Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δικαίωμα στην ελευθερία.

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ PEDRO CRUZ VILLALÓN, της 6ης Ιουλίου 2015 (1)

Υπόθεση C‑237/15 PPU

Minister for Justice and Equality

κατά

Francis Lanigan

[αίτηση του High Court (Ιρλανδία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή — Επείγουσα προδικαστική διαδικασία — Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις — Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ — Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως — Απόφαση περί παραδόσεως — Άρθρο 15 — Καταζητούμενο πρόσωπο που δεν συγκατατίθεται στην παράδοσή του και τίθεται υπό κράτηση — Προθεσμία εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως — Άρθρο 17 — Συνέπειες της μη τηρήσεως των προθεσμιών — Δικαιώματα του καταζητουμένου προσώπου — Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρο 6 — Δικαίωμα στην ελευθερία — Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών — Άρθρο 5, παράγραφοι 1, στοιχείο στʹ, και 4 — Δικαίωμα σε ένδικο βοήθημα προς έλεγχο, εντός βραχείας προθεσμίας, της νομιμότητας της διατηρήσεως υπό κράτηση — Δικαίωμα στην απόλυση — Επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη — Άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη»


1.      Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (2), που έπρεπε να τεθεί σε εφαρμογή από τα κράτη μέλη έως την 31η Δεκεμβρίου 2003, πολύ γρήγορα οδήγησε στην υποβολή αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως (3). Το γεγονός ωστόσο ότι τα κράτη μέλη δεν συγκατατέθηκαν στο σύνολό τους, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 2, ΣΕΕ ως είχε προ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, στο να θέσουν τον μηχανισμό της προδικαστικής παραπομπής στη διάθεση των δικαστηρίων τους έχει ως συνέπεια ότι μόλις τώρα, ελάχιστο χρόνο μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται από το πρωτόκολλο αριθ. 36 επί των μεταβατικών διατάξεων, που προσαρτάται στη Συνθήκη ΛΕΕ, υποβάλλονται για πρώτη φορά στο Δικαστήριο ερωτήματα που απασχολούν την έννομη τάξη ορισμένων κρατών μελών.

2.      Για μια ακόμη φορά, το Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με σημαντικά ζητήματα που αφορούν το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μέσω της υποβολής αιτήματος για την έκδοση επείγουσας προδικαστικής αποφάσεως (4). Φρονώ ότι τούτο είναι αναμενόμενο, αφής στιγμής η ίδια η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας στην οποία ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να προσδώσει επείγοντα χαρακτήρα (5). Εντούτοις, τούτο δεν με εμποδίζει, και πρέπει αντιθέτως να με ωθήσει, να προτείνω απάντηση έγγιστα συνδεδεμένη με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως.

3.      Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε από το High Court (Ιρλανδία) εγείρεται εν προκειμένω ενώπιον του Δικαστηρίου το ζήτημα των συνεπειών της μη τηρήσεως των προθεσμιών, που θεσπίσθηκαν από το άρθρο 17 της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, εντός των οποίων κράτος μέλος οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος από άλλο κράτος μέλος, όλως ιδιαιτέρως όταν το εν λόγω ένταλμα έχει οδηγήσει στη θέση του καταζητουμένου προσώπου σε κατάσταση στερήσεως της ελευθερίας. Το High Court ζητεί να μάθει, εν τέλει, αν τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα που κλήθηκαν μέχρι σήμερα να εφαρμόσουν τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 χωρίς τη συνδρομή του Δικαστηρίου ερμήνευσαν ορθώς τις επιταγές της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, ούτως ώστε να μπορέσει να ενεργήσει αναλόγως.

I –    Το νομικό πλαίσιο

 Α —      Το δίκαιο της Ένωσης


4.      Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 5, 8, 12 και 13 της αποφάσεως πλαισίου 2002/584 έχουν ως ακολούθως:
«(1)      Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999 και ιδίως το σημείο 35, θα πρέπει να καταργηθεί, μεταξύ των κρατών μελών, η τυπική διαδικασία έκδοσης για πρόσωπα τα οποία προσπαθούν να διαφύγουν της δικαιοσύνης αφού έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα και να προβλεφθούν ταχύτερες διαδικασίες έκδοσης των υπόπτων για αξιόποινες πράξεις.
(5)      Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών. Εξάλλου, η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των προδικαστικών όσο και των οριστικών ποινικών αποφάσεων, σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.
(8)      Οι αποφάσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο, πράγμα που σημαίνει ότι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με την παράδοσή του.
(12)      Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εκφράζονται στο Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [(στο εξής: Χάρτης)], ιδίως δε στο κεφάλαιο VI αυτού. Καμία από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να απαγορεύει την άρνηση παράδοσης προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εφόσον αντικειμενικά στοιχεία δείχνουν ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους ή ότι η θέση του προσώπου αυτού μπορεί να επιδεινωθεί για οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους λόγους. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τους συνταγματικούς τους κανόνες σε σχέση με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, την ελευθερία του τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα.
(13)      Κανείς δεν μπορεί να απομακρυνθεί, να απελαθεί ή να εκδοθεί προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση.»

5.      Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, με τίτλο «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», προβλέπει:
«1.      Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.
2.      Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου.
3.      H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.»
6.      Το άρθρο 5 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, που ορίζει τις «[ε]γγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος σε ειδικές περιπτώσεις», προβλέπει, στο σημείο 3:
«Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να εξαρτηθεί κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης από μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
3)      όταν το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.»

7.      Τα άρθρα 11 και 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προβλέπουν:

«Άρθρο 11

Δικαιώματα του καταζητουμένου
1.      Όταν ένας καταζητούμενος συλλαμβάνεται, η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης τον ενημερώνει, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο, για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης καθώς και για τη δυνατότητα που του παρέχεται να συγκατατεθεί στην παράδοσή του στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος.
2.      Ο καταζητούμενος που συλλαμβάνεται προς το σκοπό της εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχει το δικαίωμα να προσφύγει στις υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.

Άρθρο 12

Τήρηση του προσώπου υπό κράτηση

Όταν ένα πρόσωπο συλλαμβάνεται βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης αποφασίζει κατά πόσον είναι σκόπιμο να τηρηθεί υπό κράτηση σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. Η προσωρινή απόλυση είναι δυνατή οποτεδήποτε σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους λαμβάνει κάθε μέτρο που κρίνει αναγκαίο ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή του καταζητουμένου.»
8.      Το άρθρο 15 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 σχετικά με την απόφαση για την παράδοση ορίζει:
«1.      Η δικαστική αρχή εκτέλεσης αποφασίζει, εντός των προθεσμιών και υπό τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο, για την παράδοση του προσώπου.
2.      Εάν η δικαστική αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση, ζητεί την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών πληροφοριών, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 3 έως 5 και το άρθρο 8, και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη της ότι είναι αναγκαίο να τηρηθούν οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 17.
3.      Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος μπορεί να διαβιβάζει οποτεδήποτε στη δικαστική αρχή εκτέλεσης κάθε επιπλέον χρήσιμη πληροφορία.»
9.      Το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, με τίτλο «Προθεσμίες και διαδικασία της απόφασης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», προβλέπει:
«1.      Για την εξέταση και εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ακολουθείται διαδικασία επείγοντος.
2.      Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο καταζητούμενος έχει συγκατατεθεί στην παράδοσή του, η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης θα πρέπει να λαμβάνεται εντός δέκα ημερών μετά τη συγκατάθεση.
3.      Στις λοιπές περιπτώσεις, η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης θα πρέπει να λαμβάνεται εντός 60 ημερών από τη σύλληψη του καταζητουμένου.
4.      Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να εκτελεσθεί εντός των προβλεπόμενων στις παραγράφους 2 ή 3 προθεσμιών, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους. Σε αυτή την περίπτωση, οι προθεσμίες μπορούν να παρατείνονται κατά 30 ημέρες.
5.      Εφόσον η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν έχει λάβει οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, εξασφαλίζει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι απαραίτητες ουσιαστικές προϋποθέσεις ώστε να είναι δυνατή η παράδοση προσώπων.
6.      Η άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να είναι αιτιολογημένη.
7.      Όταν, εκτάκτως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να τηρήσει τις προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο προθεσμίες, ενημερώνει σχετικά [τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την ενίσχυση της δικαστικής συνεργασίας (Eurojust)], αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησής του. Επιπλέον, ένα κράτος μέλος το οποίο έχει υποστεί επανειλημμένες καθυστερήσεις από άλλο κράτος μέλος στην εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενημερώνει σχετικά το Συμβούλιο με σκοπό να γίνει αξιολόγηση, σε επίπεδο κρατών μελών, του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζεται η παρούσα απόφαση-πλαίσιο.»
10.    Το άρθρο 23 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, που καθορίζει την «[π]ροθεσμία παράδοσης του προσώπου» που καταζητείται, ορίζει:

«1.      Ο καταζητούμενος παραδίδεται το ταχύτερο δυνατόν σε ημερομηνία που συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρχών.
2.      Παραδίδεται το αργότερο δέκα ημέρες αφότου εκδόθηκε η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
3.      Εάν η παράδοση του καταζητουμένου, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2, αποδεικνύεται αδύνατη λόγω ανωτέρας βίας σε ένα από τα κράτη μέλη, η δικαστική αρχή εκτέλεσης και η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος επικοινωνούν αμέσως μεταξύ τους και συμφωνούν νέα ημερομηνία παράδοσης. Στην περίπτωση αυτή, η παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών μετά τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.
4.      Η παράδοση μπορεί κατ’ εξαίρεση να αναστέλλεται προσωρινά για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, εφόσον λ.χ. ευλόγως πιστεύεται ότι θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του καταζητουμένου. Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης γίνεται μόλις παύσουν να υφίστανται οι λόγοι αυτοί. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως σχετικά τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και συμφωνεί νέα ημερομηνία παράδοσης. Στην περίπτωση αυτή, η παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών μετά τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.
5.      Κατά την παρέλευση των προθεσμιών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 4, εάν το πρόσωπο εξακολουθεί να κρατείται, απολύεται.»
11.    Τέλος, το άρθρο 26 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, με τίτλο «Αφαίρεση της περιόδου κρατήσεως στο κράτος μέλος εκτέλεσης», ορίζει:

«1.      Το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος αφαιρεί τυχόν περίοδο κράτησης που απορρέει από την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τη συνολική διάρκεια στέρησης της ελευθερίας στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος λόγω καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας.
2.      Προς το σκοπό αυτό, όλες οι πληροφορίες σχετικά με τη διάρκεια της κράτησης του καταζητουμένου στο πλαίσιο της εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης διαβιβάζονται από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης ή την κεντρική αρχή που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 7 στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος κατά τη στιγμή της παράδοσης.»

 Β —      Το ιρλανδικό δίκαιο

12.    Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 μεταφέρθηκε στο ιρλανδικό δίκαιο δυνάμει του European Arrest Warrant Act [νόμος περί του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως] του 2003 (6), όπως τροποποιήθηκε. Το άρθρο 13 του EAW 2003 ορίζει:
«(1)      Η κεντρική αρχή του κράτους, αμέσως μετά την παραλαβή ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που διαβιβάστηκε προς αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 12, υποβάλλει αίτηση ή κινεί διαδικασία υποβολής αιτήσεως στο High Court για την επικύρωση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, ή ακριβούς αντιγράφου αυτού, με σκοπό την εκτέλεση του σχετικού ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.
(2)      Αν κατά την εξέταση αιτήσεως βάσει της παραγράφου 1, το High Court διαπιστώσει ότι ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, δύναται να επικυρώσει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως προς εκτέλεση.
(3)      Τηρουμένων των προϋποθέσεων της παραγράφου 2, ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να εκτελεστεί από οποιοδήποτε αστυνομικό όργανο της Garda Síochána, οπουδήποτε ανά την επικράτεια, ανεξαρτήτως του αν το αστυνομικό όργανο έχει στην κατοχή του το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατά τον χρόνο εκτελέσεώς του. Το ένταλμα, ή ακριβές αντίγραφο αυτού, κατά περίπτωση, το οποίο επικυρώθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2, επιδεικνύεται στον συλληφθέντα, στον οποίο παραδίδεται αντίγραφο αυτού κατά τον χρόνο της συλλήψεώς του ή, αν το αστυνομικό όργανο δεν έχει στην κατοχή του το ένταλμα ή ακριβές αντίγραφο αυτού, κατά περίπτωση, εντός 24 ωρών από τη σύλληψη του προσώπου.
(4)      Πρόσωπο που συλλαμβάνεται δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ενημερώνεται, κατά τον χρόνο της συλλήψεώς του, για το δικαίωμα που του παρέχεται:
(α)       να συγκατατεθεί στην παράδοσή του προς το κράτος έκδοσης του εντάλματος σύμφωνα με το άρθρο 15·
(β)       να λάβει ή να του παρασχεθούν νομικές συμβουλές και εκπροσώπηση από συνήγορο·
(γ)       αν παρίσταται ανάγκη, να λάβει ή να του παρασχεθούν υπηρεσίες διερμηνείας.
(5)      Πρόσωπο που συλλαμβάνεται δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προσάγεται ενώπιον του High Court το συντομότερο δυνατόν μετά τη σύλληψή του και το High Court, αφού διαπιστώσει ότι το πρόσωπο αυτό είναι το ίδιο με το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως:
(α)      διατάσσει την προσωρινή κράτηση ή την προσωρινή απόλυσή του έναντι εγγυήσεως (και, προς τον σκοπό αυτό, το High Court έχει τις ίδιες εξουσίες που θα είχε αν το πρόσωπο προσαγόταν ενώπιόν του με κατηγορία αυτεπαγγέλτως διωκόμενης αξιόποινης πράξεως)·
(β)      ορίζει προθεσμία για τους σκοπούς του άρθρου 16 (η οποία δεν υπερβαίνει τις 21 ημέρες από την ημερομηνία της συλλήψεως), και
(γ)      ενημερώνει το πρόσωπο για το δικαίωμα που του παρέχεται:
(i)       να συγκατατεθεί στην παράδοσή του προς το κράτος εκδόσεως του εντάλματος σύμφωνα με το άρθρο 15·
(ii)  να λάβει ή να του παρασχεθούν νομικές συμβουλές και εκπροσώπηση από συνήγορο και,
(iii)  αν παρίσταται ανάγκη, να λάβει ή να του παρασχεθούν υπηρεσίες διερμηνείας.»

13.    Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του EAW 2003 ορίζει:

«Σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν συγκατατίθεται να παραδοθεί προς το κράτος εκδόσεως του εντάλματος, το High Court μπορεί, εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 13 ή εντός οποιασδήποτε μεταγενέστερης προθεσμίας που κρίνει κατάλληλη, να εκδώσει διάταξη για την παράδοση του προσώπου σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που είναι νόμιμα εξουσιοδοτημένο από το κράτος εκδόσεως του εντάλματος για την παραλαβή, εφόσον:
(a)       το High Court διαπιστώσει ότι το πρόσωπο το οποίο προσάγεται ενώπιόν του είναι το ίδιο με το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως·
(b)       το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, ή ακριβές αντίγραφο αυτού, έχει επικυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 13 για την εκτέλεση του εντάλματος·
(d)       το High Court δεν δεσμεύεται, δυνάμει των άρθρων 21Α, 22, 23 ή 24 [όπως προστέθηκαν με τα άρθρα 79, 80, 81 και 82 του Criminal Justice (Terrorist Offences) Act 2005] [νόμου του 2005, περί ποινικής δικαιοσύνης (τρομοκρατικά εγκλήματα)], να αρνηθεί την παράδοση του προσώπου σύμφωνα με τον νόμο αυτό, και
(e)       η παράδοση του προσώπου δεν απαγορεύεται βάσει της ενότητας 3.»

14.    Το άρθρο 16, παράγραφοι 9 και 10, του EAW 2003 προβλέπει:
«(9)      Αν, μετά την εκπνοή των 60 ημερών από τη σύλληψη του ενδιαφερόμενου προσώπου σύμφωνα με το άρθρο 13 ή 14, το High Court δεν έχει εκδώσει διάταξη σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, ή το άρθρο 15, παράγραφος 1 ή 2, ή αν έχει αποφασίσει να μην εκδώσει διάταξη σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, διατάσσει την κεντρική αρχή του κράτους να ενημερώσει σχετικά τη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος και, ενδεχομένως, τον Eurojust, εξηγώντας τους λόγους που καθορίζονται στη διάταξη. Η κεντρική αρχή του κράτους συμμορφώνεται με την εν λόγω διάταξη.
(10)      Αν, μετά την εκπνοή των 90 ημερών από τη σύλληψη του ενδιαφερόμενου προσώπου σύμφωνα με το άρθρο 13 ή το άρθρο 14, το High Court δεν έχει εκδώσει διάταξη σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, ή το άρθρο 15, παράγραφος 1 ή 2, ή αν έχει αποφασίσει να μην εκδώσει διάταξη σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, διατάσσει την κεντρική αρχή του κράτους να ενημερώσει σχετικά τη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος και, ενδεχομένως, τη Eurojust, εξηγώντας τους λόγους που καθορίζονται στη διάταξη. Η κεντρική αρχή του κράτους συμμορφώνεται με την εν λόγω διάταξη.»

II – Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης

15.    Στις 17 Δεκεμβρίου 2012 το Magistrates’ Courts του Dungannon στην κομητεία Tyrone της Βόρειας Ιρλανδίας (Ηνωμένο Βασίλειο) (7) εξέδωσε, σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατά του F. Lanigan (8), μετά από αίτηση του εισαγγελέα της Βόρειας Ιρλανδίας, προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και της οπλοκατοχής με πρόθεση να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή, αξιόποινες πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε την 31η Μαΐου 1998 στο Dungannon στην κομητεία Tyrone της Βόρειας Ιρλανδίας (Ηνωμένο Βασίλειο).
16.    Στις 7 Ιανουαρίου 2013, το High Court (Ιρλανδία) επικύρωσε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εν όψει της εκτελέσεώς του από τις ιρλανδικές αστυνομικές δυνάμεις (An Garda Síochána).
17.    Στις 16 Ιανουαρίου 2013 ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης συνελήφθη εις εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και παρουσιάσθηκε αυθημερόν ενώπιον του High Court. Αρνήθηκε να συγκατατεθεί στην παράδοσή του στο κράτος μέλος εκδόσεως και τέθηκε υπό κράτηση εκκρεμούσης της οριστικής αποφάσεως επί της αιτήσεως παραδόσεως που τον αφορούσε.
18.    Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση της αιτήσεως παραδόσεως ενώπιον του High Court, που ορίσθηκε αρχικά για τις 29 Ιανουαρίου 2013, αναβλήθηκε επανειλημμένα για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων αίτηση προς χορήγηση του ευεργετήματος πενίας που υποβλήθηκε στις 3 Ιουλίου 2013 και έγινε τελικά δεκτή στις 26 Ιουλίου 2013.
19.    Εν τω μεταξύ, το High Court απέρριψε, στις 26 Φεβρουαρίου 2013, αίτηση απολύσεως του καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης με την επιβολή εγγυήσεως.
20.    Μόλις στις 26 Νοεμβρίου 2013 ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης προέβαλε ένδεκα λόγους αντιρρήσεως («points of objection») στην παράδοσή του, προς υποστήριξη των οποίων προσκόμισε ένορκη δήλωση («affidavit») της 16ης Δεκεμβρίου 2013 και ένορκη δήλωση του συνηγόρου του στο Belfast, της 19ης Φεβρουαρίου 2014.
21.    Σύμφωνα με τις γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από τον αιτούντα και τον καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο τελευταίος υποστήριξε κυρίως ότι η ζωή του θα κινδύνευε αν παραδιδόταν στο κράτος μέλος εκδόσεως. Έχοντας διατελέσει μέλος, από την ηλικία των 17 ετών, του Provisional Irish Republican Army και ακολούθως του Irish National Liberation Army (INLA), δήλωσε ότι υπήρξε θύμα, στις 7 Σεπτεμβρίου 1993, μιας πρώτης απόπειρας δολοφονίας από την ενωτική παραστρατιωτική οργάνωση της Ιρλανδίας Ulster Freedom Fighters (UFF). Ανέφερε ότι υπήρξε επίσης θύμα δεύτερης απόπειρας δολοφονίας από τον INLA την 1η Δεκεμβρίου 1995. Ανέφερε, στην ένορκη δήλωσή του, ότι πέντε από τους συνεργάτες του είχαν δολοφονηθεί τη δεκαετία του 90 είτε από τον INLA για λόγους εκδικήσεως («feud») είτε από ενωτικούς παραστρατιωτικούς. Αποφάσισε, κατά συνέπεια, να καταφύγει στην Ιρλανδία, όπου άλλαξε το όνομά του για λόγους ασφαλείας. Αρνείται επομένως να επιστρέψει στη Βόρεια Ιρλανδία, φοβούμενος ότι θα δολοφονηθεί εκεί από νομιμόφρονες και ρεπουμπλικάνους αντιφρονούντες, εκτιμώντας ότι δεν θα μπορέσει να προστατευθεί από τις δυνάμεις ασφαλείας ή τις σωφρονιστικές αρχές.
22.    Στις 17 Δεκεμβρίου 2013 η υπόθεση ανατέθηκε σε δικαστή για τη διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας, που ορίσθηκε για τις 3 Φεβρουαρίου 2014. Η εν λόγω ακροαματική διαδικασία αναβλήθηκε εντούτοις δύο φορές για την 28η Απριλίου 2014 και στη συνέχεια για την 30ή Ιουνίου 2014, με αίτημα του αιτούντος στην υπόθεση της κύριας δίκης, εν αναμονή της λήψεως πληροφοριών που είχαν ζητηθεί από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά τις απειλές σε βάρος της ζωής του καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης.
23.    Πράγματι, στις 9 Απριλίου 2014, ο αιτών στην υπόθεση της κύριας δίκης είχε ζητήσει από την κεντρική αρχή της Βόρειας Ιρλανδίας, την UK National Crime Agency [Εθνική Υπηρεσία Εγκλήματος Ηνωμένου Βασιλείου], πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες εν ισχύι στις φυλακές της Βόρειας Ιρλανδίας που αποσκοπούν στην προστασία των εκτεθειμένων σε κίνδυνο κρατουμένων. Στις 10 Απριλίου 2014, η Northern Ireland Prison Service [Υπηρεσία Φυλακών Βόρειας Ιρλανδίας] (NIPS) ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό, παρέχοντας διευκρινίσεις επί των διαδικασιών που βρίσκονται σε ισχύ στα σωφρονιστικά καταστήματα της Βόρειας Ιρλανδίας και αποσκοπούν στην προστασία και την εξυπηρέτηση των κρατουμένων που θεωρούνται πιθανοί αποδέκτες απειλών από άλλους κρατουμένους.
24.    Στις 16 Απριλίου 2014 ο αιτών στην υπόθεση της κύριας δίκης απηύθυνε δεύτερη αίτηση λήψεως πληροφοριών στην κεντρική αρχή της Βόρειας Ιρλανδίας, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είχε εκδοθεί μόλις τον Δεκέμβριο 2012, για αξιόποινες πράξεις που είχαν τελεσθεί τον Μάιο 1988. Το Crown Solicitor’s Office, ως εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως της Μεγάλης Βρετανίας στη Βόρεια Ιρλανδία, απάντησε στην εν λόγω αίτηση με επιστολή της 24ης Απριλίου 2014, εκθέτοντας ότι, μολονότι ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης είχε ταχέως ταυτοποιηθεί ως ύποπτος, εντούτοις μόλις το 2011 συγκεντρώθηκαν επαρκείς αποδείξεις για την άσκηση ποινικής διώξεως εναντίον του, η οποία ασκήθηκε από την Εισαγγελία της Βόρειας Ιρλανδίας (Public Prosecution Service for Northern Ireland) στις 4 Μαΐου 2012.
25.    Η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του High Court επί της αιτήσεως παραδόσεως άρχισε τελικά μόλις την 30ή Ιουνίου 2014, και διεξάχθηκε επί τρεις ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης προέβαλε διάφορα ζητήματα διαδικαστικής και αποδεικτικής φύσεως. Υποστήριξε ιδίως ότι, λαμβανομένων υπόψη των επιταγών της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως, το High Court δεν μπορούσε να αποφανθεί βάσει πληροφοριών που παρασχέθηκαν από το κράτος μέλος εκδόσεως, εκτός αν βεβαιώνονταν ενόρκως και αν είχε παρασχεθεί στον δικηγόρο του κατηγορουμένου το δικαίωμα εξετάσεως οποιουδήποτε μάρτυρα που προτάθηκε από τον αιτούντα διάδικο. Οι διάφορες αιτήσεις του καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης απορρίφθηκαν ως αλυσιτελείς από το High Court το οποίο, στις 4 Ιουλίου 2014, ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως.
26.    Στις 17 Νοεμβρίου 2014 το High Court εξέδωσε απόφαση επί προδικαστικών ζητημάτων που είχαν εγερθεί ενώπιόν του. Επισήμανε καταρχάς ότι οι σχετικές με το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως διαδικασίες δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες διαδικασίας και αποδείξεως που διέπουν τις δίκες κατά το ιρλανδικό δίκαιο και ότι είχε τη δυνατότητα, ενεργώντας υπό την ιδιότητα της δικαστικής αρχής εκτελέσεως, να λάβει υπόψη του τις πληροφορίες που χορηγήθηκαν από το κράτος μέλος εκδόσεως. Κατόπιν, λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης προς απόδειξη του ότι η ζωή του θα διέτρεχε κίνδυνο σε περίπτωση παραδόσεώς του στο κράτος μέλος εκδόσεως, επισήμανε ότι, πριν διατάξει την παράδοση, όφειλε να βεβαιωθεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό ότι το δικαίωμα στη ζωή του κατηγορουμένου βάσει του Ιρλανδικού Συντάγματος και του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), θα γίνει σεβαστό. Κατά συνέπεια, κάλεσε τον αιτούντα στην υπόθεση της κύριας δίκης να εξετάσει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί έως σήμερα, και να ζητήσει από το κράτος μέλος εκδόσεως συμπληρωματικές πληροφορίες όσον αφορά τους φόβους που εκφράσθηκαν από τον καθού στην κύρια δίκη. Το High Court διευκρίνισε ότι θα ανέβαλλε την εξέταση των λοιπών αντιρρήσεων του καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης επί όσο διάστημα δεν θα του παρέχονταν οι αιτηθείσες πληροφορίες.
27.    Ως εκ τούτου, ο αιτών στην υπόθεση της κύριας δίκης υπέβαλε στις 27 Νοεμβρίου 2014 νέα αίτηση παροχής πληροφοριών στην κεντρική αρχή της Βόρειας Ιρλανδίας, με επιστολή στην οποία υπενθύμιζε ότι ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης υποστήριζε ότι, αν ετίθετο υπό κράτηση στη Βόρεια Ιρλανδία, η ζωή του θα απειλούταν από νομιμόφρονες και ρεπουμπλικάνους αντιφρονούντες, καθόσον οι σωφρονιστικές αρχές θα βρίσκονταν σε αδυναμία να εγγυηθούν την ασφάλειά του. Η εν λόγω επιστολή, συνοδευόμενη από την ένορκη δήλωση του καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης της 16ης Δεκεμβρίου 2013 και από αυτήν του συνηγόρου του της 19ης Φεβρουαρίου 2014, καλούσε την κεντρική αρχή να τοποθετηθεί επί του ζητήματος κατά πόσον είχε διαπιστωθεί αληθής και άμεσος κίνδυνος για τη ζωή του καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης καθώς και επί του αν, υποτιθεμένου ότι είχε αποδειχθεί τέτοιος κίνδυνος, η NIPS ήταν σε θέση να εξασφαλίσει στον ενδιαφερόμενο αποτελεσματική προστασία. Η NIPS και οι αστυνομικές υπηρεσίες της Βόρειας Ιρλανδίας (Police Service of Northern Ireland) ανταποκρίθηκαν στην εν λόγω αίτηση παροχής πληροφοριών με δύο επιστολές που φέρουν ημερομηνία 3 Δεκεμβρίου 2014 και διαβιβάσθηκαν στον αιτούντα στην υπόθεση της κύριας δίκης στις 4 Δεκεμβρίου 2014.
28.    Με δόση όρκου της 28ης Νοεμβρίου 2014, που περιήλθε στο High Court την 1η Δεκεμβρίου 2014, ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης υπέβαλε νέα αίτηση απολύσεως έναντι εγγυήσεως.
29.    Στις 8 Δεκεμβρίου 2014 ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης κατέθεσε παρατηρήσεις αιτούμενος την απόρριψη της παραδόσεώς του, για τον λόγο ότι, από τη σκοπιά των εθνικών κανόνων της ποινικής δικονομίας και της αποδεικτικής διαδικασίας, καθώς επίσης και του Ιρλανδικού Συντάγματος και του Χάρτη, τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τον αιτούντα στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτά ως αποδεικτικά μέσα και, υποτιθεμένου έστω ότι θα μπορούσαν να γίνουν δεκτά, θα έπρεπε να απορριφθούν λόγω της αδυναμίας αμφισβητήσεώς τους μέσω αντεξετάσεως («cross-examination»). Το εν λόγω αίτημα απορρίφθηκε εντούτοις από το High Court καθόσον σχετιζόταν με τα προκαταρκτικά ζητήματα επί των οποίων είχε ήδη αποφανθεί.
30.    Στις 8 Δεκεμβρίου 2014 ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης προέβαλε συμπληρωματική αντίρρηση στην παράδοσή του.
31.    Στις 15 Δεκεμβρίου 2014 το High Court διεξήγαγε νέα επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία ο συνήγορος του καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης υποστήριξε ιδίως ότι η αίτηση παραδόσεως έπρεπε να απορριφθεί λόγω της υπερβολικής καθυστερήσεως της διαδικασίας. Υπέβαλε επίσης αίτηση προς υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο σχετικά με το ζήτημα της καθυστερήσεως. Τέλος, ζήτησε την απόλυση του καθού έναντι εγγυήσεως.
32.    Στις 19 Δεκεμβρίου 2014 το High Court αποφάνθηκε επί της αιτήσεως απολύσεως αντί εγγυήσεως του καθού στην κύρια δίκη. O καθού στην κύρια δίκη δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τους τεθέντες όρους, δεδομένου ότι η εγγύηση ορίσθηκε σε επίπεδο που υπερέβαινε τις οικονομικές του δυνατότητες.
33.    Στις 12 Ιανουαρίου 2015 το High Court διεξήγαγε νέα επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο αιτών στην υπόθεση της κύριας δίκης εξέφρασε την αντίθεσή του ως προς την επίκληση, κατά το στάδιο αυτό, της καθυστερήσεως της διαδικασίας, ισχυριζόμενος κατά τα λοιπά ότι το Supreme Court of Ireland είχε ήδη αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού στην απόφασή του της 19ης Δεκεμβρίου 2005, Dundon κατά The Governor of Cloverhill Prison (9). O καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης υποστήριξε από πλευράς του ότι, από την 1η Δεκεμβρίου 2014, τα ιρλανδικά δικαστήρια είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ισχυριζόμενος ότι η ερμηνεία που δόθηκε από την απόφαση Dundon δεν ήταν πλέον δεσμευτική για το High Court.
34.    Μετά ταύτα, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τις 18 Ιανουαρίου 2015, δικάσιμο κατά την οποία το High Court αποφάσισε ιδίως να υποβάλει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικά με την καθυστέρηση της διαδικασίας, παρατηρώντας ότι το ιρλανδικό σύστημα δεν μπορούσε να λειτουργήσει εντός των ορίων που ορίσθηκαν από το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και ότι επιθυμούσε, κατά συνέπεια, να διαφωτισθεί επί της ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως.
35.    Στη συνέχεια, η υπόθεση αναβλήθηκε επανειλημμένα, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους στην κύρια δίκη να υποβάλουν τις προτάσεις τους ως προς τη διατύπωση του ερωτήματος προς υποβολή στο Δικαστήριο και να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.
36.    Κατά το διάστημα αυτό, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, το High Court εξέτασε αίτηση τροποποιήσεως των οικονομικών όρων της εγγυοδοσίας που είχε ορισθεί στις 19 Δεκεμβρίου 2014, αλλά την απέρριψε στις 9 Φεβρουαρίου 2015. O καθού στην κύρια δίκη απευθύνθηκε τότε στο Court of Appeal.

III – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

37.    Υπό τις περιστάσεις αυτές, με απόφαση της 19ης Μαΐου 2015 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Μαΐου, το High Court υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1)      Ποια είναι η συνέπεια από τη μη τήρηση των προθεσμιών που τάσσει το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου [2002/584] σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 15 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου;
2)      Γεννά η μη τήρηση των προθεσμιών που τάσσει το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου [2002/584] δικαιώματα υπέρ προσώπου το οποίο τελεί υπό κράτηση, εκκρεμούσης της αποφάσεως για την παράδοσή του, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις εν λόγω προθεσμίες;»
38.    Το High Court τόνισε ότι θεωρούσε πως το ιρλανδικό σύστημα δεν μπορούσε να λειτουργήσει εντός των ορίων που ορίσθηκαν από το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ότι οι εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες της εν λόγω αδυναμίας συνιστούν πραγματικό πρόβλημα που δικαιολογεί την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και ότι η ερμηνεία από το Δικαστήριο της εν λόγω διατάξεως δύναται να επηρεάσει την οριστική απόφαση την οποία καλείται να εκδώσει επί της υποθέσεως στην κύρια δίκη.
39.    Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο υπογράμμισε ότι, στην απόφαση Dundon, το Supreme Court απέρριψε την αίτηση habeas corpus [αίτηση περί αμφισβητήσεως της νομιμότητας της κρατήσεως] προσώπου τεθέντος υπό προσωρινή κράτηση βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως υπό συνθήκες ανάλογες προς αυτές της υποθέσεως στην κύρια δίκη.
40.    Το εν λόγω πρόσωπο υποστήριζε ότι, εφόσον το High Court δεν είχε εκδώσει οριστική απόφαση επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εντός της προθεσμίας 60 ημερών που προβλέπεται από την ιρλανδική νομοθεσία, έπρεπε να απολυθεί. Το Supreme Court έκρινε εντούτοις ότι η κράτηση ήταν νόμιμη, επισημαίνοντας, καταρχάς, ότι το καταζητούμενο πρόσωπο δεν δικαιούται να επιτύχει την άμεση απόλυσή του όταν το High Court δεν αποφαίνεται εντός των τασσομένων προθεσμιών, δεδομένου ότι τέτοιου είδους συνέπεια πρέπει να προβλέπεται σαφώς και χωρίς αμφισημία, λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους υποχρεώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη προς εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Το Supreme Court τόνισε, περαιτέρω, ότι η βαρύνουσα το High Court υποχρέωση εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν είχε περατωθεί με την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας 60 ημερών. Προσέθεσε ότι οι προβλεπόμενες προθεσμίες είχαν θεσπισθεί προς τον σκοπό επιτεύξεως εσωτερικής πειθαρχίας εντός των κρατών μελών και όχι προς τον σκοπό απονομής δικαιωμάτων προς τους πολίτες. Διευκρίνισε, τέλος, ότι όφειλε να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584.
41.    Με την ίδια απόφαση της 19ης Μαΐου 2015, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατά την επείγουσα προδικαστική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
42.    Υποστήριξε, συναφώς, ότι η εν λόγω προδικαστική παραπομπή θέτει ένα ή περισσότερα ζητήματα σχετικά με τους τομείς που διέπονται από τον τίτλο V του τρίτου μέρους της ΣΛΕΕ και ότι ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης τελεί υπό κράτηση από τις 16 Ιανουαρίου 2013. Διευκρίνισε, εξάλλου, ότι κλίνει προς το να συνταχθεί με την απόφαση Dundon του Supreme Court, αλλά ότι επιθυμεί να αξιοποιήσει την ευκαιρία να επαληθεύσει τη θέση του Δικαστηρίου πριν αποφανθεί κατά την έννοια αυτή.
43.    Κατά συνέπεια, το τέταρτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε, στις 28 Μαΐου 2005, με πρόταση του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να δεχθεί το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου προς εφαρμογή της επείγουσας διαδικασίας επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Αποφάσισε επίσης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να προτείνει στο Δικαστήριο την παραπομπή της υποθέσεως σε μεγαλύτερο δικαστικό σχηματισμό.
44.    Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 109, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το τέταρτο τμήμα του Δικαστηρίου κάλεσε τους διαδίκους στην υπόθεση της κύριας δίκης, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το αιτούν δικαστήριο καθώς και τα θεσμικά όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 23, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υποβάλουν τις γραπτές τους παρατηρήσεις έως τις 15 Ιουνίου 2015. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 109, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο κάλεσε επίσης το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις έως την ημερομηνία αυτή ή να παραστεί κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
45.    Ο αιτών και ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν τις γραπτές παρατηρήσεις τους εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
46.    Ο αιτών και ο καθού στη υπόθεση της κύριας δίκης, η Ιρλανδική, η Γερμανική, η Ισπανική, η Γαλλική, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 1ης Ιουλίου 2015.

IV – Παρατηρήσεις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου

 Α —      Παρατηρήσεις του αιτούντος στην υπόθεση της κύριας δίκης

47.    Ο αιτών στην υπόθεση της κύριας δίκης, που προτείνει να δοθεί χωριστή απάντηση στα δύο ερωτήματα καίτοι τα εξετάζει από κοινού, θεωρεί ότι το αιτούν δικαστήριο επιχειρεί κατ’ ουσίαν να προσδιορίσει τις συνέπειες, επί της διαδικασίας εκδόσεως, της μη τηρήσεως των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Εκτιμά, αναφερόμενος συναφώς στην απόφαση Dundon του Supreme Court, ότι η εκπνοή των εν λόγω προθεσμιών δεν παρέχει κανένα δικαίωμα στον καθού στην κύρια δίκη, είτε προς απόλυση είτε προς οτιδήποτε άλλο. Σύμφωνα με την αρχή της εθνικής διαδικαστικής αυτονομίας, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν η διάρκεια της διαδικασίας έβλαψε τα δικαιώματα του καταζητουμένου προσώπου κατά τρόπο ώστε η παράδοσή του να προσβάλλει τα θεμελιώδη του δικαιώματα. Προσέθεσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η άποψη που εξέθεσε ο καθού στην κύρια δίκη, κατά την οποία η απόρριψη της αιτήσεως παραδόσεως συνιστά την πλέον αποτρεπτική κύρωση για τα κράτη μέλη εκτελέσεως σε περίπτωση μη τηρήσεως των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στην εν λόγω απόφαση-πλαίσιο.
48.    Εν πρώτοις, παρατηρεί ότι το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετική με την έκβαση της διαδικασίας παραδόσεως κατά την εκπνοή των τασσόμενων προθεσμιών και δεν προβλέπει, αντίθετα προς το άρθρο 23 της αυτής αποφάσεως-πλαισίου, την απόλυση του καταζητουμένου προσώπου. Οι παράγραφοι 2 και 3 του εν λόγω άρθρου 17 χρησιμοποιούν στην αγγλική γλώσσα, άλλωστε, ευκτική και όχι οριστική έγκλιση (10). Μολονότι είναι αληθές ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 διευκρινίζει «[ότι] η δικαστική αρχή εκτέλεσης “αποφασίζει” [(11)], εντός των προθεσμιών και υπό τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο, για την παράδοση του προσώπου», η εν λόγω διάταξη πρέπει εντούτοις να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του γράμματος του άρθρου 17, παράγραφοι 2 και 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου. Το Δικαστήριο έκρινε, συναφώς, στην απόφασή του F (12), ότι «οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι επιβάλλουν ότι η οριστική απόφαση επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως πρέπει να εκδίδεται, “καταρχήν”, εντός δέκα ημερών από την παροχή της συγκαταθέσεως για την παράδοση του καταζητουμένου ατόμου, είτε, στις λοιπές περιπτώσεις, εντός 60 ημερών από της συλλήψεως του ατόμου αυτού». Συνεπώς, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι είναι νομικά δυνατή η λήψη της οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκτός των προβλεπομένων προθεσμιών και ότι η μη τήρηση των προθεσμιών αυτών δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας.
49.    Εξάλλου, η μη τήρηση των προθεσμιών δεν στερείται συνεπειών, δεδομένου ότι αυτές προβλέπονται στο άρθρο 17, παράγραφος 7, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. Επισκοπούμενο στο σύνολό του, το άρθρο 17 θεσπίζει έτσι σύστημα κατά το οποίο οι οριστικές αποφάσεις εκτελέσεως των ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως πρέπει, καταρχήν, σε περίπτωση μη συγκαταθέσεως του καταζητουμένου προσώπου, να εκδίδονται εντός 60 ημερών, προθεσμία δυνάμενη να παραταθεί κατά 30 ημέρες, διευκρινιζομένου, αφενός, ότι, αν δεν τηρηθεί η εν λόγω προθεσμία, το κράτος μέλος εκτελέσεως οφείλει να ειδοποιήσει σχετικά τον Eurojust και, αφετέρου, ότι, αν παραλείπεται κατ’ εξακολούθηση η τήρηση της εν λόγω προθεσμίας, το κράτος μέλος εκδόσεως μπορεί να ενημερώσει σχετικά το Συμβούλιο.
50.    Δεύτερον, η εν λόγω ερμηνεία είναι σύμφωνη με το αντικείμενο και τους σκοπούς της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, που, σύμφωνα με το άρθρο 67 ΣΛΕΕ, είναι η διασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας εντός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης με τη θέσπιση μέτρων συνεργασίας μεταξύ αστυνομικών και δικαστικών αρχών των κρατών μελών σε ποινικές υποθέσεις. Ένα σύστημα που θα επέτρεπε την απόλυση προσώπου, καταζητούμενου προς τον σκοπό ασκήσεως ποινικής διώξεως ή κριθέντος ενόχου εγκλήματος, θα βρισκόταν στους αντίποδες του επιδιωκομένου από τον εν λόγω σκοπό. Εξάλλου, οι σκοποί προωθήσεως της συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις θα παραβλάπτονταν αν καταζητούμενα πρόσωπα απολύονταν αδόκητα με την παρέλευση των προθεσμιών που προβλέπονται για τη διαδικασία παραδόσεως. Τυχόν εξαναγκασμός των κρατών μελών σε τήρηση των προθεσμιών που ορίζονται από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, μολονότι δεν είναι σε θέση να τις τηρήσουν, δεν συντελεί στην προώθηση της συνεργασίας και ενέχει κυρίως τον κίνδυνο να οδηγήσει στη μη παράδοση του καταζητουμένου προσώπου, οσάκις η τήρηση των προθεσμιών είναι αδύνατη.
51.    Τρίτον, οι σκοποί της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας που επιδιώκονται από τον τίτλο V του πέμπτου μέρους της ΣΛΕΕ και από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 δεν κατατείνουν στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταζητουμένου προσώπου. Αντικείμενό τους είναι η εξασφάλιση, στο μέτρο του δυνατού, της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων κατά τρόπο ώστε να προωθείται η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης σε ολόκληρη την Ένωση και, έτσι, να αντιμετωπίζεται καλύτερα το έγκλημα, ιδίως το οργανωμένο. Ο συγκεκριμένος σκοπός των προθεσμιών που καθορίζονται από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 είναι να εξασφαλίζεται ότι τα φυγόδικα πρόσωπα θα μπορούν να προσαχθούν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου το ταχύτερο ευλόγως δυνατόν. Το γεγονός ότι δικαστική αρχή εκτελέσεως ενδέχεται να χρειασθεί περισσότερες από 60 ή 90 ημέρες προκειμένου να εκδώσει οριστική απόφαση εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν θίγει συνεπώς κανένα δικαίωμα του καταζητουμένου προσώπου.
52.    Τέταρτον, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 12 και από το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η τελευταία αυτή δεν αλλοιώνει την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών όπως καθιερώνονται από το άρθρο 6 ΣΕΕ. Η αιτιολογική σκέψη 10 της αυτής αποφάσεως-πλαισίου προχωρεί περισσότερο, διευκρινίζοντας ότι η θέση σε εφαρμογή του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να ανασταλεί, όχι σε περίπτωση παραβάσεως των καθορισμένων προθεσμιών, αλλά μόνο σε περίπτωση παραβιάσεως των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Ο αιτών στην υπόθεση της κύριας δίκης δέχθηκε συναφώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ έχει εφαρμογή, αλλά μόνο καθόσον αφορά την παράγραφο 1, στοιχείο στʹ, και όχι καθόσον αφορά την παράγραφο 4, αντίθετα προς την άποψη που υποστήριξε η Επιτροπή. Εντούτοις, παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ υφίσταται μόνον όταν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, κατά παράβαση των εθνικών διαδικαστικών διατάξεων, δεν διεξάγουν επιμελώς τη διαδικασία και παρατείνουν κατά συνέπεια την κράτηση του προσώπου πέραν του ευλόγου (13). Τα πράγματα θα είχαν άλλως σε περίπτωση κατά την οποία η υπέρβαση των προβλεπομένων προθεσμιών οφείλεται στο καταζητούμενο πρόσωπο, όπως συνέβη στην υπόθεση της κύριας δίκης. Εν πάση περιπτώσει, η απόλυση του κρατουμένου δεν μπορεί να είναι αυτόματη αλλά αντίθετα, προκειμένου να μη θίγεται ο σκοπός της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, πρέπει να λαμβάνει χώρα συνεκτιμωμένου του συνόλου των περιστάσεων και ιδίως του κινδύνου διαφυγής, του χρόνου κρατήσεως και της συμβολής του κρατουμένου στην επιμήκυνση των καθυστερήσεων. Κατά τον αιτούντα, στην υπόθεση της κύριας δίκης κυρίως υπεύθυνος των καθυστερήσεων στη διαδικασία παραδόσεως και συνεπώς της διάρκειας της προσωρινής κρατήσεώς του είναι ο ίδιος ο καθού.
53.    Ο αιτών στην υπόθεση της κύριας δίκης συνάγει εκ τούτων ότι η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη που να απαξιώνει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως σε περίπτωση που η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν κατορθώνει να αποφανθεί εντός των προθεσμιών του άρθρου 17, δεδομένου ότι διατηρεί τη δυνατότητα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της πέραν των εν λόγω προθεσμιών.

 Β —      Παρατηρήσεις του καθού στην κύρια δίκη

54.    O καθού στην κύρια δίκη υποστήριξε, στις γραπτές παρατηρήσεις του, ότι οι διάφορες καθυστερήσεις που διέστιξαν τη διαδικασία ενώπιον του High Court δεν συνιστούν έκτακτες περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 7, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Εξετάζει, υπό τις περιστάσεις αυτές, πλείονες λύσεις όσον αφορά την παράβαση του εν λόγω άρθρου 17, οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν προσήκουσες, χωριστά ή σωρευτικά, δηλαδή την άρνηση παραδόσεώς του στο κράτος μέλος εκδόσεως, την αφαίρεση της συνολικής διάρκειας της προσωρινής του κρατήσεως, την απόλυσή του έναντι εγγυήσεως υπό εύλογες προϋποθέσεις και, τέλος, τη χορήγηση αποζημιώσεως, κατανεμόμενης μεταξύ των δύο ενεχομένων κρατών μελών, κατ’ αναλογίαν της αντίστοιχης συμβολής τους στις καθυστερήσεις σε βάρος του.
55.    Διευκρινίζει συναφώς ότι, εν απουσία διατάξεως αντίστοιχης προς αυτή του άρθρου 23, παράγραφος 5, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η άρνηση της παραδόσεως προς το κράτος μέλος εκδόσεως, προσομοιάζουσα στη διαδικασία habeas corpus που υπάρχει στα συστήματα «common law», θα αποτελούσε την πλέον αποτρεπτική λύση κατά των αναιτιολογήτων καθυστερήσεων, από μέρους των κρατών μελών, εκτελέσεως των ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως, διευκρινιζομένου ότι, κατά το ιρλανδικό δίκαιο, ο Criminal Law (Jurisdiction) Act 1976 [Νόμος περί Ποινικού Δικαίου (Δικαιοδοσία)] επιτρέπει τη δίωξη στην Ιρλανδία των αδικημάτων που τελούνται στη Βόρεια Ιρλανδία όπως είναι αυτά της υποθέσεως της κύριας δίκης. Διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 δεν αποκλείει τέτοιου είδους δυνατότητα, που ανταποκρίνεται άλλωστε στις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας.
56.    O καθού στην κύρια δίκη υποστηρίζει, εξάλλου, ότι είχε προτείνει στο High Court την υποβολή άλλων προδικαστικών ερωτημάτων, τα οποία εν τέλει δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και επισημαίνει ότι θα επιθυμούσε την εξέτασή τους από το Δικαστήριο.
57.    Με τις προφορικές παρατηρήσεις του, ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης προσέθεσε ότι, κατ’ αυτόν, ο κύριος λόγος της διάρκειας των καθυστερήσεων οφείλεται στο γεγονός ότι ο αιτών στην υπόθεση της κύριας δίκης πειραματίζεται με μια νέα διαδικασία, χωρίς προηγούμενο ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων.

 Γ —      Παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως

58.    Με τις προφορικές παρατηρήσεις της, η Γερμανική Κυβέρνηση πρότεινε να απαντηθεί το πρώτο ερώτημα υπό την έννοια ότι το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, υποχρεώνει το κράτος μέλος εκτελέσεως να συνεχίσει τη διεξαγωγή της διαδικασίας παραδόσεως, παρά το γεγονός της υπερβάσεως των προβλεπομένων προθεσμιών. Τούτο προκύπτει από γραμματική και συστηματική ερμηνεία των διατάξεων της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου καθώς και από την απόφαση F (14). Σκοπός της αποφάσεως‑πλαισίου είναι η επίσπευση της παραδόσεως καταδικασθέντων ή υπόπτων προσώπων μεταξύ δικαστικών αρχών εκτελέσεως. Η μη επακριβής τήρηση των εν λόγω προθεσμιών δεν θίγει αυτομάτως την πραγμάτωση του σκοπού αυτού, αρκεί οι εν λόγω καθυστερήσεις να είναι δικαιολογημένες. Τούτο συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η ιρλανδική δικαστική αρχή εκτελέσεως όφειλε να επαληθεύσει αν η ζωή του καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης θα διέτρεχε πράγματι κίνδυνο σε περίπτωση παραδόσεώς του προς το κράτος μέλος εκδόσεως.
59.    Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν δημιουργεί δικαίωμα του κρατουμένου προς απόλυση, διευκρινιζομένου ότι τέτοιου είδους δικαίωμα μπορεί να βρει άλλη βάση. Η συναφής ανάλυση της Γερμανικής Κυβερνήσεως εκκινεί από το άρθρο 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, που αναθέτει στη δικαστική αρχή εκτελέσεως το καθήκον να αποφασίσει περί της τηρήσεως της στερήσεως της ελευθερίας του κρατουμένου προσώπου εις εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Μολονότι είναι βέβαιο ότι η εν λόγω απόφαση πρέπει να λαμβάνεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο οφείλει επίσης να εφαρμόσει τον Χάρτη και το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, στο οποίο παραπέμπουν οι επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη που αφορούν το άρθρο 6.
60.    Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το δικαίωμα στην ελευθερία του προσώπου κατά του οποίου εκκρεμεί διαδικασία εκδόσεως μπορεί μεν να περιορίζεται, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται από τον νόμο, ο εν λόγω περιορισμός εντούτοις είναι ανεκτός μόνον υπό τον όρο ότι η διάρκεια της στερήσεως είναι εύλογη, πράγμα που πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση. Απαραίτητη επιταγή είναι η επιμελής διεξαγωγή της διαδικασίας σε κάθε περίπτωση. Ο έλεγχος της εν λόγω επιταγής προϋποθέτει τη συνεκτίμηση της διαδικασίας στο σύνολό της καθώς και καθ’ όλα της τα στάδια. Από την άποψη αυτή, η υπέρβαση των προθεσμιών που προβλέπονται από το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 είναι ένα μόνον από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως στην κύρια δίκη, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη το γεγονός ότι ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης έκανε εκτενή χρήση των διαδικαστικών του δικαιωμάτων καθώς και η βραδύτητα με την οποία φαίνεται να επιλύθηκαν τα διάφορα διαδικαστικά ζητήματα και οι διαδοχικές αναβολές κατά την ένδικη διαδικασία.

 Δ —      Παρατηρήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως

61.    Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, ότι η μη τήρηση των προθεσμιών εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν συνεπάγεται ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να απορρίψει την αίτηση παραδόσεως. Εκτιμά, όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ότι οι ενδεχόμενες συνέπειες καθυστερήσεως ως προς την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως όπως είναι το υπό εξέταση στην υπόθεση της κύριας δίκης διέπονται από το εθνικό δίκαιο.
62.    Επισημαίνει καταρχάς ότι σκοπός της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 είναι η καθιέρωση απλοποιημένης διαδικασίας παραδόσεως των προσώπων που είναι ύποπτα τελέσεως ποινικών αδικημάτων προκειμένου να ενισχυθεί, να διευκολυνθεί και να επιταχυνθεί η δικαστική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στη βάση της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Η εν λόγω αρχή υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εκτελούν σε κάθε περίπτωση τα ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως, με την επιφύλαξη των προβλεπομένων εξαιρέσεων και των προϋποθέσεων που τίθενται από τα άρθρα 3, 4 και 5 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι ούτε οι εσωτερικής τάξεως δυσχέρειες ούτε η εσωτερική νομοθεσία μπορούν να δικαιολογήσουν παράβαση από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης.
63.    Η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει, ακολούθως, ότι η μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται από το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επιφέρει την εξαφάνιση της υποχρεώσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως. Οι συνέπειες των καθυστερήσεων ως προς την έκδοση οριστικής αποφάσεως εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ορίζονται στο άρθρο 17, παράγραφος 7, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, που προβλέπει υποχρέωση ενημερώσεως του Eurojust και, ενδεχομένως, του Συμβουλίου. Η εν λόγω υποχρέωση θεσπίσθηκε εν όψει επιτεύξεως ελαχίστου επιπέδου πειθαρχίας μεταξύ των κρατών μελών, λαμβανομένων υπόψη των περιορισμών του δικαστικού ελέγχου που προέβλεπε το προϊσχύσαν άρθρο 35 ΣΕΕ στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις. Η μη εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως λόγω υπερβάσεως των προβλεπομένων στο άρθρο 17 προθεσμιών θα παρέβλαπτε την πρακτική αποτελεσματικότητα της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και θα μπορούσε να παρακινήσει τα πρόσωπα κατά των οποίων εκκρεμεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως να μετέλθουν παρελκυστικούς χειρισμούς προκειμένου να εναντιωθούν στην εκτέλεσή τους. Η Ισπανική Κυβέρνηση παραπέμπει, συναφώς, στην απόφαση F (15).
64.    Τρίτον, η Ισπανική Κυβέρνηση εκτιμά τελικώς ότι τα δικαιώματα προσώπου στερηθέντος της ελευθερίας του εις εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ορίζονται από τα άρθρα 11 έως 14 της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. Οι συνέπειες της καθυστερήσεως εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως επί της καταστάσεως του καταζητουμένου προσώπου καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως, εφόσον έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα προς αποτροπή οποιουδήποτε κινδύνου διαφυγής του εν λόγω προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 12 της αποφάσεως-πλαισίου, και εφόσον διασφαλίζεται η συνδρομή των απαραιτήτων ουσιαστικών προϋποθέσεων ώστε να είναι δυνατή η παράδοση του εν λόγω προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 5, της αποφάσεως-πλαισίου. Η προσωρινή κράτηση ή η προσωρινή απόλυση του καταζητουμένου προσώπου λαμβάνεται από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο, δεδομένου ότι ο τομέας δεν έχει εναρμονισθεί και εξακολουθεί να διέπεται από την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας, εντός των ορίων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι δύο εν λόγω τελευταίες αρχές τηρήθηκαν προσηκόντως, δεδομένου ότι δόθηκε η δυνατότητα στον καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υποβολής αιτήσεων απολύσεως υπό όρους, εκ των οποίων η δεύτερη βρίσκεται ακόμη σε εκκρεμότητα.

 Ε —      Παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως

65.    Η Γαλλική Κυβέρνηση εξέφρασε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τη διαφωνία της με την άποψη της Επιτροπής. Εκτιμά, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, ότι η μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν έχει επίπτωση στην υποχρέωση της δικαστικής αρχής εκτελέσεως να αποφανθεί επί της παραδόσεως του καταζητουμένου προσώπου και δεν επιφέρει ως συνέπεια την απόλυση του καταζητουμένου προσώπου. Θεωρεί, όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ότι η μη τήρηση των εν λόγω προθεσμιών δεν δημιουργεί ιδιαίτερα δικαιώματα υπέρ του καταζητουμένου προσώπου που παραμένει υπό κράτηση καθ’ υπέρβαση των εν λόγω προθεσμιών.
66.    Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι, κατά την απόφαση F (16) του Δικαστηρίου, η τήρηση των εν λόγω προθεσμιών είναι καταρχήν αναγκαστικού δικαίου. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί των συνεπειών της μη τηρήσεώς τους. Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 ουδεμία κύρωση προβλέπει συναφώς, παρά μόνον την ενημέρωση του Eurojust και, ενδεχομένως, του Συμβουλίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17, παράγραφος 7. Η δικαστική αρχή εκτελέσεως διατηρεί συνεπώς την υποχρέωση εκδόσεως οριστικής αποφάσεως μετά την εκπνοή των εν λόγω προθεσμιών.
67.    Επισημαίνει, στη συνέχεια, ότι καμία διάταξη της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν προβλέπει την απόλυση του καταζητουμένου προσώπου με την παρέλευση των προθεσμιών που προβλέπονται από το άρθρο 17, πράγμα που την διαφοροποιεί από τις διατάξεις του άρθρου 23, παράγραφος 5, το οποίο την προβλέπει ρητώς· αντίθετα, η δικαστική αρχή εκτελέσεως διατηρεί την υποχρέωση, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 5, να διασφαλίζει τη συνδρομή των αναγκαίων ουσιαστικών προϋποθέσεων της παραδόσεως. Η εν λόγω ερμηνεία επιβεβαιώνεται επιπλέον από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, στην οποία δεν αποτυπώθηκε τελικά η αρχική πρόταση της Επιτροπής προς την κατεύθυνση αυτή.
68.    Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η εν λόγω ερμηνεία είναι η μόνη πρόσφορη να συμβάλει στην πραγμάτωση των σκοπών που επιδιώκονται από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, που είναι ασφαλώς η επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, καθώς επίσης και η διευκόλυνση της εν λόγω συνεργασίας. Αν όμως γινόταν δεκτό ότι τα καταζητούμενα πρόσωπα πρέπει να απολύονται με την παρέλευση των προθεσμιών, τούτο θα τα παρακινούσε στη χρήση παρελκυστικών τακτικών.
69.    Η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά επίσης ότι η ανάγκη διασφαλίσεως του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να οδηγεί στις εν λόγω συνέπειες. Ασφαλώς, το άρθρο 6 του Χάρτη καθώς και το άρθρο 5, παράγραφοι 1, στοιχείο στʹ, και 4, της ΕΣΔΑ είναι σχετικά, όπως άλλωστε και η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εντούτοις εκτιμά ότι η Επιτροπή αντλεί εσφαλμένα συμπεράσματα από την εν λόγω νομολογία. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, ότι η εκτίμηση της νομιμότητας κρατήσεως προς τον σκοπό εκδόσεως πρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, το σύνολο των περιστατικών της υποθέσεως, οπότε δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί η τήρηση καταζητουμένου προσώπου υπό κράτηση κατά την εκπνοή των προθεσμιών που προβλέπονται από το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 ως ασύμβατη, καθεαυτή και καταρχήν, με το άρθρο 6 του Χάρτη. Επίσης δεν μπορεί να συναχθεί από την εν λόγω νομολογία ότι αυτή και μόνη η υπέρβαση των προβλεπομένων προθεσμιών συνεπάγεται ότι η διαδικασία δεν διεξάχθηκε με την προσήκουσα επιμέλεια.
70.    Τέλος, και εν πάση περιπτώσει, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 δεν εμποδίζει τη δικαστική αρχή εκτελέσεως, εάν το θεωρεί ενδεδειγμένο, να απολύσει το καταζητούμενο και κρατούμενο πρόσωπο, κατ’ εφαρμογήν του εθνικού του δικαίου, τόσο πριν όσο και μετά την εκπνοή των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17, σύμφωνα με το άρθρο 12.
71.    Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 περιορίζεται στην πρόβλεψη, στο άρθρο 26, ότι οποιαδήποτε περίοδος προσωρινής κρατήσεως που συμπληρώθηκε από το καταζητούμενο πρόσωπο στο κράτος μέλος εκτελέσεως πρέπει να αφαιρεθεί από τη συνολική διάρκεια στερήσεως της ελευθερίας που θα πρέπει να υποστεί στο κράτος μέλος εκδόσεως. Πρόκειται για υποχρέωση σε βάρος του κράτους μέλους εκδόσεως, ανεξαρτήτως της τηρήσεως των προθεσμιών που προβλέπονται από το άρθρο 17 από το κράτος μέλος εκτελέσεως. Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 δεν προβλέπει, εξάλλου, δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω της μη τηρήσεως των εν λόγω προθεσμιών, με συνέπεια τα κράτη μέλη να είναι ελεύθερα να προβλέψουν τέτοιο δικαίωμα για τον λόγο αυτό.

 ΣΤ —      Παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως

72.     Η Ολλανδική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση σε αμφότερα τα προδικαστικά ερωτήματα. Εκτιμά ότι η μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται από το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν έχει την παραμικρή συνέπεια ως προς την υποχρέωση παραδόσεως, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη περιορίζεται στην επιβολή υποχρεώσεως επιμέλειας στο κράτος μέλος εκτελέσεως. Οι προβλεπόμενες προθεσμίες είναι σαφείς και πρέπει να τηρούνται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ταχύτητα της διαδικασίας παραδόσεως. Μολαταύτα, στην περίπτωση μη τηρήσεώς τους, τούτο δεν έχει καμία συνέπεια επί των δικαιωμάτων του στερούμενου της ελευθερίας προσώπου που τελεί εν αναμονή οριστικής αποφάσεως επί της παραδόσεώς του.
73.    Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 ορίζει σαφώς ότι η μη τήρηση των προθεσμιών δεν έχει επίπτωση επί της υποχρεώσεως εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της παραδόσεως. Επιπλέον, το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν παρέχει οποιοδήποτε δικαίωμα στο καταζητούμενο και κρατούμενο πρόσωπο σε περίπτωση υπερβάσεως των προθεσμιών που προβλέπει. Αν η μη τήρηση των εν λόγω προθεσμιών έχει επιπτώσεις στην κατάσταση του κρατουμένου προσώπου, οι τελευταίες αυτές είναι ανεξάρτητες του άρθρου 17. Τα εθνικά Συντάγματα και το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ είναι αυτά που επιβάλλουν υποχρέωση επιμέλειας κατά τον χειρισμό της καταστάσεως των προσώπων που κρατούνται προς τον σκοπό εκδόσεως. Ο Χάρτης δεν έχει εφαρμογή, καθόσον εναπόκειται στη δικαστική αρχή εκτελέσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, να εκδώσει απόφαση επί της καταστάσεως κρατήσεως, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, σε κατάσταση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, ο εθνικός δικαστής δεν θέτει σε εφαρμογή τα δικαιώματα που εγγυάται ο Χάρτης.
74.    Η Ολλανδική Κυβέρνηση εκτιμά, πάντως, ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να σέβονται την υποχρέωσή τους προς επίδειξη επιμέλειας σε σχέση με τα δικαιώματα του κρατουμένου προσώπου. Από την άποψη αυτή, το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να μπορεί να ζητήσει τη μεταβολή της καταστάσεως κρατήσεώς του, η οποία μπορεί επίσης να αποφασίζεται αυτεπαγγέλτως. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν η επιμήκυνση της διάρκειας συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου διαφυγής του καταζητουμένου προσώπου, και διευκρινιζομένου ότι η μέγιστη προθεσμία 90 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσαναλόγως μακρά.
 Ζ —      Παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου

75.    Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, που εστίασε τις προφορικές της παρατηρήσεις επί της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα, θεωρεί ότι η υπέρβαση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν παρέχει στο καταζητούμενο και κρατούμενο πρόσωπο δικαίωμα προς απόλυση. Θεμελιώνει την άποψή της συναφώς επί γραμματικής ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως, επί των προπαρασκευαστικών εργασιών της αποφάσεως-πλαισίου καθώς και επί της δομής της τελευταίας αυτής, η οποία ορίζει ρητώς τις συνέπειες της μη τηρήσεως των εν λόγω προθεσμιών.
76.    Προσθέτει ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι τέτοιου είδους δικαίωμα απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, πράγμα που δεν συμβαίνει, το πρόσωπο που, λόγω της ίδιας του της συμπεριφοράς, προκάλεσε τις καθυστερήσεις κωλύεται να το επικαλεσθεί. Τυχόν αντίθετη λύση θα έθιγε τον σκοπό που επιδιώκεται από την απόφαση-πλαίσιο. Εν πάση περιπτώσει και ακόμη και αν γινόταν δεκτό τέτοιο δικαίωμα, δεν χωρεί επίκλησή του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αφής στιγμής η απόφαση‑πλαίσιο, σύμφωνα με το προϊσχύσαν άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, ΣΕΕ, δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα.
77.    Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισημαίνει επίσης ότι αυστηρές προθεσμίες ενδέχεται να θίξουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του κρατουμένου προσώπου, στο μέτρο που, όπως για παράδειγμα στην υπόθεση της κύριας δίκης, αυτό θα μπορούσε να παραδοθεί στο κράτος μέλος εκδόσεως χωρίς να έχει επαληθευθεί αν η ζωή του ήταν πράγματι εκτεθειμένη σε κίνδυνο ή όχι.
78.    Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει, όσον αφορά το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελευθερία του κρατουμένου προσώπου, ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να ελέγχουν διαρκώς, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, την ΕΣΔΑ και τον Χάρτη, οσάκις έχει εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, σε ποιο μέτρο δικαιολογείται η στέρηση της ελευθερίας. Η επιταγή αυτή έχει επίσης εφαρμογή πριν την εξάντληση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εκτιμούν το σύνολο των περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων της ασκήσεως από τον κρατούμενο των διαδικαστικών του δικαιωμάτων, του κινδύνου διαφυγής και των δυνατοτήτων για τον κρατούμενο να επιτύχει απόλυση υπό όρους.
79.    Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνει, εν τέλει, να απαντηθεί το πρώτο ερώτημα υπό την έννοια ότι οι μόνες συνέπειες που απορρέουν από τη μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται από το άρθρο 17 της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 είναι αυτές που αναγνωρίζονται από την ίδια αυτή διάταξη, το δε κράτος μέλος εκτελέσεως συνεχίζει να υπέχει την υποχρέωση εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως παρά την πάροδο των εν λόγω προθεσμιών. Προτείνει να απαντηθεί το δεύτερο ερώτημα υπό την έννοια ότι το καταζητούμενο πρόσωπο δεν διαθέτει δικαίωμα απολύσεως αμέσως μετά το πέρας των προθεσμιών που προβλέπονται από το εν λόγω άρθρο.

 Η —      Παρατηρήσεις της Επιτροπής

80.    H Επιτροπή υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 θέσπισε νέο απλοποιημένο και αποτελεσματικότερο σύστημα παραδόσεως των καταδικασθέντων ή καταζητουμένων ενόψει ποινικής διώξεως προσώπων, το οποίο υποκατέστησε τις παραδοσιακές διαδικασίες εκδόσεως και τείνει στη διευκόλυνση και επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας στο πλαίσιο συγκροτήσεως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός της Ένωσης. Το εν λόγω σύστημα βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας, τη θεμελιώδη σημασία της οποίας υπέμνησε το Δικαστήριο στη γνωμοδότησή του 2/13 (17), αρχή που στηρίζεται περαιτέρω στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών ως προς το ότι οι αντίστοιχες έννομες τάξεις τους είναι σε θέση να παρέχουν ισοδύναμη και αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τούτο συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη οφείλουν καταρχήν να εκτελούν ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, εκτός αν έχει έδαφος εφαρμογής λόγος μη εκτελέσεως. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως βασίζεται κατ’ ουσίαν, άλλως από ό,τι τα παραδοσιακά συστήματα εκδόσεως, στη συνεργασία των δικαστικών αρχών, ενώ οι πολιτικές αρχές παρεμβαίνουν μόνον προς παροχή πρακτικής και διοικητικής υποστηρίξεως.
81.    Εντούτοις, η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως δεν αποσκοπεί στη δημιουργία αυτόματου καθεστώτος αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, δεδομένου ότι το τεκμήριο ότι όλα τα κράτη μέλη σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα είναι μαχητό (18). Σε ορισμένες περιπτώσεις, συνεπώς, η δικαστική αρχή εκτελέσεως πρέπει να μπορεί να ανατρέψει το εν λόγω τεκμήριο.
82.    Η Επιτροπή επιχειρεί, στη συνέχεια, να δώσει απάντηση στα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.

1.      Επί του πρώτου ερωτήματος

83.    Επιχειρώντας να ερμηνεύσει τις διατάξεις των άρθρων 15 και 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η Επιτροπή εκτιμά, καταρχάς, ότι η μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 δεν θίγει το κύρος ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η δε δικαστική αρχή εκτελέσεως εξακολουθεί να οφείλει να κρίνει αν ο καταζητούμενος πρέπει να παραδοθεί στο κράτος μέλος εκδόσεως, ακόμη και μετά την εκπνοή των εν λόγω προθεσμιών.
84.    Εξετάζει, στη συνέχεια, το ζήτημα αν οι ανησυχίες που εκφράσθηκαν από το καταζητούμενο πρόσωπο όσον αφορά την ασφάλειά του επιδρούν επί της εν λόγω υποχρεώσεως αποφάνσεως επί της παραδόσεως. Επισημαίνει, συναφώς, ότι ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να ανασταλεί μόνο σε περίπτωση σοβαρής και επίμονης παραβιάσεως από κράτος μέλος των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η οποία διαπιστώνεται από το Συμβούλιο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Διαπιστώνει, εντούτοις, ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν εκθέτει τέτοια κατάσταση.
85.    Επισημαίνει, εξάλλου, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 αναφέρεται ειδικά στην υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει τη δικαστική αρχή εκτελέσεως στη διεξαγωγή συμπληρωματικών ελέγχων σε περίπτωση αξιόπιστων ισχυρισμών σχετικά με κίνδυνο σοβαρών προσβολών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετά την παράδοση. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή τόνισε ότι οι εν λόγω έλεγχοι πρέπει να διεξάγονται εντός των προθεσμιών που καθορίζονται από το άρθρο 17 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως προκύπτει από το άρθρο 15, παράγραφος 2. Υποστηρίζει, εντούτοις, ότι η απάντηση που έδωσε το κράτος μέλος εκδόσεως στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που του απηύθυνε η δικαστική αρχή εκτελέσεως σχετικά με τις ανησυχίες που εξέφρασε ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν οδήγησε την τελευταία σε λήψη αποφάσεως περί μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.
86.    Εξ αυτών συμπεραίνει ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως εξακολουθεί να οφείλει να αποφασίσει αν το καταζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί, ακόμη και μετά την πάροδο των προθεσμιών που προβλέπονται από το άρθρο 17, παράγραφος 2 και 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

2.      Επί του δευτέρου ερωτήματος

87.    Κατά την Επιτροπή, στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου προσήκει η απάντηση ότι η μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 υποχρεώνει τη δικαστική αρχή εκτελέσεως να απολύσει το πρόσωπο το οποίο αφορά ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και το οποίο τέθηκε υπό κράτηση εν αναμονή της αποφάσεως σχετικά με την παράδοσή του, μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 17, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, εκτός αν έκτακτες περιστάσεις, για τις οποίες δεν ευθύνεται το κράτος μέλος εκτελέσεως, απαιτούν τη τήρησή του υπό κράτηση.
88.    Παρατηρεί, πρώτον, ότι το γεγονός ότι το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν προβλέπει την απόλυση του τεθέντος υπό κράτηση προσώπου κατά την εκπνοή των τασσόμενων προθεσμιών, άλλως από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 23, παράγραφος 5, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου σχετικά με την παράδοση, δεν συνεπάγεται ότι η τήρηση υπό κράτηση είναι αυτομάτως δικαιολογημένη.
89.    Καταρχάς, το άρθρο 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 θέτει ως γενικό κανόνα το ότι η προσωρινή απόλυση «είναι δυνατή» οποτεδήποτε σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως, υπό τον όρο ότι η αρμόδια αρχή θα λάβει οποιοδήποτε μέτρο κρίνει αναγκαίο ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή του καταζητουμένου. Η Επιτροπή υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι η πρότασή της ενόψει της εκδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου περιελάμβανε διάταξη που προέβλεπε ρητώς ότι, ελλείψει αποφάσεως περί παραδόσεως του προσώπου το οποίο αφορά ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εντός προθεσμίας 90 ημερών, το εν λόγω πρόσωπο έπρεπε να απολύεται αμέσως. Εντούτοις, το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν υιοθέτησε την πρόταση αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατ’ αντιδιαστολή υπό την έννοια ότι δεν υφίσταται υποχρέωση απολύσεως σε περίπτωση μη τηρήσεως των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.
90.    Η Επιτροπή υπενθυμίζει, στη συνέχεια, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της υποχρεώσεως των κρατών μελών προς σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτά καθιερώνονται με το άρθρο 6 ΣΕΕ, ενώ και η ίδια η απόφαση-πλαίσιο οφείλει, σύμφωνα με την αιτιολογική της σκέψη 12, να σέβεται τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 ΣΕΕ. Η Επιτροπή εξετάζει, ως εκ τούτου, την κατάσταση στην υπόθεση της κύριας δίκης από τη σκοπιά του άρθρου 6 του Χάρτη, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια, υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, ειδικότερα επί της παραγράφου του 1, στοιχείο στʹ, σχετικά με την κράτηση με σκοπό την έκδοση, της παραγράφου 3, που καθιερώνει το δικαίωμα του συλληφθέντος ή κρατηθέντος προσώπου να δικασθεί εντός εύλογης προθεσμίας ή να απολυθεί διαρκούσης της διαδικασίας, καθώς και της παραγράφου 4 που καθιερώνει το δικαίωμα στο να ληφθεί εντός βραχείας προθεσμίας απόφαση επί της νομιμότητας της κρατήσεως.
91.    H Επιτροπή επισημαίνει συναφώς, καταρχάς, ότι ο ειδικός μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που θεσπίσθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 είναι σχετικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη προς τον σκοπό εκτιμήσεως του εύλογου χαρακτήρα της διάρκειας προσωρινής κρατήσεως προς τον σκοπό παραδόσεως. Εν προκειμένω, ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε ότι η οριστική απόφαση επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως πρέπει να λαμβάνεται από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως εντός προθεσμίας 60 ημερών, προθεσμία που κρίνεται επαρκής στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών η οποία βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και τον περιορισμένο έλεγχο της δικαστικής αρχής εκτελέσεως. Μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις προέβλεψε ο νομοθέτης πρόσθετη προθεσμία 30 ημερών, η οποία επηρεάζει επίσης την εκτίμηση της εύλογης διάρκειας κρατήσεως.
92.    Η υποχρέωση της δικαστικής αρχής εκτελέσεως να επεξεργασθεί και να εκτελέσει επειγόντως ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, αντιστοιχεί, όσον αφορά την κράτηση του καταζητουμένου προσώπου, στις επιταγές του άρθρου 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, εφόσον η δικαστική αρχή εκτελέσεως ενεργεί με επιμέλεια εντός της εν λόγω προθεσμίας, η κράτηση του καταζητουμένου προσώπου φαίνεται, prima facie, συμβατή με την επιταγή της εύλογης προθεσμίας, διευκρινιζομένου ότι οι εν λόγω προθεσμίες τάσσονται κατ’ ανώτατο όριο και δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Αντίστροφα, αφής στιγμής εξέπνευσαν οι εν λόγω προθεσμίες, η κράτηση του καταζητουμένου προσώπου είναι, prima facie, ασύμβατη με την εν λόγω επιταγή και κατά τούτο ελλείπουν οι ουσιώδεις προϋποθέσεις της «νομιμότητάς» της.
93.    Η κράτηση του καταζητουμένου προσώπου πέραν των προθεσμιών που καθορίζονται από το άρθρο 17 δικαιολογείται μόνον υπό έκτακτες περιστάσεις, για τις οποίες δεν ευθύνεται το κράτος μέλος εκτελέσεως. Η μόνη περίπτωση που εντοπίσθηκε έως σήμερα από το Δικαστήριο, στην υπόθεση F (19), είναι αυτή μιας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Κληθείσα να παράσχει διευκρινίσεις επί του σημείου αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, κατά τη δική της ερμηνεία της εν λόγω αποφάσεως F, οποιαδήποτε κράτηση πέραν της μέγιστης προθεσμίας 90 ημερών καθίσταται, ελλείψει «εκτάκτων περιστάσεων» κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 7, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, «παράνομη». Το γεγονός ότι ο νομοθέτης δεν προέβλεψε τέτοια συνέπεια στην εν λόγω απόφαση-πλαίσιο στερείται λυσιτέλειας, αφής στιγμής το δικαίωμα στην ελευθερία έχει και παραμένει σε εφαρμογή.
94.    Κατά την Επιτροπή, εν προκειμένω συντρέχει περίπτωση προσωρινής κρατήσεως διάρκειας περίπου 30 μηνών, δέκα φορές ανώτερης της μέγιστης επιτρεπτής διάρκειας κατά το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Το κράτος μέλος εκτελέσεως προκάλεσε την εν λόγω υπερβολική διάρκεια με αδικαιολόγητες καθυστερήσεις που επηρέασαν τη διαδικασία. H Επιτροπή παραπέμπει, συναφώς, στη μακρά διαδικασία επικυρώσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και στις διαδοχικές αναβολές των επ’ ακροατηρίου συζητήσεων σχετικά με την παράδοση, στον κατ’ αντιμωλίαν χαρακτήρα των συζητήσεων επί της εκδόσεως, που δεν προβλέπεται από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, καθώς και στις επανειλημμένες περιόδους αδράνειας της δικαστικής αρχής εκτελέσεως, στις οποίες συγκαταλέγονται οι τεσσερισήμισι μήνες μεταξύ της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως και της μη οριστικής αποφάσεως και οι τέσσερις μήνες μεταξύ της αποφάσεως περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο και της ίδιας της αποφάσεως περί προδικαστικής παραπομπής.
95.    H Επιτροπή συμπεραίνει εξ αυτών ότι η τήρηση του καταζητουμένου προσώπου υπό κράτηση στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι ασύμβατη προς την υποχρέωση επείγουσας ενέργειας και ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να τον απολύσει εκτός αν έκτακτες περιστάσεις, για τις οποίες δεν ευθύνεται το κράτος μέλος εκτελέσεως, επιτάσσουν παράταση της κρατήσεως, περιστάσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Η Επιτροπή προσέθεσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εξακολουθεί να υφίσταται, όπως άλλωστε και η υποχρέωση τηρήσεως των διατάξεων των άρθρων 12 και 17, παράγραφος 5, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, οπότε, αν δεν είναι δυνατή η διατήρηση της καταστάσεως στερήσεως της ελευθερίας, καθίσταται τότε αναγκαία η προσφυγή σε εναλλακτικές λύσεις που να θίγουν σε μικρότερο βαθμό την ελευθερία, αποτρέποντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο διαφυγής.
96.    Η Επιτροπή προσθέτει ότι το κράτος μέλος εκτελέσεως δεν δύναται να επικαλεσθεί τους συνταγματικούς του κανόνες σχετικά με τον σεβασμό του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, για το οποίο γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, προς δικαιολόγηση της μη τηρήσεως των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της εν λόγω αποφάσεως. Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς, στην απόφασή του Melloni (20), ότι η εφαρμογή των εθνικών προτύπων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να θέτει υπό διακύβευση το επίπεδο προστασίας που προβλέπεται από τον Χάρτη ούτε την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης.

V –    Ανάλυση

 Α —      Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.      Το εθνικό πλαίσιο


97.    Στην παρούσα υπόθεση, όπως ήδη ανέφερα, το High Court υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ελάχιστο χρόνο μετά το πέρας της πενταετούς μεταβατικής περιόδου που προβλέπει το πρωτόκολλο 36 επί των μεταβατικών διατάξεων, το οποίο επήλθε την 1η Δεκεμβρίου, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1. Πριν την εν λόγω ημερομηνία, και ελλείψει δηλώσεως της Ιρλανδίας κατά την έννοια αυτή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 35, παράγραφος 2, ΣΕΕ ως είχε πριν την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, τα ιρλανδικά δικαστήρια δεν μπορούσαν, πράγματι, να υποβάλουν στο Δικαστήριο αιτήσεις ερμηνείας των αποφάσεων-πλαίσια, ιδίως αυτών που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του τίτλου VI της ΣΕΕ σχετικά με την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις.
98.    Όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο στην απόφασή του περί παραπομπής, ως το χρονικό εκείνο σημείο δεσμευόταν, ως προς την ερμηνεία του επί της εθνικής νομοθεσίας και, εν τέλει, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, από το σκεπτικό που είχε αναπτύξει το Supreme Court, ιδίως, στην απόφαση Dundon. Δηλώνοντας μεν ότι συμμερίζεται επί της αρχής το εν λόγω σκεπτικό, το High Court εκτίμησε ότι ενδείκνυται να λάβει την ερμηνεία του Δικαστηρίου επί των οικείων διατάξεων της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και, πιο συγκεκριμένα, να πληροφορηθεί σχετικά με τις συνέπειες που, κατά το Δικαστήριο, απορρέουν από τη μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 17 για την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Ταυτοχρόνως, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε την εφαρμογή της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
99.    Η υπενθύμιση του εν λόγω περιγράμματος έχει νόημα, στο μέτρο που εξηγεί το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται, στην παρούσα υπόθεση, να αποφανθεί επί απολύτως στοιχειωδών στοιχείων του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, περισσότερο από δεκαετία μετά την ενεργοποίηση του μηχανισμού αυτού, σε υπόθεση που ήδη εκκρεμεί επί τριάντα περίπου μήνες ενώπιον του High Court.
100. Πρέπει να προστεθεί ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως θεσπίσθηκε με απόφαση-πλαίσιο, πράξη αρχικά στερούμενη αμέσου αποτελέσματος βάσει του πρωτογενούς δικαίου (21), κατάσταση η οποία διατηρείται βάσει του άρθρου 9 του πρωτοκόλλου 36 επί των μεταβατικών διατάξεων. Απλώς υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη του δεσμευτικού χαρακτήρα τους, οι αποφάσεις-πλαίσιο επιβάλλουν στις εθνικές αρχές και στα εθνικά δικαστήρια υποχρέωση ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης (22).

2.      Η φυσιογνωμία του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως

101. Όπως ήδη επισήμανα, ασφαλώς δεν πρόκειται για την πρώτη υπόθεση σχετικά με την ερμηνεία (23) ή την εκτίμηση του κύρους (24) της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 που άγεται στο Δικαστήριο. Συνεπώς, δεν είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κατά γενικό τρόπο επί της σημασίας της πράξεως αυτής που εκδόθηκε προ δεκατριών περίπου ετών στο πλαίσιο του πρώην «τρίτου πυλώνα» (25). Τούτου λεχθέντος, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προς κατεπείγουσα απάντηση, φρονώ ότι ενδείκνυται να εκθέσω ορισμένες σκέψεις γενικού χαρακτήρα επί του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, το οποίο περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 6 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 ως «η πρώτη περίπτωση συγκεκριμενοποιήσεως, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως» και ως «“ακρογωνιαίος λίθος” της δικαστικής συνεργασίας».
102. Το ένταλμα συλλήψεως και οι διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ κρατών μελών που θεσπίσθηκαν από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 υποκατέστησαν τις διάφορες διαδικασίες εκδόσεως (26) που προϋπήρχαν της 31ης Δεκεμβρίου 2003 (27). Κατά συνέπεια, οι πάλαι ποτέ πράξεις περί εκδόσεως μεταξύ των κρατικών αρχών έπαυσαν να ισχύουν μεταξύ των κρατών μελών και αντικαταστάθηκαν από σύστημα βασισμένο στην άμεση συνεργασία μεταξύ δικαστικών αρχών.
103. Όπως επισήμανε επανειλημμένως το Δικαστήριο, προκύπτει ειδικότερα από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και από τις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 7 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ότι η τελευταία αυτή έχει ως αντικείμενο την αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως μεταξύ κρατών μελών από σύστημα παραδόσεως μεταξύ δικαστικών αρχών των καταδικασθέντων ή υπόπτων προσώπων προς τον σκοπό της εκτελέσεως αποφάσεων ή κινήσεως διώξεως, σύστημα που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (28).
104. Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 αποσκοπεί έτσι, μέσω της εγκαθιδρύσεως νέου απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος παραδόσεως των προσώπων τα οποία έχουν καταδικασθεί ή είναι ύποπτα παραβιάσεων της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και την επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, ώστε να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί δηλαδή ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εδραζόμενος στο υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (29). Στην αιτιολογική σκέψη 10 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 τονίζεται ακριβώς ότι «ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών» (30).
105. Το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εμφανίζεται έτσι ως νέος θεσμός, που προσιδιάζει αποκλειστικά και ειδικά στην Ένωση (31). Πρόκειται για νέο θεσμό υπό την έννοια ότι διακρίνεται από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς παραδόσεως των καταζητουμένων προσώπων μεταξύ κρατών. Συνιστά aliud σε σχέση με τις διαδικασίες εκδόσεως τις οποίες υποκατέστησε. Οι κατηγοριοποιήσεις που επικρατούσαν στον τομέα της εκδόσεως έχουν συνεπώς σχετική μόνον αξία όταν πρόκειται για τη νέα αυτή μορφή της δικαστικής συνεργασίας. Είναι θεμελιώδες να λαμβάνεται αυτή η παράμετρος υπόψη οσάκις εξετάζονται τα προβλήματα ερμηνείας της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
106. Πρόκειται επίσης για θεσμό μοναδικό υπό την έννοια ότι, χωρίς να θίγονται τα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στην κανονιστικού χαρακτήρα απόφαση-πλαίσιο, θεσπίζει καθεστώς ομοιόμορφο σε όλα τα κράτη μέλη. Το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατέστη έτσι πρώτης τάξεως εργαλείο στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών, διεπόμενο πρωτίστως από την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
107. Προσιδιάζει, τέλος, ειδικά στην Ένωση καθό μέτρο ο νομοθέτης της Ένωσης είναι αυτός που, μέσω αποφάσεως-πλαισίου, συνέλαβε το εν λόγω εργαλείο, δημιουργώντας για κάθε κράτος μέλος την υποχρέωση εντάξεώς του στη νομοθεσία του. Το επίθετο «ευρωπαϊκό» που χαρακτηρίζει το ένταλμα συλλήψεως που θεσμοθετήθηκε από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 αναδεικνύει την εγγενή σύνδεσή του με την Ένωση.
108. Τέλος, το γεγονός ότι για τη θέση σε εφαρμογή της εν λόγω πράξεως απαιτήθηκαν συνταγματικές αναθεωρήσεις (32) ή ζητήθηκε η έκφραση γνώμης από τα ανώτατα ή συνταγματικά δικαστήρια των κρατών μελών (33), κατά περίπτωση, εκφράζει εύγλωττα τη σημασία της για τις διάφορες εθνικές συνταγματικές τάξεις (34) και, εν τέλει, για την ίδια την Ένωση.

3.      Τα δύο «στάδια» της διαδικασίας παραδόσεως του καταζητουμένου προσώπου και η «συστηματική κατάστρωση» του άρθρου 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584

109. Πρέπει στη συνέχεια να υπομνησθεί ότι η παράδοση καταζητουμένου προσώπου εις εφαρμογή ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως λαμβάνει χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σε δύο διακριτά στάδια. Αφού εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως από τη δικαστική αρχή εκδόσεως τηρουμένων των προϋποθέσεων ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο που προβλέπονται από το άρθρο 8 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και αφού, ενδεχομένως, μεταφρασθεί στη γλώσσα του κράτους μέλους εκτελέσεως, διαβιβάζεται, αναλόγως των περιστάσεων, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από τα άρθρα 9 ή 10 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου. Οσάκις το καταζητούμενο πρόσωπο συλλαμβάνεται από κράτος μέλος εις εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η συνέχεια της διαδικασίας παραδόσεως λαμβάνει χώρα σε δύο διακριτά στάδια, το στάδιο της εκδόσεως από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως της οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, υπό εξέταση στην υπόθεση της κύριας δίκης και, αν αποφασισθεί η αποδοχή της αιτήσεως παραδόσεως, το καθεαυτό στάδιο παραδόσεως του καταζητουμένου προσώπου προς το κράτος μέλος εκδόσεως.
110. Στο πλαίσιο του πρώτου σταδίου, η αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να ενημερώσει το καταζητούμενο πρόσωπο περί της υπάρξεως και του περιεχομένου του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως καθώς και περί της παρεχόμενης σ’ αυτό δυνατότητας να συγκατατεθεί στην παράδοσή του στη δικαστική αρχή εκδόσεως, σύμφωνα με το άρθρο 11 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Ακολούθως, εναπόκειται σ’ αυτήν η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 13 έως 21 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η απόφαση δε αυτή πρέπει να κοινοποιηθεί στη δικαστική αρχή εκδόσεως, σύμφωνα με το άρθρο 22 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.
111. Αν η δικαστική αρχή εκτελέσεως αποφασίσει την παράδοση του καταζητουμένου προσώπου στο κράτος μέλος εκδόσεως, το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, σύμφωνα με τους όρους και τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 23 και 24 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου. Αν η εν λόγω παράδοση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 4, το καταζητούμενο πρόσωπο πρέπει πλέον να απολυθεί αν τελεί ακόμη υπό κράτηση σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 5.
112. Η παρούσα υπόθεση αφορά μόνο τις προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να διεξάγεται το πρώτο στάδιο εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
113. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 αποτυπώνουν στο σύνολό τους μια πραγματική συστηματική κατάστρωση των όρων εκδόσεως, από τις δικαστικές αρχές εκτελέσεως, των οριστικών αποφάσεων επί της εκτελέσεως των ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται ο καθορισμός των προθεσμιών.
114. Δηλώνοντας καταρχάς ότι για το ένταλμα συλλήψεως «πρέπει να ακολουθείται διαδικασία επείγοντος» (παράγραφος 1), το άρθρο αυτό ορίζει στη συνέχεια τις δύο προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να ληφθεί η εν λόγω απόφαση, αναλόγως του αν ο καταζητούμενος συγκατατέθηκε ή όχι στην παράδοσή του, η πρώτη δέκα ημερών από τη συγκατάθεση (παράγραφος 2), η δεύτερη εξήντα ημερών από τη σύλληψη (παράγραφος 3), ενώ προβλέπει και μια εξαίρεση.
115. Σε ειδικές περιπτώσεις, πράγματι, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως δεν μπορεί να εκτελεσθεί εντός των προθεσμιών των δέκα και εξήντα ημερών, αυτές μπορούν να παρατείνονται κατά τριάντα επιπλέον ημέρες, οπότε η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να ενημερώσει απευθείας και εντός σύντομου χρόνου τη δικαστική αρχή εκδόσεως και να της εκθέσει τους λόγους της παρατάσεως (παράγραφος 4). Ασφαλώς μπορεί να αποτελεί τέτοιου είδους ειδική περίπτωση η κατάσταση στην οποία το καταζητούμενο πρόσωπο εναντιώνεται στην παράδοσή του επικαλούμενο κίνδυνο για τη ζωή ή την ασφάλειά του, κατά τρόπο που υποχρεώνει τη δικαστική αρχή εκτελέσεως να προβεί στις απαιτούμενες επαληθεύσεις (35), ζητώντας ενδεχομένως από το κράτος μέλος εκδόσεως την κατεπείγουσα παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου.
116. Εν πάση περιπτώσει, εν αναμονή της εκδόσεως της εν λόγω οριστικής αποφάσεως, το κράτος μέλος εκτελέσεως πρέπει να βεβαιώνεται περί της εξακολουθήσεως της συνδρομής των απαραιτήτων ουσιαστικών προϋποθέσεων ώστε να είναι δυνατή η παράδοση του καταζητουμένου προσώπου (παράγραφος 5).
117. Εξυπακούεται ότι η υποχρέωση ταχείας διεκπεραιώσεως που απορρέει από τις πρώτες αυτές διατάξεις δεν αποκλείει την πιθανότητα να πρέπει να απορριφθεί η αίτηση παραδόσεως, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 3, 4 και 4α της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, περίπτωση κατά την οποία η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να εκδώσει απόφαση περί αρνήσεως εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δεόντως αιτιολογημένη και εντός, φυσικά, των προβλεπομένων προθεσμιών (παράγραφος 6).
118. Τέλος, το άρθρο 17, παράγραφος 7, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 αναφέρεται σε δύο διαφορετικές καταστάσεις «ανωμαλίας». Προβλέπει καταρχάς, στην πρώτη του περίοδο, έκτακτες περιστάσεις υπό τις οποίες κράτος μέλος «δεν μπορεί» να τηρήσει τις τασσόμενες προθεσμίες. Προβλέπει ακολούθως, στη δεύτερή του περίοδο, την περίπτωση επανειλημμένων καθυστερήσεων κράτους μέλους ως προς τις υποχρεώσεις που το βαρύνουν έναντι άλλου κράτους μέλους, δηλαδή την περίπτωση πολλαπλών καθυστερήσεων στην εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως.
119. Τάσσοντας τις προθεσμίες (36) εντός των οποίων πρέπει να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, και ορίζοντας συνάμα τις υποχρεώσεις που βαρύνουν είτε τη δικαστική αρχή εκτελέσεως οσάκις αδυνατεί να τηρήσει τις εν λόγω προθεσμίες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις είτε το κράτος μέλος εκτελέσεως οσάκις το τελευταίο αυτό αδυνατεί, υπό έκτακτες περιστάσεις, να διασφαλίσει την τήρηση των εν λόγω προθεσμιών, οι διατάξεις του ως άνω άρθρου καθιερώνουν πλήρες σύστημα που διέπει όλες τις καταστάσεις που ενδέχεται να προκύψουν, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν το καταζητούμενο πρόσωπο έχει τεθεί ή όχι υπό κράτηση, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως περί εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως (37).

4.      Τα δύο προδικαστικά ερωτήματα

120. Προτού προχωρήσω στην ανάλυση καθενός από τα δύο ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το High Court, φρονώ ότι είναι αναγκαία η διατύπωση ορισμένων παρατηρήσεων επί του μικρότερου ή μεγαλύτερου βαθμού συγκλίσεως των ζητημάτων που θέτει το καθένα από αυτά. Το πρώτο θέτει το απλό ζήτημα των συνεπειών που απορρέουν από το γεγονός της μη τηρήσεως των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, για την έκδοση οριστικής αποφάσεως από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Το δεύτερο αναφέρεται στην ίδια κατάσταση, αυτή της μη τηρήσεως των εν λόγω προθεσμιών, με την προσθήκη εντούτοις δύο διευκρινίσεων: του γεγονότος, αφενός, ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως οδήγησε στη θέση υπό κράτηση του καταζητουμένου προσώπου και του γεγονότος, αφετέρου, ότι οι συνέπειες της μη τηρήσεως των υπό συζήτηση προθεσμιών εξετάζονται με όρους «δικαιωμάτων» για το καταζητούμενο και τεθέν υπό κράτηση πρόσωπο.
121. Είναι, στην πράξη, δυσχερές να δοθεί στο πρώτο ερώτημα απάντηση αποκομμένη από το ευρύτερο πλαίσιο, δηλαδή χωρίς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το καταζητούμενο πρόσωπο ενδέχεται, λόγω της αιτήσεως παραδόσεως που το αφορά, να έχει στερηθεί την ελευθερία του. Εκτιμώ εντούτοις ότι είναι δυνατή η διατήρηση της αυτοτέλειας των δύο ερωτημάτων, όπως διατυπώθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, με το να απαντηθεί το πρώτο ερώτημα «ως εάν» δεν ετίθετο ζήτημα σχετικά με την ατομική ελευθερία του καταζητούμενου. Έτσι, το μέρος που αφορά τις αμοιβαίες υποχρεώσεις που βαρύνουν τα κράτη μέλη θα είναι αυτό που θα βρεθεί σε πρώτη μοίρα στο πλαίσιο της αναλύσεως του πρώτου ερωτήματος. Θα λάβω συνεπώς υπόψη το γεγονός ότι το καταζητούμενο πρόσωπο παραμένει υπό κράτηση στο πλαίσιο της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που έχει εκδοθεί εναντίον του μόνο στο πλαίσιο της απαντήσεώς μου στο δεύτερο ερώτημα. Κρίνω πάντως απαραίτητο να τονίσω ότι τόσο η τήρηση από τα κράτη μέλη των δεσμεύσεων που ανέλαβαν έναντι αλλήλων με την έκδοση της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 όσο και ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων που απαιτεί η εφαρμογή της πρέπει να παραμένουν πάντοτε αδιατάρακτα.
122. Πρέπει ακόμη να διευκρινίσω ότι θα εξετάσω μόνο τα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Είναι βεβαίως αληθές ότι ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης επικαλέσθηκε, καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, τον κίνδυνο για τη ζωή του που θα προκαλούσε η παράδοσή του στο κράτος μέλος εκδόσεως, με το ζήτημα της αποδείξεως της υπάρξεως του εν λόγω κινδύνου να βρίσκεται στο επίκεντρο των ισχυρισμών του και να τον οδηγεί να ζητεί από το Δικαστήριο να απαντήσει σε συμπληρωματικά ερωτήματα. Η συνεκτίμηση του εν λόγω κινδύνου από το High Court είναι επίσης ένα από τα στοιχεία που εξηγεί, αν δεν δικαιολογεί, το ότι δεν έχει ακόμη εκδώσει οριστική απόφαση συναφώς.
123. Εντούτοις, ελάχιστη είναι η χρεία διευκρινίσεως ότι τα ερωτήματα όπως υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο είναι τα μόνα στα οποία οφείλει το Δικαστήριο να απαντήσει, δεδομένου ότι δεν οφείλει να λάβει υπόψη αυτά που πρότεινε ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης. Πράγματι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ, εναπόκειται αποκλειστικώς και μόνο στα εθνικά δικαστήρια, που επιλαμβάνονται διαφοράς και φέρουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδοθεί, να εκτιμούν, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να είναι σε θέση να εκδώσουν την απόφασή τους όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο, χωρίς οι διάδικοι να μπορούν να μεταβάλουν το περιεχόμενο των εν λόγω ερωτημάτων (38).
124. Η απάντηση σε ενδεχόμενα συμπληρωματικά ερωτήματα που διατυπώνουν στις παρατηρήσεις τους οι διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης θα ήταν, άλλωστε, ασυμβίβαστη με τον ρόλο που έχει αναθέσει στο Δικαστήριο η προπαρατεθείσα διάταξη καθώς και με την υποχρέωσή του να διασφαλίζει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, βάσει της διατάξεως αυτής, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα μέρη (39).

 Β –      Επί του πρώτου ερωτήματος

125. Με το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο, με πολύ γενικόλογη διατύπωση, επί των συνεπειών της μη τηρήσεως, από το κράτος μέλος εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
126. Πάντως, ο χαρακτήρας του εν λόγω ερωτήματος είναι μάλλον μόνον κατά τα φαινόμενα γενικόλογος. Πράγματι, από τις εξηγήσεις του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι διερωτάται, εν τέλει, αν ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως καθίσταται άκυρο λόγω της υπερβάσεως των προθεσμιών εντός των οποίων η δικαστική αρχή εκτελέσεως, εν προκειμένω το ίδιο το High Court, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση, θετική ή αρνητική, επί της εκτελέσεως του εν λόγω εντάλματος.
127. Πλην όμως, σε τελική ανάλυση, αυτό δεν είναι το μόνο πρόβλημα που ανακύπτει. Πράγματι, ενώπιον καταστάσεως στην οποία η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 δεν διευκρινίζει ποιες είναι οι συνέπειες της μη τηρήσεως των προθεσμιών που ορίζει στο άρθρο 17, το πρώτο προς επίλυση ζήτημα, αφής στιγμής τέθηκε, είναι αυτό της δεσμευτικής ισχύος των εν λόγω προθεσμιών. Θα εξετάσω συνεπώς, καταρχάς, το ζήτημα αυτό, προκειμένου να εξετάσω στη συνέχεια τις πιθανές συνέπειες της μη τηρήσεώς τους.
128. Παρεμπιπτόντως, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι προθεσμίες δεν αποσκοπούν απλώς στη διασφάλιση της ταχύτητας της ποινικής δικαιοσύνης. Συμβάλλουν επίσης, κατά τρόπο όλως ιδιαίτερο, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως στην κύρια δίκη, στη διασφάλιση της δυνατότητας ταχείας εμφανίσεως του καταζητουμένου προσώπου, το οποίο απολαύει του τεκμηρίου αθωότητας, ενώπιον της δικαιοσύνης του κράτους μέλους εκδόσεως.
129. Το ζήτημα της υποχρεωτικής ισχύος των προθεσμιών του άρθρου 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 για τα κράτη μέλη εκτελέσεως πηγάζει από το ίδιο το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου. Η απόφαση περί προδικαστικής παραπομπής, πράγματι, εκκινεί από την ερμηνεία που δόθηκε στην εν λόγω διάταξη από το Supreme Court, στην απόφασή του Dundon η οποία επισυνάφθηκε στην απόφαση περί παραπομπής. Το Supreme Court έκρινε, στην περίπτωση εκείνη (40), ότι πρόσωπο που τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση εις εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ουδόλως δικαιούταν να απολυθεί αμέσως μετά τη συμπλήρωση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, δεδομένου ότι οι εν λόγω προθεσμίες θεσπίσθηκαν με σκοπό την «εσωτερική πειθαρχία των κρατών μελών» και όχι με σκοπό την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες. Εξάλλου, το Supreme Court συνήγαγε από τα προεκτεθέντα ότι το High Court εξακολουθούσε να υποχρεούται να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως παρά την πάροδο των εν λόγω προθεσμιών.
130. Στο σύνολο των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο εκτίθεται, παρά την ύπαρξη ορισμένων διαφοροποιήσεων, η αυτή συλλογιστική. Παρατίθενται κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο τα αυτά επιχειρήματα, ειδικότερα το επιχείρημα ότι οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 ορίζουν τις εν λόγω προθεσμίες χρησιμοποιώντας ευκτική έγκλιση, που δεν χρησιμοποιείται σε άλλες διατάξεις, το επιχείρημα ότι το εν λόγω άρθρο 17 δεν περιλαμβάνει ρητές διατάξεις ισοδύναμες προς εκείνες του άρθρου 23, παράγραφος 5, αντιθέτως προς τα προβλεπόμενα από την αρχική πρόταση της Επιτροπής (41) και, τέλος, το επιχείρημα που στηρίζεται στην ερμηνεία του άρθρου 17 στην οποία προέβη το Δικαστήριο στη σκέψη 64 της αποφάσεως F (42).

131. Δεν συμμερίζομαι καθ’ ολοκληρίαν τις απόψεις αυτές, για τους ακόλουθους λόγους.

132. Εν πρώτοις, το γραμματικό επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό άνευ ετέρου.
133. Ασφαλώς, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 ορίζουν ότι η οριστική απόφαση επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως «θα πρέπει» (43) να λαμβάνεται εντός προθεσμίας είτε δέκα ημερών είτε εξήντα ημερών. Εντούτοις, το άρθρο 17, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου διευκρινίζει, με επιτακτικό τρόπο, ότι για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως «ακολουθείται διαδικασία επείγοντος». Το άρθρο 15, παράγραφος 1, διευκρινίζει, χρησιμοποιώντας την οριστική, ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως «αποφασίζει» την παράδοση του προσώπου εντός των προθεσμιών και υπό τους όρους που τάσσονται, ιδίως στο άρθρο 17. Η χρήση της ευκτικής εγκλίσεως σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις πρέπει έτσι κατ’ ουσίαν να νοηθεί ως αναφερόμενη στις έκτακτες περιστάσεις υπό τις οποίες το κράτος μέλος εκτελέσεως μπορεί να μην τηρήσει τις καθοριζόμενες προθεσμίες του άρθρου 17, παράγραφος 7.
134. Δεύτερον, κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ερμηνεία του άρθρου 17 από το Δικαστήριο στην απόφασή του F (44) μετριάζει τον επιτακτικό χαρακτήρα των προθεσμιών που θεσπίζει η εν λόγω διάταξη. Το Δικαστήριο, πράγματι, υπενθυμίζει καταρχάς ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προβλέπει ότι για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως πρέπει να «ακολουθείται διαδικασία επείγοντος» και ότι οι παράγραφοι 2 και 3 «καθορίζουν συγκεκριμένες προθεσμίες» (45). Αναφέρεται, ακολούθως, στις διατάξεις των παραγράφων 4 και 7 του άρθρου 17, που επιτρέπουν αντίστοιχα την παράταση των προβλεπομένων προθεσμιών σε ειδικές περιπτώσεις και τη μη τήρησή τους σε περίπτωση συνδρομής εκτάκτων περιστάσεων (46). Περαιτέρω, τονίζει, αφενός, ότι «η σημασία των προθεσμιών που τάσσει το εν λόγω άρθρο 17 εκφράζεται όχι μόνο στο άρθρο αυτό, αλλά και σε άλλες διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου» (47) και μετριάζει, αφετέρου, τη σημασία της εξελίξεως του γράμματος του άρθρου 17 της αποφάσεως-πλαισίου το οποίο, κατά την αρχική πρόταση της Επιτροπής, δεν χρησιμοποιούσε την ευκτική έγκλιση, αλλά την οριστική (48).
135. Ολοκληρώνει εν τέλει τις αναπτύξεις αυτές αποφαινόμενο ότι «οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι επιβάλλουν ότι η οριστική απόφαση επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως πρέπει να εκδίδεται, καταρχήν, εντός δέκα ημερών από την παροχή της συγκαταθέσεως για την παράδοση του καταζητουμένου ατόμου, είτε, στις λοιπές περιπτώσεις, εντός εξήντα ημερών από της συλλήψεως του ατόμου αυτού. Μόνο σε ειδικές περιπτώσεις οι προθεσμίες αυτές μπορούν να παραταθούν κατά τριάντα επιπλέον ημέρες, ενώ το κράτος μέλος μπορεί να μην τηρήσει τις προθεσμίες που προβλέπει το άρθρο αυτό 17 μόνον αν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις» (49), ιδίως αν το αρμόδιο δικαστήριο αποφασίσει να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο (50).
136. Τρίτον, η υποτίμηση της σημασίας των προθεσμιών που ορίζονται από το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 θα αποδυνάμωνε σημαντικά την πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διατάξεως, με κίνδυνο να τεθεί σοβαρά σε κίνδυνο η εκπλήρωση των σκοπών που επιδιώκει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο.
137. Τούτου λεχθέντος, φρονώ ότι πρέπει πάντως να εισαχθεί ένα στοιχείο σχετικοποιήσεως του αυστηρά επιτακτικού χαρακτήρα των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είναι κανονιστικό κείμενο δικαστικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών διακρινόμενο από τέτοιου βαθμού καινοτομία ώστε δεν θα ήταν σώφρον να τεθεί το εν λόγω ζήτημα αποκλειστικά υπό το κράτος του άρθρου 17, παράγραφος 7. Εντούτοις, πρέπει αμέσως να τονισθεί ότι το εν λόγω στοιχείο σχετικοποιήσεως επ’ ουδενί σημαίνει ότι οι προθεσμίες αυτές έχουν απλώς προτρεπτικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι απλώς παροτρύνουν τα κράτη μέλη να εκτελούν ταχέως τα ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως.
138. Μετά τη διευκρίνιση του δεσμευτικού χαρακτήρα των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, επιβάλλεται η ανάλυση του ερωτήματος που υποβλήθηκε κατά πρώτον από το αιτούν δικαστήριο. Μπορεί άραγε να θεωρηθεί ότι η μη τήρηση των εν λόγω προθεσμιών επιφέρει την ακυρότητα ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως;
139. Το ερώτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο αφορά τις συνέπειες που έχει η μη τήρηση των εν λόγω προθεσμιών επί του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης εντάλματος συλλήψεως, δηλαδή αφορά τη διατήρηση της ισχύος του. Συναφώς, και ανεξάρτητα από τη σημασία της περιπτώσεως, που ασφαλώς συντρέχει συχνά λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, κατά την οποία το καταζητούμενο πρόσωπο τελεί υπό κράτηση, η μη τήρηση των εν λόγω προθεσμιών δεν μπορεί να επιφέρει την ακυρότητα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Τέτοιου είδους κατάληξη θα προϋπέθετε, πράγματι, ότι το κράτος μέλος εκτελέσεως διαθέτει τη δυνατότητα επιλογής είτε υπέρ απορριπτικής αποφάσεως περί αρνήσεως παραδόσεως, ρητής και αιτιολογημένης σε συμμόρφωση με τις επιταγές που προβλέπονται στα άρθρα 3, 4, 4α και 17, παράγραφος 5, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, είτε υπέρ οριστικής, και σιωπηρής, αποφάσεως, καρπού της σιωπής ή της αδράνειάς του. Εντούτοις, τέτοιου είδους ακραία έκβαση ασφαλώς δεν προβλέπεται από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 και δεν μπορεί να γίνει δεκτή χωρίς ανεπανόρθωτη βλάβη της πρακτικής αποτελεσματικότητας της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και χωρίς να θιγεί έτσι σοβαρά ο επιδιωκόμενος από αυτήν σκοπός.
140. Κατά τα λοιπά, όπως προκύπτει τόσο από γραμματική όσο και από συστηματική ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, οι ενδεχόμενες «καθυστερήσεις» ως προς την εκτέλεση των ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως από κράτος μέλος δεν το απαλλάσσουν από την υποχρέωσή του προς έκδοση οριστικής αποφάσεως, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της. Πράγματι, περιοριζόμενη στην «αντιμετώπιση» των επανειλημμένων καθυστερήσεων κράτους μέλους εκτελέσεως, η εν λόγω διάταξη επιβεβαιώνει σιωπηρά ότι σε κάθε περίπτωση αναμένεται πάντοτε από το τελευταίο αυτό η έκδοση οριστικών αποφάσεων.
141. Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μη τήρηση των προθεσμιών που ορίζει, και εντός των οποίων πρέπει να εκδίδεται οριστική απόφαση επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την επέλευση της ακυρότητας του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, διευκρινιζομένου ότι η εξακολούθηση της ισχύος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν αναιρεί τις συνέπειες που μπορεί να έχει η συνεκτίμηση ενδεχόμενης καταστάσεως στερήσεως της ελευθερίας επί των θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταζητουμένου προσώπου. Η δικαστική αρχή εκτελέσεως και κατ’ επέκταση το κράτος μέλος εκτελέσεως εξακολουθούν συνεπώς να υποχρεούνται, παρά την πάροδο των εν λόγω προθεσμιών, να εκδώσουν σχετική απόφαση.

 Γ —      Επί του δευτέρου ερωτήματος

142. Το High Court διερωτάται, κατά δεύτερον, αν το γεγονός ότι οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 για την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν τηρήθηκαν από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως παρέχει δικαιώματα, εν αναμονή της εν λόγω αποφάσεως, στο καταζητούμενο και κρατούμενο πρόσωπο.
143. Όπως ήδη επισήμανα, το δεύτερο αυτό ερώτημα αναφέρεται στην ίδια κατάσταση που αφορά το πρώτο ερώτημα, δηλαδή αυτή στην οποία δικαστική αρχή εκτελέσεως άφησε να παρέλθουν οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 χωρίς να εκδώσει οριστική απόφαση επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, είτε περί αποδοχής της αιτήσεως παραδόσεως είτε περί αιτιολογημένης απορρίψεώς της. Η ουσιώδης διαφορά από το πρώτο ερώτημα έγκειται στο ότι ζητείται από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι, ανταποκρινόμενη στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως που εκδόθηκε από το κράτος μέλος εκδόσεως, η δικαστική αρχή εκτελέσεως έθεσε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το καταζητούμενο πρόσωπο υπό κράτηση, χωρίς να σημειωθεί μεταβολή της καταστάσεως αυτής ως εκ της συμπληρώσεως των εν λόγω προθεσμιών. Προκειμένου να οριοθετηθεί ορθώς το ερώτημα αυτό, επιβάλλονται δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
144. Καταρχάς, όπως ήδη επισημάνθηκε, ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, να εκδοθεί ενόψει της συλλήψεως και της παραδόσεως του καταζητουμένου προς επίτευξη δύο σαφώς διακριτών σκοπών (51), δηλαδή είτε προς εκτέλεση ποινής φυλακίσεως ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας, είτε προς άσκηση ποινικής διώξεως, προκειμένου το εν λόγω πρόσωπο να δικασθεί και ενδεχομένως να υποστεί κυρώσεις για τις πράξεις που περιγράφονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, τις οποίες εικάζεται ότι τέλεσε (52).
145. Η υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση, μολονότι τούτο δεν προκύπτει ρητώς από τη διατύπωση του δεύτερου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου. Ο καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης, πράγματι, καταζητείται από το κράτος μέλος εκδόσεως προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και της οπλοκατοχής με πρόθεση να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή.
146. Εκτιμώ ότι είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό στην απάντηση που πρέπει να δοθεί στο εν λόγω δεύτερο ερώτημα. Πράγματι, η κράτηση προσώπου ποικίλλει ως προς τη βαρύτητα αναλόγως του αν το πρόσωπο καταδικάσθηκε ήδη σε στερητική της ελευθερίας ποινή βάσει οριστικής δικαστικής αποφάσεως ή αν δεν έχει ακόμη δικασθεί και απολαύει, κατά συνέπεια, του τεκμηρίου αθωότητος (53). Αρκεί, συναφώς, η παραπομπή στις διατάξεις του άρθρου 26 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, που προβλέπει ότι το κράτος μέλος εκδόσεως πρέπει να αφαιρέσει από τη συνολική διάρκεια στερήσεως της ελευθερίας που επιβάλλει στο καταζητούμενο πρόσωπο κάθε περίοδο κρατήσεως που απορρέει από την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Καίτοι το πρόσωπο που παραδίδεται στο κράτος μέλος εκδόσεως προκειμένου να δικασθεί μπορεί, ασφαλώς, αργότερα να καταδικασθεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή, από της οποίας τη συνολική διάρκεια θα μπορέσει να αφαιρεθεί η διάρκεια της προσωρινής κρατήσεως στην οποία θα έχει υποβληθεί στο κράτος μέλος εκτελέσεως εν αναμονή της παραδόσεώς του, κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου, εντούτοις δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να αθωωθεί οριστικά στο κράτος μέλος εκδόσεως, περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω άρθρο 26 δεν θα μπορέσει να εφαρμοσθεί.
147. Επιστρέφοντας στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτό κάνει λόγο για την πιθανότητα να μπορεί η μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 να θεμελιώσει ορισμένο «δικαίωμα» —τούτο λεγόμενο κατά την πλέον γενικόλογη δυνατή διατύπωση— του καταζητουμένου και κρατουμένου προσώπου. Ασφαλώς, ευσταθεί το επιχείρημα όσων υποστηρίζουν ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, και ειδικότερα το άρθρο 17, δεν αναφέρει κανένα απολύτως δικαίωμα του προσώπου που τίθεται υπό κράτηση εις εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, το οποίο θα μπορούσε να γεννηθεί ως συνέπεια της παρόδου των προβλεπόμενων προθεσμιών χωρίς να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εκτελέσεως του εν λόγω εντάλματος. Η παράγραφος 5 της διατάξεως αυτής εγγυάται άλλωστε ότι «εξακολουθούν να συντρέχουν οι απαραίτητες ουσιαστικές προϋποθέσεις ώστε να είναι δυνατή η παράδοση προσώπων».
148. Τούτου λεχθέντος, η μοναδική ρητή αναφορά, στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, σε κατάσταση κρατήσεως, συνδυαζόμενη με τη μνεία της μη τηρήσεως των προθεσμιών που προβλέπονται για την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, εγείρει ήδη ζήτημα περί δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου φωτίζεται έτσι πλήρως και μπορεί να διατυπωθεί πολύ απλά: ποιες είναι άραγε οι συνέπειες, για πρόσωπο που τελεί υπό κράτηση εις εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, της παρελεύσεως των προθεσμιών που προβλέπονται για την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του εν λόγω εντάλματος;
149. Το επίμαχο ζήτημα είναι η στέρηση του δικαιώματος στην προσωπική ελευθερία προσώπου που απολαύει, στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, του τεκμηρίου αθωότητας. Η κατάσταση αυτή μπορεί, βεβαιότατα, να είναι καθόλα νόμιμη κατά το δίκαιο της Ένωσης, όπως μπορεί να συμβαίνει κατά το δίκαιο των κρατών μελών ή ακόμη και από τη σκοπιά του δικαίου της ΕΣΔΑ. Εντούτοις, η κατάσταση αυτή μπορεί να είναι σύμφωνη με το δίκαιο μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις, πράγμα που ισχύει αναμφίβολα επίσης για το δίκαιο της Ένωσης. Συνεπώς, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως και κάθε άλλη διάταξη του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τούτο άλλωστε προκύπτει τόσο από την αιτιολογική της σκέψη 12 όσο και από το άρθρο 1, παράγραφος 3.
150. Τα κράτη μέλη καλούνται ασφαλώς να εφαρμόσουν την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, μέσω των δικών τους νομοθετικών κειμένων, κατά τρόπο που να μη θίγει τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η αιτιολογική της σκέψη 12 περιλαμβάνει, στο δεύτερο εδάφιό της, ευρεία αναφορά στους «συνταγματικούς κανόνες» των κρατών μελών. Επιπλέον, ως εκ της φύσεώς της, η απόφαση-πλαίσιο καταλείπει στις εθνικές αρχές περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες υλοποιήσεως των σκοπών που επιδιώκει η απόφαση-πλαίσιο (54). Η επίμαχη κατάσταση στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι συνεπώς συγκρίσιμη με αυτή που περιγράφεται στη σκέψη 29 της αποφάσεως Åkerberg Fransson (55), στην οποία η δράση των κρατών μελών δεν καθορίζεται ολοσχερώς από το δίκαιο της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, μολονότι παραμένει επιτρεπτό για το δικαστήριο κράτους μέλους, που καλείται να ελέγξει τη συμβατότητα με τα θεμελιώδη δικαιώματα διατάξεως ή εθνικού μέτρου, να εφαρμόζει εθνικά πρότυπα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, εντούτοις η εν λόγω εφαρμογή δεν μπορεί να θέτει υπό διακύβευση το επίπεδο προστασίας που προβλέπεται από τον Χάρτη, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, ούτε την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (56).
151. Το σκεπτικό αυτό οδηγεί σε μια διαπίστωση που μου φαίνεται αναντίρρητη, δηλαδή ότι το κράτος μέλος που βρίσκεται στην κατάσταση της διαφοράς της κύριας δίκης πρέπει να θεωρείται ότι θέτει σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του εν λόγω Χάρτη, όπως προκύπτει από την παγία νομολογία του Δικαστηρίου (57). Πράγματι, τόσο η εθνική νομοθεσία που θεσπίσθηκε προς μεταφορά της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 όσο και η διεξαγωγή από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως της διαδικασίας παραδόσεως συνιστούν εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης υπό την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεδομένου ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είναι, εν τέλει, δημιούργημα της Ένωσης. Στο πλαίσιο ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 αποτελεί, ειδικότερα, τη νομική βάση και το θεμέλιο επί των οποίων κράτος μέλος μπορεί να διατάξει και να διατηρήσει σε ισχύ στερητικό της ελευθερίας μέτρο κατά προσώπου που καταζητείται με την προοπτική της κατ’ αυτού ασκήσεως ποινικής διώξεως (58), του προσώπου αυτού απολαύοντος, καταρχήν, του τεκμηρίου αθωότητος, τουλάχιστον όσον αφορά τις πράξεις για τις οποίες καταζητείται και αποτελεί το αντικείμενο ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.
152. Από τα προεκτεθέντα απορρέει ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 και όλως ιδιαιτέρως το άρθρο 17 πρέπει να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα του Χάρτη, ότι ο Χάρτης τυγχάνει εφαρμογής στα κράτη μέλη και ότι οι πράξεις των εθνικών αρχών που εκδίδονται προς ένταξη της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου στην εθνική έννομη τάξη πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα μιας σύμφωνης με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας (59).
153. Εν προκειμένω, η ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 υπό το πρίσμα του Χάρτη ισοδυναμεί, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, με ερμηνεία της σε συμμόρφωση με τις επιταγές του άρθρου 6, το οποίο διασφαλίζει επιγραμματικά το δικαίωμα στην ελευθερία.
154. Οι επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (60) όσον αφορά την εν λόγω διάταξη παραπέμπουν ευθέως στο ίδιο το γράμμα του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, κατά πολύ σαφέστερο, το οποίο αναπαράγουν καθ’ ολοκληρίαν. Οι εν λόγω επεξηγήσεις διευκρινίζουν ακόμη ότι τα δικαιώματα του άρθρου 6 του Χάρτη πρέπει να γίνονται σεβαστά «όλως ιδιαιτέρως» οσάκις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκδίδουν νομοθετικές πράξεις στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, βάσει των άρθρων 82 ΣΛΕΕ (61), 83 ΣΛΕΕ και 84 ΣΛΕΕ.
155. Το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ περιλαμβάνει δύο διατάξεις που είναι σημαντικές για την υπόθεση της κύριας δίκης, δηλαδή, αφενός, την παράγραφο 1, στοιχείο στʹ, σχετικά με την έκδοση, διαδικασία που αντικειμενικά προσομοιάζει ιδιαιτέρως με τη διαδικασία παραδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, και, αφετέρου, την παράγραφο 4, που καθιερώνει το δικαίωμα οποιουδήποτε στερούμενου της ελευθερίας του προσώπου σε ειδικό μέσο ένδικης προστασίας που επιτρέπει τη λήψη ταχείας απαντήσεως επί της νομιμότητας οποιασδήποτε καταστάσεως κρατήσεως.
156. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ έδωσε λαβή για πλούσια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην οποία θα αναφερθώ εν ευθέτω χρόνω. Εντούτοις, οφείλω να αρχίσω με την ακόλουθη παρατήρηση.
157. Από πλευράς ουσίας, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με τις διαδικασίες εκδόσεως και, κατά συνέπεια, με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ είναι η πλέον σχετική προς εκτίμηση της καταστάσεως της υποθέσεως της κύριας δίκης και για τον λόγο αυτό πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία της εξετάσεως. Τούτου διευκρινισθέντος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, όπως ήδη επισήμανα, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως δεν συνιστά απλή παραλλαγή των διαδικασιών εκδόσεως. Κατά συνέπεια δεν είναι αναγκαίος ούτε πάντοτε επαρκής ο περιορισμός στον έλεγχο του σεβασμού της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί της εκδόσεως. Τα κριτήρια, όπως η εύλογη διάρκεια της διαδικασίας, η πολυπλοκότητά της, η συμπεριφορά του καταζητουμένου προσώπου, η απουσία περιόδου δικαστικής αδράνειας περί της οποίας θα γίνει λόγος αμέσως κατωτέρω, είναι ασφαλώς κρίσιμα, ιδίως σε περίπτωση όπου η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου αρκείται στο να ζητήσει από το Δικαστήριο να εκτιμήσει κατάσταση προσωρινής κρατήσεως η οποία διατηρείται επί τριάντα μήνες. Εντούτοις, δεν πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η ερμηνεία των επιταγών που απορρέουν από το δικαίωμα στην ελευθερία στο πλαίσιο διαφορετικού θεσμού, όπως είναι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, να απαιτεί αυστηρότερη προσέγγιση ως προς την υπέρβαση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
158. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ επιτρέπει στα κράτη μέλη να περιορίζουν την ελευθερία οποιουδήποτε προσώπου κατά του οποίου εκκρεμεί διαδικασία εκδόσεως. Η εν λόγω διάταξη επιτρέπει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να εκτιμά το «νομότυπο» της κρατήσεως προσώπου κατά του οποίου «εκκρεμεί» διαδικασία εκδόσεως, διευκρινιζομένου ότι μόνο η εξέλιξη της διαδικασίας εκδόσεως δικαιολογεί, σε παρόμοια περίπτωση, τη στέρηση της ελευθερίας (62).
159. Εξ όσων γνωρίζω, έως σήμερα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν έχει ρητώς αποφανθεί επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ επί της προσωρινής κρατήσεως που διατάσσεται κατ’ εφαρμογήν εθνικής διατάξεως περί μεταφοράς του άρθρου 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Δεν γεννάται εντούτοις αμφιβολία, με την επιφύλαξη που διατυπώνεται στο σημείο 157, ότι επί της προσωρινής κρατήσεως που διατάσσεται στο πλαίσιο εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η οποία είναι παρεμφερής με την κράτηση επί εκκρεμούς διαδικασίας εκδόσεως, έχουν καταρχήν εφαρμογή (63) οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου της ΕΣΔΑ (64).
160. Προκειμένου να είναι σύμφωνη με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ, η κράτηση με σκοπό την έκδοση πρέπει συνεπώς, καταρχάς, να είναι «νομότυπη» και σύμφωνη με τη «νόμιμη διαδικασία», πρέπει δηλαδή να αποφασίζεται τηρουμένων τόσο των ουσιαστικών όσο και των διαδικαστικών κανόνων που έχουν εφαρμογή στους ενδιαφερομένους, είτε πρόκειται περί κανόνων της εθνικής νομοθεσίας είτε περί αυτών που πηγάζουν από το διεθνές δίκαιο (65) ή από το δίκαιο της Ένωσης (66). Ωστόσο, μολονότι ουσιώδες, το «νομότυπο», κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, της κρατήσεως από τη σκοπιά του εθνικού δικαίου δεν είναι εντούτοις αποφασιστικό (67). Πρέπει, επιπρόσθετα, να είναι σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκεται από το εν λόγω άρθρο, που είναι η προστασία του ατόμου κατά της αυθαιρεσίας (68).
161. Υπό τη διπλή αυτή προοπτική, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επισήμανε επανειλημμένως, αφενός, ότι, καίτοι εναπόκειται πρωτίστως στις εθνικές αρχές, και ιδίως στα δικαστήρια, να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν το εσωτερικό δίκαιο, το ίδιο μπορεί, αλλά και οφείλει, αφής στιγμής από τη σκοπιά του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ η παραβίαση του εσωτερικού δικαίου συνιστά παραβίαση της Συμβάσεως, να ασκεί ορισμένο έλεγχο προς εξακρίβωση της τηρήσεως του εσωτερικού δικαίου (69). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει διευκρινίσει, αφετέρου, ότι οφείλει επίσης να βεβαιώνεται περί της συμμορφώσεως του εσωτερικού δικαίου στην ΕΣΔΑ, συμπεριλαμβανομένων των αρχών που αυτή θέτει ή συνεπάγεται (70), δηλαδή της αρχής της υπεροχής του δικαίου και, σε συνδυασμό με την προηγούμενη, της αρχής της ασφάλειας δικαίου, της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της προστασίας κατά της αυθαιρεσίας, η οποία επιπλέον αποτελεί τον σκοπό του άρθρου 5 (71).
162. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπογραμμίζει συναφώς ότι, οσάκις πρόκειται περί στερήσεως της ελευθερίας, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να τηρείται η γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου. Είναι, συνεπώς, απαραίτητο να ορίζονται σαφώς οι προϋποθέσεις στερήσεως της ελευθερίας βάσει του εσωτερικού δικαίου (72) και/ή του διεθνούς δικαίου (73) καθώς και να είναι ο ίδιος ο νόμος προβλέψιμος ως προς την εφαρμογή του, κατά τρόπο ώστε να πληρούνται το κριτήριο του «νομότυπου» που καθορίζεται από την ΕΣΔΑ (74) και η επιταγή περί «ιδιότητας του νόμου», επιταγή εγγενής στο σύνολο των διατάξεων της ΕΣΔΑ.
163. Μπορεί άραγε να θεωρηθεί, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ότι μόνη η παρέλευση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 συνεπάγεται ότι η κράτηση του καταζητουμένου προσώπου δεν είναι πλέον νομότυπη και ότι αυτό πρέπει να ανακτήσει αμέσως την ελευθερία του; Δεν συμμερίζομαι συναφώς την άποψη της Επιτροπής. Φρονώ ότι δεν είναι δυνατή η άντληση τόσο ριζικής συνέπειας. Ειδικότερα, φρονώ ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η απλή υπέρβαση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 καθιστά αμέσως παράνομο, με συνέπεια να το καθιστά ασύμβατο με το δικαίωμα στην ελευθερία που διασφαλίζεται από το άρθρο 6 του Χάρτη, μέτρο στερητικό της ελευθερίας που διατάχθηκε εις εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.
164. Καταρχάς, η κράτηση προσώπου ενδέχεται να δικαιολογείται από περιστάσεις άλλες από το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Η κατάσταση κρατήσεως καταζητουμένου προσώπου εις εκτέλεση του εκδοθέντος κατ’ αυτού ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ενδέχεται πράγματι να αποδειχθεί απολύτως δικαιολογημένη επί άλλης βάσεως από το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, είτε επειδή στο εν λόγω πρόσωπο επιβλήθηκε ήδη στερητικό της ελευθερίας μέτρο που εφαρμόσθηκε εις εκτέλεση οριστικής δικαστικής αποφάσεως είτε διότι ασκήθηκε κατ’ αυτού εξ άλλων λόγων δικαστική δίωξη εντός του κράτους μέλους εκτελέσεως, για πράξεις άλλες από τις αναφερόμενες στο επίμαχο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, και το εν λόγω πρόσωπο έχει τεθεί υπό προσωρινή κράτηση εν αναμονή της δίκης του, σε αμφότερες τις περιπτώσεις κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας του κράτους μέλους εκτελέσεως, περιπτώσεις ιδίως μνημονευόμενες στο άρθρο 24 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
165. Ακολούθως, η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ενδέχεται να εμποδίστηκε λόγω εκτάκτων περιστάσεων, όπως ακριβώς προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 7, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Επιβάλλονται εντούτοις συναφώς τρεις διευκρινίσεις, κατά τρόπο οιονεί αυτονόητο. Καταρχάς, η δυνατότητα επικλήσεως, από κράτος μέλος, εκτάκτων περιστάσεων, ως εκ της ίδιας της φύσεώς τους, δεν μπορεί να μεταβληθεί σε τρέχουσα πρακτική συνοδευόμενη από υποτυπώδη αιτιολόγηση. Περαιτέρω, η πληροφόρηση που οφείλει να παρέχει στον Eurojust το κράτος μέλος δεν μπορεί να αποτελεί εν λευκώ εξουσιοδότηση προς συνέχιση καταστάσεως στερήσεως της ελευθερίας επ’ αόριστον. Τέλος, όπως υποστήριξε και η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, οι εν λόγω έκτακτες περιστάσεις θα πρέπει να κείνται εκτός του πεδίου ευθύνης του κράτους μέλους εκτελέσεως. Ειδικότερα, η ρήτρα που περιέχεται στο άρθρο 17, παράγραφος 7, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν μπορεί να εφαρμόζεται ως μέσο θεραπείας κατά διαδικαστικών ρυθμίσεων κράτους μέλους οι οποίες οδηγούν σχεδόν αναπότρεπτα στη μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17. Το εθνικό δίκαιο είναι αυτό που πρέπει να προσαρμόζεται στους ορισμούς της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, και όχι το αντίστροφο.
166. Τέλος, και πέραν της υπάρξεως εκτάκτων καταστάσεων που καθιστούν κατ’ ουσίαν αδύνατη την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, δεν μπορεί να αποκλεισθεί απολύτως ότι ενδέχεται να προκύψουν περιστάσεις επιτρέπουσες τη δικαιολόγηση μιας καθυστερήσεως, εύλογης ασφαλώς και περιοριζόμενης σε μεμονωμένες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η έκδοση της οριστικής αποφάσεως επίκειται. Η περίπτωση υπάρξεως διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, την οποία αναφέρει το Δικαστήριο στην υπόθεσή του F (75), εμπίπτει στη λογική αυτή.
167. Λαμβάνοντας υπόψη τις προεκτεθείσες αναπτύξεις, η απόλυση του καταζητουμένου δεν μπορεί συνεπώς να συνιστά την αναπόδραστη συνέπεια της παρελεύσεως των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί ένα πρώτο στοιχείο απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
168. Εντούτοις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το ζήτημα της τηρήσεως του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, όπως εμπεριέχεται στο άρθρο 6 του Χάρτη, εξαντλείται στην πρώτη αυτή διαπίστωση. Η εν λόγω διάταξη περιλαμβάνει επίσης την παράγραφο 4, που διασφαλίζει το αποτελεσματικό δικαίωμα του κρατουμένου προσώπου εις εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προς αμφισβήτηση της διατηρήσεώς του υπό κράτηση. Ακριβέστερα, το άρθρο 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ προβλέπει ότι «παν πρόσωπον στερούμενον της ελευθερίας του συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ίνα τούτο αποφασίση εντός βραχείας προθεσμίας επί του νομίμου της κρατήσεώς του και διατάξη την απόλυσίν του εν περιπτώσει παρανόμου κρατήσεως». Η διάταξη αυτή ενσωματώνεται στο περιεχόμενο του άρθρου 6 του Χάρτη, τόσο μέσω του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη όσο και διά της ρητής παραπομπής των επεξηγήσεων σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όλως ιδιαιτέρως στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, και έχει οπωσδήποτε σημασία για την υπόθεση της κύριας δίκης.
169. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει, καθώς υπενθύμισε το Δικαστήριο στην απόφασή του F (76), ότι η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται επίσης επί υποθέσεων εκδόσεως (77), ως lex specialis σε σχέση με τις γενικότερες επιταγές του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ (78) και ότι η απουσία οποιασδήποτε παραβάσεως των επιταγών του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ δεν το απαλλάσσει του ελέγχου της τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ. Οι δύο διατάξεις διαφέρουν, πράγματι, κατά το γράμμα, η δε τήρηση της πρώτης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τήρηση της δεύτερης (79) και η διαπίστωση παραβάσεως της πρώτης δεν απαλλάσσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από την αναζήτηση παραβάσεως της δεύτερης (80).
170. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα συλληφθέντα ή κρατούμενα πρόσωπα έχουν, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ, το δικαίωμα σε έλεγχο της τηρήσεως των διαδικαστικών και ουσιαστικών αναγκαίων προϋποθέσεων του «νομοτύπου», κατά την έννοια της ΕΣΔΑ, της στερήσεως της ελευθερίας τους, διευκρινιζομένου, αφενός, ότι η έννοια του «νομοτύπου» πρέπει να έχει την ίδια εμβέλεια στην παράγραφο 4 με αυτή στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ και, αφετέρου, ότι το «νομότυπο» μιας «συλλήψεως ή κρατήσεως» δεν εκτιμάται μόνο από τη σκοπιά του εθνικού δικαίου, αλλά και από αυτή του γράμματος της ΕΣΔΑ, των γενικών αρχών που καθιερώνει η τελευταία και του σκοπού των περιορισμών που επιτρέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1 (81).
171. Ασφαλώς, το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης, στην απόφασή του F (82), ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είχε κρίνει ότι, «όταν η στερητική της ελευθερίας απόφαση εκδίδεται από δικαστήριο αποφαινόμενο κατόπιν δικαστικής διαδικασίας, ο έλεγχος τον οποίο επιβάλλει το άρθρο 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ εμπεριέχεται στην απόφαση αυτή» (83).
172. Εντούτοις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διευκρίνισε επίσης ότι ο εν λόγω κανόνας εφαρμόζεται μόνον επί της αρχικής αποφάσεως περί στερήσεως της ελευθερίας, αλλά δεν αφορά τη μεταγενέστερη κράτηση καθό μέτρο τεθούν εκ των υστέρων νέα ζητήματα νομιμότητας που την αφορούν (84). Πράγματι, η εξακολούθηση κρατήσεως η οποία αρχικά διατάχθηκε νομότυπα μπορεί στη συνέχεια να καταστεί μη νομότυπη και να στερείται οποιασδήποτε δικαιολογήσεως.
173. Στην περίπτωση παρατεινόμενης κρατήσεως, το άρθρο 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ συνεπάγεται επίσης το δικαίωμα του κρατουμένου προσώπου να «προσφύγει ενώπιον αρμοδίου “δικαστηρίου” το οποίο οφείλει να αποφασίσει “εντός βραχείας προθεσμίας” επί του ζητήματος αν η στέρηση της ελευθερίας του κατέστη “παράτυπη”» (85). Η έννοια του δικαστηρίου συνεπάγεται ιδίως ότι «παρέχονται οι θεμελιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις που έχουν εφαρμογή επί υποθέσεων στερήσεως της ελευθερίας» στο πρόσωπο που τελεί υπό κράτηση, διευκρινιζομένου ότι οι εν λόγω εγγυήσεις δεν πρέπει απαραιτήτως να είναι πανομοιότυπες με αυτές που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ για τις αστικές ή ποινικές διαφορές (86), αλλά ότι πρέπει να προσαρμόζονται στη φύση της επίμαχης στερήσεως της ελευθερίας, λαμβανομένης υπόψη της ιδιάζουσας φύσεως των περιστάσεων υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα (87). Το εν λόγω ένδικο βοήθημα πρέπει να υφίσταται με εύλογο βαθμό βεβαιότητας, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη, διαφορετικά παραβιάζονται οι επιταγές προσβασιμότητας και αποτελεσματικότητας (88). Το δικαστήριο πρέπει να μπορεί να κρίνει εντός βραχείας προθεσμίας επί του ζητήματος αν η στέρηση της ελευθερίας κατέστη «παράνομη» λόγω της επελεύσεως νέων στοιχείων, μεταγενεστέρων ως προς την αρχική απόφαση, και να διατάξει ενδεχομένως την απόλυση του ενδιαφερομένου (89).
174. Σύμφωνα με τις επιταγές περί ταχύτητας και περιοδικού δικαστικού ελέγχου, ανά εύλογα διαστήματα, ένας κρατούμενος δεν πρέπει να διατρέχει τον κίνδυνο παραμονής υπό κράτηση επί μακρόν μετά το χρονικό σημείο κατά το οποίο η στέρηση της ελευθερίας του κατέστη εντελώς αδικαιολόγητη (90), διευκρινιζομένου ότι παράγοντες που επηρεάζουν τη νομιμότητα κρατήσεως στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως, όπως η συντελεσθείσα πρόοδος στη διεξαγωγή της και η επιμέλεια με την οποία οι αρμόδιες αρχές τη διεξάγουν, μπορούν να εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου (91).
175. Έφθασε η στιγμή να εκτιμηθεί η σημασία της εν λόγω νομολογίας επί της υποθέσεως της κύριας δίκης.
176. Εκτιμώ ότι το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το άρθρο 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ έχει εφαρμογή επί προσώπου που βρίσκεται στην κατάσταση του καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης (92) και ότι η παρατεταμένη τήρηση του εν λόγω προσώπου υπό κράτηση, εν αναμονή οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του εκδοθέντος κατ’ αυτού ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως πέραν των προθεσμιών που ορίζονται από το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, προσδίδει στο εν λόγω δικαίωμα συγκεκριμένο περιεχόμενο.
177. Ακριβέστερα, η υπέρβαση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, εντός των οποίων όφειλε η δικαστική αρχή εκτελέσεως να εκδώσει οριστική απόφαση επί της παραδόσεως του καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνιστά περίσταση που μεταβάλλει, καθεαυτή και χωρίς να προδικάζει την έκβαση του ενδίκου βοηθήματος, τη βάση της καταστάσεως προσωρινής κρατήσεως του εν λόγω προσώπου και του παρέχει τα δικαιώματα που διασφαλίζονται από το άρθρο 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ.
178. Στο πλαίσιο προσωρινής κρατήσεως που απαγγέλθηκε εις εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, και εις απάντηση σχετικής αιτήσεως του κρατουμένου προσώπου, εναπόκειται στο αρμόδιο δικαστικό όργανο να αποφανθεί, μετά την παρέλευση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, επί της νομιμότητας της διατηρήσεώς του υπό κράτηση και να διατάξει, στην αντίθετη περίπτωση, την απόλυσή του σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ.
179. Υπό το πρίσμα των αναπτύξεων που προηγήθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρόσωπο τεθέν υπό προσωρινή κράτηση, εν αναμονή εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε εναντίον του προς τον σκοπό ασκήσεως ποινικής διώξεως στο κράτος μέλος εκδόσεως, πρέπει να διαθέτει εντός του κράτους μέλους εκτελέσεως, από το χρονικό σημείο παρελεύσεως των προθεσμιών που προβλέπονται από το άρθρο 17 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, ένδικο βοήθημα που να του επιτρέπει να επιτύχει την ταχεία έκδοση δικαστικής αποφάσεως επί του ζητήματος αν η τήρησή του υπό προσωρινή κράτηση, παρά την υπέρβαση των προθεσμιών που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο, δικαιολογείται εντούτοις είτε από βάσιμους λόγους άλλους από αυτούς που προκάλεσαν την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως είτε από ιδιαίτερους λόγους προσηκόντως προσδιοριζόμενους που συνδέονται με τη διαδικασία εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του εν λόγω εντάλματος, είτε, τέλος, από δεόντως αιτιολογημένες έκτακτες περιστάσεις για τις οποίες δεν ευθύνεται το κράτος μέλος εκτελέσεως. Σε αντίθετη περίπτωση, πρέπει να διατάσσεται η απόλυσή του. Σε περίπτωση κατά την οποία το κρατούμενο πρόσωπο παραμένει υπό κράτηση, εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να μεριμνά διαρκώς για τον σεβασμό των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από το άρθρο 6 του Χάρτη.

VI – Πρόταση

180. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το High Court ως εξής:

1)      Το άρθρο 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μη τήρηση των προθεσμιών που ορίζει, και εντός των οποίων πρέπει να εκδίδεται οριστική απόφαση επί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την επέλευση της ακυρότητας του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, διευκρινιζομένου ότι η εξακολούθηση της ισχύος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν αναιρεί τις συνέπειες που μπορεί να έχει η συνεκτίμηση ενδεχόμενης καταστάσεως στερήσεως της ελευθερίας επί των θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταζητουμένου προσώπου. Η δικαστική αρχή εκτελέσεως και κατ’ επέκταση το κράτος μέλος εκτελέσεως εξακολουθούν συνεπώς να υποχρεούνται, παρά την πάροδο των εν λόγω προθεσμιών, να εκδώσουν σχετική απόφαση.

2)      Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρόσωπο τεθέν υπό προσωρινή κράτηση, εν αναμονή εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε εναντίον του προς τον σκοπό ασκήσεως ποινικής διώξεως στο κράτος μέλος εκδόσεως, πρέπει να διαθέτει εντός του κράτους μέλους εκτελέσεως, από το χρονικό σημείο παρελεύσεως των προθεσμιών που προβλέπονται από το άρθρο 17 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, ένδικο βοήθημα που να του επιτρέπει να επιτύχει την ταχεία έκδοση δικαστικής αποφάσεως επί του ζητήματος αν η τήρησή του υπό προσωρινή κράτηση, παρά την υπέρβαση των προθεσμιών που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο, δικαιολογείται εντούτοις είτε από βάσιμους λόγους άλλους από αυτούς που προκάλεσαν την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως είτε από ιδιαίτερους λόγους προσηκόντως προσδιοριζόμενους που συνδέονται με τη διαδικασία εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως επί της εκτελέσεως του εν λόγω εντάλματος, είτε, τέλος, από δεόντως αιτιολογημένες έκτακτες περιστάσεις για τις οποίες δεν ευθύνεται το κράτος μέλος εκτελέσεως. Σε αντίθετη περίπτωση, πρέπει να διατάσσεται η απόλυσή του. Σε περίπτωση κατά την οποία το κρατούμενο πρόσωπο παραμένει υπό κράτηση, εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να μεριμνά διαρκώς για τον σεβασμό των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από το άρθρο 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1 — Γλώσσα πρωτοτύπου: η γαλλική

2 –      ΕΕ L 190, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/JAI του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ L 81, σ. 24, στο εξής: απόφαση‑πλαίσιο 2002/584).

3 –      Βλ. την πρώτη χρονικά απόφαση Advocaten voor de Wereld (C‑303/05, EU:C:2007:261).

4 –      Βλ. αποφάσεις Santesteban Goicoechea (C‑296/08 PPU, EU:C:2008:457)· Leymann και Pustovarov (C‑388/08 PPU, EU:C:2008:669)· West (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:404), καθώς και F (C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358).

5 –      Βλ. ιδίως άρθρο 17, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

6 –      Στο εξής: EAW 2003.

7 –      Στο εξής: κράτος μέλος εκδόσεως.

8 –      Καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης.

9 –      [2005] IESC 87 (http://www.bailii.org/ie/cases/IESC/2005/S87), στο εξής: απόφαση Dundon.

10 –      «Should» και όχι «shall» στα αγγλικά.

11 –      «Shall decide» στα αγγλικά.

12 –      C‑168/13 PPU (EU:C:2013:358, σκέψη 64).

13 –      Αναφέρεται, συναφώς, στην απόφαση του ΕΔΔΑ, Amie κ.λπ. κατά Βουλγαρίας της 12ης Φεβρουαρίου 2013, αριθ. 58149/08, § 80 έως 84.

14 –      C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358.

15 –      C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358.

16 –      C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358.

17 –      EU:C:2014:2454, σκέψεις 191 και 192.

18 –      Απόφαση N. S. κ.λπ. (C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψη 81).

19 –      C‑168/13 PPU (EU:C:2013:358, σκέψη 65).

20 –      C‑399/11 (EU:C:2013:107, σκέψη 60).

21 –      Σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ΣΕΕ, ως είχε μετά τη σύναψη της Συνθήκης του Άμστερνταμ και πριν την κατάργησή του από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας.

22 –      Βλ. αποφάσεις Pupino (C‑105/03, EU:C:2005:386, σκέψεις 33 και 34)· Dell’Orto (C‑467/05, EU:C:2007:395, σκέψη 49), και Lopes Da Silva Jorge (C‑42/11, EU:C:2012:517, σκέψη 53).

23 –      Βλ. αποφάσεις Wolzenburg (C‑123/08, EU:C:2009:616)· B. (C‑306/09, EU:C:2010:626)· Mantello (C‑261/09, EU:C:2010:683)· Lopes Da Silva Jorge (C‑42/11, EU:C:2012:517)· Radu (C‑396/11, EU:C:2013:39)· Melloni (C‑399/11, EU:C:2013:107), και Baláž (C‑60/12, EU:C:2013:733). Για υποθέσεις που εκδικάσθηκαν με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία, βλ. αποφάσεις Santesteban Goicoechea (C‑296/08 PPU, EU:C:2008:457)· Leymann και Pustovarov (C‑388/08 PPU, EU:C:2008:669)· West (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:404), και F (C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358). Για υπόθεση που εκδικάσθηκε με την ταχεία διαδικασία, βλ. απόφαση Kozłowski (C‑66/08, EU:C:2008:437).

24 –      Βλ. απόφαση Advocaten voor de Wereld (C‑303/05, EU:C:2007:261).

25 –      Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Advocaten voor de Wereld (C‑303/05, EU:C:2006:552)· γνώμη του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Kozłowski (C‑66/08, EU:C:2008:253), καθώς και προτάσεις του στις υποθέσεις Wolzenburg (C‑123/08, EU:C:2009:183), Mantello (C‑261/09, EU:C:2010:501) και Melloni (C‑399/11, EU:C:2012:600)· γνώμη της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Santesteban Goicoechea (C‑296/08 PPU, EU:C:2008:455)· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Lopes Da Silva Jorge (C‑42/11, EU:C:2012:151)· προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Radu (C‑396/11, EU:C:2012:648)· προτάσεις μου στην υπόθεση B. (C‑306/09, EU:C:2010:404) και γνώμη μου στην υπόθεση West (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:322).

26 –      Βλ., συναφώς, τις εξηγήσεις που παρέχονται στις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 καθώς και το άρθρο της 31, καθώς και, επί της εμβελείας της τελευταίας αυτής διατάξεως, βλ. απόφαση Santesteban Goicoechea (C‑296/08 PPU, EU:C:2008:457, σκέψεις 51 έως 56).

27 –      Η προθεσμία μεταφοράς της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2003, σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 1.

28 –      Βλ., ιδίως, αποφάσεις Advocaten voor de Wereld (C‑303/05, EU:C:2007:261, σκέψη 28)· Lopes Da Silva Jorge (C‑42/11, EU:C:2012:517, σκέψη 28)· Melloni (C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψη 36)· Radu (C‑396/11, EU:C:2013:39, σκέψη 33), και F (C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358, σκέψη 34).

29 –      Βλ., ιδίως, αποφάσεις West (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:404, σκέψη 53)· Melloni (C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψη 37)· Radu (C‑396/11, EU:C:2013:39, σκέψη 34), και F (C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358, σκέψη 35).

30 –      Σχετικά με τη σημασία της εν λόγω αμοιβαίας εμπιστοσύνης για την ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, βλ. απόφαση West (C‑192/12 PPU, EU:C:2012:404, σκέψεις 62 και 77)· και, ευρύτερα, σχετικά με την ερμηνεία των πράξεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της δημιουργίας χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, απόφαση N. S. κ.λπ. (C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψεις 78 έως 83), σχετικά με το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου· αποφάσεις Health Service Executive (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:255, σκέψεις 102 και 103), καθώς και C (C‑376/14 PPU, EU:C:2014:2268, σκέψη 66), σχετικά με τη συνεργασία στις αστικές υποθέσεις.

31 –      Βλ., ιδίως, Bot, S., Le mandat d’arrêt européen, Larcier, 2009, σ. 129 επ.

32 –      Συνταγματικές αναθεωρήσεις απαιτήθηκαν στη Γαλλία, την Κύπρο, την Αυστρία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, τη Σλοβενία και τη Φινλανδία· βλ. Iglesias Sánchez, S., «La jurisprudencia constitucional comparada sobre la orden europea de detención y entrega, y la naturaleza jurídica de los actos del tercer pilar», Revista de derecho comunitario europeo, 2010, τόμος αριθ. 35, σ. 169.

33 –      Έλεγχοι που κατέληξαν σε εν όλω ακυρώσεις των νόμων περί μεταφοράς, όπως στη Γερμανία, ή σε ακυρώσεις εν μέρει, όπως στην Πολωνία ή στην Κύπρο, ενώ το Arbitragehof (Βέλγιο) υπέβαλε, από πλευράς του, στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα περί εκτιμήσεως του κύρους, το οποίο οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως Advocaten voor de Wereld (C‑303/05, EU:C:2007:261).

34 –      Βλ. συναφώς, Bot, S., Le mandat d’arrêt européen, Larcier 2009, σ. 247 επ.

35 –      Βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 13 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

36 –      Τη «σημασία» των οποίων επισήμανε το Δικαστήριο στην απόφασή του F (C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358, σκέψη 62).

37 –      Βλ. απόφαση F (C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358, σκέψεις 64 και 65).

38 –      Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1996, Bruyère κ.λπ. (C‑297/94, EU:C:1996:124, σκέψη 19)· Kaba (C‑466/00, EU:C:2003:127, σκέψεις 40 και 41)· Welmory (C‑605/12, EU:C:2014:2298, σκέψη 33), καθώς και Herbaria Kräuterparadies (C‑137/13, EU:C:2014:2335, σκέψη 50).

39 –      Βλ., ιδίως, αποφάσεις Kainuun Liikenne και Pohjolan Liikenne (C‑412/96, EU:C:1998:415, σκέψεις 22 έως 24), καθώς και Santesteban Goicoechea (C‑296/08 PPU, EU:C:2008:457, σκέψεις 46 και 47).

40 –      Βλ. συναφώς σημείο 40 της παρούσας γνώμης.

41 –      Βλ. πρόταση αποφάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ κρατών μελών, της 19ης Σεπτεμβρίου 2001 [COM(2001) 522 τελικό].

42 –      C‑168/13 PPU (EU:C:2013:358, σκέψη 64).

43 –      «devrait» αντί «doit» στα γαλλικά, «sollte» αντί «soll» στα γερμανικά, «should» αντί «shall» στα αγγλικά, «debería» αντί «debe» στα ισπανικά, για παράδειγμα [ΣτΜ: το σκεπτικό του γενικού εισαγγελέα εκκινεί από τις γλωσσικές αποδόσεις που χρησιμοποιούν την ευκτική έγκλιση στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 17 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η απόδοση στην ελληνική γλώσσα, όπου χρησιμοποιούνται οι όροι «θα πρέπει»].

44 –      C‑168/13 PPU (EU:C:2013:358, σκέψη 64).

45 –      Αυτόθι, σκέψη 60.

46 –      Αυτόθι, σκέψη 61.

47 –      Αυτόθι, σκέψη 62.

48 –      Αυτόθι, σκέψη 63.

49 –      Αυτόθι, σκέψη 64.

50 –      Αυτόθι, σκέψη 65.

51 –      Βλ. απόφαση B. (C‑306/09, EU:C:2010:404, σκέψη 49).

52 –      Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

53 –      Επί της αναγκαιότητας τέτοιου είδους διακρίσεως, βλ. επίσης ΕΔΔΑ, Gallardo Sanchez κατά Ιταλίας της 24ης Μαρτίου 2015, αριθ. 11620/07, § 42,.

54 –      Βλ. απόφαση F (C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358, σκέψη 52).

55 –      C‑617/10, EU:C:2013:105.

56 –      Βλ. απόφαση Melloni (C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψη 60).

57 –      Βλ., ιδίως, αποφάσεις Melloni (C‑399/11, EU:C:2013:107) και Radu (C‑396/11, EU:C:2013:39, σκέψη 33).

58 –      Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584· βλ., επίσης, το άρθρο 18, παράγραφος 1, καθώς και το τυποποιημένο έντυπο του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που παρατίθεται σε παράρτημα στην εν λόγω απόφαση-πλαίσιο.

59 –      Βλ. υποσημείωση 20.

60 –      ΕΕ 2007, C 303, σ. 17.

61 –      Υπενθυμίζεται ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 εκδόθηκε βάσει, ιδίως, του άρθρου 31, στοιχεία αʹ και βʹ, ΣΕΕ, νυν άρθρο 82 ΣΛΕΕ.

62 –      Βλ., ιδίως, Ε[υρωπαϊκή] Επιτρ[οπή] [των] Δ[ικαιωμάτων του] Α[νθρώπου], Lynas κατά Ελβετίας της 6ης Οκτωβρίου 1976, αριθ. 317/75, D. R. 6, σ. 141, σ. 153.

63 –      Βλ. ΕΔΔΑ, Khadziev κατά Βουλγαρίας της 3ης Ιουνίου 2014, αριθ. 44330/07, § 62.

64 –      Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει πράγματι ήδη δεχθεί ότι διμερής σύμβαση ή διεθνής συνθήκη μπορούν να αποτελέσουν νομικό θεμέλιο κρατήσεως με σκοπό την έκδοση. Βλ., συναφώς, ΕΔΔΑ, Soldatenko κατά Ουκρανίας της 23ης Οκτωβρίου 2008, αριθ. 2440/07, § 112, καθώς και Toniolo κατά Αγίου Μαρίνου και Ιταλίας της 26ης Ιουνίου 2012, αριθ. 44853/10, § 46.

65 –      Ε[υρωπαϊκή] Επιτρ[οπή] [των] Δ[ικαιωμάτων του] Α[νθρώπου], X. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 21ης Μαΐου 1976, αριθ. 6565/74, D. R. 5, σ. 55, 56· ΕΔΔΑ, Medvedyev και λοιποί κατά Γαλλίας, αριθ. 3394/03, CEDH 2010, § 79, καθώς και Toniolo κατά Αγίου Μαρίνου και Ιταλίας της 26ης Ιουνίου 2012, αριθ. 44853/10, § 44.

66 –      Ε[υρωπαϊκή] Επιτρ[οπή] [των] Δ[ικαιωμάτων του] Α[νθρώπου], Caprino κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 3ης Μαρτίου 1978, αριθ. 6871/75, D. R. 14, σ. 23, 26 έως 28, σχετικά με κράτηση με σκοπό την έκδοση, το νομότυπο της οποίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ, εξετάζεται λαμβάνοντας υπόψη την οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 36).

67 –      ΕΔΔΑ, Ciobanu κατά Ρουμανίας και Ιταλίας της 9ης Ιουλίου 2013, αριθ. 4509/08, § 60.

68 –      ΕΔΔΑ, Bozano κατά Γαλλίας της 18ης Δεκεμβρίου 1986, σειρά A αριθ. 111, σ. 23, § 54· Ciobanu κατά Ρουμανίας και Ιταλίας της 9ης Ιουλίου 2013, αριθ. 4509/08, § 60, καθώς και Raf κατά Ισπανίας της 17ης Ιουνίου 2003, προσφυγή αριθ. 53652/00, § 63.

69 –      ΕΔΔΑ, Douiyeb κατά Κάτω Χωρών της 4ης Αυγούστου 1999, αριθ. 31464/96, § 45, καθώς και Ciobanu κατά Ρουμανίας και Ιταλίας της 9ης Ιουλίου 2013, προσφυγή αριθ. 4509/08, § 59.

70 –      ΕΔΔΑ, Winterwerp κατά Κάτω Χωρών της 24ης Οκτωβρίου 1979, σειρά Α αριθ. 33, § 45, καθώς και Ciobanu κατά Ρουμανίας και Ιταλίας της 9ης Ιουλίου 2013, αριθ. 4509/08, § 60.

71 –      Βλ. ΕΔΔΑ, Simons κατά Βελγίου της 28ης Αυγούστου 2012, αριθ. 71407/10, § 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

72 –      Συμπεριλαμβανομένης της νομολογίας, υπό τον όρο ότι είναι πάγια και αρκούντως ακριβής· βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, Firoz Muneer κατά Βελγίου της 11ης Απριλίου 2013, αριθ. 56005/10, § 57 έως 61.

73 –      ΕΔΔΑ, Medvedyev κ.λπ. κατά Γαλλίας, αριθ. 3394/03, CEDH 2010 § 80.

74 –      ΕΔΔΑ, Ciobanu κατά Ρουμανίας και Ιταλίας της 9ης Ιουλίου 2013, αριθ. 4509/08, § 61.

75 –      C‑168/13 PPU (EU:C:2013:358, σκέψη 65).

76 –      C‑168/13 PPU (EU:C:2013:358, σκέψη 43).

77 –      ΕΔΔΑ, Sanchez-Reisse κατά Ελβετίας της 21ης Οκτωβρίου 1986, σειρά Α αριθ. 107.

78 –      ΕΔΔΑ, Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 15ης Νοεμβρίου 1996, Recueil des arrêts et décisions 1996 V, § 126.

79 –      Βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, De Wilde, Ooms και Versyp κατά Βελγίου της 18ης Ιουνίου 1971, σειρά Α αριθ. 12, § 73, και Van Droogenbroeck κατά Βελγίου της 24ης Ιουνίου 1982, σειρά A αριθ. 50, § 43.

80 –      Βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, Bouamar κατά Βελγίου της 29ης Φεβρουαρίου 1988, σειρά A αριθ. 129, § 55.

81 –      Βλ. ΕΔΔΑ, Bogan κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 29ης Νοεμβρίου 1988, σειρά Α αριθ. 145-B, § 65, και Stephens κατά Μάλτας της 21ης Απριλίου 2009 αριθ. 11956/07, § 95.

82 –      C‑168/13 PPU (EU:C:2013:358, σκέψη 43).

83 –      Βλ. ΕΔΔΑ, De Wilde, Ooms και Versyp κατά Βελγίου της 18ης Ιουνίου 1971, σειρά Α αριθ. 12, § 76· Engel και λοιποί κατά Κάτω Χωρών της 8ης Ιουνίου 1976, σειρά Α αριθ. 22, § 77· Khodzhamberdiyev κατά Ρωσίας της 5ης Ιουνίου 2012, αριθ. 64809/10, § 103, και Soliyev κατά Ρωσίας, αριθ. 62400/10, § 50.

84 –      Βλ. ΕΔΔΑ, Van Droogenbroeck κατά Βελγίου της 24ης Ιουνίου 1982, σειρά Α αριθ. 50, § 46· Weeks κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 2ας Μαρτίου 1987, σειρά Α αριθ. 114, § 56, και Abdulkhakov κατά Ρωσίας της 2 Οκτωβρίου 2012, αριθ. 14743/11, § 208.

85 –      ΕΔΔΑ, Weeks κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 2ας Μαρτίου 1987, σειρά Α αριθ. 114, § 58· Ismoilov και λοιποί κατά Ρωσίας της 24ης Απριλίου 2008, § 146, και Abdulkhakov κατά Ρωσίας της 2ας Οκτωβρίου 2012, αριθ. 14743/11, § 208.

86 –      ΕΔΔΑ, Megyeri κατά Γερμανίας της 12ης Μαΐου 1992, σειρά Α αριθ. 237-Α, § 65, και Stephens κατά Μάλτας της 21ης Απριλίου 2009, αριθ. 11956/07, § 95.

87 –      Βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, Winterwerp κατά Κάτω Χωρών της 24ης Οκτωβρίου 1979, αριθ. 6301/73, σειρά A αριθ. 33, § 57, και Bouamar κατά Βελγίου της 29ης Φεβρουαρίου 1988, σειρά A αριθ. 129, § 55.

88 –      Βλ. ΕΔΔΑ, Vachev κατά Βουλγαρίας, αριθ. 42987/98, § 71, ECHR 2004-VIII, § 71.

89 –      Βλ. ΕΔΔΑ, Abdulkhakov κατά Ρωσίας της 2ας Οκτωβρίου 2012, αριθ. 14743/11, § 208.

90 –      Βλ. ΕΔΔΑ, Bezicheri κατά Ιταλίας της 25ης Οκτωβρίου 1989, σειρά A αριθ. 164, § 20, και Rahmani και Dineva κατά Βουλγαρίας της 10ης Μαΐου 2012, αριθ. 20116/08, § 78.

91 –      Βλ. ΕΔΔΑ, Čalovskis κατά Λεττονίας της 24ης Ιουλίου 2014, αριθ. 22205/13, § 217.

92 –      Βλ., ιδίως, Grabenwarter, C., European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms — Commentary, Beck, Hart, Nomos, Helbing Lichtenhahn, 2014· «Article 5 — Right to liberty and security», σ. 92· Koering-Joulin, R., «Article 5 § 4» σε Petiti, L.-E. κ.ά. (επιμέλεια), La Convention européenne des droits de l’homme, Commentaire article par article, Economica, 2η έκδ., 1999, σ. 229.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis