Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Εφ' άπαξ, περικοπή, συνταγματικότητα, αστική ευθύνη δημοσίου.

Περίληψη. «Δίκη-Πιλότος» - Κοινωνική ασφάλιση - Ταμείο Προνοίας Δημοσιών Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.) - Εκπαιδευτικοί - Εφάπαξ ασφαλιστική παροχή - Περικοπές εφάπαξ - Συνταγματικότητα διατάξεων παρ. 6 άρθ. 2 Ν. 4024/2011 και περ. 2 υποπαρ. ΙΑ5 άρθ. 1 Ν. 4093/2012 -. Κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011 και του άρθρου πρώτου, υποπαράγραφος ΙΑ 5 περ. 2 του ν. 4093/2012, με τις οποίες επήλθαν οι μειώσεις της εφάπαξ παροχής δεν αντίκεινται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, ούτε παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας δεδομένου μάλιστα ότι ειδικώς η δεύτερη μείωση του εφάπαξ βοηθήματος έγινε σε εφαρμογή της αποφάσεως του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και απέβλεπε στην εξομάλυνση της αναλογίας εισφορών και εφάπαξ παροχών. Ενόψει δε και του τελευταίου αυτού σκοπού και δεδομένου ότι το καταβληθέν ποσό υπερβαίνει το σύνολο των καταβληθεισών από την προσφευγούσα-ενάγουσα εισφορών, δεν παραβιάζεται η αρχή της ανταποδοτικότητας, αλλά ούτε και η αρχή της ισότητας. Περαιτέρω δε, δεν παραβιάζεται η παρ. 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, καθόσον το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων αντιμετώπιζε άμεσα και πιεστικότατα οικονομικά προβλήματα, συνεπεία των οποίων αδυνατούσε να ανταποκριθεί επικαίρως στις υποχρεώσεις του, η αντιμετώπιση δε των προβλημάτων αυτών έπρεπε να γίνει με έκτακτη οικονομική ενίσχυση από το Κράτος, που ήδη έλαβε χώρα αλλά και με περικοπές του χορηγούμενου εφάπαξ βοηθήματος και τούτο για την αποφυγή επιβολής φορολογίας και άλλων επιβαρύνσεων σε βάρος του κοινωνικού συνόλου (Αντίθετη μειοψηφία).

                           ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 734/ 2016

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Δημ. Πετρούλιας, Αθ. Ράντος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Μιχ. Βηλαράς, Μ.–Ελ. Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Γ. Τσιμέκας, Αντ. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Ε. Κουσιουρής, Κων. Κουσούλης, Αντ. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Α.–Μ. Παπαδημητρίου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Ειρ. Σταυρουλάκη, Α. Σκούφαλος, Τρ. Βαρουφάκη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Γ. Τσιμέκας και Θ. Τζοβαρίδου καθώς και η Πάρεδρος Ειρ. Σταυρουλάκη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. 

   3. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης…» (Α΄ 213), όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 του ν. 4055/2012 «Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής» (Α΄ 51), ορίζονται τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων… Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκησή της δεν δημιουργεί δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής. 2. …».

    4. Επειδή, με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3900/2010 εισάγεται ο θεσμός της «δίκης – πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεώς τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών, με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στις περιπτώσεις αυτές δίνεται η δυνατότητα στους διαδίκους και στα διοικητικά δικαστήρια να απευθύνονται απευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ώστε τούτο να επιλύει τα σχετικά ζητήματα, διασφαλίζοντας την ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου (βλ. σχετική εισηγητική έκθεση του νόμου). Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον, με αίτημα διαδίκου εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για το λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνεται δεκτό από την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει σε Ολομέλεια ή Τμήμα το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο διατάξεις (ΣτΕ 601/2012 Ολομ.).

    5. Επειδή, με την ανωτέρω ΠΑ 16/2013 Πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «....» στις 15.10.2013 και «...» στις 17.10.2013, έγινε δεκτή η από 17.7.2013 αίτηση της ......., με την οποία είχε ζητήσει να εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας η από 15.7.2013 προσφυγή – αγωγή αυτής, όπως το δικόγραφο τούτο χαρακτηρίζεται, με το οποίο δικόγραφο ζητείται να ακυρωθούν, άλλως, να τροποποιηθούν: α) η υπ’ αριθμ. 23/19.6.2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ), με την οποία απορρίφθηκε ενδικοφανής προσφυγή της προσφεύγουσας – ενάγουσας κατά της 329.708/13.2.2013 αποφάσεως της Διευθύντριας του Ταμείου, β) η ως είρηται 329.708/13.2.2013 απόφαση της Διευθύντριας του Ταμείου, με την οποία της χορηγήθηκε εφ’ άπαξ ασφαλιστική παροχή ποσού 31.267,81 ευρώ αντί του, κατά τη νομοθεσία του ταμείου, ποσού των 47.569,72 ευρώ, μειωθέντος κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011 και του άρθρου πρώτου, υποπαράγραφος ΙΑ.5. περ. 2 του ν. 4093/2012, ως και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως. Με το ίδιο δικόγραφο ζητείται, περαιτέρω, να υποχρεωθεί το ΤΠΔΥ να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 16.301,91 ευρώ νομιμοτόκως για την υλική ζημία που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά του Ταμείου, λόγω εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, θεωρουμένων από αυτήν ως αντισυνταγματικών, και, τέλος, ζητείται να υποχρεωθεί το Ταμείο να της καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη. Με την προσφυγή - αγωγή αυτή, όπως αναφέρεται στην ανωτέρω Πράξη της τριμελούς Επιτροπής, «τίθεται το γενικότερο ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 4024/2011 και του άρθρου πρώτου, υποπαράγραφος ΙΑ.5. περ. 2 του ν. 4093/2012».

     10. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/ 1984 – Α΄ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …», στο δε άρθρο 106 ορίζεται ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του προηγούμενου άρθρου «εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν στοιχειοθετείται ευθύνη προς αποζημίωση μόνο όταν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψη νομοθετήσεως γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται μόνο αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν δε και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοικήσεως. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοικήσεως που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου, αλλά από την τελευταία αυτή πράξη (ΣτΕ 1038/ 2006 επταμ., 450/ 2013, 2705, 3410/ 2014 κ.α.).

    11. Επειδή, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.». Στο άρθρο 4 παρ. 1 και 5 ότι «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. … 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.». Στο άρθρο 22 παρ. 5 ότι «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει.». Στο άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους… Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει … να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. … 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ως θεσμική εγγύηση των εργαζομένων, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης, διαθέτοντας ευρεία προς τούτο εξουσία και λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, θέτει τους κανόνες για την ασφαλιστική κάλυψη και προστασία του εργαζόμενου πληθυσμού έναντι συγκεκριμένων ασφαλιστικών κινδύνων (όπως είναι το γήρας, ο θάνατος, η αναπηρία, η ασθένεια, η ανεργία) με γνώμονα αφ’ ενός την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσεως, στην οποία στηρίζεται η οικονομία των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως, δηλαδή την προστασία της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, χάριν και των μελλοντικών γενεών, και αφ’ ετέρου την διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων, οι οποίοι διά της εργασίας των συνέβαλαν στην δημιουργία του δημοσίου πλούτου, ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβιώσεως, όσο το δυνατόν εγγύτερου σε εκείνο που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Μεταξύ των παροχών, οι οποίες κατατείνουν στον ανωτέρω σκοπό δεν είναι μόνον οι περιοδικές παροχές (συντάξεις, κύριες και επικουρικές, μερίσματα, βοηθήματα), αλλά και οι εφάπαξ παροχές που χορηγούνται κατά την συνταξιοδότηση, οι οποίες, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, είναι δημοσίου δικαίου κοινωνικοασφαλιστικές παροχές (ΑΕΔ 3, 4, 5/2007, ΣτΕ 121/2012) υπαγόμενες και αυτές στο καθεστώς προστασίας του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο αντλούνται οι εφάπαξ παροχές, εφόσον σχηματίζεται αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από εισφορές είτε μόνο των ασφαλισμένων είτε και του εργοδότη που τους απασχολεί, ανεξαρτήτως μάλιστα του ύψους των εισφορών του τελευταίου, φέρει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα (ΣτΕ 2679/2011 Ολομ., κ. ά., πρβλ. ΑΕΔ 3, 4, 5/2007). Η προστασία της βιωσιμότητας του οικείου ασφαλιστικού φορέα και η διασφάλιση της ακεραιότητας του ασφαλιστικού του κεφαλαίου αποτελεί υποχρέωση του νομοθέτη, ο οποίος, όταν διαπιστώνει μεταβολή των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, η οποία μεταβολή εγκυμονεί κινδύνους για την βιωσιμότητα αυτού, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, όπως είναι η αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών παροχών και εισφορών, ο επανακαθορισμός των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του ασφαλιστικού δικαιώματος, καθώς και η διάθεση κρατικών πόρων για την στήριξή του είτε τακτικώς είτε εκτάκτως. Οι προς τούτο αναγκαίες, κατά την επιλογήν του νομοθέτη, επεμβάσεις επιτρέπεται, σε περίπτωση εξαιρετικά δυσμενών οικονομικών συνθηκών, να έχουν ως αποτέλεσμα ακόμη και την μείωση των απονεμόμενων ασφαλιστικών παροχών, μεταξύ των οποίων και των εφάπαξ παροχών, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών αυτών, το ύψος δε της κρατικής χρηματοδοτήσεως του οικείου κοινωνικοασφαλιστικού οργανισμού, το οποίο καθορίζεται, κατ’ αρχάς, από πολιτικές επιλογές για την διάθεση των κρατικών πόρων προς εκπλήρωση των ποικίλων σκοπών του κράτους και την ικανοποίηση των ανειλημμένων υποχρεώσεων αυτού, δεν επαρκεί για την βιωσιμότητα του κοινωνικοασφαλιστικού οργανισμού. Η μείωση δε αυτή είναι δυνατή όχι μόνον για το μέλλον, αλλά όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 3487/2008 Ολομ., 58/1999, 2999/2009, 4132/2011, 3613/2013), είναι δυνατή και για το παρελθόν, υπό την έννοια ότι μπορεί να καταλαμβάνει και εκκρεμείς αιτήσεις χορηγήσεως ασφαλιστικών παροχών, οι οποίες μέχρι την επέλευση της νομοθετικής μεταβολής δεν έχουν ικανοποιηθεί, διότι το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικώς σε αυτό προβλεπομένων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος), εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ 3613/2013), να ρυθμίζει αναδρομικώς έννομες σχέσεις με την έκδοση γενικών κανόνων. Εκ τούτων παρέπεται ότι ναι μεν με το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος δεν απαγορεύεται η επί το δυσμενέστερο μεταβολή των προϋποθέσεων χορηγήσεως εφάπαξ παροχών, εφόσον, κατά τα εκτεθέντα, προκύπτει αιτιολογημένως ότι η διατηρησιμότητα του ασφαλιστικού κεφαλαίου μόνο με αυτές τις επεμβάσεις μπορεί να διασφαλισθεί, πλην οι επεμβάσεις αυτές, οι οποίες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα και την μείωση εφάπαξ παροχών, ακόμη δε και ενώ είναι εκκρεμείς οι αιτήσεις χορηγήσεώς τους, πρέπει να είναι σύμφωνες με τις λοιπές διατάξεις του Συντάγματος και, ιδίως, την αρχή της ισότητας των πολιτών γενικώς, αλλά και, ειδικότερα, την αρχή της ισότητας των πολιτών κατά τη συμμετοχή τους στα δημόσια βάρη, ώστε να αξιώνεται από τους ασφαλισμένους και συνταξιούχους η τήρηση της υποχρεώσεως για κοινωνική αλληλεγγύη, στο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, προσέτι δε να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας και να μην παραβιάζεται η αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης (πρβλ. ΣτΕ 2194/2014 Ολομ. σκ. 17). Μείωση δε απονεμομένων ασφαλιστικών παροχών υπό τους ως άνω όρους και προϋποθέσεις δεν προσκρούει στο άρθρο 17 του Συντάγματος. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Σωτ. Ρίζος, ο Αντιπρόεδρος Νικ. Ρόζος και οι Σύμβουλοι Διον. Μαρινάκης, Μιχ. Βηλαράς, Π. Ευστρατίου, Αντ. Ντέμσιας, Διομ. Κυριλλόπουλος και Αντ. Χλαμπέα, προς την γνώμη των οποίων προσεχώρησε και η Πάρεδρος Τ. Βαρουφάκη, οι οποίοι υποστήριξαν τα ακόλουθα: Το Κοινωνικό Κράτος αποτελεί αναπόσπαστο συνθετικό στοιχείο του ελληνικού Κράτους όπως οργανώνεται ιδίως με το Σύνταγμα του 1975. Τούτο πρωτίστως σημαίνει ότι ούτε διαλύεται ούτε αποσυντίθεται σταδιακώς με επάλληλα νομοθετικά μέτρα είτε προς συμμόρφωση προς οικονομικές θεωρίες, οι οποίες διδάσκουν ότι αποτελεί εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη είτε προς αντιμετώπιση οικονομικών δυσκολιών του κράτους ή γενικότερης κρίσεως της οικονομίας. Στην περίπτωση τέτοιων κρίσεων βεβαίως δεν κωλύεται ο νομοθέτης να μειώσει τη χρηματοδότησή του αλλά κατά την «επιχείρηση» αυτή υπόκειται τόσο σε ουσιαστικούς όσο και σε διαδικαστικούς περιορισμούς. Ειδικότερα, και καθ’ όσον αφορά το πλέον βασικό κεφάλαιο του Κοινωνικού Κράτους, που είναι η κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, οι ουσιαστικοί περιορισμοί συνίστανται στην αναγνώριση ορίων στην επιχειρούμενη χειροτέρευση της θέσεως των ασφαλισμένων, δηλαδή στη διατήρηση των ασφαλιστικών παροχών – μεταξύ των οποίων και η εφάπαξ παροχή – σε μεγέθη που να εξασφαλίζουν επίπεδο βίου που επιτρέπει όχι απλώς την κάλυψη στοιχειωδών αναγκών των ασφαλισμένων για την επιβίωσή τους αλλά και την αξιοπρεπή διαβίωσή τους και την αξιοπρεπή συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή (πρβλ. ΣτΕ 2194/2014 σκ. 17, και την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 9.2.2010, .. – . 1/09). Το εξασφαλιζόμενο δε εισόδημα θα πρέπει να βρίσκεται κατά το δυνατόν εγγύς προς εκείνο του εργασιακού βίου του ασφαλισμένου, λαμβανομένης υπ’ όψιν και της αναλογικότητας εν σχέσει με τις εισφορές που τον επιβάρυναν. Οι διαδικαστικοί περιορισμοί, εξ άλλου, συναγόμενοι από την ανάγκη οι μειώσεις να δικαιολογούνται και να υπηρετούν πράγματι τον σκοπό της βιωσιμότητας της κοινωνικής ασφαλίσεως και της δικαίας κατανομής των βαρών εντός αυτής, συνίστανται στην απαίτηση να υπάρξει, προ της νομοθετήσεως, μελέτη όλων των παραγόντων, στάθμιση των συνθηκών και των συνολικών επιβαρύνσεων των πολιτών με άλλα κρατικά μέτρα (φορολογίες κλπ), αυτά δε υπό την ευθύνη του ελληνικού κράτους και όχι καθ’ υπαγόρευση από παράγοντες εξωγενείς, οι οποίοι ούτε είναι δυνατόν να γνωρίζουν τις συγκεκριμένες συνθήκες ούτε είναι βέβαιο ότι θα επιδιώξουν τους ίδιους σκοπούς. Η συνθετική αυτή μελέτη καθιστά διαφανή και πειστική τη νομοθέτηση, αποδεικνύει δε ότι ο νομοθέτης κινείται στο πλαίσιο της κρατικής αποστολής του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, κατανέμει δίκαια τα βάρη μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών των ασφαλισμένων και των γενεών, και, τέλος, διασφαλίζει ότι οι επιχειρούμενες μειώσεις, ως στοιχείο ενός ορθολογικού σχεδίου, δεν θα επαναλαμβάνονται στο διηνεκές, πλήττοντας την κοινωνική ασφάλιση στον πυρήνα της, δηλαδή στο αίσθημα της ασφάλειας.

    12. Επειδή, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Εν όψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελούν και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως αξιώσεις για την χορήγηση προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, τόσο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είχε καταβάλει στο παρελθόν υποχρεωτικώς εισφορές, όσο και στην περίπτωση που η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή εισφορών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. .... κατά Κροατίας, της 30.9.2010, ... κατά Λετονίας, της 18.2.2009, Νο 55707/00, σκέψη 77, .. και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Νο 65731/01 και 65900/01, σκέψη 54, ... κατά Κροατίας, της 12.10.2000, Νο 43440/98, .... κατά Ισλανδίας, της 12.10.2004, No 60669/00, σκέψη 39, .. κατά Πολωνίας, της 15.6.1999, Νο 34610/97). Πάντως με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα συντάξεως ορισμένου ύψους (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 25.10.2011, .. και λοιποί κατά Βουλγαρίας, σκ. 84, βλ. απόφαση επί του παραδεκτού της 8.10.2013, .. και .. κατά Πορτογαλίας, σκ. 18, απόφαση της 8.10.2013,.. κατά Σερβίας, σκ. 54), με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ’ αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους της συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις ... και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, Νο 8793/79, σκέψη 46, ..... S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, .. κατά Φινλανδίας, της 28.1.2003, ... και .. κατά Ελλάδος, της 8.7.2004, σκέψη 25, .... κατά Λετονίας, της 18.2.2009, σκέψη 83), ιδίως όταν πρόκειται για εκτιμήσεις σχετικά με τον καθορισμό των προτεραιοτήτων κατά τη διάθεση των περιορισμένων κρατικών πόρων (βλ. απόφαση .. και .., με παραπομπή, μεταξύ άλλων, στην απόφαση επί του παραδεκτού της 7.5.2013, .... και .. κατά Ελλάδος, 57665/12 σκ. 31). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. .. και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50). Ειδικότερα, καθ’ όσον αφορά τις περικοπές συνταξιοδοτικών παροχών, ο δικαστικός έλεγχος λαμβάνει υπ’ όψη α) εάν η περικοπή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης (απόφαση ..σκ. 92 και 98, απόφαση επί του παραδεκτού της 8.9.2005, .. και ... κατά Γερμανίας), β) εάν πρόκειται για διανεμητικό σύστημα, οπότε καθίστανται ανεκτές και έντονες επεμβάσεις στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, ακόμη και αν για την απόληψη συνταξιοδοτικών παροχών καταβάλλονταν εισφορές (βλ. απόφαση της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 16.12.1974, .... κατά Αυστρίας, καθώς και προαναφερόμενη απόφαση ..... και ..., σκ. 24 και 28), γ) τον αναδρομικό ή μη χαρακτήρα της περικοπής (απόφαση της 5.7.2007, .. κατά Ρωσίας, 944/02, σκ. 48-51), δ) το τυχαίο και, άρα, αυθαίρετο κριτήριο των περικοπών (βλ. απόφαση της 18.2.2009, .... κατά Λετονίας), ε) την φύση της παροχής, δηλαδή εάν έχει ή όχι προνομιακό χαρακτήρα (απόφαση ... και ..., σκ. 24), στ) την χρονική διάρκεια των περικοπών (απόφαση .. και .., σκ. 28), ζ) τον μέσο όρο των παροχών που λαμβάνουν οι υπόλοιποι συνταξιούχοι (απόφαση .. σκέψη 97, επίσης απόφαση της 19.6.2012, .. κατά Γεωργίας σκ. 77), η) την μέριμνα του εθνικού νομοθέτη για την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου των προσώπων που υφίστανται τις συνέπειες των κρατικών περιοριστικών μέτρων, ώστε να μην τίθεται ζήτημα παραβίασης και του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ (απόφαση επί του παραδεκτού της 18.6.2009, .... κατά Ρωσίας καθώς και .... και .. κατά Ελλάδας). Εξ άλλου, σύμφωνα με το Ε.Δ.Δ.Α., μόνο το γεγονός ότι ένας νόμος έχει αναδρομική ισχύ, δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι επέρχεται ανεπίτρεπτη προσβολή του δικαιώματος στην περιουσία, υπό την αυτονόητη, βεβαίως, προϋπόθεση ότι η αναδρομή αυτή επιτρέπεται κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κρίνεται in concreto αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες εκάστης υποθέσεως η αναδρομική εφαρμογή του νόμου μπορεί να αποτελέσει υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας, ανατρέποντας τη δίκαιη ισορροπία, που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των διαφορετικών συμφερόντων (Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση ..... κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 23.10.1997, Νο 21319/93, 21449/93, 21675/93, σκ. 81,90,112).

    13. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 115 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «Στο Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) εντάσσονται, …ως Τομείς με πλήρη λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια έκαστος, α) … β) … και γ) … . Οι ήδη υφιστάμενοι στο Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων Κλάδοι Πρόνοιας … μετονομάζονται σε Τομείς Πρόνοιας …». Με την παρ. 3α του άρθρου 20 του ν. 3846/2010 (Α΄ 66) στην ανωτέρω παρ. 1 προστέθηκε εδάφιο σύμφωνα με το οποίο «Στο παραπάνω Ταμείο συνιστάται τομέας με πλήρη λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια με την ονομασία «Τομέας Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων», ο οποίος αποτελεί συνέχεια του μέχρι την 31.7.2008 υφισταμένου Ταμείου». Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 115 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι «Οι ανωτέρω Τομείς διέπονται από τις καταστατικές διατάξεις του αντίστοιχου εντασσόμενου Ταμείου και κλάδων, οι οποίες καθίστανται εφεξής καταστατικές διατάξεις των Τομέων αυτών και από τις διατάξεις της γενικότερης νομοθεσίας, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν».

    14. Επειδή, από τον συνδυασμό της παρ. 1 του άρθρου 5 του Οργανισμού του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (β.δ. 3 – 13.7.1936, Α΄ 285), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 666/1978 (Α΄ 148), και το άρθρο 10 του ίδιου Οργανισμού, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με την 64510/Σ.1517/25.10.1955 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Β΄ 194), το π.δ. 48/1971 (Α΄ 27), το π.δ. 596/1982 (Α΄ 111) και το π.δ. 243/1984 (Α΄ 96) προκύπτει ότι προκειμένου το Ταμείο να χορηγήσει εφάπαξ βοήθημα σε ασφαλισμένους του, οι οποίοι δικαιούνται να λάβουν σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, απαιτούνται αθροιστικώς δύο προϋποθέσεις: α) να έχει απονεμηθεί σε αυτούς η σύνταξη που δικαιούνται από το Δημόσιο Ταμείο και β) να έχουν συμπληρώσει τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις ελάχιστο χρόνο ασφάλισης στο Ταμείο. Εξ άλλου, τα αρμόδια για την απονομή του παραπάνω βοηθήματος όργανα του ΤΠΔΥ δεσμεύονται από την πράξη κανονισμού συντάξεως, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη αυτή ισχύει και δεν έχει ακυρωθεί ή ανακληθεί, ως προς τον βεβαιούμενο σε αυτήν χρόνο υπηρεσίας, τη φύση της υπηρεσίας αυτής, το ύψος των αποδοχών και τον τερματισμό του χρόνου της συντάξιμης υπηρεσίας, μη δυνάμενα ως προς τα θέματα αυτά να ελέγξουν την νομιμότητα της πράξεως κανονισμού της σύνταξης, εκτός αν τα ανωτέρω θέματα προσδιορισθούν, ως προς ορισμένο ασφαλισμένο του Ταμείου, με οριστική απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή εφόσον με μεταγενέστερη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου χωρήσει ανακαθορισμός της συντάξεως του ασφαλισμένου στο Ταμείο (ΣτΕ 1092/2012, 2914/2013). Εξ άλλου, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 2769/2011 Ολομ.) η ανωτέρω εφάπαξ παροχή έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, καθόσον καταβάλλεται από ασφαλιστικό κεφάλαιο, το οποίο σχηματίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Οργανισμού του Ταμείου προεχόντως από εισφορές των ασφαλισμένων και από συνεισφορά του Δημοσίου ως εργοδότη του ασφαλισμένου [από 1.1.1994 δε το εν λόγω κεφάλαιο σχηματίζεται αποκλειστικώς από εισφορές των ασφαλισμένων – βλ. κατωτέρω σκ. 25]. Τέλος, όπως επίσης έχει παγίως κριθεί κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό του εφαρμοστέου νομοθετικού καθεστώτος είναι ο χρόνος αποχωρήσεως του υπαλλήλου από την υπηρεσία (ΣτΕ 2031/1994 επταμ., 1712/1978, 2999/2009, πρβλ. 3487/2008 Ολομ.).

    15. Επειδή, κατά τα κοινώς γνωστά, λόγω της αρξαμένης από το 2010 οικονομικής κρίσεως με την από 2.5.2010 επιστολή του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ζητήθηκε από τα άλλα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης η παροχή χρηματοδοτικής ενίσχυσης με δανειοδότηση ύψους 80.000.000.000 ευρώ για μια χρονική περίοδο 36 μηνών, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβέρνησης για το υπόλοιπο του έτους 2010 και για την τριετία 2011 – 2013. Η επιστολή αυτή συνοδεύθηκε από ένα κείμενο – «Μνημόνιο Συνεννόησης» (Memorandum of Understanding) - μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, απαρτιζόμενο από τρία επί μέρους Μνημόνια, στο οποίο παρατίθενται το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβέρνησης, με λήψη μέτρων και θέση στόχων για σταδιακή προσαρμογή στους δημοσιονομικούς δείκτες, καθώς και κριτήρια για την παρακολούθηση της εφαρμογής και τη συστηματική αξιολόγηση του προγράμματος. Αντίστοιχου δε περιεχομένου επιστολή, από 3.5.2010, συνοδευμένη από το ίδιο Μνημόνιο Συνεννόησης, απεστάλη στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΔΝΤ και ζητήθηκε από το Ταμείο να υποστηρίξει το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβέρνησης, στο πλαίσιο ενός Διακανονισμού Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας (Stand – by Arrangement), για χρονική περίοδο 36 μηνών με ποσό ίσο προς 26.400.000.000 ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (30.000.000.000 ευρώ). Από αυτές τις ενέργειες προέκυψε μια συμφωνία για τη χρηματοδότηση της Ελληνικής Δημοκρατίας με τη χορήγηση των ως άνω χρηματικών ποσών τμηματικώς, ήτοι σε δανειακές δόσεις ανά τρίμηνο, των οποίων η αποδέσμευση έχει ως προϋπόθεση την εκ μέρους των κρατών – δανειστών και του ΔΝΤ παρακολούθηση και θετική αξιολόγηση της λήψης των μέτρων και της εν γένει εφαρμογής από την Ελληνική Κυβέρνηση του οικονομικού προγράμματος που εμπεριέχεται στο Μνημόνιο Συνεννόησης (Ολομ. ΣτΕ 1116/2014). Ακολούθως, θεσπίσθηκε ο ν. 3845/2010, «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65/6.5.2010)», στον οποίο προσαρτήθηκαν ως Παραρτήματα τα προαναφερθέντα Μνημόνια.

    16. Επειδή, στη συνέχεια, με το άρθρο 2 της 2010/320 αποφάσεως του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2010 (EE L 145), «απευθυνόμενη προς την Ελλάδα με σκοπό την ενίσχυση και εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας, διά της οποίας ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος», ορίστηκαν τα εξής: «1. …4. Η Ελλάδα θεσπίζει τα ακόλουθα μέτρα μέχρι τα τέλη Μαρτίου του 2011: α) … δ) ένα μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό σχέδιο στρατηγικής που προσδιορίζει μόνιμα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης ύψους τουλάχιστον 8% του ΑΕΠ (ορισμένα εκ των οποίων έχουν ήδη εντοπισθεί τον Μάιο του 2010), καθώς και ένα αποθεματικό για απρόβλεπτα, που θα εξασφαλίζει ότι θα επιτευχθούν οι στόχοι για το έλλειμμα έως το 2014, και ότι ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ τίθεται σε σταθερά πτωτική πορεία. Το σχέδιο στρατηγικής θα δημοσιευθεί για δημόσια διαβούλευση πριν από το τέλος Μαρτίου. Το μεσοπρόθεσμο σχέδιο στρατηγικής περιλαμβάνει ειδικότερα: συνετές μακροοικονομικές προβλέψεις προβλέψεις βασικών εσόδων και δαπανών για το κράτος και για τους άλλους δημόσιους φορείς περιγραφή των μόνιμων δημοσιονομικών μέτρων, το χρονοδιάγραμμά τους και την ποσοτικοποίησή τους ετήσια ανώτατα όρια δαπανών για κάθε υπουργείο και δημοσιονομικούς στόχους για άλλους δημόσιους φορείς έως το 2014 δημοσιονομικές προβλέψεις για τον δημόσιο τομέα μετά τα μέτρα, σύμφωνα με τους στόχους για το έλλειμμα και το χρέος μακροπρόθεσμες προβλέψεις για το χρέος με βάση συνετές μακροοικονομικές προβλέψεις, σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα από το 2014 και μετά, και σχέδια ιδιωτικοποιήσεων. Το μεσοπρόθεσμο σχέδιο στρατηγικής θα είναι συνδεδεμένο με τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στους τομείς της υγειονομικής περίθαλψης και των συντάξεων και με συγκεκριμένα τομεακά προγράμματα. Τα τομεακά προγράμματα (τα σχέδια των τομεακών προγραμμάτων πρέπει να είναι διαθέσιμα μέχρι το τέλος Μαρτίου) θα αφορούν ιδίως: … τα εκτός προϋπολογισμού ταμεία (νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα και δεσμευμένοι λογαριασμοί) … τις κοινωνικές δαπάνες… . Η διαχείριση κάθε τομεακού προγράμματος θα γίνεται από διυπουργικές ειδικές ομάδες… 5. …».

    17. Επειδή, ακολούθως, θεσπίστηκε ο ν. 3985/2011, «Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2015» (Α΄ 151/1.7.2011), στα πρότυπα της δημοσιονομικής διαχείρισης που εισήχθησαν με το ν. 3871/2010 (Α΄ 141). Ειδικότερα, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, ο οποίος είναι απλώς τυπικός, εξομοιούμενος με προϋπολογισμό περισσοτέρων ετών, αναφέρονται και τα εξής: «…Ως αποτέλεσμα της απότομης πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας, η απασχόληση εκτιμάται ότι μειώθηκε κατά 3,2%, καταλήγοντας σε ένα ποσοστό ανεργίας της τάξης του 11,5% (σε εθνικολογιστική βάση). Η μεταβολή στην αμοιβή ανά εργαζόμενο (- 1,8% σε ονομαστική βάση, - 6,2% σε πραγματική βάση) και ως αποτέλεσμα, στο κόστος μονάδας εργασίας (- 1,8% σε ονομαστική βάση), συνεισφέρει περισσότερο ευνοϊκά στη δυναμική της αγοράς εργασίας, υποστηριζόμενη επίσης από τις διαρθρωτικές αλλαγές. 2.2 Μεσοπρόθεσμες προοπτικές: Οι μακροοικονομικές προοπτικές αναμένεται να βελτιωθούν μεσοπρόθεσμα, με βάση τη δημοσιονομική εξυγίανση και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ειδικά αυτές που αφορούν την πιο ανταγωνιστική λειτουργία των αγορών εργασίας και προϊόντων. … Η απασχόληση προβλέπεται να μειωθεί κατά 3,2% το 2011, ανακάμπτοντας σταδιακά από το 2013 και σημειώνοντας ένα μέσο ρυθμό αρνητικής μεταβολής - 0,2% για την περίοδο 2011 - 2015. Το ποσοστό ανεργίας προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω το 2011 (14,5%), για να φθάσει στο ανώτατο σημείο του το 2012 (15%) πριν αρχίσει να μειώνεται σταθερά μέχρι το 13,6% το 2015. Η αγορά εργασίας αναμένεται να επηρεαστεί ευνοϊκά από τις ανάλογες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη εφαρμοσθεί ή προγραμματισθεί, αλλά και από τη συγκράτηση των μισθών που εκτιμάται ότι θα σημειωθεί για όλη την περίοδο μέχρι το 2015. 3. ΜΠΔΣ - ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ: … Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να πραγματοποιηθούν παρεμβάσεις που να μην περιορίζονται μόνο σε μείωση των δαπανών και αύξηση των εσόδων του Δημοσίου, αλλά να περιλαμβάνουν και δράσεις διαρθρωτικού χαρακτήρα, όπως η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και η ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς του, αλλά και η διόρθωση των χρόνιων αγκυλώσεων και στρεβλώσεων της οικονομίας, της αγοράς εργασίας και του συστήματος υγείας και κοινωνικής ασφάλισης. 3.3. Μακροοικονομικοί και δημοσιονομικοί κίνδυνοι για το ΜΠΔΣ. 3.3.1 Μακροοικονομικοί κίνδυνοι: … Η επιδείνωση του μακροοικονομικού σεναρίου λόγω των ανωτέρω παραγόντων που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά και την αγορά εργασίας, σε ό,τι αφορά την ανεργία, με περαιτέρω επιπτώσεις στην ιδιωτική κατανάλωση και τα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές. … (σε σχέση με τις αποκλίσεις από τον προϋπολογισμό του έτους 2011): Από τα ανωτέρω, καθίσταται προφανές ότι η απόκλιση έρχεται κυρίως ως αποτέλεσμα της βαθύτερης, από το αναμενόμενο, ύφεσης της ελληνικής οικονομίας που επηρεάζει τα φορολογικά έσοδα, αλλά και τις ασφαλιστικές εισφορές. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει τις πραγματικές δυσκολίες για τη μείωση του ελλείμματος σε περιοχές του προϋπολογισμού (αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, μείωση λειτουργικών δαπανών κ.λπ.) ή υποτομέων της γενικής κυβέρνησης όπου χρειάζονται μεγαλύτερες προσπάθειες (αντιμετώπιση της εισφοροδιαφυγής, δαπάνες σε νοσοκομεία, ΟΚΑ, ΟΤΑ, ΔΕΚΟ) … Επιπλέον, η ύφεση είναι λίγο μεγαλύτερη από αυτήν που προέβλεπε το πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής και ειδικά το τελευταίο τρίμηνο του 2010 έφτασε το 7,4%. Αυτό επηρεάζει και το 2011, καθώς συρρικνώνει τα φορολογικά έσοδα και τις ασφαλιστικές εισφορές και αυξάνει τις κοινωνικές παροχές του κράτους.… Από το σκέλος των δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού για κοινωνική ασφάλιση και περίθαλψη υπάρχει απόκλιση κατά 1.132 εκατ. ευρώ η οποία οφείλεται, στις αυξημένες επιχορηγήσεις στο ΙΚΑ (600 εκατ. ευρώ) λόγω μειωμένων εσόδων… ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΤΟ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ (ΜΠΔΣ) … Πίνακας 3.11. Παρεμβάσεις ΜΠΔΣ 2011- 2015 (ποσά σε εκατ. Ευρώ) 1. … 8.3. Μείωση του εφάπαξ των συντάξεων σύμφωνα με τις εισφορές 120 [εκατ] για το 2011, … 130 [εκατ.] για το 2012, 0 [για τα έτη 2013-2015] ποσοστό ΑΕΠ 0,1% … 3.1 Κύριες παρεμβάσεις πολιτικής με δημοσιονομικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό του 2012: Ειδικά για το 2012, το οποίο αποτελεί το έτος προϋπολογισμού, γίνεται ειδική, πιο αναλυτική αναφορά στις νέες παρεμβάσεις που θα εισαχθούν κατά το έτος αυτό, προκειμένου να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι. … μείωση των δαπανών για κοινωνική ασφάλιση (1.260 εκατ. ευρώ), μέσω προσαρμογής των επικουρικών συντάξεων, εξορθολογισμού των επιδομάτων και του αριθμού των δικαιούχων ΟΕΕ και ΟΕΚ, μείωσης συντάξεων ΟΓΑ και εισαγωγής αυστηρότερων κριτηρίων για τους δικαιούχους, μείωσης των δαπανών για επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης μέσω επανελέγχου των στοιχείων των δικαιούχων … ως αποτέλεσμα:… της επανεξέτασης της σκοπιμότητας και του επαναπροσδιορισμού του συνόλου των μεταβιβάσεων από τον κρατικό προϋπολογισμό μεταξύ άλλων και προς το ασφαλιστικό σύστημα εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί σημαντική εξοικονόμηση στις δαπάνες επιχορήγησης του ασφαλιστικού συστήματος εν γένει, συνολικού ύψους 2.099,37 εκατ. ευρώ ή ποσοστό 15,3%. … 7.2.2 Ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία. Οι δαπάνες αυτές εκτιμάται ότι θα μειωθούν κατά 2.164 εκατ. ευρώ το 2015 σε σύγκριση με τη σχετική εκτίμηση για το 2011 προ των παρεμβάσεων, παρά το γεγονός ότι οι δαπάνες για κοινωνική προστασία εμφανίζονται αυξημένες κατά 336,8 εκατ. ευρώ το 2015 σε σύγκριση με τη σχετική εκτίμηση για το 2011 προ των παρεμβάσεων, κυρίως λόγω των εκτιμώμενων αυξήσεων στη χρηματοδότηση του Ασφαλιστικού Κεφαλαίου Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ) κατά 117 εκατ. ευρώ και της αύξησης των δαπανών για λοιπές εισοδηματικές ενισχύσεις κατά 219,8 εκατ. ευρώ την ίδια περίοδο. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 17.664 εκατ. ευρώ ή 7,8% του ΑΕΠ το 2011, σε 15.722 εκατ. ευρώ ή 6,9% του ΑΕΠ το 2012, σε 16.567 εκατ. ευρώ ή 7,0% του ΑΕΠ το 2013, σε 15.497 εκατ. ευρώ ή 6,4% του ΑΕΠ το 2014 και σε 15.620 εκατ. ευρώ ή 6,2% του ΑΕΠ το 2015. … 7.2.4 Αποδιδόμενοι πόροι: … • οι αποδόσεις εσόδων προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) εκτιμάται ότι θα εμφανίσουν σημαντικότατη αύξηση κατά 245 εκατ. ευρώ ή ποσοστό 20,5% … 8. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: Ο κοινωνικός προϋπολογισμός περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες φορέων: τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), τους Οργανισμούς Κοινωνικής Προστασίας (ΟΑΕΔ, ΟΕΕ, ΟΕΚ), τα νοσοκομεία. Οι τρεις αυτές κατηγορίες φορέων αποτελούν τον υποτομέα των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης της γενικής κυβέρνησης, σύμφωνα με τη μεθοδολογία του ESA 95. Ο υποτομέας αυτός από πλευράς μεγεθών αποτελεί το μεγαλύτερο της γενικής κυβέρνησης. Το ίδιο το μέγεθος του συγκεκριμένου υποτομέα, αλλά και οι εγγενείς διαρθρωτικές αδυναμίες και συντεχνιακές αγκυλώσεις που είχαν σωρευτεί επί δεκαετίες, είχαν ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, αλλά και τον άδικο αναδιανεμητικό χαρακτήρα της παροχής κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας προς τις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Η Κυβέρνηση θεώρησε πρωταρχικής σημασίας την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό σύστημα, και για το λόγο αυτό προχώρησε στην ψήφιση τριών νόμων (ν. 3762/2009, ν. 3863/2010 και ν. 3883/2010) για την αναμόρφωση του συστήματος. … Για την περίοδο 2011 - 2015 το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχει προγραμματίσει μια δεύτερη δέσμη μέτρων ύψους 8,6 δισ. ευρώ, που στοχεύουν τόσο στον εξορθολογισμό των δαπανών, όσο και στην εξασφάλιση της είσπραξης εσόδων. Η δεύτερη αυτή δέσμη παρεμβάσεων εξασφαλίζει πλέον οριστικά τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας μας, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα σύγχρονο και δίκαιο σύστημα. … Οι συνολικές δαπάνες των ΟΚΑ μειώνονται κατά 4,7 δισ. το 2015 ως απόρροια των παρεμβάσεων που σχεδιάζονται για την περίοδο 2011-2015. …».

    18. Επειδή, οι προβλεπόμενες στο ν. 3985/ 2011 παρεμβάσεις στο πλαίσιο της δεύτερης δέσμης μέτρων για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος πραγματοποιήθηκαν με το ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2015» (Α΄ 152/1.7.2011). Ειδικότερα ως προς τις εφάπαξ παροχές στο άρθρο 44 παρ. 5.α του νόμου τούτου ορίστηκαν τα εξής: «Στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που εξήλθαν ή θα εξέλθουν της Υπηρεσίας, από 1.1.2010 και μετά, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα Ταμεία αυτά, σύμφωνα με τις καταστατικές τους διατάξεις, μειώνεται κατά ποσοστό 10% και 15% αντίστοιχα σε όσους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος». Κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου «Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 5 προβλέπεται ότι το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που καταβάλλουν ο Τομέας Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και ο Κλάδος Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, όπως αυτό προκύπτει από τις καταστατικές τους διατάξεις, μειώνεται κατά ποσοστό 10% και 15% αντίστοιχα για όσους εξήλθαν ή θα εξέλθουν της Υπηρεσίας, από 1.1.2010 και μετά και δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί το οξύ πρόβλημα της καταβολής του προαναφερόμενου ποσού από τα παραπάνω Ταμεία και να μειωθεί ο χρόνος απόδοσής του στους δικαιούχους».

    19. Επειδή, σχεδόν παράλληλα με τις ρυθμίσεις του εφαρμοστικού του «Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής» ν. 3986/2011, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέβη στην έκδοση νέας απόφασης για τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος (2011/734 της 12ης Ιουλίου 2011, ΕΕ L 296/15.11.2011), ενόψει του ότι «[τον Ιούνιο του 2011, κατέστη προφανές ότι, λαμβανομένων υπόψη της δημοσιονομικής διολίσθησης του 2010 και της εκτέλεσης του προϋπολογισμού μέχρι τον Μάιο, με αμετάβλητες πολιτικές, ο στόχος του 2011 για το έλλειμμα δεν θα επιτυγχάνετο, και μάλιστα με σημαντική απόκλιση, γεγονός που θα έθετε σε κίνδυνο τη συνολική αξιοπιστία του προγράμματος. Στο άρθρο 1 παρ. 1 ορίζεται ότι «η Ελλάδα τερματίζει την παρούσα κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος το ταχύτερο δυνατόν, και το αργότερο έως το 2014» και στο άρθρο 2 ότι «1. … 2. … 6. Η Ελλάδα θεσπίζει τα ακόλουθα μέτρα μέχρι το τέλος Ιουλίου του 2011: α) … β) … ια) εις βάθος επανεξέταση της λειτουργίας των δημόσιων ταμείων συμπληρωματικών/επικουρικών συντάξεων, συμπεριλαμβανομένων των ταμείων πρόνοιας και των συστημάτων χορήγησης εφάπαξ παροχών. Στόχος της επανεξέτασης είναι η σταθεροποίηση των συνταξιοδοτικών δαπανών, η εγγύηση της δημοσιονομικής ουδετερότητας αυτών των συστημάτων και η διασφάλιση της μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του συστήματος. Η επανεξέταση επιτυγχάνει: περαιτέρω μείωση του αριθμού των υφιστάμενων ταμείων εξάλειψη των ανισορροπιών στα ταμεία που εμφανίζουν ελλείμματα σταθεροποίηση των τρεχουσών δαπανών σε διατηρήσιμο επίπεδο, μέσω των κατάλληλων προσαρμογών που πρόκειται να γίνουν από την 1η Ιανουαρίου 2012…, ιβ) προσδιορισμό των συστημάτων για τα οποία τα καταβαλλόμενα κατά τη συνταξιοδότηση εφάπαξ δεν αντιστοιχούν στις εισφορές που έχουν καταβληθεί, με στόχο την προσαρμογή των καταβαλλόμενων ποσών μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2011…». Περαιτέρω, στο Παράρτημα Ι της ίδιας απόφασης, «Μέτρα μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής (όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 της παρούσας απόφασης)» αναφέρονται τα εξής: «Η μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική (ΜΔΣτρ) μέχρι το 2015 θα περιλαμβάνει τα εξής: … Περικοπές στις κοινωνικές παροχές κατά τουλάχιστον 1.188 εκατ. ευρώ το 2011, και επιπλέον 1.230 εκατ. ευρώ το 2012, 1.025 εκατ. ευρώ το 2013, 1.010 εκατ. ευρώ το 2014 και 700 εκατ. ευρώ το 2015, μέσω της προσαρμογής των συστημάτων επικουρικής συνταξιοδότησης και ακολούθως πάγωμα μέχρι το 2015 πάγωμα των βασικών συντάξεων … περικοπές στα εφάπαξ ποσά που καταβάλλονται κατά τη συνταξιοδότηση…».

    20. Επειδή, στη συνέχεια, με την παρ. 6 του άρθρου 2 του νόμου 4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Α' 226/27.10.2011) που τέθηκε σε ισχύ από της δημοσιεύσεώς του (βλ. άρθρο 43 του ίδιου νόμου) ορίστηκε ότι «Η παράγραφος 5.α του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 αντικαθίσταται ως εξής: 5.α. Στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που εξήλθαν της Υπηρεσίας, από 1.1.2010 μέχρι και την 31.12.2010, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα Ταμεία αυτά, σύμφωνα με τις καταστατικές τους διατάξεις, μειώνεται κατά ποσοστό 15% και 25% αντίστοιχα σε όσους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος. Στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που εξήλθαν ή θα εξέλθουν της Υπηρεσίας, από 1.1.2011 και μετά, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα Ταμεία αυτά, σύμφωνα με τις καταστατικές τους διατάξεις, μειώνεται κατά ποσοστό 20% και 30% αντίστοιχα σε όσους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος».

    21. Επειδή, ακολούθως, εκδόθηκε η 2011/791/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2011, με την οποία τροποποιήθηκε η ανωτέρω 2011/734/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου, διά της οποίας ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη μείωση του υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ L 320/3.12.2011). Σύμφωνα με το άρθρο 1 της απόφασης αυτής «το άρθρο 2 της απόφασης 2011/734/ΕΕ τροποποιείται ως εξής: 1. προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «6α. Η Ελλάδα θεσπίζει και εφαρμόζει τα ακόλουθα μέτρα χωρίς καθυστέρηση:… δ) μείωση στις κύριες και στις επικουρικές συντάξεις καθώς και στα εφάπαξ που καταβάλλονται με τη συνταξιοδότηση, με στόχο την εξοικονόμηση τουλάχιστον 219 εκατ. ευρώ το 2011 και τη μεταφορά 446 εκατ. ευρώ στο 2012, επιπλέον των εξοικονομήσεων που αρχικά προέβλεπε η ΜΠΔΣ …2. η παράγραφος 7 τροποποιείται ως εξής: γ) προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία: … “ιγ) ... Ριζική αναθεώρηση της λειτουργίας των δημόσιων κύριων/επικουρικών ταμείων συντάξεων, περιλαμβανομένων των ταμείων προνοίας και των συστημάτων εφάπαξ, με στόχο τη σταθεροποίηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, τη διασφάλιση της δημοσιονομικής ουδετερότητας των συστημάτων αυτών και τη διασφάλιση της μεσοπρόθεσμης και βραχυπρόθεσμης βιωσιμότητας του συστήματος. Η αναθεώρηση επιτυγχάνει: περαιτέρω μείωση του αριθμού των υφιστάμενων ταμείων εξάλειψη των ανισορροπιών στα ταμεία που εμφανίζουν ελλείμματα, σταθεροποίηση των τρεχουσών δαπανών σε διατηρήσιμο επίπεδο, μέσω των κατάλληλων προσαρμογών που πρόκειται να γίνουν από την 1η Ιανουαρίου 2012…”».

    22. Επειδή, ακολούθως, καταρτίσθηκε σχέδιο νέου Μνημονίου Συνεννόησης, το οποίο εγκρίθηκε με τον ν. 4046/2012 «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» (A΄ 28/14.2.2012). Στο Παράρτημα V 1 του ν. 4046/2012 με τίτλο «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» αναφέρεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία έως τα τέλη Ιουνίου θα εισαγάγει μεταρρυθμίσεις για να εξαλείψει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και τα ελλείμματα στα ταμεία εφάπαξ. Στο Παράρτημα V 2 με τίτλο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» αναφέρεται ότι στο 1ο τρίμηνο του 2012 η Κυβέρνηση εντοπίζει τα ταμεία για τα οποία τα εφάπαξ ποσά που καταβλήθηκαν κατά τη συνταξιοδότηση δεν είναι εναρμονισμένα με τις εισφορές που καταβλήθηκαν, και αναπροσαρμόζει τις πληρωμές.

    23. Επειδή, στη συνέχεια, εκδόθηκε η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της 13ης Μαρτίου 2012 για την τροποποίηση της απόφασης 2011/734/ΕΕ η οποία απευθύνεται προς την Ελλάδα με σκοπό την ενίσχυση και την εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας, και με την οποία ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει μέτρα μείωσης του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ L 113/25.4.2012). Κατά το άρθρο 1 της απόφασης αυτής «Η απόφαση 2011/734/ΕΕ τροποποιείται ως εξής: 1. … 3. στο άρθρο 2 η παράγραφος 8 τροποποιείται ως εξής: α) … β) προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία: “ θ) προσδιορισμός των συστημάτων για τα οποία τα καταβαλλόμενα κατά τη συνταξιοδότηση εφάπαξ ποσά δεν αντιστοιχούν στις εισφορές που έχουν καταβληθεί, και προσαρμογή των πληρωμών…”».

    24. Επειδή, τέλος, με το άρθρο πρώτο, υποπαράγραφος ΙΑ.5. περ. 2 του νόμου 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016» (Α' 222/12.11.2012), που επίσης τέθηκε σε ισχύ από της δημοσιεύσεώς του (βλ. άρθρο τρίτο του ίδιου νόμου), ορίσθηκε ότι: «2. Στους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 που αποχώρησαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας από 1.8.2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος μειώνεται ποσοστιαία κατά φορέα - τομέα πρόνοιας. Συγκεκριμένα: … στον Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ κατά 22,67%, … . 3. Οι ανωτέρω μειώσεις στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ διενεργούνται μετά την εφαρμογή των μειώσεων που προβλέπονται με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226). … 6. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ορίζει διαφορετικά τα θέματα των προηγουμένων περιπτώσεων καταργείται. 7. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται μέχρι 31.12.2012, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής καθορίζεται η νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές των φορέων – τομέων πρόνοιας, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίησή της. Από 1.1.2014 το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σε όλους τους ασφαλισμένους των φορέων – τομέων πρόνοιας υπολογίζεται σύμφωνα με τη νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές». Με βάση την τελευταία αυτή εξουσιοδοτική διάταξη εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 30854/3809/31.12.2012 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας «Ανασχεδιασμός Τεχνικής Βάσης Εφάπαξ Παροχών» (Β΄ 3498/ 31.12.2012), η οποία αντικαταστάθηκε με την Φ.80.000/1093/26/10.2.2014 απόφαση του ίδιου Υπουργού «Αντικατάσταση Υπουργικής Απόφασης 30854/3809/31.12.2012 (3498 Β΄) – Ανασχεδιασμός Τεχνικής Βάσης Εφάπαξ Παροχών» (Β΄ 313/12.2.2014). Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 2Γ του ν. 4242/2014 (Α΄ 50) «Για ασφαλισμένους που αποχώρησαν από την υπηρεσία ή την εργασία ή το επάγγελμά τους μέχρι 31.8.2013, η εφάπαξ παροχή υπολογίζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις των οικείων καταστατικών και τη γενικότερη νομοθεσία. Για ασφαλισμένους που αποχώρησαν από την υπηρεσία ή την εργασία ή το επάγγελμά τους από 1.9.2013 και μετά το εφάπαξ υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης 7 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), όπως εκάστοτε ισχύει.». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου τούτου αναφέρονται τα εξής: «Γ) Mειώσεις εφάπαξ βοηθημάτων. Με τις προτεινόμενες διατάξεις ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τα εφάπαξ βοηθήματα. Συγκεκριμένα, η Πολιτεία μετά την ψήφιση του ν. 3845/2010 (Α΄ 65) και του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012 (Α΄ 28), έχει αναλάβει την υποχρέωση της λήψης συγκεκριμένων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Βασικός στόχος είναι η διαφύλαξη του υπάρχοντος ασφαλιστικού κεφαλαίου και η καταβολή όσο το δυνατόν εξορθολογισμένων παροχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και η εξασφάλιση της μελλοντικής συνέχισης της καταβολής των παροχών τους στους δικαιούχους. Ειδικότερα, στο Μνημόνιο Συνεννόησης του ν. 4046/2012 προβλέπεται η ρητή δέσμευση - υποχρέωση της Ελληνικής Κυβέρνησης να προβεί σε άμεσες ενέργειες, προκειμένου να εντοπίσει τα ταμεία πρόνοιας για τα οποία τα εφάπαξ ποσά που καταβάλλονται κατά την συνταξιοδότηση δεν είναι εναρμονισμένα με τις εισφορές που καταβλήθηκαν και να αναπροσαρμόσει αναλόγως το ύψος των βοηθημάτων αυτών. Επιπλέον έως 30.6.2012 έπρεπε να γίνουν μεταρρυθμίσεις για να εξαλειφθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και τα ελλείμματα στα ταμεία προνοίας. Βάσει του ανωτέρω πλαισίου εκπονήθηκε Αναλογιστική Μελέτη Ελέγχου Περιπτώσεων (Case study) από την οποία προέκυψαν οι αναλογιστικές εκτιμήσεις, ανά τομέα πρόνοιας, περιπτώσεων μέσων όρων για την ανταποδοτικότητα εισφορών - παροχών των μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένων που δικαιώθηκαν εφάπαξ βοηθήματα τα έτη 2010 και 2011, προκειμένου να αναπροσαρμοστεί στη συνέχεια το ύψος των χορηγούμενων εφάπαξ βοηθημάτων. Με την προτεινόμενη διάταξη μειώνονται ποσοστιαία τα εφάπαξ βοηθήματα που χορηγούν οι φορείς - τομείς πρόνοιας στους ασφαλισμένους τους μέχρι 31.12.1992, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Αναλογιστικής Μελέτης Ελέγχου Περιπτώσεων (Case study), από την οποία προέκυψαν οι αναλογιστικές εκτιμήσεις αναφορικά με την ανταποδοτικότητα εισφορών - παροχών. Καθορίζεται, επίσης, ότι οι μειώσεις στα εφάπαξ βοηθήματα στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ διενεργούνται μετά την εφαρμογή των μειώσεων που έχουν επιβληθεί στα εφάπαξ βοηθήματα από το έτος 2010 και εφεξής. Mε τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) αντικαταστάθηκε η παρ. 5α του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) και προβλέφθηκε ότι στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους από τις 1.1.2010 μέχρι και την 31.12.2010 και δεν έχει εκδοθεί ακόμη η σχετική απόφαση χορήγησης εφάπαξ, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος καταβάλλεται μειωμένο σε ποσοστό 15% και 25% αντίστοιχα, ενώ στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους από 1.1.2011 και μετά και δεν έχει εκδοθεί ακόμη η σχετική απόφαση χορήγησης εφάπαξ, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος καταβάλλεται μειωμένο σε ποσοστό 20% και 30% αντίστοιχα. Οι μειώσεις στα εφάπαξ βοηθήματα στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ διενεργούνται μετά την εφαρμογή των μειώσεων που έχουν επιβληθεί με βάση την προαναφερόμενη νομοθεσία».

    25. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλλου προκύπτουν τα εξής: Η προσφεύγουσα - ενάγουσα, η οποία τερμάτισε την υπηρεσία της ως εκπαιδευτικός λειτουργός στις 31.8.2010 λόγω παραιτήσεως με συνολική συντάξιμη υπηρεσία 28 έτη, 10 μήνες και 2 ημέρες, συνταξιοδοτήθηκε με την 38.595/29.11.2010 συνταξιοδοτική πράξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Στις 20.1.2011 περιήλθε στο καθ’ ου Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων αντίγραφο της ανωτέρω πράξεως κανονισμού συντάξεως και η αίτησή της προς το εν λόγω Ταμείο για την χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος. Με την 329.708/13.2.2013 απόφαση της Διευθύντριας του Ταμείου της χορηγήθηκε η πιο πάνω ασφαλιστική παροχή συνολικού ποσού 31.267,81 ευρώ. Με την ίδια απόφαση η παροχή αυτή υπολογίσθηκε με βάση τις καταστατικές διατάξεις του Ταμείου στο ποσό των 47.569,72 ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011 μειώθηκε κατά ποσοστό 15%, το οποίο αντιστοιχεί σε 7.135,46 ευρώ, περαιτέρω δε, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο, υποπαράγραφος ΙΑ.5. περ. 2 του ν. 4093/2012 μειώθηκε κατά 22,67%, το οποίο αντιστοιχεί σε 9.166,45 ευρώ. Μετά τις αφαιρέσεις των δύο αυτών ποσών προέκυψε το ανωτέρω τελικώς χορηγηθέν σε αυτήν ποσό των 31.267,81 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής η προσφεύγουσα - ενάγουσα άσκησε την από 22.4.2013 ένσταση ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ’ αριθμ. 23/19.6.2013 απόφασή του. Κατά της αποφάσεως αυτής η ανωτέρω άσκησε την από 15.7.2013 προσφυγή – αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως δε με την από 17.7.2013 αίτησή της ζήτησε κατ’ επίκληση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 να εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αίτημα που έγινε δεκτό κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα (σκ. 1 και 5). Στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων) με το υπ’ αριθμ. Α.Π. Φ. 30215/34945/1126/6.5.2014 έγγραφό του προς το Συμβούλιο της Επικρατείας γνώρισε ότι οι φορείς – τομείς πρόνοιας στην πλειονότητά τους έχουν συσσωρευμένα ελλείμματα και αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και για το λόγο αυτό ήταν επιτακτική ανάγκη να γίνουν μεταρρυθμίσεις προκειμένου να εξαλειφθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και τα συσσωρευμένα ελλείμματά τους, εις τρόπον ώστε να υπάρξει αποτελεσματική και βιώσιμη λύση για την αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος που παρουσιάζουν, άλλως σε σύντομο χρόνο δεν θα ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Ειδικότερα στο ΤΠΔΥ έχει διαταραχθεί κατά τα τελευταία χρόνια η σχέση εισερχομένων και εξερχομένων, η οποία οφείλεται στην αθρόα και μαζική έξοδο δημοσίων υπαλλήλων και τη δέσμευση για πρόσληψη ενός νέου υπαλλήλου στη θέση πέντε αποχωρούντων υπαλλήλων, τα ανωτέρω δε είχαν ως συνέπεια να προκληθεί διόγκωση των ήδη συσσωρευμένων ελλειμμάτων του Ταμείου. Τα ελλείμματα αυτά οφείλονται εξ άλλου και στην κατάργηση της επιχορηγήσεως προς το ταμείο από τον κρατικό προϋπολογισμό και στις εκάστοτε ευεργετικές νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσπίσθηκαν στο παρελθόν υπέρ κατηγοριών υπαλλήλων. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, προβλέφθηκε μείωση του χορηγούμενου εφάπαξ βοηθήματος από το Ταμείο διαδοχικά με τα άρθρα 44 παρ. 5α του ν. 3986/2011, 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011 και, στα πλαίσια του ν. 4046/2012, με τον οποίο είχε αναληφθεί η υποχρέωση να γίνουν οι απαραίτητες μειώσεις για να εξαλειφθούν τα ελλείμματα των ταμείων προνοίας, με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ.5. περ. 2 του ν. 4093/2012. Στο Μνημόνιο Συνεννόησης του ν. 4046/2012 προβλέφθηκε η ρητή «δέσμευση – υποχρέωση» της Ελληνικής Κυβέρνησης να προβεί σε άμεσες ενέργειες, προκειμένου να εντοπισθούν τα Ταμεία Πρόνοιας για τα οποία τα εφ’ άπαξ ποσά, τα οποία καταβάλλονται κατά τη συνταξιοδότηση, δεν είναι εναρμονισμένα με τις εισφορές που καταβλήθηκαν και να προβούν σε ανάλογη αναπροσαρμογή των ποσών των καταβαλλομένων βοηθημάτων. Με βάση το ανωτέρω μνημόνιο εκπονήθηκε το Μάρτιο του 2012 Αναλογιστική Μελέτη Ελέγχου Περιπτώσεων (Case Study) της Διεύθυνσης Αναλογιστικών Μελετών της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, από την οποία προέκυψαν οι αναλογιστικές εκτιμήσεις ανά τομέα πρόνοιας, μεταξύ των οποίων και του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ. Η μελέτη αυτή στηρίχθηκε στο μέσο όρο ανταποδοτικότητας εισφορών – παροχών των μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένων που δικαιώθηκαν εφάπαξ βοηθήματα ή υπέβαλαν σχετική αίτηση τα έτη 2010 και 2011, προκειμένου να αναπροσαρμοσθεί στη συνέχεια το ύψος των χορηγουμένων εφ’ άπαξ βοηθημάτων. Η μείωση των εφ’ άπαξ βοηθημάτων των καταβαλλομένων από τον Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων, η οποία επήλθε με την ανωτέρω διάταξη του ν. 4093/2012, βασίσθηκε στην ανωτέρω μελέτη. Η Διοίκηση επισημαίνει με τις απόψεις της (ανωτέρω υπ’ αριθμ. Α.Π. Φ. 30215/34945/1126/6.5.2014 έγγραφο προς το Συμβούλιο της Επικρατείας) ότι η λειτουργία του Ταμείου βασίζεται στην αρχή της ανταποδοτικότητας, η οποία έχει καταστρατηγηθεί, κατά τις εν λόγω απόψεις, εξ αιτίας σειράς ευεργετικών νομοθετικών ρυθμίσεων, όπως με τους νόμους 1476/1984 και 2190/1994 για τη μονιμοποίηση συμβασιούχων, το νόμο 1600/1988 που αφορά μονιμοποίηση ιδιωτικών εκπαιδευτικών, τους νόμους 1397/1983, 1759/1988 και 1813/1988 που αφορούν νοσηλευτικά ιδρύματα, το νόμο 1897/1990 που αφορά θύματα τρομοκρατικών ενεργειών, την εφαρμογή των υπουργικών και δικαστικών αποφάσεων για την εξίσωση των αποδοχών των δικαστών με τις αποδοχές των ιατρών του ΕΣΥ, καθώς επίσης και το αναλογιστικό ισοδύναμο για τους υπαλλήλους που μεταβαίνουν σε ευρωπαϊκές χώρες για άσκηση επαγγέλματος. Όπως ειδικότερα διευκρινίζεται με το από 19.5.2014 υπόμνημα του Ταμείου, το οποίο περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20.5.2014 με το ν. 1476/1984 μονιμοποιήθηκαν χιλιάδες συμβασιούχοι υπάλληλοι, οι οποίοι υπήχθησαν στην ασφάλιση του Ταμείου και απέκτησαν δικαίωμα προσμέτρησης όλης της προϋπηρεσίας τους στην ασφάλισή του με συνέπεια να τους χορηγηθεί εφ’ άπαξ βοήθημα για όλη την υπηρεσία τους στο Δημόσιο. Με τον ν. 1600/1986 μονιμοποιήθηκαν εκπαιδευτικοί προερχόμενοι από ιδιωτικά σχολεία και η προϋπηρεσία τους σε αυτά λογίσθηκε ως χρόνος ασφάλισης στο Ταμείο. Με τους νόμους 1397/1983, 1759/1988 και 1831/1988 υπήχθησαν στην ασφάλιση του Ταμείου οι εργαζόμενοι στα ενταχθέντα στο εθνικό σύστημα υγείας (ΕΣΥ) νοσηλευτικά ιδρύματα, έτσι ώστε το Ταμείο υποχρεώθηκε να τους καταβάλει παροχές για όλο το χρόνο υπηρεσίας τους, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή αυτών στην ασφάλισή του. Με το ν. 1897/1990 το Ταμείο υποχρεώθηκε να καταβάλει σε θύματα τρομοκρατικών ενεργειών εφάπαξ βοήθημα σε ύψος διπλάσιο του κατά τις καταστατικές διατάξεις του Ταμείου οφειλομένου. Με το ν. 2190/1994 μονιμοποιήθηκαν χιλιάδες συμβασιούχοι στο Δημόσιο με ανάλογες συνέπειες για το Ταμείο με αυτές του ν. 1476/1984. Με το ν. 2592/1998 (αναλογιστικό ισοδύναμο) το Ταμείο υποχρεώθηκε σε μεταφορά παροχών εφάπαξ στην Ευρωπαϊκή Ένωση για λογαριασμό πρώην ασφαλισμένων αυτού κατ’ αποδοχή αιτήσεων ασφαλισμένων του. Εάν όμως είχαν εφαρμοσθεί οι καταστατικές διατάξεις, δεν θα εκταμιεύονταν τα ποσά αυτά, διότι σε ορισμένες περιπτώσεις θα επιστρέφονταν εισφορές. Με υπουργικές αποφάσεις σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων καταβλήθηκαν αναδρομικώς αποδοχές σε δικαστικούς λειτουργούς λόγω εξίσωσης των αποδοχών τους προς αυτές των ιατρών του ΕΣΥ. Το Ταμείο με αποφάσεις του ΔΣ αυτού εισέπραξε μόνο το 41,5% των εισφορών που αντιστοιχούσαν σε αναδρομικές αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, σε εκτέλεση δε σωρείας δικαστικών αποφάσεων εκταμίευσε, πολλές φορές εντόκως, σημαντικά ποσά για την καταβολή των σχετικών παροχών. Από τις ανωτέρω ρυθμίσεις επιβαρύνθηκε το ταμείο με τα εξής ποσά: α) με τους νόμους 1476/1984 και 2190/1994 (μονιμοποίηση συμβασιούχων) 178.853.500.000 δραχμές, β) με το ν. 1600/1986 (μονιμοποίηση εκπαιδευτικών) 19.265.000 δραχμές, γ) με τους νόμους 1397/1983, 1759/1988 και 1813/1990 (εθνικό σύστημα υγείας) 12.250.000.000 δραχμές, δ) με το ν. 1897/1990 (αντιτρομοκρατικός νόμος) 300.000.000 δραχμές, ε) με την εξίσωση των αποδοχών των δικαστών με τις αποδοχές των ιατρών του ΕΣΥ 4.645.889.172 δραχμές, στ) με το αναλογιστικό ισοδύναμο 3.500.000.000 δραχμές. Η συνολική επιβάρυνση του Ταμείου από όλες αυτές τις επί μέρους επιβαρύνσεις ήταν 218.814.389.172 δραχμές ή, άλλως, 640.000.000 ευρώ περίπου, οι επιβαρύνσεις δε αυτές συνιστούν, κατά την άποψη της Διοικήσεως, καταστρατήγηση του ανταποδοτικού χαρακτήρα του Ταμείου. Οι ανωτέρω ευεργετικές ρυθμίσεις, ως και η κατάργηση από το έτος 1994 της ενισχύσεως του Ταμείου από τον κρατικό προϋπολογισμό έχουν συμβάλει στη διόγκωση των ελλειμμάτων του Ταμείου. Oι ανωτέρω περιορισμοί της χορηγηθείσας εφάπαξ παροχής, σύμφωνα με τις απόψεις της Διοικήσεως, ουδεμία συνταγματική διάταξη ή συνταγματική αρχή παραβιάζουν, ενώ εξ άλλου, είναι σύμφωνοι με το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη εγγυάται το θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως και επιτρέπει στο συνταγματικό νομοθέτη να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου. Με το ίδιο έγγραφο η Διοίκηση ενημερώνει το Δικαστήριο ότι από 1.1.1994 διεκόπη η επιχορήγηση του Ταμείου από τον κρατικό προϋπολογισμό και ότι το Ταμείο έλαβε και πάλι έκτακτη επιχορήγηση από το Δημόσιο ποσού 40.000.000,00 ευρώ για το έτος 2012 και 1.098.951.260,00 ευρώ για το έτος 2013 ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Ταμείου στις 31.12.2013 ανέρχονταν στο ποσό των 623.046.412,00 ευρώ. Με τις ανωτέρω έκτακτες επιχορηγήσεις το Ταμείο κάλυψε τις υποχρεώσεις απέναντι στους συνταξιούχους, που είχαν υποβάλει αίτηση χορηγήσεως εφάπαξ βοηθήματος από τον Οκτώβριο του 2010 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2012. Περαιτέρω, όπως, μεταξύ άλλων, προκύπτει από το υπ’ αριθμ. πρωτ. 2781/15.1.2014 έγγραφο του Ταμείου προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, στις 31.12.2013 εκκρεμούσαν 39.668 αιτήσεις και ότι τα επόμενα τέσσερα χρόνια εκτιμάτο ότι επρόκειτο να συνταξιοδοτηθούν 60.000 ασφαλισμένοι, ενώ το Ταμείο μπορούσε να ικανοποιήσει 40.000 αιτήσεις, προσέτι δε από 1.1.2011 οι ασφαλισμένοι του Ταμείου υποχρεούνταν σε καταβολή έκτακτης ειδικής εισφοράς 1% επί του συνόλου των αποδοχών τους. Από το υπ’ Αρ. Πρωτ.: οικ. 14528/1024/7.5.2014 έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας προς την Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το οποίο περιήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 8.5.2014, προκύπτει ότι η προσφεύγουσα – ενάγουσα είχε καταβάλει υπέρ του ΤΠΔΥ συσσωρευμένες εισφορές ποσού 24.727,03 ευρώ. Συσσωρευμένες δε εισφορές, κατά το έγγραφο τούτο, είναι αυτές που προκύπτουν από το μέσο ετήσιο δείκτη τιμών καταναλωτή (ΜΔΤΚ) και το λεγόμενο τεχνικό επιτόκιο (ΤΕ), δηλαδή το επιτόκιο προεξόφλησης ή, άλλως, απόδοσης επενδύσεων. Όπως δε προκύπτει από το υπ’ αριθμ. πρωτ. 9659/6879/6.2.2014 έγγραφο του Ταμείου, η ανωτέρω προσφεύγουσα – ενάγουσα είχε καταβάλει συνολικώς εισφορές υπέρ του Ταμείου, χωρίς την πιο πάνω επικαιροποίηση, ποσό που αντιστοιχεί σε 10.386,89 ευρώ. Μεταξύ των στοιχείων του φακέλλου υπάρχει και η αναλογιστική μελέτη της ...... του Αυγούστου του 2011, η οποία εκπονήθηκε με σκοπό την κατάρτιση αναλογιστικού ισοζυγίου για τον έλεγχο της βιωσιμότητας του Ταμείου σε μακροχρόνια βάση, αφού παρελήφθησαν τα ατομικά στοιχεία για κάθε ενεργό ασφαλισμένο. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανωτέρω αναλογιστικής μελέτης το ΤΠΔΥ εμφάνιζε κατά την 31.12.2010 το εξής αναλογιστικό ισοζύγιο: σύνολο εσόδων από εισφορές 4.486.642.320 ευρώ, από περιουσία 89.866.760 ευρώ και λοιπά έσοδα 53.491.368 ευρώ, δηλαδή γενικά έσοδα 4.630.000.448 ευρώ, σύνολο δε υποχρεώσεων για παροχές 8.498.830.066 ευρώ, δηλαδή αναλογιστικό έλλειμμα 3.926.330.691 ευρώ. Υπό την εκδοχή ότι το ύψος των παροχών θα μειωνόταν κατά 10% και το ύψος των εισφορών θα αυξανόταν κατά 1% το σύνολο των εσόδων από εισφορές θα ανερχόταν σε 5.519.043.997 ευρώ και το σύνολο των υποχρεώσεων για παροχές σε 7.648.947.059 ευρώ και το αναλογιστικό έλλειμμα σε 2.187.404.135 ευρώ. Εκπονήθηκε επίσης, με βάση το Μνημόνιο Συνεννόησης του ν. 4046/2012, η προηγουμένως μνημονευθείσα Αναλογιστική Μελέτη Ελέγχου Περιπτώσεων (Case Study) από την οποία προέκυψαν οι αναλογιστικές εκτιμήσεις ανά τομέα πρόνοιας, μεταξύ των οποίων και του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ. Η μελέτη αυτή, η οποία εκπονήθηκε από τη Διεύθυνση Αναλογιστικών Μελετών της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, είχε σκοπό να διερευνηθεί κατά πόσον η σχέση εισφορών – παροχών εφάπαξ βοηθημάτων των ασφαλισμένων μέχρι 31.12.1992 όλων των τομέων πρόνοιας αρμοδιότητας του ως άνω Υπουργείου είναι ανταποδοτικές. Ειδικώς για τον Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του Ταμείου ελήφθησαν υπόψη τα εξής: η ηλικία συνταξιοδότησης 56,5 έτη, τα έτη ασφάλισης για εφάπαξ 29 έτη, ο μισθός του μήνα εξόδου από την υπηρεσία που ελήφθη υπ’ όψη για τον υπολογισμό της εισφοράς 1.595,00 ευρώ, οι αποδοχές που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό του εφάπαξ 1.400 ευρώ, το ποσό εφάπαξ κατά την έξοδο από την υπηρεσία 47.100 ευρώ, οι καταβληθείσες εισφορές για εφάπαξ 29.139,43 ευρώ, η διαφορά εφάπαξ παροχής και εισφορών 17.960,57 ευρώ, η οποία ισοδυναμεί σε ποσοστό 38,13% επί της εφάπαξ παροχής, με τη μείωση δε του ν. 4024/2011 η παρούσα αξία (ΠΑ) της εφάπαξ παροχής ήταν 37.680,00 ευρώ, η διαφορά τέλος της εφάπαξ παροχής από τη μείωση αυτή και των καταβληθεισών εισφορών ήταν 8.540,5 ευρώ. Ενόψει αυτών, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος του προδιαληφθέντος Μνημονίου Συνεννόησης για την εναρμόνιση της σχέσης παροχών – εισφορών, το εφάπαξ που χορηγεί ο Τομέας Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του Ταμείου στους εξερχομένους της υπηρεσίας ασφαλισμένους του, οι οποίοι είχαν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτού μέχρι 31.12.1992, σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, έπρεπε να μειωθεί περαιτέρω κατά 22,67%.

    26. Επειδή, η προσφεύγουσα - ενάγουσα προβάλλει με το κρινόμενο δικόγραφο ότι οι περικοπές του εφάπαξ βοηθήματός της, που έγιναν, κατά τα εκτεθέντα, με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011 και το άρθρο πρώτο, υποπαράγραφος ΙΑ.5 περ. 2 του ν. 4093/2012 προσκρούουν σε συνταγματικούς και υπερνομοθετικούς κανόνες και αρχές. Ειδικότερα, προβάλλει ότι με τις εν λόγω διατάξεις: α) παραβιάζεται το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος γενικώς λόγω των ανωτέρω περικοπών, αλλά και από την ειδικότερη άποψη ότι των περικοπών αυτών δεν προηγήθηκαν οι αναγκαίες αναλογιστικές ή άλλης φύσεως μελέτες, πράγμα το οποίο είναι κατά συνταγματική επιταγή αναγκαίο. Και ναι μεν προηγήθηκαν οι προεκτεθείσες δύο μελέτες, πλην αυτές, σύμφωνα με την προσφεύγουσα - ενάγουσα, είναι γενικόλογες και εν πολλοίς αόριστες και, συνεπώς, δεν πληρούν την κατά την ανωτέρω διάταξη του Συντάγματος επιταγή. β) παραβιάζονται οι αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστατευομένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης, οι οποίες απορρέουν από την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, η οποία επιτάσσει την προστασία της νόμιμης προσδοκίας του ασφαλισμένου στη διατήρηση της ασφαλιστικής σχέσης και δεν επιτρέπει την δραστική ανατροπή κεκτημένων δικαιωμάτων, όπως είναι της εφάπαξ παροχής, και των επί σειρά ετών διαμορφωμένων πραγματικών καταστάσεων. γ) με τις ανωτέρω μειώσεις του εφάπαξ βοηθήματος της προσφεύγουσας – ενάγουσας με συνολικό ποσοστό 34,27% παραβιάζεται η κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, εφόσον μάλιστα οι μειώσεις αυτές έγιναν μετά την πάροδο πλέον των δύο ετών από την περιέλευση της σχετικής αιτήσεώς της στο Ταμείο, περαιτέρω δε υπήρξε παραβίαση και του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι δεν υφίσταται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των σκοπών δημοσίου συμφέροντος και της ανάγκης προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων αυτής, καθώς επίσης και του άρθρου 17 του Συντάγματος. δ) παραβιάζεται η κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, από την άποψη ότι οι ανωτέρω περικοπές έγιναν με βάση το τυχαίο και αδιαφανές, σύμφωνα με το κρινόμενο δικόγραφο, κριτήριο του χρόνου εκδόσεως της περί χορηγήσεως της εφάπαξ παροχής πράξεως και όχι με βάση το αντικειμενικό κριτήριο του χρόνου εξόδου του υπαλλήλου από την υπηρεσία. Περαιτέρω δε, η εν λόγω αρχή παραβιάζεται ειδικώς ως προς τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς, διότι αυτοί, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3687/2008 – Α΄ 159), μπορούν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία μόνο κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος του σχολικού έτους μέχρι τη 10η Αυγούστου, κατά το υπόλοιπο δε έτος, μόνο για εξαιρετικούς λόγους όπως είναι οι λόγοι υγείας. ε) παραβιάζεται, τέλος, και η κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος ισότητα στην κατανομή των δημοσίων βαρών, καθόσον οι ίδιοι πολίτες, όπως, κατά κανόνα, είναι και οι δημόσιοι υπάλληλοι, επιβαρύνονται κυρίως με την αντιμετώπιση της παρούσης σοβαρότατης οικονομικής κρίσεως και, ιδίως, με την υψηλή φορολογική επιβάρυνση αφ’ ενός και με την περικοπή των πάσης φύσεως αποδοχών ή κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, όπως είναι, εν προκειμένω, η κατά τα ανωτέρω περικοπή του εφάπαξ, αφ’ ετέρου.

    27. Επειδή, οι επίμαχες περικοπές του εφάπαξ βοηθήματος επήλθαν δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011 και του άρθρου πρώτου, υποπαράγραφος ΙΑ.5 περ. 2 του ν. 4093/2012, δηλαδή ευρίσκουν έρεισμα στο νόμο και, κατά τα προεκτεθέντα, εντάσσονται, μαζί με τις περικοπές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα αφ’ ενός για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας της Χώρας και, αφ’ ετέρου, για τη μεταρρύθμιση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, χάριν της βιωσιμότητάς του, μεταρρύθμιση η οποία ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η θέσπιση δε των περικοπών αυτών εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και όχι απλώς το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως. Από τα μακροοικονομικά στοιχεία (δημοσιονομικά και μη), τα οποία εκτίθενται στις παρατεθείσες αιτιολογικές εκθέσεις προκύπτει εναργώς ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, το οποίο περιλαμβάνει και φορείς εφάπαξ παροχών κατά την συνταξιοδότηση, θα ήταν ανέφικτη χωρίς τη λήψη μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών μέτρων και χωρίς την μακροπρόθεσμη διαρθρωτική μεταρρύθμιση του θεσμού. Επομένως, η συγκεκριμένη νομοθετική επιλογή, η οποία εκδηλώθηκε με τις πιο πάνω διατάξεις και εντάσσεται στο δημοσιονομικό - διαρθρωτικό σκέλος της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης (σε αντίθεση με το αμιγώς διαρθρωτικό), αιτιολογείται προσηκόντως, κατά τα λοιπά, δε, εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, αντικείμενο του οποίου είναι μόνο η υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 1094, 2289/1987 Ολομ.). Κατ’ ακολουθίαν δε τούτων, ο λόγος περί παραβιάσεως του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο περαιτέρω δε λόγος ότι για την αιτιολογημένη επιβολή των επίμαχων περικοπών απαιτείτο η εκπόνηση οικονομικής ή αναλογιστικής μελέτης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, σύνταξη τέτοιας μελέτης απαιτείται πριν από την λήψη νομοθετικών επεμβάσεων σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και χάριν της βιωσιμότητας αυτών και, πάντως, σύνταξη οικονομικής ή αναλογιστικής μελέτης δεν απαιτείται, όταν πρόκειται να ληφθούν μέτρα που έχουν και δημοσιονομικό χαρακτήρα, όπως οι επίμαχες περικοπές (ΣτΕ 1285/2012 Ολομ. σκ. 12, 13), εν πάση όμως περιπτώσει τέτοιες μελέτες, όπως ανωτέρω εκτίθεται, έχουν συνταχθεί και με το προεκτεθέν περιεχόμενό τους δικαιολογούν τις ως άνω μειώσεις. Περαιτέρω, εν όψει του διακηρυχθέντος στόχου του περιορισμού της αύξησης των κοινωνικών δαπανών, καθώς και του ότι οι επίμαχες μειώσεις, οι οποίες εντάσσονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μεσοπρόθεσμου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και είναι αναγκαίες για την επιβίωση του Ταμείου, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μη αναγκαίες, διότι ο πολιτικός στόχος του περιορισμού της αύξησης των κοινωνικών δαπανών από τη φύση του επιτυγχάνεται με την μείωση των επιχορηγήσεων και όχι με την περαιτέρω χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, διότι στη δεύτερη περίπτωση ο στόχος καθίσταται επαχθέστερος, δεδομένου ότι απολήγει στην περαιτέρω επιβάρυνση των υπολοίπων πολιτών με την επιβολή φορολογίας. Εξ άλλου, ακόμη και μετά τις ανωτέρω περικοπές, οι οποίες αθροιστικά αντιστοιχούν σε ποσοστό περίπου 34,27% του συνολικού ποσού του εφάπαξ βοηθήματος, υπολογιζομένου σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του Ταμείου, το τελικώς καταβληθέν στην προσφεύγουσα - ενάγουσα εφάπαξ ποσό (31.267,81 ευρώ) υπερβαίνει σημαντικά τις καταβληθείσες από αυτήν εισφορές καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της (24.727,03 ευρώ), όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μετά την κατά νόμο αξιοποίηση του κεφαλαίου αυτών είτε με έντοκη κατάθεσή του στην Τράπεζα της Ελλάδος ή σε ασφαλή εμπορική τράπεζα είτε με άλλη ασφαλή επένδυσή του, περαιτέρω δε μετά την τιμαριθμική αναπροσαρμογή αυτού (ν. 1611/1950 – Α΄ 304, άρθρο τρίτο του ν. 2216/1994 – Α΄ 83, άρθρο 15 παρ. 11 ν. 2469/1997 – Α΄ 38, άρθρο 14 ν. 2042/1992 – Α΄ 75, άρθρο 2 του ν. 3586/2007 – Α΄ 151). Τέλος, οι επίμαχες μειώσεις εντάσσονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μεσοπρόθεσμου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, η επιχειρούμενη δε δημοσιονομική προσαρμογή δεν στηρίζεται μόνο στη μείωση των δαπανών των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, αλλά και στη λήψη διάφορων δημοσιονομικών, διαρθρωτικών και χρηματοπιστωτικών μέτρων, η συνδυασμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται από το νομοθέτη ότι θα συμβάλει στην έξοδο της Χώρας από την κρίση και στη βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών, κατά τρόπο που αναμένεται να διατηρηθεί και στο μέλλον, λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης του Κράτους να μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων ανάλογα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Εν όψει όλων αυτών και σύμφωνα ιδίως με τις σκέψεις 11 και 12, οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011 και του άρθρου πρώτου, υποπαράγραφος ΙΑ 5 περ. 2 του ν. 4093/2012, με τις οποίες επήλθαν οι ανωτέρω μειώσεις της εφάπαξ παροχής δεν αντίκεινται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως πιο πάνω εκτέθηκε, ούτε παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ειδικώς η δεύτερη μείωση του εφάπαξ βοηθήματος έγινε σε εφαρμογή της αποφάσεως του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και απέβλεπε στην εξομάλυνση της αναλογίας εισφορών και εφάπαξ παροχών. Ενόψει δε και του τελευταίου αυτού σκοπού και δεδομένου ότι κατά τα ήδη εκτεθέντα το καταβληθέν ποσό υπερβαίνει το σύνολο των καταβληθεισών από αυτήν εισφορών, δεν παραβιάζεται η αρχή της ανταποδοτικότητας, όπως εσφαλμένως προβάλλεται, αλλά ούτε και η αρχή της ισότητας. Επομένως, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με το κρινόμενο δικόγραφο περί παραβάσεως των ως είρηται υπερνομοθετικής φύσεως διατάξεων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω δε, δεν παραβιάζεται η παρ. 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, καθόσον, κατά τα ήδη εκτεθέντα, το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων αντιμετώπιζε άμεσα και πιεστικότατα οικονομικά προβλήματα, συνεπεία των οποίων αδυνατούσε να ανταποκριθεί επικαίρως στις υποχρεώσεις του, η αντιμετώπιση δε των προβλημάτων αυτών έπρεπε να γίνει με έκτακτη οικονομική ενίσχυση από το Κράτος, που ήδη έλαβε χώρα κατά τα εκτεθέντα στην 25η σκέψη, αλλά και με περικοπές του χορηγούμενου εφάπαξ βοηθήματος και τούτο για την αποφυγή επιβολής φορολογίας και άλλων επιβαρύνσεων σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Ενόψει αυτών ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, η δια το παρελθόν μείωση της ανωτέρω εφάπαξ παροχής είναι σύμφωνη με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και με το άρθρο 17 του Συντάγματος, καθόσον, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στις σκέψεις 11 και 12, η για το παρελθόν μείωση ασφαλιστικής παροχής είναι, κατ’ αρχήν, συμβατή με το εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, περαιτέρω δε η εν προκειμένω μείωση της εφάπαξ παροχής της προσφευγούσης – εναγούσης δεν συνιστά υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας της ούτε ανατρέπεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος αυτής, εφόσον η μείωση αυτή έγινε για τους προεκτεθέντες σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και ιδίως λόγω της σοβαρής αδυναμίας του Ταμείου να ανταποκριθεί επικαίρως στις υποχρεώσεις του, εν πάση δε περιπτώσει το τελικώς καταβληθέν στην προσφεύγουσα - ενάγουσα εφάπαξ ποσό (31.267,81 ευρώ) υπερβαίνει σημαντικά τις καταβληθείσες από αυτήν εισφορές καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της (24.727,03 ευρώ), όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μετά την κατά νόμο αξιοποίηση του κεφαλαίου αυτών, σύμφωνα με τα πιο πάνω εκτεθέντα. Τέλος, οι αρχές της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου δεν εμποδίζουν τον νομοθέτη, ο οποίος υποχρεούται να μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, να λαμβάνει μέτρα εντός του πλαισίου της συνταγματικής τάξεως, ακόμη και σε ήδη συνεστημένες έννομες σχέσεις ή καταστάσεις, όταν αδήριτες ανάγκες το επιβάλλουν. Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία απαγορεύεται η μεταβολή του ευνοϊκού για τους ασφαλισμένους νομοθετικού καθεστώτος είτε για το μέλλον είτε για το παρελθόν, θα κατέληγε σε παράλυση της δράσης του νομοθέτη και, ειδικά στο πεδίο του οικονομικού προγραμματισμού (ΣτΕ 490/2000 σκ. 5), σε ματαίωση να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις σύμφωνα με τις επιταγές του δημοσίου συμφέροντος, ακόμη και τις ήδη γεννημένες. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι σχετικοί λόγοι της προσφεύγουσας - ενάγουσας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Σωτ. Ρίζος, ο Αντιπρόεδρος Νικ. Ρόζος και οι Σύμβουλοι Διον. Μαρινάκης, Μιχ. Βηλαράς, Π. Ευστρατίου, Αντ. Ντέμσιας, Διομ. Κυριλλόπουλος και Αντ. Χλαμπέα, προς την γνώμη των οποίων προσεχώρησε και η Πάρεδρος Τ. Βαρουφάκη, οι οποίοι, ακολουθώντας τις βασικές θέσεις τους, όπως εκτίθενται στη σκέψη 11, υπεστήριξαν τα εξής: Επειδή, εν προκειμένω, από τα νομοθετήματα του ελληνικού κράτους (μεταξύ των οποίων και τα μνημονευόμενα ειδικώς στα υπομνήματα της Διοικήσεως) και τα παρατιθέμενα κείμενα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προκύπτουν τα εξής: τα αλλεπάλληλα μέτρα μειώσεως της εφάπαξ ασφαλιστικής παροχής υπήρξαν αποτέλεσμα όχι κάποιου σχεδιασμού της ελληνικής Πολιτείας, αλλά των συγκεκριμένων προδιαγραφών, οι οποίες περιέχονται σε κείμενα της Ε.Ε. (βλ. σκέψεις 19, 21 και 23), τα οποία ο έλληνας νομοθέτης μετασχηματίζει σε διατάξεις τυπικών νόμων. Το γεγονός αυτό, μαζί με άλλα, εξηγεί γιατί δεν προηγήθηκε των εκάστοτε επίμαχων μειώσεων οιαδήποτε συγκεκριμένη συνθετική μελέτη με το περιεχόμενο το οποίο θα έπρεπε να έχει, κατά την διατυπωθείσα στη σκέψη 11 άποψη της μειοψηφίας. Τέτοιες μελέτες δεν συνιστούν οι αναφερόμενες στη σκέψη 25 α) η ανευρισκόμενη στο φάκελο «αναλογιστική μελέτη» συνταχθείσα από την ..... με αναφορά στο πρώτο φύλλο «Αύγουστος 2011», καθ’ όσον σε αυτή γίνεται απλή περιγραφή της καταστάσεως του Ταμείου Προνοίας Δ.Υ. (έσοδα, εισφορές, αριθμός ασφαλισμένων, γενικές αναφορές στο δημογραφικό πρόβλημα) με μία υπόθεση εξυγιάνσεως με μειώσεις των παροχών 10% και καμιά συσχέτιση με το συγκεκριμένο περιβάλλον της οικονομικής κρίσεως, των άλλων επιβαρύνσεων που έχουν υποστεί οι ασφαλισμένοι κατά την ίδια περίοδο και των λοιπόν παραμέτρων. Εξ άλλου η μελέτη αυτή έχει πρόβλημα κύρους ως προερχόμενη από μία ιδιωτική εταιρεία χωρίς προσδιοριζόμενη ταυτότητα και ειδίκευση ενώ ουδόλως προκύπτει ότι ελήφθη υπ’ όψιν από το νομοθέτη κατά την επιβολή των επίμαχων μειώσεων. β) η «αναλογιστική μελέτη ελέγχου, ανά τομέα πρόνοιας περιπτώσεων μέσων όρων για την ανταποδοτικότητα των εφάπαξ παροχών των μέχρι 31/12/1992 ασφαλισμένων που δικαιώθηκαν εφάπαξ (ή εξήλθαν από την υπηρεσία τους) τα έτη 2010 και 2011 (case study)», συνταχθείσα τον Μάρτιο 2012 από την Διεύθυνση αναλογιστικών μελετών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Διότι η μελέτη αυτή, εκτεινόμενη σε 8 σελίδες, εξετάζει μόνο και αποκλειστικώς το ειδικό θέμα της ανταποδοτικότητας, δηλ. της σχέσεως εισφορών – παροχών εφάπαξ βοηθημάτων σε όλους τους Τομείς Πρόνοιας, αρμοδιότητας του Υπουργείου και με την προϋπόθεση «η διερεύνηση αυτή να βασισθεί στα άτομα που δικαιώθηκαν (ή υπέβαλαν ανάλογο αίτημα) εφάπαξ κατά τα έτη 2010 και 2011». Είναι πρόδηλο ότι ούτε και αυτή η διερεύνηση συνιστά την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω συνθετική μελέτη. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της διοικήσεως (βλ. αναλυτική καταγραφή στη σκέψη 25) περί των αιτίων του ελλείμματος του ΤΠΔΥ και της καταστρατηγήσεως της αρχής της ανταποδοτικότητος με επί σειρά δεκαετιών επιχορηγήσεις από το κράτος και διάφορα ευεργετικά για διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων νομοθετήματα δεν δύνανται να αιτιολογήσουν τις επανειλημμένες μειώσεις του εφάπαξ βοηθήματος. Διότι ενώ αποσκοπούν να θεμελιώσουν την άποψη περί του αμιγώς – κατά δίκαιο – ανταποδοτικού χαρακτήρα του Ταμείου και επομένως της απαλλαγής του Κράτους από την υποχρέωση εγγυήσεως του ασφαλιστικού κεφαλαίου, επιτυγχάνουν το αντίθετο, καθόσον καταδεικνύουν ότι ο χαρακτήρας αυτός καθ’ οδόν είχε απολεσθεί με τις πράξεις του ίδιου του νομοθέτη, ο οποίος συνέβαλε αποφασιστικά στην ελλειμματικότητα του Ταμείου. Επί πλέον κατατείνουν οι ίδιοι ισχυρισμοί αλλά και οι αιτιολογικές εκθέσεις των επίμαχων νομοθετημάτων να επιρρίψουν τα βάρη των σφαλμάτων του κράτους στους ασφαλισμένους γενικώς και μάλιστα σε μία γενεά, αυτή που εξέρχεται του εργασιακού βίου στην περίοδο της κρίσεως, κατά παράβαση της αρχής της ισότητος και της προστατευομένης εμπιστοσύνης. Περαιτέρω η εν προκειμένω δια το παρελθόν μείωση, εις βάρος της αιτούσης, του ως άνω εφάπαξ βοηθήματος σε ποσοστό μάλιστα 34,27% με την ανωτέρω από 13.2.2013 απόφαση της Διευθύντριας του Ταμείου, ενώ το σχετικό δικαίωμα ήταν ήδη γεννημένο από την έξοδο της προσφευγούσης – εναγούσης από την υπηρεσία (31.8.2010) (βλ. ΣτΕ 2031/1994 επταμ., 1712/1978, 2999/2009, πρβλ. 3487/2008 Ολομ. - σχετικώς σκ. 15) και ενώ εκκρεμούσε ενώπιον του Ταμείου η αίτηση χορηγήσεως της παροχής αυτής, η εν λόγω μείωση, η οποία συντελέσθηκε μετά την πάροδο δύο και ήμισυ περίπου ετών από την γέννηση του δικαιώματος, συνιστά υπό τις συνθήκες αυτές, ανεπίτρεπτη, κατά το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, επέμβαση στο σχετικό περιουσιακό δικαίωμα αυτής. Εν όψει των ανωτέρω, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, οι διατάξεις οι οποίες εφαρμόσθηκαν ως βάση για τις περικοπές της εφάπαξ παροχής της αιτούσης είναι ανίσχυρες, διότι προσκρούουν αφ’ ενός μεν στις συνταγματικές αρχές της εγγυημένης από το Κράτος κοινωνικής ασφαλίσεως, της προστατευμένης εμπιστοσύνης και της ισότητος, αφ’ ετέρου δε στο πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Κατά την ειδικότερη γνώμη των Συμβούλων Διον. Μαρινάκη και Διομ. Κυριλλόπουλου, η πρώτη αναλογιστική μελέτη, αναφερόμενη αφ’ ενός μεν σε λεπτομερή αναλογιστικά στοιχεία, αφ’ ετέρου δε και στις μεταβολές που πρέπει να γίνουν για το μέλλον (μείωση παροχών και αύξηση εισφορών) για να αντιμετωπισθούν οι άμεσες υποχρεώσεις του Ταμείου και εν γένει η εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση αυτού, δικαιολογεί επαρκώς την ανωτέρω μείωση της εφάπαξ παροχής με βάση το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011.

    28. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι οι επίμαχες διατάξεις περί μειώσεως της εφάπαξ παροχής (των ν. 4024/2011 και 4093/2012) αντίκεινται στην αρχή της ισότητος και στην ειδικότερη αρχή της ισότητος στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντ.), αφ’ ενός διότι εξήρτησαν την μείωση από τον χρόνο απονομής του βοηθήματος και όχι από τον χρόνο αποχωρήσεως από την υπηρεσία και αφετέρου διότι δεν έλαβαν υπ’ όψη τους ότι οι εκπαιδευτικοί υπάλληλοι δύνανται να παραιτηθούν μόνον μετά την 1η Ιουλίου και μέχρι την 19η Αυγούστου εκάστου έτους, ενώ οι άλλοι διοικητικοί υπάλληλοι οποτεδήποτε. Ο λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, είναι απορριπτέος προεχόντως, διότι κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω από την πλειοψηφία δεν εκωλύετο ο νομοθέτης να ορίσει αναδρομικώς τις μειώσεις και δη από το χρονικό σημείο που καθόρισαν οι δύο νόμοι, ενώ κατά την μειοψηφία οι ρυθμίσεις αυτές, ως προς την αναδρομικότητα, αντιτίθενται στο Π.Π.Π. της ΕΣΔΑ. Κατά το δεύτερο σκέλος, ο λόγος είναι απορριπτέος, εκτός της αοριστίας του, και διότι η παραίτηση οφειλόταν στην ελεύθερη βούληση της αιτούσης, ο δε νομοθέτης δεν υπεχρεούτο να θεσπίσει ειδικές ρυθμίσεις για τέτοιες περιπτώσεις.

    29. Επειδή, το Δικαστήριο μετά την επίλυση του ζητήματος της συνταγματικότητας του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011 και του άρθρου πρώτου υποπαράγραφος ΙΑ.5. περ. 2 του ν. 4093/2012, παραπέμπει την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών για την περαιτέρω εκδίκαση της κρινόμενης προσφυγής - αγωγής.

    Δ ι ά τ α ύ τ α

Επιλύει τα ζητήματα της συνταγματικότητας του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011 και του άρθρου πρώτου υποπαράγραφος ΙΑ.5. περ. 2 του ν. 4093/2012.

    Παραπέμπει την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τα εκτεθέντα στο σκεπτικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...