένων, μέσω της δημοσιεύσεώς τους στο διαδίκτυο, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως έχει ήδη κρίνει το ΔΕΚ, η εργασία που συνίσταται στην αναγραφή, σε ιστοσελίδα του Διαδικτύου, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί τέτοια επεξεργασία. Η σχετική εργασία πραγματοποιείται, εν μέρει, κατά τρόπο αυτοματοποιημένο, καθόσον η αναγραφή στοιχείων σε ιστοσελίδα του Διαδικτύου προϋποθέτει, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες σήμερα τεχνικές και μηχανογραφικές διαδικασίες, την εκτέλεση μιας εργασίας τοποθετήσεως της σελίδας αυτής σε ένα διακομιστή του Διαδικτύου (server), καθώς και τις αναγκαίες εργασίες για να μπορούν να έχουν πρόσβαση στη σελίδα αυτή τα πρόσωπα που συνδέονται με το Διαδίκτυο. Συνεπώς, η εργασία, που συνίσταται στην αναφορά, επί ιστοσελίδας του Διαδικτύου, σε διάφορα πρόσωπα και στον προσδιορισμό τους, είτε με το όνομά τους, είτε με άλλα μέσα, συνιστά αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3 § 1 της Οδηγίας 95/46 [ΔΕΚ, απόφ. της 6.11.2003, υποθ. C-101/2001, Lindgvist, Σκέψεις αριθ. 25-27, απόφ. 17/08 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ΔΙΜΕΕ 2008. 124] (ΑΠ 1564/2010, ΑΠ 2638/2008, ΑΠ 2079/ 2007 ΠοινΧρ 2008. 312).
Η πρόβλεψη του άρθρου 22 § 4 του νόμου έχει σκοπό να προστατέψει ως έννομο αγαθό το δικαίωμα στην πληροφοριακή αυτοδιάθεση ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Ουσιαστικά ποινικοποιεί την κατάργηση του απορρήτου και της μυστικότητας της ιδιωτικής ζωής και την αποκάλυψη των στοιχείων της, η οποία ακολουθεί την κατάργηση του απορρήτου. Άλλωστε και όταν ο Ποινικός Κώδικας προστατεύει την ιδιωτική σφαίρα του προσώπου (άρθρα 370, 370Α, 371 ΠΚ) τιμωρεί την παραβίαση κάποιου απορρήτου και συγκεκριμένα την παραβίαση του απορρήτου των επιστολών, την παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας και την παραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθειας (ΣυμβΠλΣ 34/2001, ΠοινΔνη 2002. 881). Η γνωστοποίηση και δημοσίευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αίρει την έννοια του απορρήτου, της μυστικότητας της ιδιωτικής ζωής, διότι αυτά καθίστανται κοινά τοις πάσι και προσιτά στον καθένα. Ως εκ τούτου, η εκ νέου δημοσίευση (αναδημοσίευση) των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν υπάγεται στο πεδίο ποινικής προστασίας του νόμου, για τον λόγο ότι το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, ως μοναδική έκφανση με την οποία αυτή προστατεύεται ποινικά ως έννομο αγαθό από το νόμο, δεν υφίσταται πλέον, έχει ήδη καταλυθεί με την πρώτη ενέργεια (με την πρώτη δημοσίευση). Ως εκ των ανωτέρω, σε περίπτωση αναδημοσίευσης δεν υφίσταται προσβολή του εννόμου αγαθού της ιδιωτικής ζωής, διότι έχει ήδη πληγεί στον πυρήνα της η έννοια της «ιδιωτικότητας», αφού αυτή ήδη έχει καταλυθεί με την προγενέστερη πράξη της δημοσιοποίησης. Όσο η ιδιωτική ζωή είναι απόρρητη είναι άξια προστασίας, ενώ όταν έχει πλέον ευρέως δημοσιοποιηθεί στον κοινωνικό της περίγυρο, η προσβολή της είναι ήδη ολοκληρωμένη και παύει να είναι άξια προστασίας κατά το ν. 2472/ 1997 (ΤρΕφΑθ 175/2014, αδημ., ΤρΕφΑθ 7960/ 2011, αδημ., ΣυμβΠλΣ 34/2001, ΠοινΔνη 2002. 881).
Στην κρινόμενη υπόθεση από την προανάκριση που έγινε και ειδικότερα από τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προκύπτουν τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Στις **, αναδημοσιεύθηκε φύλλο της καθημερινής εφημερίδας «**», εκδότης της οποίας τυγχάνει ο τρίτος κατηγορούμενος, όπου στις σελίδες 25-30 αυτού υπήρχε άρθρο του τέταρτου κατηγορουμένου με τίτλο «Η ΛΙΣΤΑ ΛΑΓΚΑΡΝΤ ΟΛΑ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ», το οποίο ακολουθούσε η δημοσίευση 2.059 φυσικών προσώπων και νομικών προσώπων - καταθετών στην Τράπεζα ** με έδρα τη ** Ελβετίας και ποσών κινήσεων λογαριασμών τους, που συμπεριλαμβάνονται σε λίστα - επονομαζόμενη και ως λίστα Λαγκάρντ - η οποία προέκυψε κατόπιν επεξεργασίας από το Σ.Δ.Ο.Ε. αρχείων που είχαν αποσταλεί από τις γαλλικές αρχές για τη διερεύνηση φορολογικών παραβάσεων ή άλλων οικονομικών εγκλημάτων. Στις 21.03.2013 αναρτήθηκε στο Διάδίκτυο και συγκεκριμένα στην ιστοσελίδα της εφημερίδας «**», διαχειριστής και υπεύθυνος της οποίας τυγχάνει ο πρώτος κατηγορούμενος, εκ νέου αναδημοσίευση των εγγραφών της λίστας Λαγκάρντ σε άρθρο του δεύτερου κατηγορουμένου με τίτλο «Λίστα Λαγκάρντ: Όλα τα ονόματα και τα ποσά». Η πρώτη δημοσίευση με τα ονόματα και τις ιδιότητες των προσώπων είχε γίνει ήδη την ** από τον **, ως εκδότη του περιοδικού «**»,στο οποίο και δημοσίευσε τη συγκεκριμένη λίστα Λαγκάρντ. Για την ενέργειά του αυτή ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος απηλλάγη τόσο με την υπ’ αριθ. ** Απόφαση του Β' Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και κατόπιν εφέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την υπ’ αριθ. ** Απόφαση του Α' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η πρωτοβάθμια απόφαση κατ'’ εφαρμογή του άρθρου 10 ΕΣΔΑ και της αρχής της στάθμισης (άρθρο 25 § 1 Σ) αναγνώρισε ότι η δημοσιοποίηση της λίστας Λαγκάρντ από το περιοδικό «**», αν και συνιστά παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των προσώπων της λίστας, εν τούτοις η μειωμένη προσβολή των δικαιωμάτων τους επιβαλλόταν από την ανάγκη για ενημέρωση του κοινού για ένα θέμα που άπτεται της οικονομικής ζωής της χώρας και συνέχεται με την αξιοπιστία των θεσμών του κράτους. Ως εκ των ανωτέρω, η πρώτη δημοσίευση της «λίστας Λαγκάρντ» αναγνωρίστηκε από τα Δικαστήρια ως θεμιτή και μη αξιόποινη, θα ήταν επομένως επί της ουσίας αντιφατικό στις ανωτέρω αποφάσεις να κριθούν εν προκειμένω αξιόποινες οι αναδημοσιεύσεις της λίστας.   
Πέραν ωστόσο των ανωτέρω παραδοχών, οι αναδημοσιεύσεις της λίστας μετά την πρώτη δημοσίευση δε μπορεί να θεωρηθεί ότι μπορούν να κριθούν προστατευτέες ποινικά από το Νόμο, σύμφωνα με τα όσα παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσης. Δεν υφίσταται προσβολή του εννόμου αγαθού της ιδιωτικής ζωής διότι αυτή προστατεύεται ως προς το απόρρητο, το οποίο με την πρώτη δημοσίευση των ονομάτων και των στοιχείων από το περιοδικό «**» παύει να υφίσταται και δεν προσβάλλεται πλέον με την αναδημοσίευση (εκτός εάν με την αναδημοσίευση υπάρχει για πρώτη φορά δημοσίευση περαιτέρω νέων στοιχείων και πληροφοριών, γεγονός το οποίο δεν υφίσταται εν προκειμένω). Στην προκειμένη δε περίπτωση, ήδη με την πρώτη δημοσίευση της λίστας από τον ** στο περιοδικό «**», έγινε αμέσως ευρύτατα γνωστό στη κοινή γνώμη το γεγονός της δημοσίευσης και κατ’ επέκταση της λίστας με τα ονόματα, λόγω τής παραπομπής του ανωτέρω για το ίδιο αδίκημα με την αυτόφωρη διαδικασία, η οποία (παραπομπή) έλαβε μεγάλη δημοσιότητα από τα λοιπά Μ.Μ.Ε, έτσι ώστε δικαίως να θεωρείται ότι με την πρώτη δημοσίευση αναλώθηκε πλήρως η έννοια της μυστικότητας και του απορρήτου, ενόψει και του γεγονότος ότι η όλη υπόθεση με τη λίστα Λαγκάρντ λόγω της σημαντικότητας για την οικονομική ζωή της χώρας για τον προφανή λόγο ότι πρόκειται για ημεδαπούς μεγαλοκαταθέτες σε αλλοδαπή Τράπεζα στα πλαίσια διερεύνησης των πηγών των καταθέσεών τους, έγινε αμέσως -με την πρώτη δημοσίευση- αντικείμενο δημοσιογραφικού, και όχι μόνο, σχολιασμού και ανάλυσης ως προς το περιεχόμενό της.   
Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εις βάρος των κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις της ανακοίνωσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δια του τύπου τελεσθείσας και μη, για τις οποίες κατηγορούνται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis