Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Απάτη στο δικαστήριο.

Περίληψη. Απάτη ενώπιον δικαστηρίου. Ειδικότερη μορφή της απάτης του αρ. 386 ΠΚ. Στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξή του εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, με τα οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή δικαστική απόφαση για την περιουσία του αντιδίκου του. - Μόνο η υποβολή αναληθούς ισχυρισμού στο δικαστήριο δεν συνιστά πράξη περιέχουσα αρχή εκτέλεσης της απάτης κατά την έννοια του αρ. 42 παρ. 1 ΠΚ. Οταν ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχτεί τους ισχυρισμούς του δράστη, με βάση μόνο το τεκμήριο ομολογίας λόγω της ερημοδικίας του αντιδίκου του, κατ΄ αρ. 271 παρ. 3 ΚΠολΔ ή την ομολογία του τελευταίου, κατ΄ αρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του δικαστή από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αλλά η απόφαση είναι αποτέλεσμα εφαρμογής του νόμου.

 - Η παραβίαση ακόμη και του καθήκοντος αληθείας, σύμφωνα με το αρ. 116 ΚΠολΔ, που συντελείται με την προβολή στο δικαστήριο ψευδούς πραγματικού ισχυρισμού, δεν μποεί να θεμελιώσει τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης στο δικαστήριο, καθόσον η ως άνω παραβίαση συνεπάγεται μόνο δικονομικές κυρώσεις σε βάρος του διαδίκου, κατ΄ αρ. 205 ΚΠολΔ. - Εξάλλου, απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ΄ ειδική διαδικασία, στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την ισχύ τους, όπως συμβαίνει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
                                               Εφετείο Θεσ/ κης, τμήμα Α΄, 1887/ 2012
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Απόστολο Παπαγεωργίου, Πρόεδρο Εφετών, Δημήτρια Περιστερίδου - Κωνσταντίνου και Ελευθέριο Σισμανίδη - Εισηγητή, Εφέτες,

II. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την ένδικη από 29-12-2005 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 54271/30-12-2005 αγωγή της, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στρεφόμενη κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσιβλήτων, ισχυρίστηκε ότι η πρώτη από τους αντιδίκους της, ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία «...», με τη συνδρομή του δεύτερου, ..., νομίμου εκπροσώπου της, τέλεσαν αδικοπραξία σε βάρος της, ειδικότερα δε ότι, σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, που άσκησε σε βάρος της η πρώτη, πέτυχαν, με ψευδείς ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν, να παραπλανήσουν τον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και να εκδοθεί η υπ` αρ. 16/2000 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης) σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε η αποβολή της (ενάγουσας) από τη νομή του περιγραφόμενου εργοστασίου, σε εκτέλεση της οποίας ακολούθως αποβλήθηκε από αυτό στις 16-3-2000, μέ συνέπεια να υποστεί την περιγραφόμενη περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, ζήτησε δε, όπως το αίτημα της παραπάνω αγωγής της παραδεκτά περιορίστηκε, κατά τη συζήτηση της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να αναγνωριστεί ότι οι αντίδικοι της υποχρεούνται να της καταβάλλουν, εις ολόκληρον καθένας από αυτούς, συνολικά το χρηματικό ποσό του 1.188.585,39 ευρώ, συγκεκριμένα δε: 1) το χρηματικό ποσό των 688.585,39 ευρώ ως περιουσιακή ζημία, ειδικότερα δε: α) το ποσό των 169.413,34 ευρώ, ως διαφορά των μισθωμάτων που υποχρεώθηκε να καταβάλει στη γέα επαγγελματική στέγη, που μίσθωσε, προκειμένου να στεγάσει την επιχείρηση της, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2000 μέχρι 31-5-2004, β) το ποσό τών 4.783,53 ευρώ, ως δαπάνη για τη μεταφορά του εξοπλισμού του εργοστασίου της στις νέες της εγκαταστάσεις, γ) το ποσό των 199.918,65 ευρώ, ως αποδοχές, που κατέβαλε για μισθούς, επιδόματα και εργοδοτικές εισφορές στους μισθωτούς της επιχείρησης της για χρονικό διάστημα των 4 μηνών, χωρίς οι τελευταίοι να εργασθούν, καθόσον λόγω της μετεγκατάστασης της επιχειρήσεως της αυτή δεν λειτούργησε, δ) το ποσό των 8.764,31 ευρώ, ως δαπάνη για συνδέσεις στη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ στις νέες εγκαταστάσεις της, ε) το ποσό των 147.448,19 ευρώ, ως δαπάνη για αγορά επίπλων και μηχανολογικού εξοπλισμού, που ήταν αναγκαίο να προμηθευτεί στις νέες εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως της, και στ) το ποσό των 158.257,37 ευρώ, που υποχρεώθηκε να καταβάλει σε τράπεζες για τόκους των αναφερόμενων δανείων που έλαβε από αυτές, προκειμένου να ανταποκριθεί στην υποχρέωση της για καταβολή ποινικής ρήτρας στον ΟΣΕ, ύψους 727.557,30 ευρώ, εξαιτίας εκπρόθεσμων παραδόσεων παραγγελιών που οφείλονταν στην ως άνω αποβολή της από το παραπάνω εργοστάσιο, ποσό το οποίο στη συνέχεια της επεστράφη, στις 9-8-2002, τόκοι που αφορούν το χρονικό διάστημα από τη λήψη των ως άνω δανείων μέχρι την επιστροφή του παραπάνω ποσού σ` αυτήν από τον ΟΣΕ, και 2) το ποσό των 500.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προαναφερθείσα σε βάρος της αδικοπραξία, περαιτέρω δε να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά της έξοδα. Η παραπάνω υπόθεση εκδικάστηκε στο ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποία με την εκκαλούμενη υπ` αρ. 23282/2007 οριστική του απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος, που μέ αυτήν η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν: α) το ποσό των 199.918,65 ευρώ, που υποχρεώθηκε να καταβάλει αυτή (ενάγουσα) στους μισθωτούς της επιχειρήσεως της, για μισθούς, επιδόματα και εργοδοτικές εισφορές, για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών, χωρίς αυτοί να εργασθούν λόγω της μετεγκατάστασης της επιχειρήσεως της, με την επίκληση ότι δεν λειτούργησε για το χρονικό αυτό διάστημα, και β) το ποσό των 147.448,19 ευρώ, ως δαπάνη για αγορά επίπλων και μηχανολογικού εξοπλισμού που ήταν αναγκαίο, να προμηθευτεί στις νέες εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως της, κατά τα λοιπά δε απέρριψε αυτήν (ένδικη αγωγή), ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η πρωτοδίκως ηττηθείσα εκκαλούσα - ενάγουσα με την κρινόμενη υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 2291/11-6-2010 έφεση της και ζητεί, για τους εκτιθέμενους στο εφετήριο λόγους, που συνοψίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί αυτή (εκκαλούμενη απόφαση), κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, στη συνέχεια δε να γίνει δεκτή η παραπάνω αγωγή της, κατά το μέρος, που κρίθηκε νόμιμη.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, που συνιστά ταυτόχρονα και αδικοπραξία (αρθρ. 914 του Α.Κ.), απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του η σε άλλον παράνομο περι ουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ), βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, ως τέτοια δε νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεως της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον, λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα (βλ. ΑΠ. 318/2011). Εξάλλου, λόγω της μη αναγκαίας ταύτισης του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 του Π.Κ., η οποία (απάτη) στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξη του, εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως η εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά περιεχόμενο με τα, οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση (βλ. Α.Π. 797/2008). Πρέπει να επισημανθεί ότι, η επίκληση και προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών μέσων είναι απαραίτητη για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης, ακόμη και με τη μορφή της απόπειρας τελέσεως του, καθόσον μόνον η υποβολή αναληθούς ισχυρισμού στο δικαστήριο δεν συνιστά πράξη περιέχουσα αρχή εκτελέσεως της απάτης κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ. 1 του Π.Κ (βλ. Α.Π. 512/2011, Α.Π. 47/2007, No.Β. 55, σελ. 1415). Τούτο δε διότι, ο αναπόδεικτος ψευδής πραγματικός ισχυρισμός δεν είναι λυσιτελής για να οδηγήσει σε παραπλάνηση του δικαστή, η ενδεχόμενη δε αποδοχή του, που οφείλεται σε πλημμελή συμπεριφορά και σε παράβαση των κανόνων της λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας από το δικαστή, διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξης του δράστη και του αποτελέσματος αυτής, ενώ όταν ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχθεί τους ισχυρισμούς του (δράστη), χωρίς έλεγχο της ουσιαστικής αλήθειας τους, με βάση μόνο το τεκμήριο ομολογίας, λόγω της ερημοδικίας του αντιδίκου του (βλ. αρθρ. 271 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., που επανήλθε σε ισχύ με το άρθρο 29 του Ν. 3994/2011), ή την κατά το άρθρο 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ομολογία του τελευταίου (αντιδίκου του δράστη), που αποτελεί πλήρη απόδειξη, δεν τίθεται θέμα παραπλανήσεως του (δικαστή) από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αλλά η απόφαση του είναι αποτέλεσμα εφαρμογής του νόμου (βλ. Α.Π. 1148/2011). Περαιτέρω η παραβίαση ακόμη και του καθήκοντος αληθείας, που θεσμοθετείται στο χώρο της πολιτικής δίκης με τη διάταξη του άρθρου 116 του Κ.Πολ.Δ., που συντελείται με την προβολή στο δικαστήριο του απλού ψευδούς πραγματικού ισχυρισμού, δεν μπορεί να θεμελιώσει τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης στο δικαστήριο, καθόσον η ως άνω παραβίαση συνεπάγεται μόνο δικονομικές κυρώσεις σε βάρος του διαδίκου (βλ. αρθρ. 205 του Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ` ειδική διαδικασία, στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους ισχύ, όπως συμβαίνει επί υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρ. 682 και επ. του Κ.Πολ.Δ), στην οποία το δικαστήριο αποφασίζει κατά πιθανολόγηση των προβαλλομένων ισχυρισμών, συντελούμενη με οποιαδήποτε προσφορά αποδεικτικά μέσα (βλ. Α.Π. 1113/2010, Νο.Β. 59, σελ. 42). Τέλος, η απάτη, επί δραστήριου είναι τελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου, σε βάρος του αντιδίκου του, παραμένει δε στο στάδιο της απόπειρας, όταν ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει, ως αβάσιμη, την αγωγή ή την αίτηση (βλ. Α.Π. 318/2011, ό.π.).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προσκομίζονται δε νόμιμα με επίκληση και πάλι στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκεκριμένα δε από τις ένορκες, καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμά με την εκκαλουμένη πρακτικά, δημοσίας συνεδριάσεως του, που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση, απ` όλα γενικώς τα μετ` επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ακολούθως ειδική μνεία, χωρίς όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων να προσδίδει σ` αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και, όπως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς αυτών (διαδίκων) που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (βλ. Α.Π. 1068/2002, Αρχ.Νομ. έτους 2004, σελ. 70, ΑΠ. 1628/2003, ΕλλΔνη 45, σελ. 723), την υπ` αρ. 6/2-1-2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης Δέσποινας Αξαρλή των μαρτύρων: α και β, κατοίκων Θεσσαλονίκης, την οποία προσκομίζει νόμιμα με επίκληση η εκκαλούσα-ενάγουσα, πού συντάχθηκε ύστερα από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη προ δύο (2) εργάσιμων ημερών από τη σύνταξη της κλήτευση των αντιδίκων της, εφεσίβλητων- εναγομένων (βλ. τις υπ` αρ. 4566 και 4567, με ημερομηνία 27-12-2006, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Μιχάλη Θ. Αργυρόπουλου, νόμιμα προσκομιζόμενες με επίκληση από την εκκαλούσα - ενάγουσα), καθώς και τις ειδικές ομολογίες των διαδίκων, όπως διατυπώνονται στα δικόγραφα που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο και το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ,ΠολΔ., βλ. σχετ. Α.Π. 1456/1996, Αρχ.Νομ. 48, σελ.311), απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εκκαλούσας - ενάγουσας να μη ληφθούν υπόψη από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα προσκομιζόμενα από τους αντιδίκους της έγγραφα, επικαλούμενη ότι δεν γίνεται παραδεκτή και νόμιμη επίκληση αυτών, καθόσον από το περιεχόμενο των έγγραφων προτάσεων που κατέθεσαν νομίμως και εμπροθέσμως οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι με σαφήνεια συνάγεται ότι παραδεκτά επικαλούνται τα έγγραφα που προσκομίζουν, αποδείχθηκαν πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Η πρώτη εναγομένη, εδρεύουσα στον Αγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία «..», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος, συστάθηκε το έτος 1986, έκτοτε δε δραστηριοποιείται στον τομέα της επεξεργασίας προϊόντων και υποπροϊόντων μετάλλου και της εμπορίας αυτών, καθώς και στον τομέα της κατασκευής μεταλλουργικών έργων για λογαριασμό του Δημοσίου, ή επιχειρήσεων που εποπτεύονται από το τελευταίο. Για την επίτευξη της ως άνω δραστηριότητάς της διατηρεί στην περιοχή του Δήμου Αγίου -Αθανασίου Θεσσαλονίκης ιδιόκτητο βιομηχανικό συγκρότημα, την κυριότητα, νομή και κατοχή των οικοπέδων, επί των οποίων έχει ανεγερθεί αυτό, απέκτησε με βάση την υπ` αρ. 25872/1988 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της συμβολαιογράφου θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση- Χρυσούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου θεσσαλονίκης στον τόμο 1487 με αυξ. αρ. 362. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη με τον ως άνω τρόπο κατέστη κυρία, νομέας και κάτοχος: 1) ενός διαιρετού τμήματος του υπ` αρ. 847 κληροτεμαχίου, εκτάσεως 6.475,00 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην επικοισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Αγίου Αθανασίου Θεσσαλονίκης και ορίζεται βορείως με σιδηροδρομική γραμμή, νοτίως με την Εθνική Οδό Θεσσαλονίκης - Αθηνών, ανατολικώς με υπόλοιπο τμήμα του ως άνω υπ` αρ. 847 κληροτεμαχίου και δυτικώς με το με το υπ`άρ. 846 κληροτεμάχιο, και 2) ενός διαιρετού τμήματος του ιδίου ως άνω υπ` αρ 847 κληροτεμαχίου, εκτάσεως 10.000,00 τετραγωνικών μέτρων που ορίζεται βορείως με σιδηροδρομική γραμμή, νοτίως με την Εθνική Οδό Θεσσαλονίκης - Αθηνών, ανατολικώς με το με υπ` αρ. 848 κληροτεράχιο και δυτικώς με το υπόλοιπο διαιρετό τμήμα του υπ` αρ. 847 κληροτεμαχίου. Στην παραπάνω οικοπεδική έκταση, συνολικού εμβαδού 16.475,00 τετραγωνικών μέτρων, είχε ανεγερθεί ένα κτιριακό συγκρότημα από οπλισμένο σκυρόδεμα και πλινθοδομή, εμβαδού 4.700,00 τετραγωνικών μέτρων περίπου, αποτελούμενο από: α) βιομηχανοστάσιο, συνολικής επιφάνειας 2.200,00 τετραγωνικών μέτρων, συγκροτούμενο από τρεις κύριες αίθουσες παραγωγής, βοηθητικούς και κοινόχρηστους χώρους και εγκαταστάσεις, β) γραφεία εργοστασίου και λοιπούς χώρους, που βρίσκονται σε διώροφη οικοδομή, εμβαδού 530,00 τετραγωνικών μέτρων, γ) αποθήκη, συνολικού εμβαδού 1.650,00 τετραγωνικών μέτρων, και δ) βοηθητικούς χώρους, εμβαδού 150,00 τετραγωνικών, μέτρων περίπου. Εξάλλου, η ενάγουσα, εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «....» και τον διακριτικό τίτλο «...», έχει συσταθεί το έτος 1981, έκτοτε δε δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα με αυτόν της πρώτης εναγομένης, με την οποία είναι συγγενής, καθόσον οι αρχικοί εταίροι της (ενάγουσας), μεταξύ των οποίων ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της, και ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, έχουν συστήσει την πρώτη εναγομένη, ως θυγατρική εταιρεία, στην οποία εξακολουθούν να είναι μέτοχοι, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος κατέχει το 29% των εταιρικών μεριδίων της ενάγουσας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, στην κυριότητα της οποίας περιήλθε, με τα υπ` αρ. 1828/7-7-1988 και 1979/30-12- 1988 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χάιδως Σαρρή, που μεταγράφηκαν νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, το υπ` αρ. 846 κληροτεμάχιο, συνολικής εκτάσεως 15.536,00 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή του ως άνω αγροκτήματος Αγίου Αθανασίου Θεσσαλονίκης και είναι όμορο του προαναφερόμενου υπ` αρ. 847 κληροτεμαχίου, διαιρετά τμήματα του οποίου ανήκουν στην κυριότητα της πρώτης εναγομένης, κατά τα προαναφερόμενα, μέχρι και το Μάιο του έτους 1989 ασκούσε την ως άνω δραστηριότητα της στο Φίλυρο Θεσσαλονίκης, όπου διατηρούσε κτιριακές εγκαταστάσεις, ακολούθως δε μετέφερε τον εξοπλισμό και τα μηχανήματα της στο παραπάνω κτιριακό συγκρότημα της πρώτης εναγομένης, διαιρετό τμήμα του οποίου μίσθωσε από την τελευταία με το από 1-6-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών, δηλαδή της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα με το ως άνω από 1-6-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό η πρώτη εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να παραχωρήσει στην ενάγουσα τη χρήση ενός διαιρετού τμήματος του προαναφερόμενου εργοστασιακού της χώρου μετά του υπάρχοντος μηχανολογικού εξοπλισμού, για χρονικό, διάστημα δεκαπέντε (15) ετών, συγκεκριμένα δε για το χρονικό διάστημα από 1-6- 1989 μέχρι και 31-5-2004, αντί μηνιαίου μισθώματος, για ολόκληρη τη διάρκεια της μισθώσεως, ύψους εξήντα χιλιάδων (60.000) δραχμών, προκειμένου η τελευταία (ενάγουσα) να μεταφέρει τον εξοπλισμό της απο το Φίλυρο Θεσσαλονίκης στις εγκαταστάσεις της. Συγχρόνως η ενάγουσα εκμίσθωσε στην πρώτη εναγομένη με το απο 1-6-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-6-1989 μέχρι και 31-5-2004, αντί μηνιαίου μισθώματος, για ολόκληρη τη διάρκεια της μισθώσεως ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών, το προαναφερόμενο υπ` αρ, 846 κληροτεμάχιό της, όμορο των ως άνω διαιρετών τμημάτων του υπ` αρ. 847 κληροτεμαχίου της τελευταίας (πρώτης εναγομένης), επί του οποίου, δηλαδή του υπ` αρ. 846 κληροτεμαχίου, αυτή ανήγειρε με δαπάνες της, σύμφωνα με τους όρους του παραπάνω από 1-6-1989 ιδιωτικού συμφωνητικού, έναν καλυμμένο βιομηχανικό χώρο (σιδηροκατασκευή), εμβαδού 1.500,00 τετραγωνικών μέτρων, για την εξυπηρέτηση των αναγκών της προαναφερόμενης δραστηριότητας της, κατασκευή που θα παρέμενε προς όφελος της μισθώτριας (ενάγουσας) μετά τη λύση της μισθωτικής σχέσης, σύμφωνα με σχετικό όρο του παραπάνω από 1- 6-1989 ιδιωτικού συμφωνητικού. Περαιτέρω αποδείχθηκε οτι, το διαιρετό τμήμα, που μίσθωσε η ενάγουσα από την πρώτη εναγομένη με το ως άνω από 1-6-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, ούτε διευκρινίστηκε εάν το εν λόγω διαιρετό τμήμα αφορούσε κτιριακές εγκαταστάσεις του παραπάνω εργοστασιακού συγκροτήματος ή μόνο ακάλυπτο χώρο αυτού, εμβαδού 600,00 τετραγωνικών μέτρων περίπου, που εφάπτεται στην οπίσθια και δυτική πλευρά του εργοστασίου της πρώτης εναγομένης, περικλειόμενο από τοιχώματα λαμαρίνας, όπου το έτος 1989 η ενάγουσα εγκατέστησε γαλβανιστήριο, όπως μετέπειτα ισχυρίστηκε αυτή (πρώτη εναγομένη) ενώπιον των δικαστηρίων, ή και τα δύο (κτιριακές εγκαταστάσεις και ακάλυπτο χώρο) και σε ποια έκταση, προσδιορισμός που παραλείφθηκε προφανώς λόγω της τότε άριστης συνεργασίας μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, ως συγγενών εταιρειών (μητρικής και θυγατρικής αντιστοίχως), συνεργασία που συνεχίστηκε απρόσκοπτα και χωρίς προβλήματα μέχρι και τον Ιούvιo του έτους 1998. Εξάλλου, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προέκυψε ότι, η πρώτη εναγομένη είχε συνάψει με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... την από 16-4-1997 σύμβαση κατασκευής και πώλησης στην τελευταία 100.000 μεταλλικών γραμμών για σιδηροτροχιές, για την εκτέλεση της οποίας εργάσθηκε μέχρι 31-12-1997 και στη συνέχεια διέκοψε κάθε παραγωγική της δράστηριότητα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η πρώτη εναγομένη άσκησε κατά της ενάγουσας την υπ άρ. εκθέσεως καταθέσεως 14922/27-4-1999 αγωγή, απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ισχυρίστηκε ότι η αντίδικος της τον Ιούνιο του 1998, εκμεταλλευόμενη την διακοπή των εργασιών της (πρώτης εναγομένης), κατέλαβε αυθαίρετα όλους τους χώρους του ως άνω εργοστασιακού της συγκροτήματος, συγκεκριμένα δε το βιομηχανοστάσιο, τα γραφεία και τις αποθήκες, μολονότι η ίδια της είχε εκμισθώσει μόνο τον χώρο του γαλβανιστηρίου, και ζήτηση να αναγνωριστεί το δικαίωμα νομής της στα ακίνητα αυτά, να υποχρεωθεί δε η ενάγουσα να της τα αποδώσει, στη συνέχεια δε άσκησε κατά της τελευταίας (ενάγουσας) ενώπιον του Ειρηνοδικείου θεσσαλονίκης την από 16-11-1999 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 1699/1999 αίτηση της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων προς προστασία της νομής της, με την οποία ισχυρίστηκε τα ίδια περιστατικά και ζήτησε την αποβολή της αντιδίκου της από τα ως άνω ακίνητα της και τους χώρους του παραπάνω εργοστασιακού συγκροτήματος, επικαλούμενη προσβολή της νομής της. Επί της ως άνω από 16-11-1999 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 1699/1999 αιτήσεως, η οποία συζητήθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, στις 3 Δεκεμβρίου 1999, κατά τη διαδικασία των,ασφαλιστικών μέτρων, κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων, δηλαδή της πρώτης εναγομένης και της ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ`, αρ. 16/2000 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε η αποβολή της, τελευταίας, από τα προαναφερόμενα δύο διαιρετά τμήματα του υπ` αρ. 847 κληροτεμαχίου εκτάσεως 6475,00 τετραγωνικών μέτρων και 10.000,00 τετρανωνικών μέτρων αντιστοίχως καθώς και από το επ` αυτών προαναφερόμενο εργοστασιακό συγκρότημα, αποβολή που τελικά συντελέστηκε με την υπ` αρ. 795/16-3-2000 έκθεση βίαιης, αποβολής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης Αθανασίου Κ. Γαλιλαία. Η πρώτη εναγομένη, κατά τη συζήτηση της παραπάνω αιτήσεως της στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, προς υποστήριξη των ισχυρισμών της και θεμελίωση του αιτήματος αυτής (αιτήσεως), προσκόμισε και επικαλέστηκε τα ως άνω από 1-6-1989 δύο (2) ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, την υπ` αρ. 7611/2-12-1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτεμης Μπουλάκη Θεοδωρίδου του μάρτυρα.., καθώς και την από 10-11-1999 μήνυση που υπέβαλε η ενάγουσα προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης (δια του Αστυνομικού Τμήματος Λίνδου Θεσσαλονίκης), σε βάρος του ...περαιτέρω δε με πρόταση της (πρώτης εναγομένης) εξετάστηκε στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ο μάρτυρας ..., κάτοικος Πανοράματος Θεσσαλονίκης, ενώ η ενάγουσα, η οποία δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα των παραπάνω εγγράφων, αλλά ούτε και ότι οι ως άνω μάρτυρες της αντιδίκου της κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδή πραγματικά περιστατικά, προς αντίκρουση της παραπάνω σε βάρος της αιτήσεως ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση μισθώσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης την 1-6-1989, αφορούσε ολόκληρο το προαναφερόμενο εργοστασιακό συγκρότημα της τελευταίας, προς υποστήριξη δε του ισχυρισμού της αυτού προσκόμισε και επικαλέστηκε, μεταξύ και άλλων αποδεικτικών μέσων, την υπ` αρ. 4486/13-12- 1999 ένορκη, βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης Μαγδαληνής Τζώρτη του μάρτυρα ... με πρόταση της δέ εξετάστηκε από ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ο μάρτυρας ..., κάτοικος Θεσσαλονίκης. Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο για την εκδίκαση της παραπάνω αιτήσεως συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης Γεώργιο Κούκουλη, αφού έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εκδοθείσας επ` αυτής ως άνω υπ` αρ. 16/2000 αποφάσεως, τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, διενήργησε δε και επιτόπια θεώρηση για την επίδικη διαφορά, εξέδωσε την προδιαληφθείσα απόφαση και διέταξε όσα προαναφέρθηκαν, με την παραδοχή ότι το διαιρετό τμήμα, που η ενάγουσα μίσθωσε από την πρώτη εναγομένη, περιελάμβανε ημιυπαίθρια έκταση εμβαδού 600 τετραγωνικών μέτρων περίπου, η οποία εφάπτεται στην οπίσθια και δυτική πλευρά του εργοστασιακού συγκροτήματος της αιτούσας, δηλαδή της πρώτης εναγομένης, περικλειόμενη από τοιχώματα, λαμαρίνας, όπου η καθ` ης η αίτηση, δηλαδή η ενάγουσα, Κατασκεύασε μία εγκατάσταση γαλβανισμού το έτος 1989, όταν μετέφερε τον εξοπλισμό της από το Φίλυρο Θεσσαλονίκης, όπου μέχρι τότε ήταν εγκατεστημένη, ενώ παράλληλα η τελευταία (ενάγουσα), με τη συναίνεση του εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, εγκατέστησε στις τρεις βιομηχανικές αίθουσες του εργοστασίου της και δικό της μηχανικό εξοπλισμό, χρησιμοποιώντας τους χώρους του (εργοστασίου), δεδομένου ότι και οι δύο διάδικες εταιρείες (ενάγουσα και πρώτη εναγομένη) εκτελούσαν παρεμφερές έργο, συνεργάζονταν και εξυπηρετούσαν κοινά συμφέροντα των μετόχων τους, στα πλαίσια δε της συνεργασίας τους αυτής η ενάγουσα χρησιμοποιούσε τους χώρους του εργοστασίου της πρώτης εναγομένης, πάντοτε όμως με τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, ενώ τους ίδιους χώρους χρησιμοποιούσε και η πρώτη εναγομένη στα πλαίσια της προαναφερθείσας δραστηριότητας που ασκούσε, ότι η ενάγουσα από τον Ιούνιο του έτους 1998, όταν η πρώτη εναγόμενη διέκοψε την παραγωγική της δραστηριότητα, άρχισε να καταλαμβάνει όλους τους χώρους του εργοστασίου της τελευταίας, περιορίζοντας το λογιστή της (πρώτης εναγομένης), .............. σε ένα μικρό γραφείο, χωρίς νά έχει δικαίωμα ελεύθερης κίνησης στους υπόλοιπους χώρους του εργοστασίου, όπως ο τελευταίος ενόρκως, είχε βεβαιώσει στην προαναφερθείσα υπ` αρ. 7611/2-12-1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτεμης Μπουλάκη - Θεοδωρίδου, ότι η παραπάνω κατάληψη ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο, του έτους 1999, όταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εγκατέστησε ιδιωτική αστυνομία στο εργοστάσιο, εμποδίζοντας την είσοδο σε κάθε τρίτο εκτός από τους δικούς της υπαλλήλους, με αποκορύφωμα να εμποδιστεί από το φύλακα της κεντρικής εισόδου του ως άνω εργοστασίου της πρώτης εναγομένης ακόμη και ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας να εισέλθει σ` αυτό και του ζητήθηκε <<κάρτα επισκέπτη>>. προκειμένου να του επιτραπεί η είσοδοςσ το εργοστάσιο καθώς και ότι η ενάγουσα περί τα μέσα Αυγούστου του έτους 1999 αποκαθήλωσε την επιγραφή με την επωνυμία της πρώτης εναγομένης από την πρόσοψη του κεντρικού κτιρίου του ως άνω εργοστασίου της, περαιτέρω δε ότι με τις προαναφερόμενες ενέργειες η ενάγουσα απέβαλε την πρώτη εναγομένη από τη νομή του ως άνω εργοστασιακού της συγκροτήματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ύστερα από την από 18-1-2000 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 38/18-1-2000 έφεση που άσκησε η ενάγουσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της ως άνω υπ` αρ. 16/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η υπ` αρ. 25511/2000 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), σύμφωνα με την έγινε δεκτή η παραπάνω έφεση, αφού δε εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η προαναφερόμενη από 16-11-1999 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 1699/1999 αίτηση, της πρώτης εναγομένης και διατάχθηκε η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της ως άνω υπ` αρ. 16/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατάσταση. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το παραπάνω δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης) με την παραδοχή ότι υπήρχε ασάφεια ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης στο ως άνω από 1-6-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, ειδικότερα δε ως προς το αν αυτές επιθυμούσαν την εκμίσθωση κτιριακών εγκαταστάσεων του παραπάνω εργοστασιακού συγκροτήματος ή μόνο ακάλυπτο χώρο αυτού ή και τα δύο και σε ποια έκταση, ενόψει δε της ως άνω ασάφειας και αμφιβολίας ως προς το παραπάνω ζήτημα, αναζήτησε την αληθινή βούληση των συμβληθεισών στο ως άνω από 1-6-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως εταιρειών, δηλαδή της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, ερμηνεύοντας δε την αληθινή βούληση αυτών σχετικά με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, έκρινε ότι παραχωρήθηκε στην ενάγουσα η σύγχρηση των προαναφερόμενων αιθουσών και κοινόχρηστων χώρων του εργοστασίου της πρώτης εναγομένης, καθώς και η χρήση ακάλυπτου χώρου των ως άνω διαιρετών τμημάτων του παραπάνω υπ` αρ. 847 κληροτεμαχίου, από κοινού με την τελευταία (πρώτη εναγομένη), περαιτέρω δε έκρινε ότι στην ως άνω από 1-6-1989 σύμβαση μισθώσεως περιλαμβάνονταν και οι χώροι του εργοστασίου της πρώτης εναγομένης, με συνέπεια να μη τίθεται ζήτημα αντιποίησης της νομής της τελευταίας εκ μέρους της ενάγουσας, αλλά ισχυρή σύμβαση μισθώσεως, με ενδεχόμενη παράβαση από την τελευταία (ενάγουσα) των ορίων της χρήσης του μισθίου, που δεν αποτελούν όμως αποβολή της (πρώτης εναγομένης) από τη νομή, αλλά διαφορά από τη μισθωτική σχέση. Από τα προαναφερόμενα με σαφήνεια συνάγεται ότι ο ως άνω ειρηνοδίκης, ο οποίος στις 3-12-1999 συγκρότησε το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης για να δικάσει την παραπάνω από 16-11-1999 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 1699/1099 αίτηση της πρώτης εναγομένης, για να καταλήξει στην προαναφερθείσα κρίση έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, αποδίδοντας μεγαλύτερη βαρύτητα αφενός στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα... στο ακροατήριο, που εξετάστηκε με πρόταση της τελευταίας (πρώτης εναγομένης), αφετέρου δε στην υπ` αρ. 7611/2- 12-1099 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτεμης Μπουλάκη - Θεοδωρίδου του μάρτυρα ..., καθώς και το ως άνω από 1-6-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, ενώ έκρινε ως μη αξιόπιστη την υπ` αρ. 4486/13-12-1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης Μαγδαληνής Τζώρτζη του μάρτυρα ..., που προσκόμισε με επίκληση η ενάγουσα, σύμφωνα με την οποία η ίδια (ενάγουσα) κατείχε και χρησιμοποιούσε τον ως άνω εργοστασιακό χώρο, που ανήκει στην κυριότητα της αντιδίκου της (πρώτης εναγομένης), εκτός από τους κοινόχρηστους χώρους, που χρησιμοποιούνταν και απο τις δύο (ενάγουσα και πρώτη εναγομένη), με έγκυρη σύμβαση μισθώσεως που καταρτίστηκε την 1-6-1989, ως αντίθετη με την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του (Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης) του άλλου μάρτυρα που εξετάστηκε με πρόταση της (ενάγουσας) ..., αλλά και με το περιεχόμενο του ως άνω από 1-6-1989 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, ακολούθως δε πιθανολόγησε ότι η ενάγουσα δεν μίσθωσε όλους τους χώρους του εργοστασίου της πρώτης εναγομένης, παρά μόνον το διαιρετό τμήμα των 600,00 τετραγωνικών μέτρων που προαναφέρθηκε, καθώς και ότι η πρώτη (ενάγουσα) με τη συναίνεση της δεύτερης (πρώτης εναγομένης), χρησιμοποιούσε κατά διαστήματα ορισμένους χώρους του εργοστασίου της τελευταίας, οι οποίοι της ήταν αναγκαίοι για την άσκηση της προαναφερθείσας επαγγελματικής της δραστηριότητας, την νομή όμως όλων των χώρων του εργοστασίου της είχε η πρώτη εναγομένη, νομή, που προσβλήθηκε από την ενάγουσα με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Με βάση τα παραπάνω, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι -η πρώτη εναγομένη με τη συνεργεία του δεύτερου τέλεσε απάτη στο δικαστήριο, ειδικότερα δε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, στις 3-12- 1999, κατά την εκδίκαση της προαναφερόμενης από 16-11-1999 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 1699/1999 αιτήσεως της πρώτης, όπως η έννοια της αναλυτικώς έχει εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη, καθόσον όπως δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα, τα αποδεικτικά μέσα, με βάση τα οποία έκρινε ο ως άνω Ειρηνοδίκης Θεσσαλονίκης Γεώργιος Κούκουλης, που συγκρότησε το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ήταν γνήσια, οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων, που έλαβε υπόψη του, αξιολογήθηκαν σε συνδυασμό μεταξύ τους, αλλά και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μόνο δε το γεγονός ότι η κρίση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ήταν διαφορετική από αυτήν του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε την ίδια από 16-11-1999 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 1699/1999 αίτηση, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και μάλιστα σε ζήτημα, που απαιτούσε ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων μερών, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι παραπλανήθηκε ο προαναφερόμενος Ειρηνοδίκης Θεσσαλονίκης καθόσον δεν αποδείχθηκε από ποια συγκεκριμένα πρόσφορα ψευδή αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα δε απο ποια πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα, ή γνήσια μεν, ανακριβή όμως κατά περιεχόμενο, ή άλλα ψευδή αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε με επίκληση η πρώτη εναγομένη, πείσθηκε αυτός για να καταλήξει στην παραπάνω πεπλανημένη, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, κρίση του (βλ. σχετ. και Α.Π. 45/2001, Ποιν.Χρ. ΝΑ` σελ. 697). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η πρώτη εναγομένη, εκπροσωπούμενη από το δεύτερο εναγόμενο, όταν άσκησε την παραπάνω αίτηση της στο Ειρηνοδικείο θεσσαλονίκης γιά την προστασία της νομής της στα προαναφερόμενα ακίνητα της και το επ` αυτών εργοστασιακό της συγκρότημα, ακολούθως δέ προσκόμισε τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν προς υποστήριξης αυτής, δεν αποσκοπούσε στην παραπλάνηση του δικαστή την ως άνω αίτηση της και την υφαρπαγή μιας δικαστικής αποφάσεως βλάπτοντας εν γνώσει της την αντίδικο της, αλλά εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά όπως τα αντιλαμβανόταν και προέβαλε τους αντίστοιχους ισχυρισμούς της προς θεμελίωση αυτών, προσκομίζοντας τα αποδεικτικά μέσα που είχε στην κατοχή της, η γνησιότητα των οποίων, καθώς και η ακρίβεια του περιεχομένου των εγγράφων που προσκόμισε και επικαλέστηκε, ουδόλως αμφισβητήθηκε από την αντίδικο της. Η ως άνω κρίση του παρόντος δικαστηρίου ενισχύεται από τό ότι μετά την έκδοση της προαναφερόμενης υπ` αρ. 16/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου θεσσαλονίκης, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη με προσωρινή διαταγή, ύστερα από την υποβολή από την ενάγουσα της από 18-1-2000 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 99/18-1-2000 αιτήσεως για αναστολή της εκτελεστότητας της, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 38/18-1-2000 εφέσεως που άσκημε κατ` αυτής, με αίτημα χορηγήσεως προσωρινής διαταγής μέχρι τη συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως, που έγινε δεκτό, μολονότι η ίδια (ενάγουσα) οικειοθελώς άρχισε να μεταφέρει τον εξοπλισμό και τα μηχανήματα που είχε στο ως άνω εργοστασιακό συγκρότημα της πρώτης εναγομένης, η τελευταία μετά τη συζήτηση της παραπάνω αιτήσεως, που έλαβε χώρα στις 2 Φεβρουαρίου 2000, και πριν την έκδοση αποφάσεως επ` αυτής, επέδειξε θετική στάση στην απόπειρα συμβιβασμού της διαφοράς που επεδίωξε ο Ειρηνοδίκης Θεσσαλονίκης που δίκασε την ως άνω αίτηση για αναστολή εκτελέσεως της υπ` αρ. 16/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ο οποίος μάλιστα με την παρουσία του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και των πληρεξούσιων δικηγόρων των διαδίκων πραγματοποίησε επιτόπια επίσκεψη - θεώρηση των επίδικων χώρων στις 25 Φεβρουαρίου 2000, στάση την οποία δεν θα επιδείκνυε εάν είχε σκοπό να παραπλανήσει το δικαστή που δίκασε την προαναφερθείσα αίτηση της για προστασία της νομής της και να υφαρπάσει δικαστική απόφαση βλάπτοντας παράνομα την αντίδικο της. Ο ως άνω συμβιβασμός όμως τελικά δεν επιτεύχθηκε, λόγω του ότι η ενάγουσα αρνήθηκε να επιστρέψει στο παραπάνω εργοστασιακό συγκρότημα της πρώτης εναγομένης τα μηχανήματα που είχε ήδη μεταφέρει αυτοβούλως σε άλλο εργοστασιακό χώρο, το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης δε, με την υπ` αρ. 236/15-3-2000 απόφαση του, με την παραδοχή ότι η ενάγουσα οικειοθελώς συμμορφώθηκε, σχεδόν εξ ολοκλήρου, στην προαναφερόμενη υπ` αρ. 16/2000 απόφαση και εγκαταστάθηκε σε άλλο εργοστασιακό χώρο, όπου μπορούσε να συνεχίσει τη δραστηριότητα της, σε συνδυασμό με το ότι δεν πιθανολογήθηκε βλάβη της (ενάγουσας) από την εκτέλεση της παραπάνω αποφάσεως, απέρριψε την ως άνω από 18-1-2000 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 99/18-1-2000 αίτηση αναστολής εκτελέσεως και έτσι εκτελέστηκε η προαναφερόμενη υπ` αρ, 16/2000 απόφαση, όπως προαναφέρθηκε. Εξάλλου, το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη δε συμμορφώθηκε με το διατακτικό της υπ` αρ. 25511/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της υπ` αρ. 16/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατάσταση, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι εξ αρχής επεδίωξε να αποβάλει από το ως άνω εργοστασιακό της συγκρότημα την ενάγουσα, εξαπατώντας τον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που δίκασε την προαναφερόμενη αίτηση για προστασία της νομής της, καθόσον κατά της σχετικής επιταγής για συμμόρφωση της με το διατακτικό της ως άνω υπ` αρ. 25511/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα ανακοπή (αρθρ. 933 του Κ.Πολ.Δ,), η οποία κρίθηκε βάσιμη με την υπ` αρ. 10998/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη ήδη τελεσίδικη (βλ. το ύπ` άρ. 6136/12-12-2006 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, νόμιμα προσκομιζόμενο με επίκληση από τους εναγομένους) και ακυρώθηκε η αντίστοιχη προς εκτέλεση επιταγή που της επιδόθηκε, με την παραδοχή ότι η απορρέουσα από την ως άνω υπ` αρ. 25511/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αξίωση της ενάγουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της υπ` αρ. 16/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατάσταση δεν είναι εκκαθαρισμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 916 του Κ.Πολ,Δ., με συνέπεια να μη είναι δυνατή η εκτέλεση της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που έκρινε αυτήν ως νόμιμη, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, περαιτέρω δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, περαιτέρω δε ορθώς εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις, τα αντίθετα δε που υποστηρίζονται από την εκκαλούσα-ενάγουσα με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης εφέσεως της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
V. Κατ` ακολουθίαν των προαναφερομένων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί, στο σύνολο της, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, Τέλος, η εκκαλούσα- ενάγουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, των εφεσίβλητων - εναγομένων, δεκτού γενομένου ως κατ` ουσίαν βασίμου του σχετικού αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ` ουσίαν την κρινόμενη υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 2291/11-6-2010 έφεση κατά της υπ` αρ. 23282/2007 αποφάσεως, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα - ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, των εφεσίβλητων-εναγομένων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα ευρώ, (650,00).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 10 Ιουλίου 2012 και δημοσιεύθηκε εκεί στις 13 Σεπτεμβρίου 2012, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...