Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Αισχροκερδής δικαιοπραξία, ελευθερία συμβάσεων, παραίτηση από εργατικά δικαιώματα, αναιρετικοί λόγοι.

Περίληψη. Αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων - Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών - Αισχροκερδής δικαιοπραξία - Καταγγελία σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών -. Η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμά του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους. Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων που προβλέπονται από το νόμο, τις Σ.Σ.Ε. ή άλλες κανονιστικές διατάξεις και συνεπώς η παραίτηση από συμβατικές εργατικές αξιώσεις είναι έγκυρη, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές υπερβαίνουν τα ως άνω ελάχιστα όρια. Και στην τελευταία περίπτωση, πάντως, η (επιτρεπτή) παραίτηση από τις εργατικές αξιώσεις πρέπει να είναι ειδική και σαφής.

Η διάταξη του άρθρου 679 ΑΚ, έχει μεν εφαρμογή ως προς την οριζόμενη από το άρθρο αυτό απαγόρευση και επί συμβάσεων ανεξάρτητων υπηρεσιών, εφόσον όμως προβλέπονται από το νόμο και στην περίπτωση αυτή ελάχιστα όρια αμοιβών με τις οικείες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου για τις υπηρεσίες που παρέχει ο συμβεβλημένος με σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, όχι όμως και όταν στην σχετική σύμβαση δεν γίνεται λόγος περί ελαχίστου ορίου αμοιβής αλλά η τελευταία καθορίζεται στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, χωρίς αναφορά ότι μέρος της αμοιβής αυτής συνιστά το ελάχιστο όριο που καθορίζεται από αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, οπότε δεν τίθεται θέμα ακυρότητος της εν λόγω παραιτήσεως, αφού με αυτήν δεν θίγονται τέτοιου είδους αξιώσεις προβλεπόμενες από δημοσίου δικαίου διατάξεις, σε τρόπον ώστε να μην έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 679 του ΑΚ. Προϋποθέσεις χαρακτηρισμού δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, καταπλεονεκτικής και συνεπώς άκυρης ως αντίθετης με τα χρηστά ήθη. Καταγγελία συμβάσεων παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών χωρίς σπουδαίο λόγο και ως εκ τούτου άκυρη.

                                      Άρειος Πάγος, A1' Πολιτικό Τμήμα, 166/ 2016

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

Η διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2§1, 4§§1 παρ. 2 και 5§1 του Συντάγματος). Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998). Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, στην ένδικη από 4-8-2009 αγωγή του ιστορούσε, ότι διατηρεί γραφείο παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και ότι από το έτος 1988 συνεργάστηκε με την εναγομένη, φαρμακευτική εταιρεία, για την προώθηση των συμφερόντων της στην Ελλάδα, Μ. Ανατολή και Β. Αφρική, έχοντας προς τούτο λάβει από την τελευταία σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Ότι στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας τους υπογράφηκαν μεταξύ τους οι από 1-10-2005 και από 27-4-2006 έγγραφες συμβάσεις με τις οποίες, έναντι αμοιβής, ανέλαβε να παρέχει για μεν την πρώτη (σύμβαση) για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 30-9-2016 για δε τη δεύτερη από 1-7-2007 έως 30-6-2016 τις υπηρεσίες του στη εναγομένη, και συγκεκριμένα: α) την οργάνωση, προγραμματισμό και συντονισμό κάθε ενέργειας των τεχνικών ομάδων για την ανάληψη και εκτέλεση των εργασιών που θα πραγματοποιούνταν στο εργοστάσιο της εναγομένης (…), με σκοπό την παραγωγική του αναβάθμιση στα πλαίσια του εγκεκριμένου επιχειρηματικού σχεδίου, β) την ευθύνη λήψεως όλων των αναγκαίων αδειών για την πραγματοποίηση όλων των παραπάνω εργασιών και των αναγκαίων αδειών για την λειτουργία για τη παραγωγή των προϊόντων της…, γ) να επιμελείται την εφαρμογή των διατάξεων του Αγορανομικού Κώδικα στις δραστηριότητες της εταιρείας …σχετικές με τη διαμόρφωση των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων, να παρακολουθεί την εφαρμογή και συμμόρφωση των δραστηριοτήτων της εταιρείας … σε σχέση με τις υφιστάμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, ως και να υποδεικνύει τις θέσεις και προτάσεις τις οποίες θα πρέπει να κάνει η εταιρεία … αναφορικά τόσο με υφιστάμενες ρυθμίσεις, όσο και με δημοσιευμένα σχέδια νομοθετικών ρυθμίσεων και ακόμη να παρακολουθεί τις υποβαλλόμενες αιτήσεις ως προς την έγκριση κυκλοφορίας νέων προϊόντων, την έγκριση τροποποιήσεων υφισταμένων αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων, την έγκριση των τιμών νέων φαρμακευτικών προϊόντων και την έγκριση μεταβολής των τιμών των ήδη κυκλοφορούντων, και τέλος, να παρακολουθεί την ένταξη των φαρμακευτικών προϊόντων της εταιρείας … στους υπό έκδοση Πίνακες ("...") φαρμακευτικών προϊόντων που θα επιτρέπουν την συνταγογράφηση (θετικές) ή θα απαγορεύουν την συνταγογράφησή τους (αρνητικές) από ασφαλιστικά ταμεία, τα κρατικά νοσοκομεία και λοιπά δημόσια ιδρύματα, δ) να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εκπρόσωπος της εταιρείας και ειδικός σύμβουλος σε θέματα και δραστηριότητες που αφορούν τις σχέσεις της … με το Ελληνικό Δημόσιο, κρατικούς οργανισμούς και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ότι ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι η καταγγελία της από 1-10-2005 συμβάσεως δεν θα μπορούσε να γίνει πριν την 30-9-2015, καθώς και ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την επομένη μετά την παρέλευση της άνω ημερομηνίας θα επέφερε τη λύση της συμβάσεως με την καταβολή αποζημιώσεως ποσού 500.000 ευρώ στον ενάγοντα. Ότι επίσης, ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι η καταγγελία της από 27-4-2006 συμβάσεως δεν θα μπορούσε να γίνει πριν την 30-6-2015, καθώς και ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την εναγομένη μετά την παρέλευση της άνω ημερομηνίας θα επέφερε τη λύση της συμβάσεως με την καταβολή αποζημιώσεως 800.000 ευρώ στον ενάγοντα. Ότι παρά ταύτα η εναγομένη, στις 15-12-2006, χωρίς λόγο κατήγγειλε, παράνομα και αντισυμβατικά, τις παραπάνω συμβάσεις, κοινοποιώντας του την υπ’ αριθ. .../12-12-2006 πράξη ανακλήσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών ..., με την οποία ανακάλεσε όλες τις ειδικές και γενικές εντολές που του είχε χορηγήσει είτε προφορικώς είτε εγγράφως. Ότι η παραπάνω πρόωρη, άκαιρη και αντισυμβατική καταγγελία των συμβάσεών του είναι άκυρη, την οποία ουδέποτε αποδέχθηκε. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ο αναιρεσείων και μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη του οφείλει τα ποσά των 500.000 και 800.000 ευρώ ως συμφωνηθείσα μεταξύ τους αποζημίωση ένεκα της γενομένης στις 15-12-2006 εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας των παραπάνω από 1-10-2005 και 27-4-2006 συμβάσεων αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 1.300.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από τις 15-12-2006. Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, καθόσον, με βάση τους όρους των από 1-10-2005 και 27-4-2006 συμβάσεων, όπως αυτοί με σαφήνεια εκτίθενται στο δικόγραφό της, τα πιο πάνω χρηματικά ποσά οφείλονται μόνο στην περίπτωση λύσης των συμβάσεων με καταγγελία, η οποία θα γινόταν μετά την 30-9-2015 και 30-6-2015 και όχι σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας αυτών, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Ορθώς, επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την από 4-8-2009 αγωγή ως μη νόμιμη, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε, ούτε όμως και τις διατάξεις των άρθρων 207 και 656 ΑΚ, σε συνδ. με το άρθρο 69 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραβίασε, με την μη εφαρμογή τους, καθόσον, δεν εκτίθενται στην αγωγή περιστατικά τέτοια στα οποία μπορούσε να θεμελιωθεί το αίτημα αυτής στις παραπάνω διατάξεις, το οποίο μόνο έρεισμα είχε την διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, βάσει όμως των εκτιθέμενων στην αγωγή περιστατικών, δεν μπορούσε να θεμελιωθεί η τελευταία ούτε στη διάταξη αυτή ως προς το παραπάνω αίτημά της. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (πρώτος) με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 10 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, α) ότι απέρριψε το άνω αίτημα της αγωγής χωρίς να εκτιμήσει τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ούτε αυτό ακόμα το σώμα των επίδικων συμβάσεων και β) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των άνω από 1-10-2005 και 27-4-2006 συμβάσεων, απορρίπτοντας έτσι το ίδιο ως άνω αίτημα της αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η ένδικη από 4-8-2009 αγωγή ως προς το παραπάνω αίτημά της απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ως μή νόμιμη, ενώ για την ίδρυση των παραπάνω λόγων αναιρέσεως προϋπόθεση είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, γεγονός που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου που συνάγεται από τα άρθρα 3, 174 και 679 του ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 5 παρ.1 του ΑΝ 539/1945 και 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμά του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους (αρθρ. 454 ΑΚ. ΑΠ 1554/ 2011 ΑΠ 1340/ 2014). Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων που προβλέπονται από το νόμο, τις Σ.Σ.Ε. ή άλλες κανονιστικές διατάξεις και συνεπώς η παραίτηση από συμβατικές εργατικές αξιώσεις είναι έγκυρη, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές υπερβαίνουν τα ως άνω ελάχιστα όρια. Και στην τελευταία περίπτωση, πάντως, η (επιτρεπτή) παραίτηση από τις εργατικές αξιώσεις πρέπει να είναι ειδική και σαφής (ΑΠ 1089/2006 ΑΠ 1409/2006). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 679 ΑΚ, έχει μεν εφαρμογή ως προς την οριζόμενη από το άρθρο αυτό απαγόρευση και επί συμβάσεων ανεξάρτητων υπηρεσιών, εφόσον όμως προβλέπονται από το νόμο και στην περίπτωση αυτή ελάχιστα όρια αμοιβών με τις προπαρατεθείσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου για τις υπηρεσίες που παρέχει ο συμβεβλημένος με σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, όχι όμως και όταν στην σχετική σύμβαση δεν γίνεται λόγος περί ελαχίστου ορίου αμοιβής κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις, αλλά η τελευταία καθορίζεται στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), χωρίς αναφορά ότι μέρος της αμοιβής αυτής συνιστά το ελάχιστο όριο που καθορίζεται από τις ως άνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, οπότε δεν τίθεται θέμα ακυρότητος της εν λόγω παραιτήσεως, αφού με αυτήν δεν θίγονται τέτοιου είδους αξιώσεις προβλεπόμενες από δημοσίου δικαίου διατάξεις, σε τρόπον ώστε να μην έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 679 του ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 178 ΑΚ, "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της (όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή το σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν), αλλά και εκ του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν. Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ (το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου), "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποίαν δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική τοιαύτη, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου. Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (βλ. ΟλΑΠ 714/ 1973).
Ετέρωθεν, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 4320/2013 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων διατηρεί επί της οδού ... γραφείο παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως επιχειρησιακού συμβούλου, εισαγωγές-εξαγωγές υπηρεσιών, δημόσιες σχέσεις. Η εναγομένη (ΒΙΕ), αποτελεί το Ελληνικό τμήμα πολυεθνικής επιχειρήσεως παραγωγής και διαθέσεως φαρμακευτικών και χημικών προϊόντων. Από το 1988 ο ενάγων συνεργάσθηκε με την εναγομένη, φαρμακευτική εταιρία, για την προώθηση των συμφερόντων της στην Ελλάδα, Μ. Ανατολή και Β. Αφρική, έχοντας προς τούτο λάβει από την τελευταία το υπ’ αριθ. .../2-12-1991 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που του παρείχε τις ανάλογες εντολές. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας τους υπογράφηκαν μεταξύ τους οι κάτωθι συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών: 1) η από 7-9-2005 έγγραφη σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε για το χρονικό διάστημα από την 7-9-2005 έως την 31-8-2008 αρχικά και έκτοτε μετά από σχετική τροποποίηση, έως την 31-8-2016: α) την οργάνωση, προγραμματισμό και συντονισμό κάθε ενέργειας των τεχνικών ομάδων για την ανάληψη και εκτέλεση εργασιών που θα πραγματοποιούνταν στο εργοστάσιο της εναγομένης (…), με σκοπό την παραγωγική του αναβάθμιση στα πλαίσια του εγκεκριμένου επιχειρηματικού σχεδίου σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 19304/ΔΒΕ4917/ν. 3299/04/05-09-2005 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης/Γεν. Γραμματεία Βιομηχανίας και β) την ευθύνη λήψεως όλων των αναγκαίων για την πραγματοποίηση όλων των παραπάνω εργασιών και των αναγκαίων αδειών για την λειτουργία και την παραγωγή των προϊόντων της …, έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής για τις υπό στοιχείο (α) υπηρεσίες ποσού 20.000 ευρώ, μηνιαίως, καθαρά μετά την αφαίρεση των φόρων και λοιπών παρακρατήσεων, καταβλητέας εντός δεκαπέντε ημερών από την έκδοση και παράδοση του αντίστοιχου φορολογικού παραστατικού, και για τις υπό στοιχείο (β) υπηρεσίες έναντι αμοιβής καθοριζομένης κατά περίπτωση ανάλογα με το αντικείμενο της πράξεως, 2) η από 1-10-2005 έγγραφη σύμβαση, δυνάμει της οποίας η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα και ο τελευταίος ανέλαβε, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 30-9-2016, να επιμελείται την εφαρμογή των διατάξεων του Αγορανομικού Κώδικα στις δραστηριότητες της εταιρείας … σχετικές με τη διαμόρφωση των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων, να παρακολουθεί την εφαρμογή και συμμόρφωση των δραστηριοτήτων της εταιρείας … σε σχέση με τις υφιστάμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, ως και να υποδεικνύει τις θέσεις και προτάσεις τις οποίες θα πρέπει να κάνει η εταιρεία …σε αναφορά τόσο των υφισταμένων ρυθμίσεων, όσο και των δημοσιευμένων σχεδίων νομοθετικών ρυθμίσεων, την παρακολούθηση της εξελίξεως των διαφόρων σχεδίων των υποβαλλομένων αιτήσεων τόσο προς την έγκριση κυκλοφορίας νέων προϊόντων, έγκρισης τροποποιήσεων υφισταμένων αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων και των εγκρίσεων μεταβολής τιμών των ήδη κυκλοφορούντων, και τέλος, να παρακολουθεί την ένταξη των φαρμακευτικών προϊόντων της εταιρείας … στους υπό έκδοση Πίνακες "..." φαρμακευτικών προϊόντων που θα επιτρέπουν την συνταγογράφηση (θετικές) ή θα απαγορεύουν τη συνταγογράφησή τους (αρνητικές) από τα ασφαλιστικά ταμεία, τα κρατικά νοσοκομεία και τα λοιπά δημόσια ιδρύματα, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 10.000 ευρώ μηνιαίως, καθαρά μετά την αφαίρεση των φόρων και λοιπών παρακρατήσεων, καταβλητέας εντός δεκαπέντε εργασίμων ημερών από την έκδοση και παράδοση του αντίστοιχου φορολογικού παραστατικού, καθώς και έναντι συμφωνηθείσας πρόσθετης αμοιβής (bonus), καθοριζομένης κατά περίπτωση ανάλογα με το επιτευχθέν έργο. Επιπλέον, με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ τους ότι η καταγγελία της δεν θα μπορούσε να γίνει πριν την 30-9-2015, καθώς και ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την εναγομένη μετά την παρέλευση της άνω ημερομηνίας θα επέφερε τη λύση της συμβάσεως με την καταβολή αποζημιώσεως ποσού 500.000 ευρώ στον ενάγοντα και 3) η από 27-4-2006 έγγραφη σύμβαση με την οποία η εναγομένη του ανέθεσε και ο ενάγων ανέλαβε, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 30-6-2016, να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εκπρόσωπος της εταιρείας και ειδικός σύμβουλος σε θέματα και δραστηριότητες που αφορούν τις δημόσιες σχέσεις της ΒΙΕ με το Ελληνικό Δημόσιο, κρατικούς οργανισμούς και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 120.000 ευρώ ετησίως, καταβλητέας σε δύο εξαμηνιαίες δόσεις στην αρχή εκάστου εξαμήνου. Επιπλέον, με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ τους ότι η καταγγελία δεν θα μπορούσε να γίνει πριν την 30-6-2015, καθώς και ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την εναγομένη μετά την παρέλευση της ως άνω ημερομηνίας θα επέφερε τη λύση της συμβάσεως με την καταβολή αποζημιώσεως ποσού 800.000 ευρώ στον ενάγοντα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 15-12-2006 η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την υπ’ αριθ. .../13-12-2006 πράξη ανακλήσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών..., με την οποία ανακάλεσε όλες τις γενικές και ειδικές εντολές που του είχε χορηγήσει είτε αυτές είχαν δοθεί με συμβολαιογραφικό είτε με απλό έγγραφο ή ακόμα και προφορικά, σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που αφορούσε αυτήν και κάλεσε τον ενάγοντα να μην προβεί σε καμία πράξη εκπροσωπήσεως της εταιρείας και σε καμία ενέργεια για λογαριασμό της. Με την ανακλητική αυτή πράξη η εναγομένη, αν και στο περιεχόμενό της δεν χρησιμοποίησε ρητά τον όρο καταγγελία, στην πραγματικότητα κατήγγειλε την όλη συνεργασία της με τον ενάγοντα και στις τρεις παραπάνω συμβάσεις, δεδομένου του ότι, έκτοτε ο τελευταίος ουδόλως είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει για λογαριασμό της και να παρέχει σε αυτήν τις συμφωνηθείσες με τις άνω συμβάσεις υπηρεσίες. Η εν λόγω καταγγελία από πλευρά της εναγομένης έγινε διότι, μετά την αλλαγή του διευθύνοντος συμβούλου της τελευταίας, στα πλαίσια αναδιαρθώσεως των υπηρεσιών της, επιλέχθηκε, ως πιο συμφέρουσα για την εταιρεία λύση, να παρέχονται πλέον από υπαλλήλους της εταιρείας και όχι από εξωτερικούς συμβούλους οι υπηρεσίες που, μέχρι τότε, παρείχε ο ενάγων, λόγος όμως που δεν κρίνεται σπουδαίος.
    Συνεπώς, η καταγγελία των ανωτέρω, ορισμένου χρόνου, συμβάσεων παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών του ενάγοντος έγινε από την εναγομένη χωρίς σπουδαίο λόγο και ως εκ τούτου είναι άκυρη και δεν επέφερε την λύση των εν λόγω συμβάσεων. Ακολούθως, στις 18 Ιανουαρίου 2007 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης συμβάσεων, με το οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν την πρόωρη λύση και των τριών ως άνω συμβάσεων. Κατά δε την κατάρτιση του εν λόγω συμφωνητικού η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες υπηρεσίες του το ποσό των 100.000 ευρώ και πέραν τούτου δηλώθηκε ρητά στο ίδιο συμφωνητικό ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι δεν υπάρχουν εκατέρωθεν αξιώσεις λόγω των άνω συμβάσεων και ρητά και ανεπιφύλακτα δήλωσαν ότι ουδεμία άλλη απαίτηση οικονομική ή μη υφίσταται μεταξύ τους είτε άμεση είτε έμμεση και κυρίως από ενέργειες του ενάγοντος που είχαν σχέση με την … και τις δραστηριότητές της ή απαιτήσεις του ενάγοντος για τις υπηρεσίες προς την … ή για αποζημίωσή του λόγω των άνω λύσεων, παραιτουμένων των μερών ρητώς και ανεπιφυλάκτως από κάθε τέτοια απαίτηση ή τυχόν μέλλουσα τοιαύτη. Η παραπάνω παραίτηση του ενάγοντος από όλες τις απορρέουσες από τις επίδικες συμβάσεις αξιώσεις του και συνεπώς και από τις επικαλούμενες στην από 31-5-2010 αγωγή του αξιώσεις από δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας, ουδόλως είναι άκυρη, κατ’ άρθρο 679 του ΑΚ, καθόσον η εκ του άρθρου αυτού απαγόρευση, ναι μεν ισχύει και επί συμβάσεων παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, πλην όμως δεν ισχύει για μισθολογικές αξιώσεις του μισθωτού που υπερβαίνουν τα ελάχιστα προβλεπόμενα από κανόνες δημοσίας τάξεως όρια μισθολογικής προστασίας αυτού.
    Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση που δεν προβλέπονται από το νόμο ελάχιστα όρια αμοιβών με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου για τις υπηρεσίες που παρείχε ο ενάγων στην εναγομένη βάσει των άνω συμβάσεων, δεν τίθεται θέμα ακυρότητας της εν λόγω παραιτήσεως, αφού με αυτήν δεν θίγονται τέτοιου είδους αξιώσεις του προβλεπόμενες από δημοσίου δικαίου διατάξεις, απορριπτομένου του σχετικού εκ του άρθρου 679 ΑΚ ισχυρισμού, ως μη νόμιμου. Τέλος, ουδόλως αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από 18-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων βρισκόταν σε αδήριτη, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ικανοποιήσεώς της οικονομική ανάγκη, κατά την έννοια που απαιτεί για τη βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού η διάταξη του άρθρου 179 του ΑΚ. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα κατά δανειστή, αιτία και ποσά χρέη του ενάγοντος, ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο που υπογράφηκε το άνω συμφωνητικό. Ουδόλως κατέθεσαν συγκεκριμένα επί του θέματος τούτου, οι μάρτυρες, που εξετάσθηκαν, με την επιμέλεια του ενάγοντος, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον της άνω Συμβολαιογράφου στις υπ’ αριθ. ... και .../2013 ένορκες βεβαιώσεις. Ομοίως, τέτοια συγκεκριμένη αναφορά δεν γίνεται και στις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα υπ’ αριθ. .../2011 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών...,  οι οποίες, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η εκ μέρους δε του ενάγοντος εξόφληση δανείου συνολικού ποσού 224.299 ευρώ προς την Alpha Bank στις 22-2-2007, δεν αποδεικνύεται ότι αφορά σε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος κατά τον παραπάνω χρόνο και ότι δεν πρόκειται για δάνειο, που αυτός εκουσίως προεξόφλησε ολοσχερώς. Σε κάθε περίπτωση όμως, πέραν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διέθετε κατά το χρόνο υπογραφής του άνω συμφωνητικού σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία, με ρευστοποίηση μέρους της οποίας θα μπορούσε ευχερώς να αντιμετωπίσει την όποια τυχόν οικονομική του ανάγκη. Ειδικότερα, αυτός κατά τον παραπάνω χρόνο είχε στην κυριότητά του: 1) διαμέρισμα (υπ’ αρ. 20) 110 τ.μ., στον έκτο όροφο (ρετιρέ) της ευρισκόμενης στην Αθήνα, επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... πολυκατοικίας, 2) διαμέρισμα (υπ’ αρ. 4) 77,20 τ.μ., στον πρώτο όροφο της ευρισκόμενης στην Αθήνα, επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... πολυκατοικίας, 3) διαμέρισμα (υπό στοιχείο Α-1) 155,15 τ.μ., πρώτου ορόφου με αποθήκη στο υπόγειο 2,22 τ.μ. επί της ευρισκόμενης στην Αθήνα, στη διασταύρωση των οδών ... και ... πολυκατοικίας, 4) διαμέρισμα (Α-5) 107,70 τ.μ. πρώτου ορόφου σε πολυκατοικία στην Αθήνα στη θέση "..." και επί της διασταυρώσεως των οδών ... διαμέρισμα (Γ-4) 77,20 τ.μ. στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας, κείμενης στην Αθήνα επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., 6) διαμέρισμα (Β-4) 76,15 τ.μ. στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας, κείμενης στην Αθήνα επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., 7) την επικαρπία του υπό στοιχεία Α-3 διαμερίσματος 120 τ.μ. στον πρώτο όροφο με αποθήκη στο υπόγειο πολυκατοικίας, κείμενης στην Αθήνα επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ...) ισόγειο όροφο ποσοστού συνιδιοκτησίας 43/1000 και το δικαίωμα ανεγέρσεως τρίτου ορόφου ποσοστού συνιδιοκτησίας 43/1000 σε οικόπεδο εκτάσεως 1.500,60 τ.μ. ευρισκόμενο στο ..., επί της οδού ..., 9) διαμέρισμα 133,27 τ.μ. ισογείου ορόφου με στοιχεία Ι-1 και το 1/3 των 100/1000 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, που αντιστοιχούν στο δικαίωμα ανεγέρσεως πάνω από τον ήδη υπάρχοντα δεύτερο όροφο τριώροφης οικοδομής σε οικόπεδο στην Αθήνα, στη θέση "..." και επί των οδών ... 10) την επικαρπία του Γ-5 διαμερίσματος 107,7 τ.μ., που βρίσκεται στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας, κείμενης στην Αθήνα επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., 11) διαμέρισμα (Β-1) 83,68 τ.μ. στον δεύτερο όροφο της τριώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην ..., επί της συμβολής των ... και Περιμετρικής Πλατείας Ομονοίας, 12) διαμέρισμα (Β-2) 83,68 τ.μ. στον δεύτερο όροφο της τριώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην ..., επί της συμβολής των ... και Περιμετρικής Πλατείας Ομονοίας, 13) διαμέρισμα (Γ-2) 68,39 τ.μ. στον τρίτο όροφο της τριώροφης με δώμα οικοδομής που βρίσκεται στην ..., επί της συμβολής των ... και Περιμετρικής Πλατείας Ομονοίας, 14) οικόπεδο (άρτιο και οικοδομήσιμο) στη ζώνη οικισμού Κοινότητας ..., εκτάσεως 2.713,97 τ.μ. εντός της ζώνης των 800 μέτρων από το κέντρο της Κοινότητας, 15) ξερικό αγροτεμάχιο στη θέση "..." ή "..." κτηματικής περιφέρειας δ.δ. ..., Δήμου ..., επί Εθνικής Οδού ..., εκτάσεως 9.545,51 τ.μ., εκτός των ορίων οικισμού και σχεδίου πόλεως και εκτός της ζώνης των 500 μέτρων, άρτιο και οικοδομήσιμο και 16) οικόπεδο στη θέση "..." ή "..." δ.δ. ..., Δήμου ... εκτάσεως 4.009,62 τ.μ., εκτός σχεδίου πόλεως και οικισμού και εκτός ζώνης των 500 μέτρων, χωρίς δένδρα, μη αρδευόμενο. Την συνολική αξία της περιουσίας του ο ενάγων προσδιορίζει σε 500.000 ευρώ (βλ. τις καταθέσεις στο Δικαστήριο τούτο, προτάσεις του σελ.14). Κατόπιν τούτων δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατά την κατάρτιση του από 18-1-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμεταλλεύτηκε κάποια οικονομική ανάγκη του ενάγοντος, γι’ αυτό και η σχετικώς προβληθείσα αντένσταση του ενάγοντος, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 179 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
    Συνεπώς, ο ενάγων με το από 18-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπέγραψε, εγκύρως παραιτήθηκε από όλες τις απορρέουσες από τις τρεις ένδικες συμβάσεις αξιώσεις του, που επιδιώκονται με την από 31-5-2010 αγωγή του, μη υφισταμένης υποχρεώσεως της εναγομένης να καταβάλει σε αυτόν τα ποσά που επιδιώκονται με την αγωγή αυτή, δεκτής γενομένης κατ’ ουσίαν της ενστάσεως της τελευταίας (περί εγκύρου παραιτήσεως του ενάγοντος από τις επιδιωκόμενες με την αγωγή αυτή αξιώσεις του, βάσει του καταρτισθέντος μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού περί τούτου)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι έκρινε, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την από 31-5-2010 αγωγή του ως μη νόμιμη, ενώ αυτή ήταν ορισμένη και νόμιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της που αφορούσαν την αγωγή αυτή (από 31-5-2010), με την οποία επιδιώκετο η επιδίκαση σ’ αυτόν δεδουλευμένων αποδοχών και μισθών υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας των προαναφερόμενων συμβάσεων με αποτέλεσμα αυτές να εξακολουθούν να είναι σε ισχύ και η εναγομένη εξ αυτού του λόγου να έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του, ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή αυτή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648, 656, 659, 679 του ΑΚ, ούτε όμως και την διάταξη του άρθρου 179 του ίδιου Κώδικα, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή των άνω διατάξεων, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων, ώστε η ένδικη αγωγή να καθίσταται ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το μέρος που είχε έρεισμα στις πρώτες των διατάξεων αυτών, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 679 του ΑΚ, ούτε όμως και εκείνη του άρθρου 179 του ίδιου Κώδικα, με συνέπεια να καθίστατα βάσιμη η νομίμως προβληθείσα ένσταση περί εγκύρου παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από τις επιδιώκομενες με την από 31-5-2010 αγωγή του αξιώσεις δυνάμει του καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικού συμφωνητικού περί τούτου και αβάσιμη η περί του αντιθέτου προβληθείσα αντένσταση του ενάγοντος, με την επίκληση ότι συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 179 του ΑΚ, που καθιστούσε άκυρη την άνω περί παραιτήσεως από τις επίδικες αξιώσεις καταρτισθείσα σύμβαση. Συγκεκριμένα, δικαιολογούσαν την κρίση του Εφετείου, στην απόρριψη της ένδικης από 31-5-2010 αγωγής του αναιρεσείοντος, καθώς και στην απόρριψη της κατά τα άνω προβληθείσης αντένστασής του, με αντίστοιχη παραδοχή της προρρηθείσης ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, οι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης: α) ότι ο αναιρεσείων, με το από 18-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και υπογράφηκε απ’ αυτούς, παραιτήθηκε από όλες τις αξιώσεις του που απέρρεαν από τις τρεις επίμαχες συμβάσεις, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται και οι επίδικες, αποδεχόμενος να λάβει το ποσό των 100.000 ευρώ για τις μέχρι την ημερομηνία αυτή παρασχεθείσες στην αναιρεσίβλητη υπερησίες του, β) ότι στο συγκεκριμένο συμφωνητικό δηλώθηκε από τα συμβληθέντα μέρη (διαδίκους) ρητά και ανεπιφύλακτα, ότι δεν υπάρχουν εκατέρωθεν αξιώσεις από την λειτουργία των ανωτέρω συμβάσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι επιδιωκόμενες με την ένδικη αγωγή τοιαύτες, γ) ότι η ως άνω παραίτηση του αναιρεσείοντος είναι έγκυρη, καθόσον δεν προβλέπονται από το νόμο ελάχιστα όρια αμοιβών για τις υπηρεσίες που παρείχε ο αναιρεσείων στην αναιρεσίβλητη στα πλαίσια των συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί μεταξύ τους, έτσι ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 679 ΑΚ και δ) ότι, κατά το χρόνο που καταρτίστηκε και υπογράφηκε το από 18-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο αναιρεσείων δεν βρισκόταν σε "αδήριτη, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ικανοποιήσεως ανάγκη" ενόψει της οποίας και κατ’ εκμετάλλευση, εν γνώσει της αναιρεσίβλητης, της ανάγκης αυτής, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε οποιοδήποτε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος το οποίο όφειλε άμεσα να εξοφλήσει, πέραν του ότι κατά τον άνω χρόνο υπογραφής του ιδιωτικού συμφωνητικού, ο αναιρεσείων είχε στην κυριότητά του σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία, την οποία ο ίδιος, κατά τα διαλαμβανόμενα στις έγγραφες προτάσεις του, προσδιορίζει σε 500.000 ευρώ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατο όγδοο, εικοστό πρώτο, εικοστό τρίτο, εικοστό πέμπτο και εικοστό έβδομο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά τις σ` αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
    Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ή προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους. Και έχει μεν υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του Συντάγματος να αιτιολογεί την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 416/1999, ΑΠ 164/1994, ΑΠ 796/1997). Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 2191/2007). Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ’ ΚΠολΔ, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα προσκομισθέντα μετ’ επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των ισχυρισμών του και προς ανταπόδειξη αυτών της αντιδίκου του και συγκεκριμένα α) η από 17-1-2007 ένορκη βεβαίωση που έδωσε ο ίδιος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ... και β) το αποσταλέν προς αυτόν από την αναιρεσίβλητη στις 24-11-2006 προς υπογραφή χωρίς ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο έφερε μόνο την υπογραφή του Διευθύνοντος Συμβούλου της Κ. Ο. Με τον δέκατο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από την ίδια ως άνω διάταξη αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε την προαναφερθείσα από 17-1-2007 ένορκη βεβαίωση του ίδιου του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, με τον ενδέκατο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την ίδια, κατ’ εκτίμηση, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις από 17-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του Σ. Λ. και Π. Μ., καθώς και αυτές των Ο. Α. Κ. και Μ. Τ., οι οποίες δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ... Επίσης, με τον δέκατο πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ένδικες αγωγές, τις προτάσεις του και την έφεσή του, καθώς και την υπ’ αριθ. 97/8-3-2007 διπλότυπη απόδειξή του, ποσού 100.000 ευρώ, την από 18-1-2007 απόδειξη, την προαναφερθείσα από 17-1-2007 ένορκη βεβαίωση του ίδιου του αναιρεσείοντος και τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις των ως άνω μαρτύρων του. Τέλος, με τους δέκατο έκτο, δέκατο έβδομο, δέκατο ένατο, εικοστό δεύτερο, εικοστό τέταρτο, εικοστό έκτο και εικοστό όγδοο, λόγους του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, από εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, καθώς και των υπολοίπων που έλαβε υπόψη του, κατέληξε στο προεκτεθέν εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα. Από τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως, ο δέκατος πέμπτος, κατά το μέρος που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ένδικες αγωγές, τις προτάσεις του και την έφεσή του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν συνιστούν αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11γ’ ΚΠολΔ, ώστε να μη στοιχειοθετείται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, από τους ίδιους ως άνω λόγους αναιρέσεως, οι δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος, δέκατος ένατος, εικοστός δεύτερος, εικοστός τέταρτος, εικοστός έκτος και εικοστός όγδοος, είναι επίσης απαράδεκτοι και απορριπτέοι, καθόσον με τις προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις, πλήττεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου των αναφερομένων στις αιτιάσεις αυτές εγγράφων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως εκείνου του Δικαστηρίου, όπως αυτές εκτιμώνται κατά το βαθμό γνώσεως και αξιοπιστίας καθενός από αυτούς, από τις υπ’ αριθ. ..., .../17-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν, με την επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, ..., μετά από νομότυπη κλήση της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθ. ...12-4-20013 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Δ. Α.), ενώ οι προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα υπ’ αρ. .../2011 και η προσκομιζόμενη από την εναγομένη υπ’ αριθ. .../20-4-2011 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Αικατερίνης Τσακλαγκάνου, οι δύο πρώτες και ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, η τρίτη, για να χρησιμοποιηθούν στην δίκη επί της άλλης, από 4-8-2009, αγωγής, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά στοιχεία, όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ο αναιρεσείων στους τρίτο, δέκατο, ενδέκατο και δέκατο πέμπτο λόγους αναιρέσεως. Σημειώνεται εδώ ότι η από 17-1-2007 ένορκη βεβαίωση που έδωσε ο ίδιος ο αναιρεσείων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Αικατερίνης Τσακλαγκάνου, δεν αποτελεί αυτοτελές (ιδιαίτερο) αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η ειδική αναφορά της στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, οι από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 11γ’ ΚΠολΔ), τρίτος, δέκατος, ενδέκατος και δέκατος πέμπτος (κατά το μέρος που αναφέρεται στην μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων) και δέκατος πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
    Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 701/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον εικοστό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό της εναγομένης, ότι τα αναφερόμενα στην δεύτερη σκέψη της παρούσης υπ’ αριθ. 15 και 16 ακίνητα ανήκαν στην ιδιοκτησία του στις 4-4-2011, ενώ αυτά είχαν εκποιηθεί από το έτος 2010. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο προβαλλόμενος ως άνω "ισχυρισμός" για τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι έγινε δεκτός χωρίς απόδειξη, δεν συνιστά "πράγμα", αλλά επιχείρημα της εναγομένης και συμπέρασμα του δικαστηρίου που προέκυψε από τις αποδείξεις, ενώ, με την αιτίαση αυτή, πλήττεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πέραν δε αυτών, ο εν λόγω "ισχυρισμός" στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου, που αναφέρονται στη δεύτερη σκέψη της παρούσης, ο αναιρεσείων ήταν κύριος των άνω υπ’ αριθ. 15 και 16 ακινήτων, κατά την 18-1-2007 που υπογράφηκε το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό παραιτήσεως από τις επίδικες αξιώσεις του και όχι στις 4-4-2011 που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα πραγματικά περιστατικά, θεμελιωτικά αντένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, προς απόκρουση ένστασης στηριζόμενης στο άρθρο 454 ΑΚ (άφεση χρέους), που είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη και τα οποία (περιστατικά της αντένστασης) διαλαμβάνονται καθ’ υποφορά στην ένδικη αγωγή, στην οποία ιστορούσε επί λέξει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Είχα οργανωμένο γραφείο με ανειλημμένες υποχρεώσεις, όπως προσωπικό το οποίο θα ήμουν υποχρεωμένος να απολύσω και να καταβάλω τις ανάλογες αποζημιώσεις, δανειακές υποχρεώσεις σε τράπεζες (ποσού 224.999,13 ευρώ το οποίο εξοφλήθη την 22-2-2007) και τρίτα πρόσωπα, από τα οποία πιεζόμην καθημερινά για την εξόφληση ανειλημμένων συναλλαγματικών υποχρεώσεων, τρέχοντες λογαριασμούς σε Ι.Κ.Α., Τ.Ε.Β.Ε., Δ.Ε.Η., Ο.Τ.Ε, Ε.Υ.Α., προβλήματα υγείας....Έτσι αναγκάστηκα και υπέγραψα την από 18-1-2007 απόδειξη παραλαβής μέρους των οφειλομένων με ενσωματωμένη τη φράση λύση συμβάσεων εισπράττοντας το εξευτελιστικό ποσό των 100.000 ευρώ από ένα σύνολο 187.500 ευρώ δεδουλευμένων και οφειλομένων..., χωρίς την πραγματική βούλησή μου, μόνο και μόνο για να καταβάλω μέρος των πιεστικών οφειλών μου. Τις ανάγκες αυτές γνώριζαν κάλλιστα οι εκπρόσωποι της εναγομένης και με εξανάγκασαν παρά τη θέλησή μου, προκειμένου να εισπράξω μέρος των δεδουλευμένων αμοιβών για την παροχή των υπηρεσιών μου, να υπογράψω την άκυρη, παράνομη, αντισυναλλακτική και καταχρηστική απόδειξη παραλαβής μέρους των οφειλομένων, που στο κείμενό της είχε ενσωματωμένη και τη φράση "λύση των συμβάσεων". Από την όλη και τελείως αιφνιδιαστική, παράνομη και καταχρηστική άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών μου από την εναγομένη βρέθηκα σε απελπιστική κατάσταση λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων και των πιέσεων από τράπεζες και ιδιώτες, γι’ αυτό εξαναγκάστηκα να πουλήσω ακίνητο (με το υπ’ αριθ. .../8-2-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ... που ανήκε τόσο σε μένα, όσο το χειρότερο και στα δύο παιδιά μου (από τα οποία και το στέρησα) αμέσως μάλιστα εντός εικοσαημέρου, προκειμένου να καλύψω μέρος των οφειλομένων υποχρεώσεών μου, ενώ η εναγομένη δεν συγκινήθηκε παρ’ όλες τις επανειλημμένες οχλήσεις μου να μου καταβάλει το σύνολο των οφειλομένων προς εμένα δεδουλευμένων εξ ευρώ 187.500. Η εναγομένη με εξανάγκασε και εξαναγκάστηκα να προσέλθω για την υπογραφή της παραλαβής μέρους των οφειλομένων με σκοπό να αναγκαστώ έτσι να υπογράψω το συνταχθέν κείμενο της απόδειξης παραλαβής από τη ΒΙΕ το οποίο η ίδια ονόμασε και "λύση συμβάσεων", χωρίς να έχει εκπληρώσει όλες τις εκ του νόμου προβλεπόμενες από τις συμβάσεις υποχρεώσεις έως το 2016, βάσει της πρόωρης και άκυρης καταγγελίας (15-12-2006) και της καταβολής των μισθών υπερημερίας και των αποζημιώσεων, όπως προβλέπουν οι τρεις συμβάσεις με τις οποίες έχει δεσμευθεί και έχει υπογράψει και η αντίδικος, συμβάσεις οι οποίες είναι ισχυρές και απρόσβλητες έως το έτος 2016" και με βάση τα οποία (περιστατικά) ισχυρίσθηκε ότι η υπογραφή του από 18-1-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού είναι καταχρηστική και υπερβαίνει τα όρια που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον δεν είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησής του, αλλά επιτεύχθηκε κατόπιν εξαναγκασμού του, που έθεσε σε άμεσο κίνδυνο την περιουσιακή του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ’ ουσίαν τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τον συγκροτούν.
    Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 10-11-2014 αίτηση του Γ. Τ. του Α. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4320/2013 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2014 αίτηση του Γ. Τ. του Α. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4320/2013 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών.
    Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
    Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
    ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis