Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

υπογραφή εκκαθαριστικών μισθοδοσίας. Άχρηστα για τον εργοδότη!

Περίληψη. Κατάχρηση δικαιώματος επί διεκδίκησης παροχών εργαζομένου - Συνιστά και η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, αν συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη. Η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτ. που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις. Αν, όμως, συντρέχουν οι εν λόγω ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως να ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στην περίπτωση ιδίως που κρίνεται ότι μόνο η ικανοποίηση αυτής δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη (OλΑΠ 5/ 11).
                                      
 Άρειος Πάγος, B2' Πολιτικό Τμήμα 1103/ 2013

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου-εισηγήτρια και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ' απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν' ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.Α.Π. 62 /1990, Ολ.ΑΠ 56/1990). Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ' αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π. 8/ 2001). Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά καθ' εαυτήν ειδική περίσταση αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη . Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως (Ολ.ΑΠ 5/ 2011). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006 Ολ.Α.Π. 4/2005).
    Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: 
Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα η οποία δραστηριοποιείται στο εμπόριο εμφιαλωμένων ποτών, αναψυκτικών και τροφίμων, στις 3/5/2004 προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως περιοδεύοντα πωλητή και από 1 /9/ 2004 με έγγραφη σύμβαση ανέθεσε στον ενάγοντα καθήκοντα οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, με το σύστημα πενθήμερης εργασίας επί 8 ώρες ημερησίως και 40 ώρες την εβδομάδα και εργάσθηκε με την ως άνω ιδιότητα μέχρι 19 / 9/2006, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ωστόσο ο ενάγων ακολουθώντας το πρόγραμμα της εναγομένης προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτή, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του και πέραν του συμβατικού εβδομαδιαίου ωραρίου, κατά τα αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα [για υπερωριακή εργασία, ιδιόρρυθμη παράνομη, υπερεργασία και νυκτερινή εργασία], δικαιούμενος το συνολικό ποσό των 16.326,97 ευρώ για τις ως άνω αιτίες. Ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος με την επίκληση από την εναγομένη ότι, α) όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα ο ενάγων δήλωνε ενυπόγραφα στις αποδείξεις καταβολής του μισθού του ότι δεν έχει άλλη απαίτηση κατ' αυτής και έτσι δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν θα πρόβαλε στο μέλλον τις επίδικες αξιώσεις, β) η ανατροπή της πάγιας κατάστασης που καθιερώθηκε ως προς την αμοιβή της εργασίας του θα έχει επαχθείς συνέπειες γι' αυτήν, οι οποίες, με την έγκαιρη γνωστοποίηση των προθέσεων του, θα αποτρέπονταν με την αλλαγή του τρόπου εργασίας και αμοιβής, γ) η ικανοποίηση των επίδικων αξιώσεων και των ομοίων άλλων οδηγών - πωλητών θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ήδη όχι καλή πορεία της επιχείρησης, της οποίας οι ισολογισμοί κατά τα τελευταία έτη είναι ζημιογόνοι ή με ελάχιστα κέρδη και δ) ο ενάγων φρόντισε όχι μόνο να μην προβάλει τις επίδικες αξιώσεις κατά το χρόνο της απασχόλησης του, αλλά άσκησε την αγωγή του δύο περίπου χρόνια από την απομάκρυνση του με προφανές σκεπτικό την αποδυνάμωση των αποδεικτικών στοιχείων, αφού κανένας μάρτυρας και κανένα έγγραφο μπορεί με πληρότητα να βεβαιώσει ή αποδείξει τη νυκτερινή και υπερωριακή δήθεν, απασχόληση αυτού, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η έλλειψη διαμαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντος κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στην εναγομένη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στην εναγομένη ότι αυτός δεν προτίθεται να αξιώσει τις επίδικες αξιώσεις του. Η όποια διστακτικότητα και καθυστέρηση αυτού να προβάλει τις αξιώσεις του αυτές, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, είναι κατανοητή και οφείλεται στην άμεση επαγγελματική του εξάρτηση από την εναγομένη. Ακόμη ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα επιλογής του τρόπου εργασίας του, αφού αυτόν τον καθόριζε η εναγομένη στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, ενώ η αμοιβή του για την υπερωριακή του απασχόληση και την εργασία του κατά τις νυκτερινές ώρες και κατά τα Σάββατα προβλέπονται από τις κείμενες διατάξει της εργατικής νομοθεσίας, τις οποίες η εναγομένη παραβίασε με τη μη καταβολή των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος. Περαιτέρω η εναγομένη δεν προσδιορίζει τις αξιώσεις που τυχόν έχουν κατ' αυτής οι εργαζόμενοι σ' αυτή, ως οδηγοί-πωλητές, ούτε επικαλείται ότι οι εργαζόμενοι αυτοί έχουν ασκήσει ή ενδέχεται να ασκήσουν σε βάρος της αγωγές για απαιτήσεις τους, παρόμοιες με αυτές του ενάγοντος. Σε κάθε περίπτωση οι οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στην επιχείρηση της εναγομένης από την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και άλλων παρόμοιων των ως άνω εργαζομένων, ενόψει και της επικαλούμενης οικονομικής πορείας της δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τη συμπεριφορά του ενάγοντος και δεν μπορούν να καταλογισθούν σ' αυτόν, δεν είναι δε επιτρεπτό στην εναγομένη να επικαλείται δυσμενείς επιπτώσεις για την απόκρουση των ενδίκων απαιτήσεων. Εξ άλλου οι ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος εξακριβώθηκαν πλήρως από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα. Τέλος μόνη η επί μακρό σχετικό χρόνο αδράνεια του ενάγοντος να ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις του δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή κατ' ουσιαστική παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή για το ποσό των 16.326,97 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον σύμφωνα με όσα δέχθηκε, η συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου πριν από την άσκηση των επίδικων δικαιωμάτων του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στη οφειλέτρια αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκηση του να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου,με την απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμος.
    Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν καταλείπονται αμφιβολίες για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Δεν θεμελιώνει όμως το λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει ρητά στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε σε καθένα απ' αυτά. υπόψη.
    Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ αιτιάται το Εφετείο, γιατί δεν έλαβε υπόψη, α) τους ισολογισμούς της των ετών 2005 έως 2009, από τους οποίους προκύπτει η κάκιστη και ζημιογόνος πορεία της επιχειρήσεως της και β) την από 12/3/2006 επίπληξη του αναιρεσίβλητου για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του ανάρμοστη συμπεριφορά και πρόσκληση του για συμμόρφωση προς τους κανόνες λειτουργίας της επιχειρήσεως της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει ανενδοίαστα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για το ζήτημα της μη καταχρηστικής ασκήσεως των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2012 αίτηση για αναίρεση της 138/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.

Παρατήρηση. a) Υποστηρίζεται από την Επιστήμη και την νμλγ μας (βλ. Ι. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, ατομικές εργασιακές σχέσεις και το δίκαιο της ευελιξίας, 2011, σελ· 730, Δημ. Ζερδελή, ΕργΔ, ατομικές εργασιακές σχέσεις, 2015, πλαγιάριθμους 1317, 1318, σελίδες 679-680, το απόσπασμα από Ι. Κουκιάδη) «η φαινομενική αδράνεια του μισθωτού στις περισσότερες τουλάχιστον των περιπτώσεων οφείλεται στις δυσχέρειες ανακάλυψης της μισθολογικής διαφοράς, λόγω του πολύπλοκου τρόπου υπολογισμού των μισθών, και στην ψυχολογική αδυναμία του για άσκηση αγωγής για απαιτήσεις μισθών εν όψει εν όψει της προτερεαιότητας που έχει η διασφάλιση από τον μισθωτό άλλων αγαθών, όπως είναι η απασχόληση του και η συγκεκριμένη θέση εργασίας (κίνδυνος απόλυσης, κίνδυνος μετάθεσης). Δύσκολα είναι δυνατό να θεωρηθεί πειστική η θέση ότι δημιουργήθηκε πεποίθηση του εργοδότη πως ο εργαζόμενος δεν θα διεκδικήσει, όταν μπορέσει, τις μισθολογικές του αξιώσεις. Με πολλή ευκολία οι εμπνεόμενοι από το αστικό δίκαιο εφαρμοστές του δικαίου λησμονούν ότι αν ο μισθωτός μπορούσε ευχερώς να ενεργοποιήσει τα δικαιώματα του δεν θα υπήρχε λόγος να υφίσταται εργατική νομοθεσία. Τις θέσεις αυτές που υποτηρίξαμε και στην προηγούμενη έκδοση φαίνεται να υιοθετεί σήμερα η νμλγ, με το να δέχεται ότι όλως εξαιρετικώς και όταν υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις μπορεί να γίνει δεκτή ένσταση για αποδυνάμωση του δικαιώματος για τους μισθούς (παραπομπή στις ΑΠ 945/ 2001, ΑΠ 67/ 2010). Ακόμη σωστά έχει αποσαφηνιστεί ότι δεν αντιπροτείνεται νόμιμα το στοιχείο των δυσβάστακτων συνεπειών από την άσκηση από τρίτους αναλόγων αγωγών (παραπομπή στην ΑΠ 180/ 2001)».
b) Γίνεται δεκτό από την νομολογία μας (ενδεικτικά, Εφετείο Πειραιά 526/ 12, Εφετείο Πειραιά 160/ 14) ότι η ανεπιφύλακτη υπογραφή επί δελτίων μισθοδοσία είναι άνευ επιρροής, από άλλη δε νμλγ ότι "η μη διαμαρτυυρία κατά την υπογραφή των δελτίων αυτών δεν συνιστά παραίτηση (Εφ/ τείο Πειραιά 630/ 14)! Σε συνδυασμό με την αναρτώμενη νλγ του Ακυρωτικού μας καθίσταται σαφές ότι, ο εργοδότης βρίσκεται στο έλεος του κάθε ανειλικρινή εργαζόμενου, ιδίως αλλοδαπού! Δηλαδή ο εργοδότης-προς απόδειξη της καταβολής του μισθού στον εργαζόμενο στην επιχείρηση του-δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ αποδεικτικό μέσο για την προστασία του! ΚΑΝΕΝΑ!! Αφού με βάση την νμλγ μας, ιδίως ακυρωτική, ο μάρτυρας είναι ισχυρότερος από την εξώδικη ομολογία του ίδιου του εργαζόμενου!!! Προσέξτε την διατύπωση του Ακυρωτικού μας, "Η όποια διστακτικότητα και καθυστέρηση αυτού να προβάλει τις αξιώσεις του αυτές, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, είναι κατανοητή και οφείλεται στην άμεση επαγγελματική του εξάρτηση από την εναγομένη". Δηλαδή, κατ'  ΑΜΑΧΗΤΟ!!! τεκμήριο (άντε να βρεθεί δικαστής ουσίας να αντιπαρατεθεί με την νμλγ του Ακυρωτικού!) ο εργοδότης αναγνωρίζεται και ως εκβιαστής και ως τρομοκράτης απέναντι στον εργαζόμενο μισθωτό.
c) Εντελώς πρόσφατα, μόλις την 16-6-2016 δημοσιεύτηκε η υπ'  αριθμόν /2016 εφετιακή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου η οποία δέχεται τα εξής πρωτοφανή, "... περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι υπέγραφε το σύνολο των παραπάνω εγγράφων εκκαθάρισης μισθοδοσίας, δεν λάμβανε το αναγραφόμενο σε καθεμιά από αυτές ποσό. Υπό τον φόβο δε να μην απολέσει την εργασία της, δεν αντιτίθετο στο να υπογράψει τα έγγραφα που ο εναγόμενος της προσκόμιζε, ευελπιστώντας ότι ο τελευταίος θα της κατέβαλε, σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα οφειλόμενα"!!!! Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι, ο σύζυγος της που κατέθεσε στην αίτηση αναστολής του εντολέα μου (την οποία και αυτή κέρδισε) κατά της καταδικαστικής ειρηνοδικειακής (αφού προηγουμένως είχε κερδίσει και την αναστολή της πρωτόδικης απόφασης με προσωρινή διαταγή) σε σχετική ερώτηση μου απάντησε, "ο εργοδότης δεν μας απείλησε καμία φορά σε σχέση με τα έγγραφα... Ως προς τις προκαταβολές, μια δυο φορές μας έδωσε προκαταβολή ο εργοδότης εξ αιτίας οικονομικών μας αναγκών"!!! Ο "εκβιαστής" αυτός εργοδότης έκλεισε την επιχείρηση του ήδη και προσπαθεί ως λογιστής να επιβιώσει! 
Συμπέρασμα: συμβουλεύω τον κάθε εργοδότη που τυχόν θα διαβάσει αυτές τις σκέψεις: ΚΑΝΕΝΑ έγγραφο δεν σας προστατεύει απέναντι σε ψευδομάρτυρες!  Η μοναδική προστασία που σας απομένει είναι να προσλαμβάνετε στις επιχειρήσεις σας πρόσωπα της απόλυτης (όχι σχετικής) εμπιστοσύνης σας. Αλλιώς ετοιμαστείτε να βάλετε βαθιά το χέρι στην τσέπη σας πληρώνοντας τους μισθωτούς αυτούς όσες φορές το θελήσουν αυτοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis