Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Εγκατάλειψη εγκύου, ματαίωση γάμου, ηθική βλάβη.

Προσβολή προσωπικότητας - Γνωστοποίηση άρνησης γάμου κατά την ορισθείσα ημερομηνία - Εγκυμοσύνη υποψηφίας συζύγου. Κρίση για προσβολή προσωπικότητας και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη 8.000 ευρώ, σε βάρος εκείνου ο οποίος, γνωστοποίησε τηλεφωνικά στην υποψήφια σύζυγό του το πρωί της ημέρας τέλεσης του γάμου την άρνησή του για το γάμο και η οποία ευρισκόταν ήδη σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης, διέκοψε τη συμβίωσή του μαζί της και την εγκατέλειψε, χωρίς να ενδιαφερθεί για την πορεία της εγκυμοσύνης της και για τον τοκετό.
   ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 259/ 2016

 Αποτελούμενο από τους Δικαστές Δήμητρα Τσουτσάνη, Πρόεδρο Εφετών, Βασιλική Χάσκαρη και Μαρία Ανδρεοπούλου, Εισηγήτρια, Εφέτες.

Με την από 22-6-2009 (6404/2009) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της από την συμπεριφορά του εναγομένου, με τον οποίο διατηρούσε ερωτική σχέση από το Νοέμβριο του έτους 2006, και ο οποίος χωρίς λόγο προέβη στην αιφνιδιαστική ματαίωση του προγραμματισθέντος γάμου τους, κατά την ημέρα τέλεσης του μυστηρίου, στις 27-5-2007 και εν συνεχεία την εγκατέλειψε αβοήθητη, ενώ γνώριζε ότι κυοφορούσε το τέκνο τους, στη γέννηση του οποίου δεν παραβρέθηκε, ούτε τη συνέδραμε με οποιονδήποτε τρόπο, ζήτησε την καταψήφιση του τελευταίου στην προς αυτήν καταβολή του ποσού των 81.000€ - μετά τον νομότυπο ποσοτικό περιορισμό του αιτήματος, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, ως αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ανωτέρω σε βάρος της συμπεριφορά του. Η αγωγή αυτή είναι επαρκώς ορισμένη κατά το νόμο και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57,59, 914, 932, 340, 345, 346 ΑΚ, 359 ΠΚ και 176, 191 παρ 2 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν.

Από την ένορκη, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης ...που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου εκείνου, από την ένορκη, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου...η εξέταση της οποίας είναι δυνατή μετά την, κατ’ άρθρον 528 ΚΠολΔ, εξαφάνιση της εκκαλουμένης, αλλά και κατ’ άρθρον 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει πρόθεση στρεψοδικίας, καθώς και τη χωρίς όρκο εξέταση των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως μετ’επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμοποιηθούν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Οι διάδικοι γνωρίστηκαν στις 30-11-2006, στα πλαίσια εορταστικής εκδήλωσης κοινού τους φίλου. Η ενάγουσα διήνυε το 37ο έτος της ηλικίας της και δεν είχε δική της οικογένεια, ο δε εναγόμενος ήταν 29 ετών και είχε ένα ανήλικο τέκνο, 3 ετών, από εκτός γάμου σχέση του με άλλη γυναίκα. Οι διάδικοι, μετά την γνωριμία τους συνήψαν ερωτική σχέση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η διαπιστωθείσα, στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2007, εγκυμοσύνη της. Ακολούθως ο εναγόμενος, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του στην τέλεση ενός γάμου, λόγω του ότι γνώριζε ελάχιστα την ενάγουσα, εντούτοις δέχτηκε να προχωρήσει στην τέλεσή του, λόγω της εγκυμοσύνης της. Για το λόγο αυτό άρχισε και η συμβίωση των διαδίκων, ενώ ο γάμος τους ορίστηκε για τις 27-5-2007. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά τη οργάνωση μιας μικρής γιορτής δύο ημέρες πριν από την τέλεση του μυστηρίου και επ’ ευκαιρία αυτού, ο εναγόμενος δέχθηκε πληροφορίες και σχόλια για την ενάγουσα, οι οποίες του δημιούργησαν εύλογες αμφιβολίες για την πατρότητα του κυοφορουμένου από αυτήν τέκνου καθώς και για τη σκοπιμότητα της τέλεσης του γάμου, ενόψει των νέων δεδομένων. Πρέπει δε να αναφερθεί, ότι μεταξύ των ατόμων που είχε καλέσει η ενάγουσα στο γάμο της, ήταν ένας άνδρας με τον οποίο διατηρούσε σχέσεις (είχε συνάψει αρραβώνα στο παρελθόν), ο οποίος μάλιστα «…μπαινόβγαινε στο σπίτι…», όπως η ίδια κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο, παρότι γνώριζε ότι ο εναγόμενος ήταν αντίθετος στο να διατηρεί επαφές μαζί του. Μετά δε από μία σύντομη συνομιλία που είχε ο εναγόμενος με την ενάγουσα, για το θέμα αυτό, αποφάσισε να μην προχωρήσει στην τέλεση του μυστηρίου, γεγονός που γνωστοποίησε τηλεφωνικώς στην ενάγουσα, το πρωί της ημέρας τέλεσης του γάμου, δηλαδή στις 27-5-2007. Το γεγονός αυτό υπήρξε ιδιαιτέρως σκληρό για την ενάγουσα, η οποία ευρισκόμενη σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης, είχε την επιπλέον υποχρέωση να ενημερώσει το συγγενικό και φιλικό περιβάλλον της (να σημειωθεί ότι μεταξύ των καλεσμένων ήταν και στενοί συγγενείς της, κάτοικοι εξωτερικού, οι οποίοι είχαν έλθει στη Ελλάδα) για την ξαφνική ματαίωση του γάμου της. Έκτοτε δε, ο εναγόμενος διέκοψε τη συμβίωσή του με την ενάγουσα και την εγκατέλειψε, χωρίς να ενδιαφερθεί για την πορεία της εγκυμοσύνης της και για τον τοκετό, ο οποίος έλαβε χώρα στις 26-10-2007, ενώ, μερικούς μήνες αργότερα έλαβε χώρα και η γέννηση ενός τρίτου τέκνου του εναγομένου, από τη γυναίκα με την οποία είχε αποκτήσει το πρώτο τέκνο του. Γνώριζε δε, ότι η ενάγουσα δεν εργαζόταν, δεν είχε οικονομικούς πόρους για να συντηρηθεί, ούτε ήταν δυνατόν να εργασθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αναγκάσθηκε να προβεί στην άσκηση αγωγής αναγνώρισης της πατρότητας του άρρενος τέκνου της, το οποίο, τελικώς αναγνωρίσθηκε ως τέκνο του εναγομένου, μετά τη διεξαγωγή ιατρικής πραγ/νης, δυνάμει της 4525/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα υπέστη από τη συμπεριφορά του εναγομένου ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 8.000 €. Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο, ενόψει των προαναφερθεισών συνθηκών τελέσεως της αδικοπραξίας, της ηλικίας των διαδίκων και της οικονομικής και κοινωνικής τους καταστάσεως (η ενάγουσα είναι άνεργη, επιδοτούμενη κατά καιρούς από τον ΟΑΕΔ, συντηρούμενη οικονομικώς από τη μητέρα της και διαμένει σε κατοικία της τελευταίας στα Ιωάννινα, μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ο δε εναγόμενος είναι μόνιμος υπάλληλος εταιρίας αστικών λεωφορείων, είναι πατέρας δύο ακόμη ανηλίκων τέκνων, με την μητέρα των οποίων συμβιώνει, ενώ το έτος 2008, προχώρησε στην πώληση διώροφης οικοδομής ιδιοκτησίας του, έναντι αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος 190.000€). Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου περί τοπικής αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, ενόψει του ότι είναι μόνιμος κάτοικος Περιστερίου και όχι Αγ. Ιωάννη Ρέντη, όπως αναγράφεται στην ένδικη αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, για το λόγο ότι η τελευταία κοινοποιήθηκε στη μόνη γνωστή διεύθυνση που γνώριζε η ενάγουσα δηλαδή αυτήν του τόπου εργασίας του εναγομένου, ο οποίος περιλαμβάνεται στους νομίμους τόπους επίδοσης της αγωγής (124παρ2, 129 ΚΠολΔ). Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινομένη αγωγή να γίνει μερικώς δεκτή ως και ουσιαστικώς βάσιμη και να καταδικασθεί ο εναγόμενος, που ηττήθηκε, σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (178παρ1, 193 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
  
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
  
Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, την από 8-4-2014 (291/2014), έφεση.
 Δέχεται την έφεση τυπικά και κατ’ ουσίαν.
 Εξαφανίζει την 704/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).
 Κρατεί την υπόθεση.
 Δικάζει επί της από 22-6-2009 (6404/2009) αγωγής.
 Δέχεται την αγωγή εν μέρει.
 Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000)€, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.
 Καταδικάζει τον εναγόμενο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800)€. 
------------------
Εγκατάλειψη εγκύου - Προσβολή προσωπικότητας - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης -. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της από την τέλεση εις βάρος της του αδικήματος της εγκατάλειψης εγκύου της μνηστής, χωρίς σπουδαίο λόγο και αδιαφορίας γι’ αυτή και το γεννηθέν τέκνο τους, το οποίο αναγνώρισε μετά από τεστ πατρότητας, ως προς τις εκφάνσεις που αναφέρονται στη μείωση της τιμής και της υπόληψής της, καθώς και εκείνες που διατάραξαν την οικονομική της υπόσταση. Επιδικάστηκε το ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης.

 Άρειος Πάγος, Α1' Πολιτικό Τμήμα, 1137/ 2012.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προσβολή προσωπικότητας, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπάρχει, σε κάθε μειωτική επέμβαση της προσωπικότητας από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτόμενου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως της προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η εγκατάλειψη εγκύου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 359 του Π.Κ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 359 του Π.Κ., όποιος εγκαταλείπει σε απορία ή με άλλο τρόπο αβοήθητη γυναίκα που έμεινε από αυτόν έγκυος και που λόγω της εγκυμοσύνης ή του τοκετού της δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό της, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τα στοιχεία του εγκλήματος της εγκαταλείψεως εγκύου είναι, α) η εγκατάλειψη γυναίκας εγκύου, β) η εγκατάλειψη να έγινε από εκείνον που κατέστησε αυτή έγκυο, γ) η εγκατάλειψη της εγκύου σε απορία, ήτοι σε κατάσταση κατά την οποία αυτή στερείται των αναγκαίων μέσων για τη συντήρησή της, ή η εγκατάλειψη αυτής αβοήθητης, εφόσον έχει ανάγκη βοηθείας συνεπεία των από την κύηση ή τον τοκετό προκληθεισών δυσμενών ψυχικών και άλλων συνθηκών, δ) η αδυναμία της εγκύου, λόγω της εγκυμοσύνης ή του τοκετού, να φροντίσει για τον εαυτό της, ώστε να πορισθεί τα αναγκαία για τη συντήρησή της μέσα ή να αντιμετωπίσει την κατάσταση που δημιουργείται γι` αυτήν από τις ως άνω δυσμενείς συνθήκες, ε) η πραγματική δυνατότητα του υπαιτίου να παράσχει σ` αυτή την αναγκαία υλική ή άλλη μη περιουσιακή βοήθεια και στ) ο δόλος του υπαιτίου, έστω και ενδεχόμενος, που ενέχει τη θέληση αυτού να εγκαταλείψει την ευρισκόμενη σε τέτοια ανάγκη έγκυο αβοήθητη. Τη συνδρομή των στοιχείων αυτών πρέπει να ερευνά και διαλαμβάνει το δικαστήριο της ουσίας στην απόφασή του, παραθέτοντας την απαιτούμενη αιτιολογία. Η αναγνώριση της πατρότητος του τέκνου από τον εξώγαμο πατέρα δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα από το έτος 2000 συνδέθηκε ερωτικά με τον εναγόμενο, η δε ερωτική τους σχέση τους οδήγησε στις 22 Ιουλίου 2006 στη σύναψη μνηστείας και στη μετέπειτα συμφωνία περί τελέσεως γάμου στις 14 Ιανουαρίου 2007. Από τη μεταξύ των διαδίκων σαρκική επαφή η ενάγουσα κατέστη έγκυος, γεγονός που πληροφορήθηκε περί τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2006 και το ανακοίνωσε αμέσως στον εναγόμενο που αντιμετώπισε την είδηση με χαρά ενόψει και του ήδη προγραμματισμένου και επικείμενου την 14-1-2007 γάμου τους. Ωστόσο, ο εναγόμενος, παραμονές του γάμου του με την ενάγουσα και ενώ η ίδια τελούσε ήδη σε κατάσταση εγκυμοσύνης διέλυσε την 29-12-2006 τη μνηστεία τους, χωρίς σπουδαίο λόγο και την εγκατέλειψε έγκυο. Έκτοτε, ουδέποτε επικοινώνησε μαζί της, ούτε και ενδιαφέρθηκε για την εξέλιξη της εγκυμοσύνης της, ενώ παρά τις επανειλημμένες απόπειρες προσέγγισής του, στις οποίες προέβη η ενάγουσα με σκοπό να τον μεταπείσει και να τελέσουν τελικά τον επικείμενο γάμο τους, χάριν και της ελεύσεως του κοινού τους τέκνου, ο εναγόμενος ήταν ανένδοτος ενώ ο ίδιος απέφευγε συστηματικά να την συναντήσει. Η ενάγουσα στις 7 Ιουνίου του έτους 2007 γέννησε στο Μαρούσι θήλυ τέκνο που βαπτίσθηκε ήδη με το όνομα Ε., ο δε εναγόμενος μόλις πέντε μήνες από τη γέννηση του τέκνου τους και αφού αξίωσε από την ενάγουσα τη διενέργεια ιατρικών εξετάσεων για τη διακρίβωση της πατρότητας του τέκνου με τη μέθοδο του ελέγχου του γενετικού υλικού, οι οποίες απέδειξαν ότι ο ίδιος ήταν πράγματι πατέρας αυτού, το αναγνώρισε εκουσίως δια της υπ' αριθ. .../8-11-2007 Πράξεως Εκούσιας Αναγνώρισης Εξωγάμου Τέκνου της Συμβολαιογράφου Πειραιά ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, η οποία είχε γεννηθεί το έτος 1976, δεν διαθέτει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στο όνομά της, πριν δε από την εγκυμοσύνη της εργαζόταν, κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο έως και τον Οκτώβριο κάθε έτους, με πλήρες ωράριο, ως εποχιακή υπάλληλος και, ειδικότερα, ως ξενοδοχοϋπάλληλος, σε ξενοδοχείο Α' κατηγορίας στις Σπέτσες, όπου κατοικεί μόνιμα, από την εργασία της δε αυτή αποκόμιζε καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.100 ευρώ περίπου, συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας. Συνεπεία δε της εποχιακής φύσεως του ως άνω επαγγέλματος της ενάγουσας και του τόπου κατοικίας της (Σπέτσες), κατά τους λοιπούς μήνες δεν εργαζόταν και ελάμβανε επίδομα από τον ΟΑΕΔ, ύψους 330 ευρώ περίπου, μηνιαίως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που ο εναγόμενος εγκατέλειψε την ενάγουσα έγκυο, ήτοι από 29-12-2006 έως και την 14-3-2007 η τελευταία δεν εργαζόταν και επιδοτήθηκε για το χρονικό αυτό διάστημα από τον ΟΑΕΔ με το μηνιαίο ποσό των 329,25 ευρώ. Λόγω δε της εγκυμοσύνης της η ενάγουσα μετά την 14-3-2007 και έως την 7-6-2007 δεν μπόρεσε να εργασθεί ενώ επίσης δεν μπόρεσε να εργασθεί και από τον τοκετό και έως τουλάχιστον τα μέσα Ιουλίου 2007, δηλαδή για χρονικό διάστημα σαράντα ημερών μετά τον τοκετό του τέκνου των διαδίκων. Ο εναγόμενος γνώριζε την εγκυμοσύνη της ενάγουσας από τους πρώτους μήνες της, αφού η ίδια το ανακοίνωσε σε αυτόν, όταν διαπίστωσε το γεγονός, ενώ επίσης γνώριζε ότι η εγκυμοσύνη αυτή προερχόταν από την σαρκική του με την ενάγουσα συνάφεια. Επίσης ο εναγόμενος γνώριζε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 29-12-2006 έως 14-3-2007 η ενάγουσα ελάμβανε μόνο το επίδομα από τον ΟΑΕΔ ύψους 330 ευρώ μηνιαίως περίπου, καθώς και ότι, ειδικά, από 15-4-2007 έως 16-7-2007 αδυνατούσε πλήρως να εργασθεί με αποτέλεσμα, για το ως άνω χρονικό διάστημα να βρίσκεται σε απορία και να έχει οικονομική ανάγκη για τη συντήρησή της, λόγω της αδυναμίας της, από την εγκυμοσύνη και τον επακολουθήσαντα τοκετό, να εργασθεί και να φροντίσει για τον εαυτό της. Σημειώνεται δε ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι η ενάγουσα ήταν σε κατάσταση πλήρους απορίας και οικονομικής εξαθλίωσης καθόσον κατά τη διάρκεια της μνηστείας τους είχε αξιώσει από την τελευταία να εξοπλίσει αποκλειστικά με δικά της χρήματα, την οικία ιδιοκτησίας του, στην οποία επρόκειτο να διαμείνουν, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει εξαντλήσει όλες τις οικονομίες της ετών από την εργασία της, καταβάλλοντας για τον εξοπλισμό της οικίας του εναγομένου με όλα τα απαραίτητα είδη επιπλώσεως, ηλεκτρικών συσκευών και αναγκαίας οικοσκευής, το συνολικό ποσό των 17.415 ευρώ, γεγονός που τελούσε σε πλήρη γνώση του εναγομένου. Εξάλλου, η ενάγουσα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα που αδυνατούσε να εργαστεί εξαιτίας της εγκυμοσύνης της και του τοκετού στερήθηκε των αναγκαίων μέσων για τη συντήρησή της, αφού ούτε μπορούσε να φροντίσει μόνη της τον εαυτό της, ούτε και είχε την οικονομική βοήθεια και συμπαράσταση άλλων, δεδομένου ότι ο πατέρας της είναι χαμηλοσυνταξιούχος ναυτικός και η μητέρα της δεν εργάζεται και, συνεπώς και αυτοί αδυνατούσαν να συνδράμουν την ενάγουσα, αφού με δυσκολία αντιμετωπίζουν και τις δικές τους βιοποριστικές δαπάνες. Επίσης, ο εναγόμενος γνώριζε ότι η ενάγουσα είχε ανάγκη της ηθικής συμπαράστασής του προς αντιμετώπιση των ηθικών και κοινωνικών προβλημάτων που της δημιούργησε η εξώγαμη εγκυμοσύνη στην μικρή κοινωνία των Σπετσών, όπου διέμενε, καθόσον αυτή βρέθηκε συχνά σε δύσκολη θέση να αντιμετωπίζει τα δυσμενή σχόλια του στενού κοινωνικού περιβάλλοντός της. Παρόλα αυτά ο εναγόμενος, ο οποίος έχει γεννηθεί το έτος 1979 και, ο οποίος κατά το ως άνω κρίσιμο διάστημα εργαζόταν αλλά και εξακολουθεί να εργάζεται ως εργολάβος οικοδομών, απασχολώντας εργατικό προσωπικό αποτελούμενο από τρία (3) περίπου άτομα, διαθέτοντας μηχανήματα (κομπρεσέρ, μπετονιέρα, κρουστικό μηχάνημα για εκσκαφές), αποθήκη με εργαλεία και Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο για τη μεταφορά οικοδομικών υλικών και αποκομίζοντας από την εργασία του τουλάχιστον το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως, καίτοι είχε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα την οικονομική δυνατότητα, κατά τα ανωτέρω, δε παρέσχε στην ενάγουσα οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια, ούτε συμπαραστάθηκε σε αυτή ψυχολογικά, συναισθηματικά και ηθικά, αν και μπορούσε, αλλά την εγκατέλειψε κυριολεκτικά στην τύχη της. Επομένως, ο εναγόμενος τέλεσε σε βάρος της ενάγουσας το αδίκημα της εγκαταλείψεως εγκύου για το οποίο άλλωστε έχει ασκηθεί και ποινική δίωξη εναντίον του. Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγομένου η ενάγουσα ένοιωσε μεγάλη θλίψη, στεναχώρια και φόβο για τον ενδεχόμενο κίνδυνο που της προκάλεσε, η εγκατάλειψή της από τον εναγόμενο σε μία περίοδο που αδυνατούσε να μεριμνήσει για τον εαυτό της, δηλαδή υπέστη ηθική βλάβη, ενώ προσεβλήθη η προσωπικότητά της λόγω της δυσμενούς αντιμετωπίσεώς της από τον εναγόμενο, αλλά και του γεγονότος ότι, ως καταθέτει η μάρτυρας αποδείξεως, μειώθηκε η εκτίμηση την οποία έχαιρε από τη μικρή κοινωνία των Σπετσών και υποβιβάσθηκε η εκτίμηση αυτή από το γεγονός ότι κατέστη έγκυος από εξώγαμη ερωτική σχέση και εν τέλει γέννησε τέκνο δίχως να βρίσκεται σε γάμο με τον φυσικό πατέρα και ακόμη, δίχως να είναι σε θέση να το αναθρέψει. Η προσβολή αυτή της προσωπικότητάς της είναι παράνομη, όπως προειπώθηκε. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να επιδικασθεί στη ενάγουσα για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, ενόψει της έκτασης της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, του τρόπου που έλαβε χώρα η προσβολή, της υπαιτιότητας του εναγομένου (δόλος), της έλλειψης οικείου πταίσματος εκ μέρους της ενάγουσας, καθώς και όλων γενικά των συνθηκών, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο εύλογο ποσό των 20.000 ευρώ. Ο εναγόμενος-εκκαλών με τους λόγους της έφεσής του ισχυρίζεται, ότι αποκλειστικά υπαίτια της μη τέλεσης του μεταξύ τους γάμου ήταν η εφεσίβλητη, η οποία απαιτούσε την διακοπή των σχέσεων τούτου με τους γονείς του και την παροχή οικονομικής βοήθειας προς τον νεφροπαθή πατέρα του, καθώς και ότι η ίδια κατά το χρόνο ακόμη που κυοφορούσε το τέκνο τους έφυγε από το νησί των Σπετσών με αποτέλεσμα να μην μπορεί να την βρει ώστε να της προσφέρει την απαραίτητη οικονομική ή ηθική βοήθεια. Προς απόδειξη όμως των ισχυρισμών αυτών δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό μέσο και για το λόγο τούτο οι ανωτέρω ισχυρισμοί του πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Σημειώνεται δε εδώ, ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν πλήρως από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και η διάγνωση της υπό κρίση διαφοράς δεν εξαρτάται από την έκβαση της ποινικής δίκης που είχε ανοιχθεί μεταξύ των διαδίκων από την ίδια αιτία με αποτέλεσμα το αίτημα του εκκαλούντα για την αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ, να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, και αφού προηγουμένως εξαφάνισε την προσβληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δικάσει ερήμην του εναγομένου (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος), είχε όμως προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 528 ΚΠολΔ), έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επεδίκασε στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) νομιμοτόκως, το ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της από την παραπάνω αιτία, στην οποία είχε στηρίξει την αγωγή της. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 359 του Π.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Συγκεκριμένα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι εναγόμενος ετέλεσε εις βάρος της ενάγουσας το αδίκημα της εγκατάλειψης εγκύου (άρθρο 359 Π.Κ.), που είχε ως επακόλουθο την προσβολή της προσωπικότητάς της, ως προς τις εκφάνσεις αυτής που αναφέρονται στη μείωση της τιμής και της υπόληψης της, καθώς και εκείνες που διετάραξαν την οικονομική της υπόσταση, αφού λόγω της εγκυμοσύνης της, ενόψει του ότι τελούσε σε απορία, δεν είχε την δυνατότητα να συντηρήσει τον εαυτό της. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει οι αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο λόγος αυτός της αναίρεσης.
    Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-04-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 809/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
    Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
---------------------------
Άρειος Πάγος 1432/ 1987 [Εισηγητής: Γ-Αιμ. Παπαγεωργίου].

"Η εγκαλούσα διήλθε τη νύκτα της 25ης προς την 26η Μαρτίου 1982 μετά του κατηγορουμένου, μετά του οποίου διατήρει σχέσεις από το έτος 1976, εις το υπ'αριθμ. 614 δωμάτιο του ξενοδοχείου Α της Θεσσαλονίκης, ως τούτο προκύπτει εκ της από 30-8-1983 βεβαιώσεως του άνω ξενοδοχείου αλλά και έξ ομολογίας του ιδίου. Κατά τη διάρκεια της ως είρηται διανυκτερεύσεως, ήλθον οι ανωτέρω εις σαρκικήν συνάφειαν εκ τούτου δε η .Εγκαλούσα κατέστη έγκυος την δε 24-12-82 εγέννησε θήλυ τέκνον. Ο κατηγορούμενος, συνεχίζει η απόφαση, κατά τας αρχάς Ματου 1982 επληροφορήθη την εγκυμοσύνην της εγκαλούσης εξ ανακοινώσεως της ιδίας. Δεν ηρνήθη όμως ευθέως ότι η εγκυμοσύνη της οφείλεται εις σαρκικήν μετ' αυτού επαφήν.Μάλιστα εδήλωσεν εις μεν τον πατέρα της ότι θα ρυθμίσει το θέμα αυτό μόνος του,εις δε τον αδελφόν της Δ. ότι έκαμε ένα σφάλμα και ότι αυτός κατέστησε έγκυον την αδελφήν του, και ότι θα προετοιμάσει καταλλήλως την μητέρα του, προφανώς διότι είχεν αντιρρήσεις δια τον μετ'αυτής γάμον του. Το πρώτον κατά Σεπτέμβριον 1982 ο κατηγορούμενος εδήλωσεν εις τον αδελφόν της εγκαλούσης κατά την τρίτην μετ' αυτού συνάντησιν ότι το παιδί δεν είναι δικό του, το αυτό δε επανέλαβε και εις το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο διέταξε την ενέργειαν πραγματογνωμοσύνης. Ο νομίμως ορισθείς πραγματογνώμων Π.Ε. απεφάνθη ότι δεν δύναται να αποκλεισθεί η πατρότης του κατηγορουμένου επί του ως άνω τέκνου της εγκαλούσης. Ο ανωτέρω όμως, συνεχίζει η απόφαση, από τας αρχάς Μάιου 1982 εγκατέλειψε την εγκαλούσα αβοήθητον και χωρίς οιανδήποτε μέριμναν και συγκεκριμένως δεν εφρόντισε να παράσχη εις αυτήν ηθικήν και ψυχικήν συμπαράστασιν και παρηγορίαν της οποίας είχεν αυτή ανάγκην, ως εκ των, λόγω της εγκυμοσύνης της,δημιουργηθεισών συνθηκών, προς αντιμετώπισιν της επιμέμπτου δι' αυτήν κοινωνικής καταστάσεως, παρά το γεγονός ότι αυτός, ως εκ της μορφώσεώς του και της κοινωνικής του θέσεως ως εμπόρου, είχε τη δυνατότητα να βοηθήσει την εγκαλούσα δια της καταλλήλου ψυχικής παρηγορίας και τονώσεως του καταπεσόντος ηθικού της, προς αντιμετώπισιν της δυσκόλου αυτής καταστάσεως της ζωής της" Μετά από τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο που δίκασε κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα γιατί, ενώ κατέστησε έγκυο την εγκαλούσα Μ. θυγατέρα Σ.Σ. την 25 Μαρτίου 1982, την εγκατέλειψε αβοήθητη κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Μαίου 1982 μέχρι 26 Οκτωβρίου 1982 κατά το οποίο εξαιτίας της εγκυμοσύνης της δεν μπορούσε να μεριμνήσει για τον εαυτό της, χωρίς καμιά ηθική ή ψυχική συμπαράσταση, από την οποία λόγω της εγκυμοσύνης της είχεν ανάγκη καίτοι γνώριζε ότι αυτή κατέστη έγκυος από αυτόν και είχεν ανάγκην ηθικής και ψυχικής συνδρομής. 'Ετσι όπως αποφάνθηκε το δικαστήριο που δίκασε και μ'αυτά που ανέλεγκτα δέχτηκε περιέλαβε στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτούν τα παραπάνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εγκατάλειψης εγκύου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 359 του Π.Κ. το οποίο εφάρμοσε και το οποίο ούτε από πλάγια παραβίασε. Είναι αβάσιμος συνεπώς και πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis