Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Μνημόνια, μετενέργεια σ.ε, βλαπτική μεταβολή εργασιακών όρων, συμψηφισμός.

Περίληψη. Μνημόνια. Εργατικές διαφορές. Κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων σύμφωνα με την ΠΥΣ 6/2012. Μετενέργεια όρων ΣΣΕ και ατομικών συμβάσεων εργασίας, σύμφωνα με την ΠΥΣ 6/2012 και το Ν. 4046/2012. Τηλεφωνήτριες με διαλείπουσα εργασία. Ατυπες προσλήψεις και προσχηματικές μεταχρονολογημένες έγγραφες προσλήψεις σε ημερομηνία έναρξης από τον ΟΑΕΔ. Επίδομα αδείας. Ένσταση συμψηφισμού των αξιώσεων, λόγω της λήψης ανώτερου του νόμιμου συμβατικού μισθού. Ατομικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Μετενέργεια των όρων τους ως προς το βασικό μισθό. Μονομερής μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στο κατώτατο όριο κατ’ εφαρμογή των μνημονιακών νόμων. Αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας, εφόσον ο εργοδότης δεν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του τέτοιο δικαίωμα μείωσης.

Κρίνεται ως καταχρηστική και άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας επειδή οι ενάγουσες απέκρουσαν τη μείωση του μισθού και απαίτησαν από την εναγομένη εργοδότρια να εξακολουθεί να αποδέχεται την εργασία τους με τους αρχικούς όρους της σύμβασης. Ανίσχυρο της δήλωσης περι οικειοθελούς αποχώρησης. Παρακατάθεση μέρους των οφειλομένων από την εναγομένη, χωρίς υπερημερία των εναγουσών. Πραγματικά περιστατικά. Οι κρατήσεις υπέρ τρίτων δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει μικτές αποδοχές. Επιδικάζει στις ενάγουσες το ποσόν που αντιστοιχεί στην αποζημίωση απόλυσης, σε δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας και δεδουλευμένες αποδοχές.

                                                   ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 12/ 2016

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αφροδίτη Σακελλαροπούλου, Ειρηνοδίκη.

I. Επειδή, το άρθρο 1 της ΠΥΣ 6/ 2012 ορίζει τα εξής: «1. Από 14.2.2012 και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, τα κατώτατα διαμορφωμένα όρια μισθών και ημερομισθίων της από 15/7/2010 ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπως αυτά προβλέπονταν και ίσχυαν κατά την 1/1 /2012, μειώνονται κατά 22%. Από 14/2/2012 και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής μειώνονται κατά 32% τα κατώτατα διαμορφωμένα όρια μισθών και ημερομισθίων της από 15/7/2010 ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπως αυτά προβλέπονταν και ίσχυαν κατά την 1/1 /2012, για νέους, ηλικίας κάτω των 25 ετών. Τα μειωμένα κατά 32% κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν και για τους μαθητευόμενους της παρ. 9 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α` 115). Η παρ. 8 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010, το άρθρο 43 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) καθώς και κάθε άλλη ρύθμιση που είναι αντίθετη με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, καταργούνται. 3. Η άμεση προσαρμογή στα νέα μειωμένα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων, όπως καθορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. 4. Συμφωνίες των μερών που υπολείπονται των νέων μειωμένων κατώτατων μισθών και ημερομισθίων, όπως καθορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους, είναι αυτοδικαίως άκυρες ως προς τον όρο αυτό.». Κατόπιν δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012 «Eγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016- Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016» (Α 222/12.11.2012). Ο νόμος αυτός, μεταξύ άλλων, θέσπισε νέο σύστημα «διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου ημερομισθίου» για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και καθόρισε τον κατώτατο μισθό των υπαλλήλων και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών «μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών». Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ. 11 με τίτλο «ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΝΟΜΙΜΟΥ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ (ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΛΑΙΣΙΟ), ΚΑΤΩΤΑΤΟΣ ΝΟΜΙΜΟΣ ΜΙΣΘΟΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ» προβλέπονται τα ακόλουθα: «I. Με την παρούσα διάταξη θεσπίζεται νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου κατωτάτου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, το οποίο τίθεται σε ισχύ την 1.4.2013. Εντός του πρώτου τριμήνου του 2013 θεσπίζεται με πράξη υπουργικού συμβουλίου η διαδικασία διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, της αγοράς εργασίας (ιδίως ως προς τα ποσοστά ανεργίας και απασχόλησης) και τη διαβούλευση της κυβέρνησης με εκπροσώπους κοινωνικών εταίρων, εξειδικευμένους επιστημονικούς, ερευνητικούς και λοιπούς φορείς. Κατά το Α` τρίμηνο του 2014 το σύστημα αυτό αξιολογείται ως προς την απλότητα και αποτελεσματικότητα της εφαρμογής, τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. 2.α. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990 αντικαθίσταται ως εξής: "Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου." β. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 1876/1990 προστίθενται οι λέξεις «σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του νόμου.». 3. Μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών καθορίζεται ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλλήλων και το ημερομίσθιο εργατοτεχνιτών ως εξής: (α) Για τους υπάλληλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 586,08 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 ευρώ, (β) Για τους υπάλληλους κάτω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 510,95 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες κάτω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 22,83 ευρώ, (γ) ί) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω. ii) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για μία τριετία προϋπηρεσίας και για προϋπηρεσία 3 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως δύο τριετίες και συνολικά 10% για προϋπηρεσία 6 και άνω ετών, δ) Οι ως άνω προσαυξήσεις προϋπηρεσίας καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012. ε)Πέραν της μηνιαίας τακτικής προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας καμία άλλη προσαύξηση δεν περιλαμβάνεται στο νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο, στ) Εως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012. ζ) Ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης κατώτερο από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο. 4. Κάθε αναφορά της ισχύουσας νομοθεσίας γενικά στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) νοείται ο νόμιμος νομοθετημένος κατώτατος μισθός και κατώτατο ημερομίσθιο». Σε σχέση με τις παραπάνω ρυθμίσεις στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012 αναφέρονται τα εξής: «Ο θεσμός του κατώτατου μισθού συνιστά μια κρίσιμη και αναγκαίο παράμέτρο για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Αφενός διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές όριο διαβίωσης για τους εργαζόμενους που αμείβονται με αυτόν, αφετέρου αποτελεί δικλείδα ασφαλείας έτσι ώστε να αποφεύγεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων. Κυριότερα, συνιστά την αφετηρία επί της οποίας οικοδομούνται σύμφωνημένα μεταξύ των κοινωνικών εταίρων επίπεδα αμοιβών σε κλαδικό, ομοιοεπαγγελματικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Δεδομένου ότι το ύψος του κατώτατου μισθού έχει αλυσιδωτές και σύνθετες επιπτώσεις στο επίπεδο της συνολικής απασχόλησης και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αλλά και στο δυναμισμό των εξωστρεφών κλάδων της οικονομίας, επηρεάζει άμεσα και έμμεσα τα δημοσιονομικά μεγέθη. Συνεπώς σε μία περίοδο συντεταγμένης προσπάθειας εξυγίανσης των δημοσιονομικών μεγεθών και αποκατάστασης της μακροοικονομικής ισορροπίας ο ρόλος του κράτους πρέπει να είναι περισσότερο αποφασιστικός. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει και η εμπειρία των τελευταίων τριάντα ετών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού πολλές ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετώπιζαν παρόμοια προβλήματα δημοσιονομικής στενότητας και ανισορροπίας των μακροοικονομικών μεγεθών τους, ενίσχυσαν το ρόλο του κράτους στη διαδικασία διαμόρφωσης αμοιβών στην οικονομία. Σήμερα, η παρέμβαση της Πολιτείας γίνεται επικουρικά και με σεβασμό στον ρόλο των κοινωνικών εταίρων, σε ένα πλαίσιο εξαιρετικών περιστάσεων. Με σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας, η υιοθέτηση του νέου μηχανισμού διασφαλίζει το Ευρωπαϊκό κεκιημένο, καθώς και τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων τόσο στη διαμόρφωση των προτάσεων για την υιοθέτηση του κατώτατου μισθού όσο και στη δυνατότητά τους, μέσα από τις μεταξύ τους διαβουλεύσεις και τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις, να καθορίζουν καλύτερους όρους για τους εργαζόμενους. Οι κοινωνικοί εταίροι, με γνώμονα την δυναμικότητα των διαφόρων κλάδων μπορούν να συμφωνούν και να ορίζουν υψηλότερους ως προς τον καθορισμένο κατώτατο μισθό, μισθολογικούς και μη, κανονιστικούς όρους. Επιπρόσθετα, με την παρούσα διάταξη ορίζεται ότι ο κατώτατος μισθός θα παραμείνει σταθερός στα επίπεδα που διαμορφώθηκε με το ν. 4046/2012 (σε συνδυασμό με το άρθρ.1 της ΠΥΣ 6/2012), ενώ θα συνεχίσουν να προσαρτώνται σε αυτό τα επιδόματα προϋπηρεσίας (τριετίες) υπολογιζόμενα με τους υφιστάμενους ανασταλμένους συντελεστές ωριμότητας (οι οποίοι έχουν ανασταλεί μέχρι η ανεργία να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, σύμφωνα με τον ν.4046/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της υπ` αριθμόν 6 ΠΥΣ/2012), όπως αυτοί οι συντελεστές ωριμότητας έχουν διαμορφωθεί από την 15.7.2010 ΕΓΣΣΕ κατά την 1.1.2012 πρόβλεψή της".
II. Επειδή, το άρθρο 2 της ΠΥΣ 6/2012 ορίζει τα εξής: «1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14/2/2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14/2/2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α`27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4, και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 Α’ 27) παύουν να ισχύουν. 6.Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις».
III. Επειδή, ο ν. 1876/1990 προέβλεπε, στο άρθρο 9, ότι «οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο ...» (παρ. 4) και ότι, μετά την πάροδο του εξαμήνου «οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν» (άλλως: μετενεργούν - κατά την ορολογία που επικράτησε στο πεδίο του εργατικού δικαίου) «μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας» (παρ. 5). Η ΠΥΣ 6/ 2012 τροποποίησε, με το άρθρο 2 αυτής, τις παραπάνω ρυθμίσεις σε δύο κυρίως σημεία: η εξάμηνη παράταση ισχύος της παρ.4 έγινε, πλέον, τρίμηνη και προβλέφθηκε ότι από τους κανονιστικούς όρους της παρ. 5 μετενεργούν μόνον όσοι αφορούν τον βασικό μισθό και τέσσερα συγκεκριμένα επιδόματα.
IV. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 361, 349 έως 351 του ΑΚ, 1, 3, 7 και 8 του Ν. 2112/1920, όπως το τελευταίο ερμηνεύτηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 παρ 1 του Α.Ν 547/1937 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, συνάγεται ότι επί μονομερούς από τον εργοδότη βλαπτικής για το μισθωτό μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο μισθωτής έχει την ευχέρεια: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συντελείται κατά το άρθρο 361 του ΑΚ νέα σύμβαση εργασίας, τροποποιητική της αρχικής, που καταλύει το δικαίωμα του μισθωτού να απαιτήσει την εκπλήρωση της ενοχής με τους αρχικούς όρους β) να αποκρούσει τη μεταβολή και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την εργασία με τους αρχικούς όρους, οπότε ο εργοδότης, αν δεν αποδέχεται την εργασία με τους αρχικούς όρους, καθίσταται υπερήμερος και οφείλει μισθούς υπερημερίας (βλ. ΑΠ 1431/2002 ΔΕΝ 59, 434, ΑΠ 453/1999 ΔΕΝ 55. 1042) και γ) να αποκρούσει τη μεταβολή, να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (βλ ΑΠ 1791/2001, ΑΠ 1792/2001, ΑΠ 559/2001 ΕλλΔνη 43 σελ. 1656, 1657 και 1048). Εξάλλου, βλαπτική μεταβολή, που παρέχει στον εργαζόμενο τα παραπάνω δικαιώματα, συνιστά και η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών (βλ. Εφ.Αθ. 5583/2001 ΕλλΔνη 43. 87) ή η μη καταβολή σύμφωνηθείσας πρόσθετης παροχής (βλ ΑΠ 695/2001 ΕλλΔνη 43. 733) ή η μείωση των αποδοχών (βλ ΑΠ 1299/2001 ΕλλΔνη 43. 130, ΑΠ 675/1991 ΕΕργΔ 1991. 1068, Δ. Ζερδελή το Δίκαιο της καταγγελίας Β’ έκδοση παρ. 1148). Τον μισθό δεν δικαιούται να μειώσει ο εργοδότης μονομερώς, εκτός αν επιφύλαξε στον εαυτό του τέτοιο δικαίωμα με τη σύμβαση (υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι και ο νέος μετά την μείωση μισθός δεν υπολείπεται του θεσπισμένου από τις οικείες κανονιστικές διατάξεις) ή αν δόθηκε από ελευθεριότητα, αλλά όχι με την πρόθεση να αποτελέσει αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας, ή δόθηκε αποκλειστικά προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως που έπαυσαν (Α.Π. 1937/1988 ΕΕργΔ 1989. 606).
V.  Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 περίπ. ζ του Ν.Δ. 212/1969 προβλέπεται ότι ο Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού μεριμνά για την επιδότηση των εργαζομένων που γίνονται άνεργοι κατά τις διατάξεις του Ν.Δ.2961 /1954 μετά την ακούσια διακοπή της σχέσης εξαρτημένης εργασίας τους. Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του προηγούμενου Ν.Δ/τος άνεργος θεωρείται εκείνος που μετά τη λήξη της σχέσης εργασίας δεν βρήκε νέα απασχόληση εξαρτημένη ή μη. Επίσης κατά το άρθρο 3 του Ν. 1545/1985 άνεργος θεωρείται εκείνος που μετά τη λύση ή τη λήξη της εργασιακής σχέσης αναζητεί εργασία και αποδέχεται να απασχοληθεί σε εργασία που του προσφέρεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΑΕΔ στον ευρύτερο επαγγελματικό του κλάδο. Δεν αποκτά όμως δικαίωμα επιδότησης σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1545/1985 (ομοίου περιεχομένου με το άρθρο 15 παρ. 8 του Ν.Δ. 2961/1954) ο άνεργος του οποίου η εργασιακή σχέση τερματίζεται με εκούσια αποχώρηση. Η προϋπόθεση επιδότησης σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν.Δ. 2961/ 1954 (όπως αντικ. με το άρθρο 3 του Ν. 3464/1955) θεωρείται ότι υπάρχει αν ο ασφαλισμένος του οποίου λύεται η σχέση εργασίας πραγματοποίησε 125 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση ανεργίας μέσα στους τελευταίους πριν από τη λύση της σχέσης εργασίας 14 μήνες χωρίς να συνυπολογίζονται οι μέρες εργασίας των δύο τελευταίων μηνών. Σε κάθε περίπτωση όμως απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση από τον ΟΑΕΔ επιδόματος ανεργίας αποτελεί η έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, η οποία υπάρχει όταν γίνεται εγγράφως και καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση.

Με την υπό κρίση αγωγή και κατ` ορθή εκτίμηση του δικογράφου, οι ενάγουσες εκθέτουν ότι σύνηψαν με την εναγόμενη σύμβαση Εργασίας αορίστου χρόνου την 9.5.2011 η πρώτη, την 14.9.2012 η δεύτερη και την 21.11.2013 η Τρίτη εξ αυτών προκειμένου να εργαστούν ως τηλεφωνήτριες και ότι εργάστηκαν έως την 14.11.2014, στο επί της Πάτρας τηλεφωνικό κέντρο που εκμεταλλεύεται η εναγόμενη εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει, ως μοναδικός ομόρρυθμός εταίρος της, ο δεύτερος εναγόμενος, όταν η εναγόμενη απέλυσε τις ενάγουσες. Εκθέτει περαιτέρω ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων ήταν άκυρη, γιατί έγινε χωρίς να τη ρηθεί ο έγγραφος τύπος και δίχως να τους καταβληθεί η οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση. Εκθέτουν περαιτέρω και μετά από μετά τον παραδεκτό με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στις προτάσεις (223 ΚΠολΔ) εν μέρει περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ο οποίος ισοδυναμεί με μερική παραίτηση από το αγωγικό δικόγραφο (294, 295 ΚΠολΔ), οπότε η αγωγή κατά το μέρος αυτό θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (ΑΠ 1699/1991, ΕλλΔνη 1993. 579, 580), ότι οι εναγόμενοι στην πρώτη αυτών οφείλουν εις ολόκληρον δεδουλευμένους μισθούς μηνών Ιουλίου 2014 έως και Οκτωβρίου 2014, στην δεύτερη αυτών οφείλουν εις ολόκληρον δεδουλευμένους μισθούς μηνών Μαρτίου 2014 έως και Αυγούστου 2014, στην Τρίτη αυτών οφείλουν δεδουλευμένους μισθούς μηνών Ιουλίου 2014 έως Νοεμβρίου 2014 και επίσης ότι τους οφείλει αποζημίωση και επίδομα αδείας ετών 2013-2014, δώρο Χριστουγέννων ετών 2013 έως και 2014, δώρο Πάσχα ετών 2014 και ως αποζημίωση απόλυσης, όπως αναλυτικά στην αγωγή αναφέρονται, 9.277,63 ευρώ στην πρώτη αυτών, 7.400,52 ευρώ στην δεύτερη αυτών και 4.371,38 ευρώ και στην τρίτη αυτών 4.371,38 ευρώ συνολικά με βάση τη σύμβαση εργασίας, που συνήψαν μαζί της και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, ζητούν, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η κρινόμενη αγωγή, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 του ν.3198/1955, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (άρθρα 279, 280 ΑΚ), αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης απόλυσης, όπως αποδεικνύεται από τις υπ’ αριθμ.548 και 549/5.3.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πατρών,  (άρθρο 215 αρ. 1 ΚΠολΔ) και με επικαλούμενο από τις ενάγουσες ως χρόνο άκυρης απόλυσής τους από τους εναγομένους, την 14.11.2014, αρμοδίως εισάγεται εισάγεται καθ’ ύλην και κατά τόπον, προκειμένου να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9 εδ. α΄ έως γ’, 14 παρ. 1, 16 αρ. 2 και 25 αρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ). Είναι ορισμένη (άρθρο 216 ΚΠολΔ) και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που εκτίθενται στις νομικές σκέψεις της παρούσας, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ., 349, 350, 655, 656/657, 340, 341, 345, 346 ΑΚ, ν. 1876/1990, 1 του ν. 3385/2005, 1, 3 παρ. 1 του α.ν.539/1945 και 3§16 του ν. 4505/1966, όπως ισχύουν μετά το ν. 1346/1983 και το ν. 3302/2004 για την κανονική άδεια και το επίδομα αδείας, 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980 και του άρθρου 2 των εκδοθεισών κατά καιρούς Υπουργικών Αποφάσεων «περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων», ν. 3198/1955, 176, 191 αρ. 2, 907, 908 και 910 αρ. 4 ΚΠολΔ. Ας σημειωθεί ότι είναι παραδεκτή η προκειμένη σωρευτική άσκηση της αξίωσης των εναγόντων για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών με την αξίωση για αποζημίωση απόλυσης, αφού η πρώτη (αξίωση) υφίσταται σε κάθε περίπτωση που ο εργαζόμενος παρέσχε κανονικά την εργασία του και ο εργοδότης δεν του κατέβαλε τις νόμιμες (ή τις συμβατικές) αποδοχές του και είναι ανεξάρτητη από την καταγγελία (έγκυρη ή άκυρη) ή μη της εργασιακής σύμβασης και ως εκ τούτου η άσκηση της πρώτης αξίωσης (για δεδουλευμένες αποδοχές) ουδόλως αποκλείει τη σωρευτική προβολή της δεύτερης αξίωσης (για αποζημίωση απόλυσης) [βλ. ΕφΑθ 7253/2000 ΕλΔ 42(2001). 1383, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία]. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι οι ενάγουσες δεν υποχρεούνται στην καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου μετά προσαυξήσεων υπέρ τρίτων (ΕΤΑΑ- ΤΑΝ και Τ.Υ.Δ.Α.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 ν.δ. 515/1970, αρ. 8 § 4 ν.δ. 4020/1959, 3, 174, 361, 644 και 679 ΑΚ, προκύπτει ότι τα ποσά των οφειλόμενων επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, τα οποία υπολογίζονται επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών [ΑΠ 1449/2002 ΕλΔ 45(2004).756], καθώς και τα πάσης φύσεως επιδόματα που δικαιούται ο εργαζόμενος, μπορούν να συμψηφιστούν μεν στις υπέρτερες των κατωτάτων (νομίμων) καταβαλλόμενες αποδοχές, αλλά μόνο κατόπιν ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού [βλ. και ΕφΑθ 7663/2006 ΕλΔ 48(2007).559, ΕφΑθ 3584/2003 ΕλΔ 44(2003). 1655]. Οι εναγόμενοι με δήλωσή τους στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αρνήθηκαν την αγωγή και, περαιτέρω, πρόβαλαν τον ισχυρισμό περί συμψηφισμού των αξιώσεων τους με τις υπέρτερες των κατωτάτων καταβαλλόμενες σε αυτές αποδοχές. Ο προτεινόμενος από τους εναγομένους συμψηφισμός των ενδίκων αξιώσεων των εναγουσών και συγκεκριμένα ότι οι τελευταίες λάμβαναν ανώτερο του νομίμου συμβατικό μισθό, που υπερκάλυπτε πάσης φύσεως επιδόματα, προτείνεται νόμιμα, εφόσον αναπτύσσεται στις προτάσεις των εναγομένων και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι οποίες περιέχονται, στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, από τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου ως αποδεικτικά μέσα (άρθρο 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγουσες, σύναψαν ατύπως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «...», (ήτοι την πρώτη εναγομένη) η οποία μετατράπηκε σε Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία, προκειμένου να εργαστούν ως τηλεφωνήτριες στο επί της Πάτρας τηλεφωνικό κέντρο, που εκμεταλλεύεται η ως άνω εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει, ως μοναδικός τότε ομόρρυθμος εταίρος ο δεύτερος εναγόμενος. Η ακριβής εργασία των εναγουσών συνίστατο στην γραμματειακή υποστήριξη και η ρύθμιση τηλεφωνικών ραντεβού, πληροφοριών σε πελάτες των διαφόρων νοσοκομείων, ιατρείων, διαγνωστικών κέντρων. Η εναγόμενη εταιρεία κατήρτιζε τις συμβάσεις με τους εργαζόμενους (όπως ήταν και οι ενάγουσες), που προσελάμβανε ως τηλεφωνητές, ανάλογα με τη διάρκεια των συμβάσεων που είχε συνάψει με διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα, δεδομένου ότι το αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας ήταν η ανάληψη από εκείνη, του έργου των καθορισμών τηλεφωνικών ραντεβού στα ιατρεία των ιδρυμάτων αυτών και οι τηλεφωνήτριες προσλαμβάνονταν για να απασχοληθούν στο έργο αυτό και συνεπώς, οι ανάγκες τους σε προσωπικό, κυμαίνονταν ανάλογα με τα ιατρεία των οποίων κάθε φορά οι εναγόμενοι είχαν αναλάβει την γραμματειακή υποστήριξη. Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων οι ενάγουσες πρόσφεραν την εργασία τους μέχρι την 14.11.2014, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, όπως θα αναλυθεί παρακάτω. Οι ενάγουσες κατά το διάστημα που διήρκεσε η εργασιακή σχέση δηλαδή από την 9.5.2011 για την πρώτη, από την 14.9.2012 για την δεύτερη και από την 21.1.2013 για την Τρίτη εξ` αυτών (χρόνοι σύναψης των επίδικων συμβάσεων εργασίας οι οποίοι εξάλλου δεν αμφισβητούνται από τους εναγομένους) απασχολήθηκαν μερικώς και η απασχόληση αυτή ήταν έγκυρη λόγω της ύπαρξης του σχετικού εγγράφου τύπου έστω σε μεταγενέστερες ημεροχρονολογίες κατά τις οποίες οι τυπικές προσλήψεις τους ήταν εντελώς προσχηματικές ήτοι την 20.11.2013 και 26.11.2013 και τούτο επειδή τότε άρχισε η επιχορήγηση από τον ΟΑΕΔ στην εναγομένη εταιρεία των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, ύψους μάλιστα 127,14 ευρώ μηνιαίως για την κάθε εργαζόμενη. Ακολούθως, σχετικά με τις ώρες εργασίας των τελευταίων αποδείχθηκε ότι αυτές εργάσθηκαν από ώρα 9.00 μέχρι ώρα 13.00 ή από ώρα 13.00 μέχρι ώρα 17.00 και ο μηνιαίος μισθός τους ανερχόταν σε 396,73 ευρώ. Σημειώνεται ότι, στην κατά τα άνω διάρκεια εργασίας δεν συνυπολογίζεται η πιθανή νωρίτερη προσέλευση των εναγόντων στον τόπο εργασίας τους από την καθορισμένη από την εργοδότη τους, προκειμένου να ετοιμαστούν για την ανάληψη της εργασίας τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι καθ` όλο το διάστημα της απασχόλησης των εναγουσών, η εργοδότρια τους - εναγομένη δεν κατέβαλε σ’ αυτές τις σύμφωνημένες δεδουλευμένες αποδοχές τους, με τα αναλογούντα επ’ αυτών επιδόματα. Συνεπώς δικαιούνται για ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ (ΜΙΚΤΑ): Α) Δεδομένου ότι ο συμφωνηθείς μισθός μικτών αποδοχών, ανερχόταν στο ποσό των 396,73 ευρώ, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει για δεδουλευμένες αποδοχές από Ιούλιο 2014 έως 14.11.2014, τα κάτωθι ποσά, ήτοι: 1) για/εργασία ενός μηνός τον Ιούλιο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ 2)για εργασία ενός μηνός τον Αύγουστο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ, 3) για εργασία ενός μηνός τον Σεπτέμβριο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ, 4) για εργασία ενός μηνός τον Οκτώβριο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ, 5)για εργασία 14 ημερών (14 ημέρες X 15,86 ευρώ ημερομίσθιο) τον μήνα Νοέμβριο 2014, το ποσό των 222,16 ευρώ και συνολικώς (396,73 + 396,73 + 396,73 + 396,73 +222,04=) 1.808,96 ευρώ, κατά παραδοχή του αγωγικού αιτήματος. Β) Δεδομένου ότι ο σύμφωνηθείς μισθός μικτών αποδοχών, ανερχόταν στο ποσό των 396,73 ευρώ, η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται να λάβει για δεδουλευμένες αποδοχές από Μάρτιο 2014 έως 14.11.2014, τα κάτωθι ποσά, ήτοι: 1) για εργασία ενός μηνός τον Μάρτιο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ 2)για εργασία ενός μηνός τον Απρίλιο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ, 3)για εργασία ενός μηνός τον Ιούνιο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ, 4) για εργασία ενός μηνός τον Αύγουστο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ, 5)για εργασία ενός μηνός τον Σεπτέμβριο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ, 6)για εργασία 14 ημερών (14 ημέρες X 15,86 ευρώ ημερομίσθιο) τον μήνα Νοέμβριο 2014, το ποσό των 222,16 ευρώ και συνολικώς (396,73 + 396,73 + 396,73 + 396,73 + 396,73 + 222,04=) 2.205,81 ευρώ. Εναντι του ποσού αυτού, η εναγομένη κατέβαλε στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 425 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα συνυπολογίζει στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό και το οποίο πρέπει να καταλογιστεί σε εκείνα τα χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα πρωτύτερα σε σχέση με τα υπόλοιπα (βλ. άρθρο 422 ΑΚ), ήτοι πρέπει να θεωρηθεί ότι εξοφλήθηκε ολοσχερώς ο μήνας Μάρτιος 2014 και μερικώς ο Απρίλιος 2014 κατά το ποσό των 28,27 ευρώ, εναπομένοντος ανεξόφλητου υπολοίπου για τον ως άνω μήνα 368,46 ευρώ. Επομένως η δεύτερη ενάγουσα διατηρεί αξίωση για το υπόλοιπο ποσό των 1.780,69 ευρώ (368,46 ευρώ για τον Απρίλιο 2014 + 396,73 ευρώ για τον Ιούνιο 2014 + 396,73 ευρώ για τον Αύγουστο 2014 + 396,73 ευρώ για τον Σεπτέμβριο 2014 +222,04 ευρώ για το Νοέμβριο 2014), κατά παραδοχή του αγωγικού αιτήματος. Γ) Δεδομένου ότι ο συμφωνηθείς μισθός μικτών αποδοχών, ανερχόταν στο ποσό των 396,73 ευρώ, η τρίτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει για δεδουλευμένες αποδοχές από Ιούλιο 2014 έως 14.11.2014, τα κάτωθι ποσά, ήτοι: 1) για εργασία ενός μηνός τον Ιούλιο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ 2)για εργασία ενός μηνός τον Αύγουστο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ, 3)για εργασία ενός μηνός τον Σεπτέμβριο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ, 4) για εργασία ενός μηνός τον Οκτώβριο 2014, το ποσό των 396,73 ευρώ, 5)για εργασία 14 ημερών (14 ημέρες X 15,86 ευρώ ημερομίσθιο) τον μήνα Νοέμβριο 2014, το ποσό των 222,04 ευρώ και συνολικώς (396,73 + 396,73 + 396,73 + 396,73 +222,16=) 1.808,96 ευρώ, κατά παραδοχή του αγωγικού αιτήματος.
ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΕΟΡΤΩΝ - ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΑΔΕΙΑΣ - ΑΔΕΙΕΣ: Η προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση συμψηφισμού πρέπει ν` απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, διότι δεν προέκυψε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η συνομολόγηση μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας κατά την οποία θα καταλογίζεται η προσαύξηση για τα δώρα εορτών στο επί πλέον του νομίμου καταβαλλόμενο μισθό. Την παραπάνω δικανική πεποίθηση επιρρωνύει το γεγονός ότι οι ενάγουσες δεν υπέγραψαν τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους μεταγενέστερες και αναθεωρημένες την 20.11.2013 ατομικές συμβάσεις εργασίας οι οποίες περιείχαν σχετικό περί συμψηφισμού των επιδομάτων δώρων και αδείας όρο.
Α) Περαιτέρω, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσό των (396,73 ευρώ X 13/25 = 206,29 ευρώ X 3 έτη=) 618,89 ευρώ για επιδόματα εορτών Πάσχα ετών 2012- 2014, το συνολικό ποσό των (396,73 ευρώ X 3 έτη=)1.190,19 ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων ετών 2011-2013 και το ποσό των 325,13 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2014 [20,5 ημερομίσθιο (164 ημερομίσθια που πραγματοποίησε : 8 = 20,5 ημερομίσθια) X 15,86 ευρώ ο μέσος όρος ημερομισθίου για το χρονικό διάστημα από 1 Μαίου μέχρι και 31 Δεκεμβρίου του έτους 2014]. Δηλαδή, δικαιούται για τις αιτίες αυτές το συνολικό ποσό των 2.459,34 ευρώ, από τα οποία πρέπει να επιδικαστούν 2.102,47 ευρώ τα οποία ζητεί η πρώτη ενάγουσα για την παραπάνω αιτία.
Β) Η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσό των (396,73 ευρώ X 13/25 = 206,29 ευρώ X 2 έτη=) 412,58 ευρώ για επιδόματα εορτών Πάσχα ετών 2013-2014, το ποσό των 396,73 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2013, το ποσό των 180,40 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2012 [11,37 ημερομίσθια (91 ημερομίσθια που πραγματοποίησε : 8=11,37 ημερομίσθια) X 15,86 ευρώ ο μέσος όρος ημερομισθίου για το χρονικό διάστημα από 1 Μαίου μέχρι και 31 Δεκεμβρίου του έτους 2012], και το ποσό των 325,13 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2014 [20,5 ημερομίσθια (164 ημερομίσθια που πραγματοποίησε : 8 = 20,5 ημερομίσθια) X 15,86 ευρώ ο μέσος όρος ημερομισθίου για το χρονικό διάστημα από 1 Μαίου μέχρι και 31 Δεκεμβρίου του έτους 2014]. Δηλαδή, δικαιούται για τις αιτίες αυτές το συνολικό ποσό των 1.314,84 ευρώ, από τα οποία πρέπει να επιδικαστούν 1.253,39 ευρώ τα οποία ζητεί η δεύτερη ενάγουσα για την παραπάνω αιτία.
Γ) Η τρίτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει το ποσό των (396,73 ευρώ X 13/25) = 206,29 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα ετών 2014, το ποσό των 41,63 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2013 [2,62 ημερομίσθια (21 ημερομίσθια που πραγματοποίησε : 8 = 2,62 ημερομίσθια) X 15.86 ευρώ ο μέσος όρος ημερομισθίου για το χρονικό διάστημα από 1 Μαίου μέχρι και 31 Δεκεμβρίου του έτους 2013] και το ποσό των 325,13 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2014 [20,5 ημερομίσθια (164 ημερομίσθια που πραγματοποίησε : 8 = 20,5 ημερομίσθια) X 15.86 ευρώ ο μέσος όρος ημερομισθίου για το χρονικό διάστημα από 1 Μαίου μέχρι και 31 Δεκεμβρίου του έτους 2014] . Δηλαδή, δικαιούται για τις αιτίες αυτές το συνολικό ποσό των 573.05 ευρώ, από τα οποία πρέπει να επιδικαστούν 563,14 ευρώ τα οποία ζητεί η τρίτη ενάγουσα για την παραπάνω αιτία.
Ακόμη οι δύο πρώτες ενάγουσες δικαιούνται επιδόματα και αποδοχές αδείας, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του ισχυρισμού των εναγομένων περί χορήγησης αδείας αναψυχής, αφού αν πράγματι είχε χορηγηθεί τέτοια άδεια τούτο θα είχε αναγραφεί σε σχετικό βιβλίο παρουσιών της εταιρείας, αφετέρου θα είχε καταβληθεί και το σχετικό επίδομα, αφού όπως προαναφέρθηκε οι ενάγουσες δεν είχαν συνομολογήσει σχετικό περί τούτου όρο. Ειδικότερα για την άδεια των εργαζομένων με καθεστώς διαλείπουσας ή εκ περιτροπής απασχόλησης προέβλεψε ο Ν 1346/1983 ο οποίος αντικατέστησε σχετικώς τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ΑΝ 539/1945 και όρισε τα εξής: "Σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης σχέσεως εργασίας σε υποκείμενη επιχείρηση, κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές ίση με το 1/12 της αδείας που προβλέπεται από το νόμο αυτό ή άλλη ειδικότερη διάταξη, για κάθε μήνα που απασχολήθηκε μετά την πρόσληψή του, αν πρόκειται για άδεια που χορηγείται για πρώτη φορά ή μετά τη λήξη της αδείας του προηγουμένου έτους, μέχρι την ημέρα της ενάρξεως της αδείας. Για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου σαν μήνας λογίζονται 25 ημέρες απασχολήσεως. Εάν προκύπτει, κατά τον υπολογισμό, κλάσμα χρόνου αδείας, που υπερβαίνει τη μισή ημέρα το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα. Για την εξεύρεση των ημερών αδείας των εργαζομένων με διαλείπουσα ή εκ περιτροπής απασχόληση (είτε πρόκειται για τακτική, είτε πρόκειται για τμηματική διαλείπουσα εργασία), πολλαπλασιάζουμε ένα σταθερό συντελεστή επί τον αριθμό των ημερών εργασίας. Ο συντελεστής αυτός προκύπτει από τη διαίρεση του συνολικού αριθμού των ημερών αδείας με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με τον συνολικό αριθμό των εργασίμων ημερών, κατά τις οποίες ένας μέσος εργαζόμενος απασχολείται ετησίως, κατά κανόνα, με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Ο συνολικός αυτός αριθμός των εργασίμων ημερών απασχόλησης ενός μέσου εργαζομένου σε ετήσια βάση είναι 300 ημέρες (δηλ. 12 μήνες X 25 ημέρες, που είναι ο μέσος όρος μηνιαίας απασχόλησης = 300 ημέρες). Συνεπώς, ο ανωτέρω συντελεστής για τον υπολογισμό του βασικού χρόνου στην προκειμένη περίπτωση είναι ίσος με 24 (όσο δηλαδή το ανώτατο όριο των ημερών της πρώτης αδείας με καθεστώς πλήρους απασχόλησης): 300 = 0,08, ενώ για τον υπολογισμό των ημερών αδείας τα επόμενα χρόνια, (μετά δηλαδή τη συμπλήρωση του βασικού χρόνου) είναι ίσος με 25 (όσο το ανώτατο όριο των ημερών κανονικής αδείας με καθεστώς πλήρους απασχόλησης για το 2ο χρόνο): 600 (δηλ. 300 ημέρες X 2 χρόνια) = 0,8333333 και για τον τρίτο και πέραν αυτού χρόνο είναι ίσος με 26 (όσο δηλαδή το ανώτατο όριο ημερών κανονικής αδείας, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης μετά τη συμπλήρωση 3 ετών εργασίας στον ίδιο εργοδότη): 900 (δηλ. 300 ημέρες χ 3 χρόνια) = 0,08666666 (βλ. Στ. Βλαστού Π.Π. παρ. 1012 σελ. 1079, Σ. Φράγκου, Διαλείπουσα εργασία και άδεια. Εξεύρεση κλάσματος αποζημιώσεως αδείας ΔΕΝ 38,1033 και επ.). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν 4504/1986 και το άρθρο 6 της ΕΓΣΣΕ της 26.1.1977, που κυρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν 549/1977 "... οι μισθωτοί που δικαιούνται κανονική άδεια δικαιούνται και επίδομα αδείας, το οποίο είναι ίσο με τις αποδοχές αδείας, αλλά δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό μηνιαίο7 μισθό, για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό ή τα δεκατρία ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή με άλλο τρόπο (πλην του μηνιαίου μισθού). Περαιτέρω κατά το άρθρο 5 παρ. 5 του ΑΝ 539/1945, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν 1346/1983 αν λυθεί η σχέση εργασίας του μισθωτού μετά τη συμπλήρωση του βασικού χρόνου της 12μηνης εργασιακής σχέσης και πριν πάρει την άδεια του ημερολογιακού έτους αυτός δικαιούται ακέραιες τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, που θα δικαιούνταν αν έπαιρνε την άδεια του ημερολογιακού αυτού έτους, έστω και αν η λύση της εργασιακής σχέσης επήλθε τη δεύτερη ημέρα του νέου ημερολογιακού έτους (βλ. ΑΠ 530/1992 ΕλΔ 36,162, ΕφΑΘ 64/2000 ΕλΔ 41,813).
Α)Σύμφωνα με τα παραπάνω η πρώτη ενάγουσα για αποδοχές αδείας του 2011 δικαιούται 13 ημερομίσθια, ήτοι το ποσό των 206,18 (13 ημερομίσθια X 15,86 ευρώ = 206,18) καθόσον αυτή κατά τον πρώτο χρόνο της απασχολήσεώς της (9.5.2011 μέχρι 31.12.2011) πραγματοποίησε 171 ημερομίσθια επί τον αναφερόμενο παραπάνω συντελεστή 0,08 ίσον 13,68 ημερομίσθια πλην όμως οι αποδοχές αδείας δεν μπορούν να υπερβούν τα 13 ημερομίσθια. Δικαιούται και ισόποσο, ήτοι 206,18 ευρώ επίδομα αδείας. Για το 2012 για αποδοχές αδείας δικαιούται 13 ημερομίσθια αφού οι αποδοχές αδείας δεν μπορούν να υπερβούν 13 ημερομίσθια ήτοι το ποσό των 206,18 ευρώ (13 ημερομ. X 15,86 ευρώ =206,18 ευρώ) και το ίδιο ποσό των 206,18 δραχμών δικαιούται και για επίδομα αδείας. Για το 2013, για αποδοχές αδείας δικαιούται 13 ημερομίσθια, ήτοι το ποσό των 206,18 ευρώ , αφού οι αποδοχές αδείας δεν μπορούν να υπερβούν τα 13 ημερομίσθια, και το ίδιο ποσό ίων 206,18 ευρώ δικαιούται και για επίδομα αδείας. Για το 2014 δικαιούται, παρά τη λύση της εργασιακής σχέσεως στις 14.11.2014 ακέραιες τις αποδοχές και το επίδομα αδείας και συγκεκριμένα για αποδοχές αδείας δικαιούται 13 ημερομίσθια αφού οι αποδοχές αδείας δεν μπορούν να υπερβούν 13 ημερομίσθια ήτοι το ποσό των 206,18 ευρώ (13 ημερομ. X 15,86 ευρώ = 206,18 ευρώ) και το ίδιο ποσό των 206,18 δραχμών δικαιούται και για επίδομα αδείας. Ητοι, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται συνολικά για αποδοχές και επίδομα αδείας το ποσό των 1.649,44 ευρώ (206,18 ευρώ X 8.).
Β)Η δεύτερη ενάγουσα για αποδοχές αδείας του 2012 δικαιούται 7,28 ημερομίσθια, ήτοι το ποσό των 115,46 ευρώ (7,28 ημερομίσθια X 15,86 ευρώ = 115,46 ευρώ) καθόσον αυτή κατά τον πρώτο χρόνο της απασχολήσεώς της (14.9.2012 μέχρι 31.12.2012) πραγματοποίησε 91 ημερομίσθια) επί τον αναφερόμενο παραπάνω συντελεστή 0,08 ίσον 7,28 ημερομίσθια. Δικαιούται και ισόποσο, ήτοι 115,46 ευρώ, επίδομα αδείας. Για το 2013, για αποδοχές αδείας δικαιούται 13 ημερομίσθια, ήτοι το ποσό των 206,18 ευρώ, αφού οι αποδοχές αδείας δεν μπορούν να υπερβούν τα 13 ημερομίσθια, και το ίδιο ποσό των 206,18 ευρώ δικαιούται και για επίδομα αδείας. Για το 2014 δικαιούται, παρά τη λύση της εργασιακής σχέσεως στις 14.11.2014 ακέραιες τις αποδοχές και το επίδομα αδείας και συγκεκριμένα για αποδοχές αδείας δικαιούται 13 ημερομίσθια αφού οι αποδοχές αδείας δεν μπορούν να υπερβούν 13 ημερομίσθια ήτοι το ποσό των 206,18 ευρώ (13 ημερομ. X 15,86 ευρώ =206,18 ευρώ) και το ίδιο ποσό των 206,18 δραχμών δικαιούται και για επίδομα αδείας. Ητοι, η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται συνολικά για αποδοχές και επίδομα αδείας το ποσό των 1,055,64 ευρώ (206,18 + 206,18 + 206,18 + 206,18 + 115,46 + 115,46).
Γ) Οσον αφορά την τρίτη ενάγουσα, κατά το άρθρο 2 παρ. 1α του ΑΝ 539/1945, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν 1346/1983, κάθε μισθωτός (εργαζόμενος) μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον 12 μηνών (βασικός χρόνος) σε υπόχρεη επιχείρηση, δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές 24 εργάσιμες ημέρες και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται το σύστημα πενθήμερης εργασίας την εβδομάδα 20 εργάσιμες ημέρες. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν 4504/1966 σαφώς προκύπτει ότι το δικαίωμα για λήψη επιδόματος της αδείας είναι συνδεδεμένο με το δικαίωμα αδείας και συνεπώς εκείνος που δεν δικαιούται άδεια δεν δικαιούται και το επίδομα αυτό (βλ. και ΕΑ 7316/1991 ΕλΔ 34,130). Επομένως, το αγωγικό κονδύλιο των 1.999,28 ευρώ που αφορά επίδομα αδείας 2013 και 2014 και αποζημίωση αδείας 2013 και 2014 αντίστοιχα, της τρίτης ενάγουσας είναι μη νόμιμα εφόσον από την 21.11.2013 που προσλήφθηκε η ανωτέρω ενάγουσα και μέχρι την 14.11.2014 δεν είχε συμπληρώσει το βασικό χρόνο απασχολήσεως των 12 μηνών ώστε να δικαιούται άδεια και επίδομα αδείας.
Δικαιούται λοιπόν η πρώτη ενάγουσα συνολικά για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 3.751,91 ευρώ (1.649,44 + 2.102,47), η δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 2.309,03 ευρώ (1.055,64 + 1.253,39) και η τρίτη ενάγουσα το ποσό των 563,14 ευρώ.
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟΛΥΣΗΣ Οσον αφορά το αγωγικό αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης λόγω απόλυσης, το δικαστήριο έκρινε τα εξής: Η σύμβαση εξακολούθησε να λειτουργεί ομαλά μέχρι και τον μήνα Φεβρουάριο 2014. Από τον Μάρτιο του 2014 οι εναγόμενοι έπαψαν να καταβάλουν τους μισθούς των εναγουσών και δη από τον Ιούλιο 2014 στην πρώτη και στην Τρίτη και από τον Μάρτιο 2014 στην δεύτερη και το Νοέμβριο 2014 αυθαίρετα και μονομερώς δήλωσαν στις ενάγουσες ότι θα μειωθεί ο μισθός τους από 396,75 ευρώ για τετράωρη καθημερινή εργασία σε 310 ευρώ για 5ωρη καθημερινή εργασία (βλ. προσκομιζόμενα SMS σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων και λογιστή αυτών. Οι ενάγουσες αρνήθηκαν την τροποποίηση αυτών των βασικών όρων εργασίας τους, ήτοι την μείωση των αποδοχών τους με την ταυτόχρονη αύξηση του ωραρίου και έτσι δεν προσήλθαν προς εργασία στην επιχείρηση των εναγομένων. Ακολούθως στις 11.12.2014 δια εγγράφου καταγγελίας απευθύνθηκαν άμεσα στην Επιθεώρηση Εργασίας, εκθέτοντας τα αιτήματά τους, πλην όμως η Επιθεώρηση Εργασίας δεν επιλήφθηκε της υπόθεσης με την αιτιολογία ότι αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια (βλ.6/11.2.2015 δελτίο εργατικής διαφοράς). Μετά από αυτά, προέβησαν στην άσκηση της από 23.2.2015 υπό κρίση αγωγής με το προαναφερθέν περιεχόμενο. Ο μάρχυρας των εναγομένων, λογιστής της εταιρείας, του οποίου η ένορκη κατάθεση λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη λόγω των νομικών ζητημάτων που προκύπτουν, καταθέτει ότι η πρόταση αυτή μείωσης μισθών ήταν νόμιμη και όχι αυθαίρετη, αφού με αυτόν τον τρόπο οι μισθοί των εναγουσών θα εναρμονίζονταν με το κατώτατο όριο των 510 ευρώ μηνιαίως, όπως προβλέπουν οι προαναφερόμενοι στην μείζονα σκέψη νόμοι, ήτοι η ΠΥΣ 6/2012 και ο ν.4096/2012. Η άποψη αυτή είναι πρωτίστως νομικά αβάσιμη, αφού η μείωση των αυξημένων (υψηλοτέρων των ελαχίστων νομίμων) αποδοχών τους, τις οποίες ο εργοδότης οικειοθελώς καταβάλει συνεχώς επί χρονικό διάστημα ενός έτους τουλάχιστον, οι οποίες υψηλότερες αποδοχές καταβάλλονται σταθερά και ομοιόμορφα κατά το ανωτέρω διάστημα για την προσφερόμενη εργασία (όχι από ελευθεριότητα) και αποτελούσαν μισθό (ΑΠ 636/88 ΕΕργΔ 48.256,Ντάσιου, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τόμ. Α/1, 1986,σελ.275, παρ. 89, πρβλ. και ΑΠ 390/83 ΝοΒ 31. 1586, απ 90/83 ΝοΒ 31.1383), αποτελεί κι αυτή μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας, αφού ο εργοδότης δεν δικαιούται να μειώσει μονομερώς τον σύμφωνηθέντα μισθό, που προσφέρεται ως αντάλλαγμα της εργασίας, εκτός αν επιφυλάξει στον εαυτό του τέτοιο δικαίωμα, επιφύλαξης που δεν είχε γίνει στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 1937/88 ΔΕΝ 45.920, ΕΕργΔ 48.606, ΑΠ 636/88, ό.π., ΑΠ 1331/84 ΔΕΝ 42.973, ΕφΘεσ 3957/90 Αρμ. 44.1108). Πέραν τούτων, η συγκεκριμένη πρόταση μείωσης δεν είναι σύμφωνη με τους προαναφερθέντες στην μείζονα σκέψη νόμους περί μείωσης των γενικών κατώτατων αποδοχών, για τους εξής λόγους: Καταρχήν, όπως προκύπτει από την με αρ. III. παράγραφο της μείζονος σκέψης της παρούσας, ο ν. 1876/1990 δεν τροποποιήθηκε ως προς το άρθρο 9 παρ.5 ως προς την χρόνο μετενέργειας των σε αναφορικά με τις ήδη συναφθείσες ατομικές σχέσεις εργασίας, κατά τον οποίο «οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν» (άλλως: μετενεργούν - κατά την ορολογία που επικράτησε στο πεδίο του εργατικού δικαίου) «μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας» (παρ. 5). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 2 της ΠΥΣ 6/2012 προβλέφθηκε ότι από τους κανονιστικούς όρους της παρ. 5 μετενεργούν μόνον όσοι αφορούν τον βασικό μισθό και τέσσερα συγκεκριμένα επιδόματα. Στην ένδικη περίπτωση, υφίστανται ατομικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες πριν την πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση αυτών ως προς τους μισθούς και το ωράριο δεν είχαν καταγγελθεί από οποιαδήποτε συμβαλλόμενο μέρος για κάποιον λόγο, παρόλο που ο εργοδότης είχε πάιμει να καταβάλλει τα δεδουλευμένα στις εργαζόμενες, δεν υπάγονταν σε οποιαδήποτε προηγούμενη ΣΣΕ ή ΔΑ ή ΕΣΣΕ όπως προκύπτει από την προσεκτική εξέταση των απευθυνόμενων στον ΟΑΕΔ μηχανογραφημένων εντύπων Ε3 περί αναγγελίας πρόσληψης, επομένως, οι ενάγουσες εργαζόμενες νομίμως απαιτούσαν να εξακολουθούν να ισχύουν (μετενεργούν) μέχρι την λήξη τους ή την τροποποίησή τους οι υφιστάμενοι όροι εργασίας και ιδίως όσον αφορά τον βασικό μισθό, αφού άλλη απαίτηση δεν είχαν. Στο σημείο αυτό, το δικαστήριο κρίνει ότι ο όρος μετενέργεια δεν είναι αναγκαστικό να ισχύει μόνο για τις σε αλλά και για τις ατομικές συμβάσεις εργασίας που δεν υπάγονται σε κάποια ΣΣΕ ή ΕΣΣΕ, αφού και αυτές αποτελούν ένα ελάχιστο πλαίσιο προστασίας για τον εργαζόμενο. Επιπροσθέτως, στις ένδικες περιπτώσεις, η πρόταση περικοπών των μισθών των εναγουσών ήταν παράνομη και αυθαίρετη, διότι το αποτέλεσμα αυτής θα ήταν η μείωση αυτών κάτω από το νόμιμο κατώτατο όριο της ΕΣΣΕ 2012, ήτοι των 510,95 ευρώ, αφού το ωρομίσθιο για 5 ώρες πενθήμερης εργασίας σύμφωνα με τον μισθό των 510,95 ευρώ ανερχόταν σε 4,08 ευρώ (510,95/25=20,438X5/25, όπως ορθώς υπολογίζεται το ωρομίσθιο μερικής απασχόλησης σύμφωνα με την 1155/2014 ΑΠ και όχι όπως το υπολογίζουν οι εναγόμενοι), επί 5X22 ημέρες πραγματικής εργασίας 448,8 ευρώ μισθός που είναι μεγαλύτερος και του 310 και του 396,75 ενώ για τα 310 ευρώ μηνιαίως που πρότειναν οι εναγόμενοι το ωρομίσθιο ανερχόταν σε 2,48 ευρώ (310/25=12,4X5/25), ήτοι λιγότερο από το 4,08 που είναι το ωρομίσθιο των 510 ευρώ και από το ωρομίσθιο του συμβατικού μισθού των 396,75 ευρώ το οποίο για 4 ώρες πενθήμερης εργασίας ανερχόταν σε 3,96 ευρώ. Επομένως, δυνάμει και της ισχύουσας ατομικής σύμβασης εργασίας και της πρότασης των εναγομένων, οι ενάγουσες ελάμβαναν κατώτερες αμοιβές των νομίμων προβλεπομένων από την ΕΣΣΕ 2012.
Υστερα από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η μείωση του μισθού των εναγουσών με τον παραπάνω τρόπο συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας και επομένως η επακολουθήσασα καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που έγινε για το λόγο ότι οι ενάγουσες απέκρουσαν αυτήν και απαίτησαν από τους εναγομένους να αποδέχεται την εργασία με τους αρχικούς όρους της σύμβασης, είναι καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη και οι εναγόμενοι που αρνούνται την παροχή των υπηρεσιών των εναγουσών οφείλουν αποζημίωση απόλυσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Οι εναγόμενοι προσκομίζουν έγγραφο «αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού», κατατεθειμένο στον ΟΑΕΔ (Γραφείο Πάτρας), με αριθμ. πρωτ. Α0530587/24.11.2004, το οποίο έχει υπογράφει από την πρώτη ενάγουσα, .................. Καταρχήν, το προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους έγγραφο με ημερομηνία τις 24.11.2004 και με περιεχόμενο την «οικειοθελή αποχώρηση» της πρώτης ενάγουσας από την εργασία της, ουδεμία αποδεικτική ισχύ έχει ως «οικειοθελής παραίτηση» αφού ούτε ως εξώδικη παραίτηση της ενάγουσας από τις ένδικες απαιτήσεις της (διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση απόλυσης) δύναται να ληφθεί, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ως άφεσης χρέους [ΑΠ 1402/2006 ΕΕργΔ 66(2008).546=ΕλΔ 50(2009). 1713], διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 3, 174, 680, 679 του ΑΚ, με εκείνες των άρθρων 8 του ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το άρθρο 11 του α.ν. 537/1936, 2 παρ.1, 3 παρ.1 και 25 παρ. 2 του ν. 3239/1955, προκύπτει σαφώς ότι η δήλωση του μισθωτού, με την οποία παραιτείται από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του (και την αποζημίωση απόλυσης), είναι απολύτως ανίσχυρη [βλ. ΑΠ 455/2010 ΔΕΝ 66 (2010).855, ΑΠ 1583/2009 ΔΕΝ 66(20109.494, ΑΠ 178/2008 ΔΕΝ 64(2008). 1201 ΕΕργΔ 67/ (2008) 1366, ΑΠ 1694/2006 ΧρΙΔ 2007.211]. Πέραν τούτου, οι εναγόμενοι στηρίζουν τους ένδικους ισχυρισμούς τους κυρίως στην από 24.11.2014 και με αριθμ. πρωτ. ΑΟ ......... αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού, στην οποία προέβη προς τον ΟΑΕΔ και με την οποία δήλωσε, την οικειοθελή αποχώρησή της. Η δήλωση αυτή της πρώτης ενάγουσας εκτιμάται από το Δικαστήριο ότι υποβλήθηκε από τους εναγόμενους στον ΟΑΕΔ προσχηματικά και υπό καθεστώς πλήρους άγνοιας της πρώτης ενάγουσας, η οποία, λόγω του νεαρού της ηλικίας της (22 ετών), των ευλόγως ανύπαρκτων νομικών γνώσεών της ειδικότερα σε θέματα εργατικού δικαίου και μάλιστα σε θέματα αφορώντα το πεδίο εφαρμογής των μνημονιακών νόμων που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη της παρούσας, σε ποιες δηλαδή περιπτώσεις δύναται ο εργοδότης να προβεί νόμιμα σε περικοπή μισθών, αλλά και άγνοιας των προαναφερθέντων στην μείζονα σκέψη νόμων περί της μη χορήγησης επιδόματος ΟΑΕΔ σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης θεωρούσε καλόπιστα, ότι υπογράφοντας την οικειοθελή αποχώρησή της τουλάχιστον θα λάβει το επίδομα του ΟΑΕΔ, (βλ. κατάθεση του λογιστή των εναγομένων... «παζαρεύουνε το έντυπο καταγγελίας για να πάνε να γραφτούν στον ΟΑΕΔ...θα μπορούν να γραφτούν στον ΟΑΕΔ εάν εργάζονταν κάπου αλλού για 4 ημέρες...εγώ περίμενα τρεις κοπέλες για να υπογράψουν που ζητούσαν καταγγελία για να πάνε στον ΟΑΕΔ), αφού ο εργοδότης διατείνεται ότι νομίμως προτείνει την μείωση του μισθού της και άρα δεν πρόκειται περί βλαπτικής μεταβολής που συνιστά υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης (βλ. κατάθεση λογιστή των εναγόμενων...«ήταν υποχρεωμένες να δεχτούν να εργαστούν με μείωση μισθού»). Με άλλα λόγια δεν περιέχει αληθή και ηθελημένη δήλωση βουλήσεώς της για οικειοθελή αποχώρηση. Το αποτέλεσμα όμως ήταν η πρώτη ενάγουσα να μην δικαιούται στην χορήγηση επιδόματος ΟΑΕΔ, να αντιδράσει στον ΟΑΕΔ γι` αυτή την συγγνωστή πλάνη που προκάλεσε την διάσταση της δήλωσης με την βούληση (βλ. το από 15.1.2015 υπόμνημα στον ΟΑΕΔ), να μην της καταβληθεί αποζημίωση απόλυσης και φυσικά οι εναγόμενοι να συνεχίζουν ακόμα και τώρα να επιδοτούνται από τον ΟΑΕΔ (βλ. κατάθεση του λογιστή των εναγομένων... «το πρόγραμμα του ΟΑΕΔ συνεχίζεται, δεν έχει λήξει η επιδότηση, δεσμεύεται από τον ΟΑΕΔ και δεν μπορεί να τους διώξει») κατά το ένα τρίτο των μισθών που καταβάλλουν στους εργαζόμενους (βλ. αναλογία 396,73/127,14 όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο έντυπο που αφορά την κατάσταση επιχορηγούμενων μισθωτών), μέσω προγραμμάτων επιδοτουμένων από την Ευρωπαϊκή Ενωση που στοχεύουν στην καταπολέμηση της ανεργίας. Μετά από όλα τα παραπάνω, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί οικειοθελούς αποχώρησης της πρώτης ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ομοίως ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο αυτός ισχυρισμός περί οικειοθελούς αποχώρησης αναφορικά με τις λοιπές ενάγουσες, οι οποίες μάλιστα ουδέν έγγραφο περί οικειοθελούς αποχώρησης υπέβαλαν στον ΟΑΕΔ παρά μόνο οι εναγόμενοι μονομερώς το έστειλαν στον ΟΑΕΔ και στο Υπουργείο Εργασίας ανυπόγραφο από τις ενάγουσες βλ. προσκομιζόμενα ανυπόγραφα έντυπα δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης).
Συνεπώς, αποδείχτηκε ότι οι εναγόμενοι κατήγγειλαν αναιτίως, στις 14 Νοεμβρίου 2015, τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων, χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, με αποτέλεσμα η καταγγελία της αορίστου χρόνου των επιδίκων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας να είναι άκυρη.
Α) Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το ύψος της οφειλόμενης στην πρώτη ενάγουσα αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτής, το Δικαστήριο δέχεται τα εξής: Ενόψει του ότι η εργασιακή σχέση της πρώτης ενάγουσας, από την πρόσληψή της στις 9.5.2011 μέχρι την απόλυσή της στις 14.11.2014, διήρκεσε τρία έτη και έξι περίπου μήνες, αυτή δικαιούται αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές δύο μηνών υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Οι συμβατικές αποδοχές της κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση του μήνα, ανέρχονταν στο ποσό των 396,73 ευρώ. Στις παραπάνω αποδοχές πρέπει να προστεθεί και η αναλογία των επιδομάτων εορτών και άδειας και έτσι οι τακτικές αποδοχές της πρώτης ενάγουσας κατά τον τελευταίο πριν την απόλυσή της μήνα ανήλθαν στο ποσό των 462,85 ευρώ (396,73 + 1/6). Επομένως, η αποζημίωση απόλυσης, που δικαιούται να λάβει η πρώτη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 925,7 ευρώ (462,85 X 2 μήνες).
Β) Αναφορικά με το ύψος της οφειλόμενης στην δεύτερη ενάγουσα αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτής, το Δικαστήριο δέχεται τα εξής: Ενόψει του ότι η εργασιακή σχέση της δεύτερης ενάγουσας, από την πρόσληψή της στις 14.9.2012 μέχρι την απόλυσή της στις 14.11.2014, διήρκεσε δύο έτη και δύο περίπου μήνες, αυτή δικαιούται αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές δύο μηνών υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Οι συμβατικές αποδοχές της κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση του μήνα, ανέρχονταν στο ποσό των 396,73 ευρώ. Στις παραπάνω αποδοχές πρέπει να προστεθεί και η αναλογία των επιδομάτων εορτών και άδειας και έτσι οι τακτικές αποδοχές της πρώτης ενάγουσας κατά τον τελευταίο πριν την απόλυσή της μήνα ανήλθαν στο ποσό των 462,85 ευρώ (396,73 + 1/6). Επομένως, η αποζημίωση απόλυσης, που δικαιούται να λάβει η δεύτερη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 925,7 ευρώ (462,85 X 2 μήνες).
Ενόψει όλων αυτών, το συνολικό ποσό που δικαιούνται οι ενάγουσες για τις παραπάνω αιτίες ανέρχεται για την μεν πρώτη των εναγουσών σε 6.486,97 ευρώ (925,7 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης + 3.751,91 για δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας + 1.808,96 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές), για την δεύτερη των εναγουσών σε 5.015,42 ευρώ (925,7 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης + 2.309,03 για δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας + 1.780,69 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές) και για την Τρίτη των εναγουσών σε 2.372,1 ευρώ (563,14 για δώρα εορτών +1.808,96 για δεδουλευμένες αποδοχές).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατέθεσαν στο Ταμείο Παραταθηκών κατά την 3.3.2015 (4 μήνες μετά την απόλυσή τους και συμπτωματικά μία ημέρα πριν την κατάθεση της ένδικης αγωγής, διάστημα το οποίο δεν θεωρείται εύλογο) το ποσό των 1.644 ευρώ υπέρ της πρώτης ενάγουσας, για οφειλόμενο ποσό (αορίστως) από την εργασία της στην εταιρεία, ενώ τον χρόνο εκείνο η οφειλή τους ανερχόταν σε 6.486,97 ευρώ, το ποσό των 1.600 ευρώ υπέρ της δεύτερης ενάγουσας ενώ τον χρόνο εκείνο η οφειλή τους ανερχόταν σε 5.015,42 ευρώ και το ποσό των 1610 ευρώ υπέρ της τρίτης ενάγουσας ενώ τον χρόνο εκείνο η οφειλή τους ανερχόταν σε 2.372,1 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από τα υπ`αρ.47606,47604 και 47607 γραμμάτια του Ταμείου Παρακαταθηκών. Τα ανωτέρω τρία γραμμάτια οι εναγόμενοι τα κοινοποίησαν στις 5.3.2015, χωρίς οι τελευταίες να παραλάβουν ακόμη τα γραμμάτια και να τα εξοφλήσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών διότι ισχυρίζονται, απαντώντας στην οικεία ένσταση εξοφλήσεως των εναγομένων, ότι οι εναγόμενοι δεν προσφέρθηκαν ποτέ να τους πληρώσουν όλη την οφειλή τους, ούτε αυτοί αρνήθηκαν κάτι τέτοιο, ώστε η παρακατάθεση δεν είναι νόμιμη. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αντένσταση, στηριζόμενη στα άρθρα 349, 427, 430 ΑΚ, και πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Και τούτο, διότι αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε πραγματική και προσήκουσα προσφορά της οφειλής των εναγομένων προς τις ενάγουσες, αφού τα ποσά αυτά δεν ήταν ολόκληρα τα οφειλόμενα, για να περιέλθουν οι τελευταίες σε υπερημερία, ώστε να δικαιούνται οι εναγόμενοι στην δημόσια κατάθεση των ανωτέρω κατατεθέντων ποσών (βλ. ΕφΑθ 12968/87 Ελλ Δικ 31,565).

Κατ` ακολουθία πάντων των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον: α) στην πρώτη των εναγουσών το συνολικό ποσό των 6.486,97 ευρώ (925,7 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης + 3.751,91 για δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας + 1.808,96 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές), στην δεύτερη των εναγουσών σε 5.015,42 ευρώ (925,7 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης + 2.309,03 για δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας + 1.780,69 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές) και στην τρίτη των εναγουσών σε 2.372,1 ευρώ (563,14 για δώρα εορτών +1.808,96 για δεδουλευμένες αποδοχές), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, όπως ζητεί, αφαιρουμένων των νομίμων κρατήσεων από το κάθε επιμέρους ως άνω επιδικαζόμενο κονδύλιο, καθόσον μόνο οι μικτές αποδοχές αποτελούν αντικείμενο για αποδοχές μισθωτού, δηλαδή εκείνες στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι κατά νόμο υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών κρατήσεις, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών, το χαρτόσημο εξόφλησης του μισθού κ.λπ. Τα ως άνω αυτά ποσά δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 1271/2005 ΝοΒ 2006.213, ΑΠ 1197/1998 ΔΕΝ 1999.205, ΑΠ 1103/1998 ΔΕΝ 1998.1034, ΑΠ 363/1979, ΝοΒ 27.1310, ΕφΛαρ 231/2007 Δικογραφία 2007.517, ΠΠρΑθ 2704/1994 ο.π., ΜΠρΡοδ 41/2012, Α` Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει ακόμη, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, καθόσον συντρέχουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν την προσωρινή εκτελεστότητα και η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία στις ενάγουσες, πρόκειται δε και για απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας (άρθρα 907, 908 περ. ε του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας τους και να επιβληθεί μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγουσών σε βάρος των εναγομένων (άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγομένους 1)ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «..», η οποία εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2)... να καταβάλουν εις ολόκληρον: α) στην πρώτη των εναγουσών το συνολικό ποσό των 6.486,97 ευρώ, β) στην δεύτερη των εναγουσών το συνολικό ποσό των 5.015,42 ευρώ και γ)στην Τρίτη των εναγουσών το συνολικό ποσό των 2.372,1 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα προσωρινά εκτελεστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγουσών, το οποίο ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Πατρών, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 18-1-2016, απάντων των διαδίκων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis