Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Τηλεοπτικές δίκες. Κατηγορούμενος η Δικαιοσύνη!

Umberto Eco
Ουμπέρτο Έκο
Το άρθρο αυτό είναι δημοσιευμένο στο κορυφαίο νομικό περιοδικό «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ», τόμος 1997, σελίδα 1688. ΠΗΓΗ.

Πολλά έχουν γραφεί για τη δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον. Στην Αμερική κυκλοφορούν δεκάδες ανέκδοτα γι΄ αυτόν που τώρα πια ανταλλάσσονται μέσω του Ιντερνετ. Για παράδειγμα, ο δικαστής λέει στον Σίμπσον: «Κύριε Σίμπσον, απαλλαχτήκατε, είστε λεύτερος, πηγαίνετε και θα σας επιστρέψουμε τα προσωπικά σας αντικείμενα». Κι ο Σίμπσον απαντά: «θα μου επιστρέψετε και το μαχαίρι μου;». Το μεγαλύτερο μέρος των Αμερικανών νιώθει αμηχανία, γιατί υποθέτει ότι ο Σίμπσον ήταν ένοχος και η απόφαση υπάκουσε σε κριτήρια ευκαιριακής πολιτικής ή ρατσιστικής μεροληψίας. 

Όμως, η αμηχανία θα πρέπει να παραμείνει ακόμη και στην περίπτωση που, όπως εύχομαι [γι΄ αυτόν και τη Δικαιοσύνη], ο Σίμπσον ήταν πράγματι αθώος. Γιατί ο Σίμπσον δεν απαλλάχτηκε επειδή ήταν αθώος, ούτε ακόμη επειδή η υπεράσπιση μπόρεσε να αποδείξει λαμπρότατα ότι, οι αποδείξεις που παρουσιάστηκαν από την κατηγορούσα αρχή, δεν ήταν ισχυρές. Ο Σίμπσον απαλλάχτηκε γιατί η υπεράσπιση κατόρθωσε να απονομιμοποιήσει την κατηγορούσα Αρχή, δείχνοντας ότι οι αστυνομικοί ήταν ρατσιστές, ψεύτες και διεφθαρμένοι και ότι ο Εισαγγελέας ήταν προκατειλημμένος. Τώρα πια, ας σημειωθεί ότι, μια δίκη στην οποία καταδεικνύεται ότι η κατηγορούσα Αρχή είναι προκατειλημμένη ή ανέντιμη, θα ήταν καθ΄ εαυτή μια ωραία επείδειξη δημοκρατίας, και μακάρι να είχε γίνει έτσι σε πολλές δίκες που σκηνοθετήθηκαν από διαφόρων χρωμάτων δικτατορίες. Αλλά αυτό πρέπει να γίνεται σε εξαιρετικές συνθήκες. Μια κοινωνία στην οποία, πάντα και εκ των προτέρων, όχι μόνο η κατηγορούσα Αρχή αλλά ακόμη και το Δικαστήριο είναι απονομιμοποιημένο, είναι, συστηματικά, μια κοινωνία στην οποία κάτι δε λειτουργεί.
Κι όμως, αυτό είναι που παρακολουθούμε εδώ και κάμποσο καιρό, όχι μόνο στην Αμερική αλλά ακόμη και στην Ιταλία. Η πρώτη κίνηση του κατηγορουμένου δεν είναι να αποδείξει ότι είναι αθώος ή ότι οι αποδείξεις της κατηγορούσας Αρχής είναι αβάσιμες, αλλά να δείξει στην κοινή γνώμη ότι η κατηγορούσα Αρχή δεν είναι υπεράνω υποψίας, όπως θάπρεπε να είναι η γυναίκα του Καίσαρα. Εάν ο κατηγορούμενος πετύχει στην προσπάθεια του αυτή, η εξέλιξη της δίκης έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Γιατί σε δίκες που αναμεταδίδονται από την τηλεόραση, αυτός που αποφασίζει είναι η κοινή γνώμη, η οποία δυσπιστεί έναντι της ανακριτικής αρχής και τείνει να πείσει τους ενόρκους ότι, θα ήταν αντιδημοφιλές να της δώσουν δίκιο. Επομένως, η τηλεοπτική δίκη δεν αφορά πλέον σε μια φιλονικία μεταξύ των δυο πλευρών που παρουσιάζουν αποδείξεις και ανταποδείξεις, αφορά ακόμα και πριν από τη δίκη, σε μια μονομαχία, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μεταξύ μελλοντικών κατηγορουμένων και μελλοντικών εισαγγελέως [και, πιθανόν, δικαστών], στους οποίους ο κατηγορούμενος αμφισβητεί το δικαίωμα να τον κρίνουν. Και η ετυμηγορία ανατίθεται στην κοινή γνώμη [η οποία δικάζει εκ των προτέρων], και όχι στους ενόρκους [που δικάζουν εκ των υστέρων].
Όταν το 1993 άρχισαν οι τηλεοπτικές δίκες της «επιχείρισης καθαρά χέρια» [αν και είχαν ήδη αρχίσει οι διάφορες εκπομπές όπως «μέρες στο Πρωτοδικείο»], είχα διαμαρτυρηθεί ενάντια στη δημοσιότητα της δίκης του Γουόλτερ Αρμανίνι. Κατακλύστηκα από ύβρεις εκ μέρους της καλύτερης δημοκρατικής διανόησης, λες και ήθελα να υπερασπιστώ τους διεφθαρμένους. Είχα γίνει ένας συνένοχος του Κράξι. Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε τώρα. Η δίκη του Κουζάνι είχε την έκβαση που είχε, γιατί η κατηγορούσα Αρχή [Ντι Πιέτρο], με μεγαλοφυείς διαισθήσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατόρθωσε να φανεί συμπαθητική στα μάτια της κοινής γνώμης [και, πρέπει να πούμε, επειδή ο δικηγόρος Σπατσάλι δε χρησιμοποίησε, πριν και κατά τη διάρκεια της δίκης, την τακτική της απονομιμοποίησης της κατηγορούσας Αρχής]. Μετά, όμως, όλοι κατάλαβαν το μάθημα. Ο Σπατσάλι έχασε τη δίκη, γιατί συμπεριφέρθηκε σύμφωνα με τους κανόνες προ-τηλεοπτικών ευγενών ανδρών, επιδιώκοντας να παίζει ακόμα με αποδείξεις και ανταποδείξεις. Αφελής, αν όχι κάτι χειρότερο. Χρειαζόταν να αλλάξει τακτική. Το μυστικό της νίκης σε μια τηλεοπτική δίκη είναι να αποδείξεις ότι ο κατήγορος σου [και, πιθανόν, ο δικαστής] είναι εγκληματίας.
Τώρα, όλοι το κατάλαβαν το μάθημα. Εάν καταφέρεις να δείξεις ότι ο κατήγορος σου είναι ένας μοιχός, διέπραξε αμαρτίες, επιπολαιότητες ή εγκλήματα-ακόμη κι αν αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με τη δίκη-έχεις ήδη νικήσει. Η δίκη γίνεται πρώτα δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Το τελετουργικό στην αίθουσα των δικαστηρίων κινδυνεύει να υποβιβαστεί σε ένα τελετουργικό που επικυρώνει την ετυμηγορία των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Τι θέλατε την τηλεόραση στην αίθουσα της Δικαιοσύνης. Αποδεχτείτε τώρα ότι, η Δικαιοσύνη είναι ταπεινωμένη, υποβαθμισμένη να επικυρώνει τις ετυμηγορίες της κοινής γνώμης. Και θυμηθείτε, την επόμενη φορά που θα σας πιάσουν στα πράσα, τη στιγμή που θα δωροδοκείτε τον αστυνομικό που σας τσάκωσε να σπάτε το κρανίο της γιαγιάς σας με τσεκουριές, μην αγωνιάτε να ξεπλύνετε τα ίχνη του αίματος ή να αποδείξετε ότι εκείνη την ώρα ήσασταν κάπου αλλού και συζητούσατε με ένα καρδινάλιο. Αρκεί να αποδείξετε ότι αυτός που σας έπιασε στα πράσα [ή με το τσεκούρι], δεν είχε δηλώσει πριν δέκα χρόνια στην εφορία το δώρο που δέχτηκε από τον εραστή ή την ερωμένη του. Θα είστε αξιοσέβαστα πρόσωπα.
Παρατήρηση blogger 1: Είναι προφανές ότι όλα τα παραπάνω αναφέρονται σε ενόρκους, δεν εξηγείται διαφορετικά. Εγώ λοιπόν θα επικαλεστώ τον πατριάρχη της ψυχολογίας του όχλου Gystave le Bon, τον οποίο αντιγράφει ο παραπάνω αστέρας χωρίς να το ομολογεί. Περιγράφοντας λοιπόν την ομάδα των ενόρκων γράφει χαρακτηριστικά: «Τα ορκωτά δικαστήρια, όπως όλες οι μάζες, θαμπώνονται πολύ από το γόητρο, και ο Πρόεδρος Γκλαζέ παρατηρεί σωστά πως, δημοκρατικότατα στη σύνθεση τους, δείχνονται πολύ αριστοκρατικές στα αισθήματα τους: το όνομα, η καταγωγή, η μεγάλη περιουσία, η φήμη, η παράσταση ενός διάσημου Δικηγόρου, κάθε τι που ξεχωρίζει και κάθε τι που λάμπει αποτελούν σημαντικότατο πλεονέκτημα για τους κατηγορούμενους. Για να επηρεάσουμε τα συναισθήματα των ενόρκων, όπως συμβαίνει με όλες τις μάζες, πρέπει πολύ λίγο να ανατρέχουμε στη λογική ή να μεταχειριζόμαστε εντελώς στοιχειώδη συλλογιστική διαδικασία. Και αυτό ακριβώς θα πρέπει να είναι η απασχόληση ενός καλού Δικηγόρου. Με δίδαξε η πείρα, έλεγε ένας άγγλος δικηγόρος, πως τη στιγμή που πρόκειται να διατυπώσουν την ετυμηγορία τους, χρειάζονται ένας ή δυο δραστήριοι άνθρωποι για να παρασύρουν τους υπόλοιπους ενόρκους. Κι αυτούς ακριβώς τους δυο-τρεις χρειάζεται να τους πείσουμε με επιδέξιες υποβολές. Πρέπει πρώτα-πρώτα και πριν απ΄ όλα να τους είμαστε αρεστοί. Όταν κάτι αρέσει στον άνθρωπο της μάζας κι όλας, έχει πεισθεί γι΄ αυτό και είναι ολότελα διατεθειμένος να θεωρήσει ως εξαίρετα όλα τα επιχειρήματα που του παρουσιάζουν. Είναι γνωστό πως στη διάρκεια των αγορεύσεων του στα κακουργιοδικεία ο Lachaud δεν άφηνε καθόλου από τα μάτια του δυο ή τρεις ενόρκους που τους ήξερε ή τους ένιωθε πως είχανε επίδραση αλλά ήταν δύστροποι. Γενικά όμως κατόρθωνε να μεταπείσει αυτούς τους δύσπιστους. Ωστόσο μια φορά στην επαρχία συνάντησε ένα που μάταια τον πολιορκούσε με την πιο επίμονη επιχειρηματολογία επί τρία τέταρτα της ώρας: ο πρώτος της δευτέρας σειράς, ο έβδομος ένορκος. Ήταν πολύ απελπιστική η κατάσταση. Μονομιάς τότε, ενώ ανέπτυσσε με φλογερό τρόπο ένα επιχείρημα του, σταματάει και απευθυνόμενος στον Πρόεδρο του Κακουργιοδικείου, «Κύριε Πρόεδρε, δεν θα μπορούσατε να τραβήξετε την απέναντι σας κουρτίνα. Ο έβδομος κύριος ένορκος κινδυνεύει να στραβωθεί απ΄ τον ήλιο». Ο έβδομος ένορκος κοκκίνισε, χαμογέλασε, ευχαρίστησε. Είχε κερδηθεί από την υπεράσπιση”. Αυτή λοιπόν είναι η μεγάλη επιστημονική κατάρτιση!! αυτή είναι η απύθμενη! η μοναδική! η σπάνια! η χαρισματική! ικανότητα των αυτοαποκαλούμενων ποινικολόγων.

Παρατήρηση 2. Για τον θεσμό των ενόρκων διαβάστε και το άρθρο μου "Ένορκοι: θεσμός που διασύρει την Δικαιοσύνη". Γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1997 στον τοπικό τύπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...