Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, ευμενέστερος νόμος.

Περίληψη.  Μη καταβολή ασφαλιστικών (εργοδοτικών και εργατικών) εισφορών. ΙΚΑ. Ποινική ευθύνη εργοδότη. Ανώνυμες εταιρείες και εκπροσώπηση αυτών. Υπεξαίρεση. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Ποινική ευθύνη διευθύνοντος συμβούλου ΑΕ. Ιδιότητα διευθύνοντος συμβούλου και προσδιορισμός αυτής. Δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν οι κατηγορούμενες - αναιρεσείουσες ήταν διευθύνουσες σύμβουλοι της ΑΕ κατά τον κρίσιμο χρόνο. Μόνη η αναφερόμενη στο σκεπτικό ιδιότητα της εργοδότριας εταιρείας δεν καθιστά αυτές, άνευ ετέρου τινος υπόχρεες καταβολής των εισφορών. Αναιρεί την υπ΄αριθ. 3017/2014 απόφαση του Τριμ. Πλημμ. Θεσ/κης για τον ως άνω λόγο.

                                                     Άρειος Πάγος, τμήμα Ζ', 177/ 2015.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, "όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμού και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό αποδόσεως στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστώ" απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010 "εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις, που ισχύει κατά το άρθρο 38 αυτού από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 23-12-2010 (ΦΕΚ τ.Α`218) ορίζεται ότι "1. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. 2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ". Από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει, προκύπτει ότι για να καταστεί ανέγκλητη πράξη καθυστερήσεως ασφαλιστικών εισφορών του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το συνολικό ποσό των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον εργοδότη για όλο το επίδικο διάστημα και όχι το κατά μήνα οφειλόμενο, να μην υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και το συνολικό ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται και όχι το κατά μήνα παρακρατούμενο επί σκοπώ αποδόσεως στον οικείο ασφαλιστικό Οργανισμό να μην υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Η εν λόγω διάταξη είναι ευμενέστερη από την αρχική του άρθρου 33 του ν.3346/2005, η οποία όριζε ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο εργοδότη καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα 2000 ευρώ και ακολούθως τα 5000 Ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 16-9-2009 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.3814/2010. Πέραν αυτών, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1και 5 του ΑΝ 1846/1951,όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για τη καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ΑΝ 1846/1951, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπον για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα παρέχουν την εργασία τους. Για την καταβολή των άνω εισφορών, όταν εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρία, υπόχρεως είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 του ν. 2238/1994 και 4 παρ. 4 ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ. 2 ν.2676/1999. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ` αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Συγκεκριμένα, πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε, η τυχόν ιδιότητα αυτού ως διευθύνοντος συμβούλου σε περίπτωση εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας που υποχρεούται να καταβάλει τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και ότι δεν τις κατέβαλε εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.
Στη προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης [που δίκασε ως Εφετείο] με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3017/2014 απόφασή του, δέχθηκε, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ`είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
"Οι κατηγορούμενες Μ. Σ. του Φ. και Σ. Σ. του Φ. στη Θεσσαλονίκη, την 01/05/2008 - 01/08/2008 τυγχάνουσες εργοδότριες της επιχείρησης με την επωνυμία ... , είδος επιχείρησης ... και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 03/08 έως 06/2008 στην επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του ανωτέρω προσωπικού να καταβάλλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 58.735,08 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 4341/2008 ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται [25] μισθωτοί. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών των ιδίων ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ ασφαλιστικών εισφορών ποσού 39.156,72 ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους [ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ] ποσού 19.578,36 ευρώ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν κατέβαλαν σ` αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστησαν γι` αυτόν τιμωρητέες για υπεξαίρεση και επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχες της πράξεως που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο, αναγνωριζομένων στο πρόσωπο τους των ελαφρυντικών της ώθησης στην ανωτέρω περιγραφείσα πράξη από μη ταπεινά αίτια".
Ακολούθως κήρυξε τις κατηγορούμενες ένοχες με ελαφρυντικά του άρθρου 84 § 2β του Π.Κ. του ότι:
Στη Θεσσαλονίκη, την 01/05/2008 - 01/08/2008 τυγχάνουσες εργοδότριες της επιχείρησης με την επωνυμία ... , είδος επιχείρησης ... και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 03/08 έως 06/2008 στην επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του ανωτέρω προσωπικού να καταβάλλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 58.735,08 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 4341/2008 ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται [25] μισθωτοί. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών των ιδίων ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ ασφαλιστικών εισφορών ποσού 39.156,72 ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους [ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ] ποσού 19.578,36 ευρώ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν κατέβαλαν σ` αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστησαν γι` αυτόν τιμωρητέες για υπεξαίρεση
".
Με τις παραδοχές όμως αυτές, το ως άνω δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη από τις αναιρεσείουσες απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, υπάρχει ασάφεια, αφού, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότιδες ανώνυμης εταιρείας, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν οι κατηγορούμενες ήδη αναιρεσείουσες, κατά το καταστατικό της εταιρείας ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, ήταν διευθύνουσες σύμβουλοι αυτής, κατά τον ενδιαφέρον- το πιο πάνω κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωση τους να παρακρατούν τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδουν αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχειρήσεως, στο ΙΚΑ, μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό ιδιότητα της εργοδότου της εταιρείας αυτής δεν καθιστά, άνευ άλλου, αυτές υπόχρεες καταβολής των ως άνω εισφορών. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός με την ανωτέρω πλημμέλεια λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ.1, 519 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 3017/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis