Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Κεραίες κινητής τηλεφωνίας, προσβολή προσωπικότητας.

Περίληψη. Προσβολή προσωπικότητας. Κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Αγωγή αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης. Ορισμένο αγωγής. Δικαστικό ένσημο. Μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό μετά την ισχύ του ν. 3994/2011. Οι αγωγές αυτές υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο. Συνταγματική και σύμφωνη με την ΕΣΔΑ η ρύθμιση. Μειοψ. Κατά την γνώμη της μειοψηφίας είναι αντισυνταγματική η αναδρομική επιβολή τέλους και όσες αγωγές ασκήθηκαν πριν τον ν. 3994/2011 ακόμα και αν μετατράπηκαν μετά την ισχύ του σε αναγνωριστικές δεν υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο. Απορρίπτει αγωγή ως ουσία αβάσιμη για όσους δεν προσκόμισαν το νόμιμο δικαστικό ένσημο. Δεν απαγορεύεται η εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας δίπλα σε σχολείο αλλά τα όρια ακτινοβολίας που τίθενται από το νόμο είναι πολύ πιο αυστηρά. Κρίθηκε ότι η εναγομένη τήρησε όλους του όρους τοποθέτησης και λειτουργίας της επίδικης κεραίας και προσκόμισε όλες τις απαιτούμενες άδειες για την λειτουργία της. Σύμφωνα με μετρήσεις ποτέ δεν ξεπέρασε τα νόμιμα όρια ακτινοβολίας. Ως προς τις επιβλαβείς συνέπειες της κινητής τηλεφωνίας υπάρχουν διαφορετικές επιστημονικές απόψεις. Οι ανησυχίες των γονέων δεν επαρκούν για την στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2554/ 2014
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Καλλιόπη Βενιού, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ευάγγελο Στασινόπουλο, Πρωτοδίκη-Εισηγητή, Βενιζέλο-Ελευθέριο Τζιούβα, Πρωτοδίκη. 

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912 «περί δικαστικού ενσήμου», όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν.δ/τος 1544/1942, ο ενάγων, αν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, δικάζεται ερήμην. Δεν επέρχεται, δηλαδή, απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησης αυτής, αλλά η αγωγή απορρίπτεται κατ` ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 272 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, λόγω πλασματικής ερημοδικίας [βλ. ΑΠ 567/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1095/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1107/2005 ΝοΒ 54 (2006).194, ΕφΠειρ 55/2009 Δίκη 2009.246, ΕφΘεσ 135/2008 Αρμ 2009.1223, ΕφΑθ 4687/2000 ΕλλΔνη 41(2000).1682]. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011, ορίζεται ότι «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Η δε παράγραφος 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 ορίζει ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 1 του ν. 3994/2011 ορίζεται ότι «Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται ειδικότερα στις επιμέρους διατάξεις». Ο ν. 3994/2011 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 25.7.2011 στο υπ` αριθμ. 165 φύλλο στο πρώτο τεύχος (βλ. ΦΕΚ Α’ 165/25.7.2011). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 4055/2012, η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, που αντικαταστάθηκε με το άρθρου 70 του ν. 3994/2011, αντικαθίσταται ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού». Κατά, δε, το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012 ορίζεται ότι «Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού». Τέλος, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 προβλέπεται ότι «Τα έν τοίς προηγουμένοις εδαφίοις 1, 2 και 3 του άρθρου τούτου οριζόμενα εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών δικών». Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, δηλαδή μετά την 25.7.2011, οι αναγνωριστικές αγωγές που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, β) Με το άρθρο 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011 εισήχθη εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 7 παρ. 4 του ν.δ/τος 1544/1942, δηλαδή από τον κανόνα ότι η διάταξη της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου, η οποία προβλέπει ποιες αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, εφαρμόζεται και επί εκκρεμών δικών. Ειδικότερα, με το άρθρο 72 παρ. 14 του ν. 3994/2012, ο νομοθέτης όρισε ότι η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, η οποία πλέον προέβλεπε ότι σε δικαστικό ένσημο υπόκεινται και οι αναγνωριστικές αγωγές, θα εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, δηλαδή μετά την 25.7.2011. Με την τελευταία αυτή διάταξη, ο νομοθέτης επέλεξε να μην υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ήδη ασκηθεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 3994/2011, δηλαδή όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ασκηθεί μέχρι την 25.7.2011 και γ) με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012, ο νομοθέτης όρισε ότι η ως άνω εξαίρεση, ήτοι η εξαίρεση του άρθρου 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011, δεν εφαρμόζεται σε όσες αγωγές είχαν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, αλλά «μετατράπηκαν» σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου. Κατά συνέπεια, αφού για όσες αγωγές ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 και περιορίστηκαν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 δεν εφαρμόζεται η εξαίρεση από την καταβολή δικαστικού ενσήμου που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011, οι εν λόγω αναγνωριστικές αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 του ν.δ/τος 1544/1942, η οποία προβλέπει ότι η διάταξη περί δικαστικού ενσήμου εφαρμόζεται και επί εκκρεμών δικών. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, σε δικαστικό ένσημο υπόκεινται αφενός οι αναγνωριστικές αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 και αφετέρου οι αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου και περιορίστηκαν (μετατράπηκαν) σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, ήτοι μετά την 25.7.2011. Ενόψει των ανωτέρω διατάξεων και των τροποποιήσεων που αυτές επέφεραν, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, με το σκεπτικό ότι τίθεται ένας ανεπίτρεπτος περιορισμός που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Πλην όμως, οι ως άνω διατάξεις δεν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση κάθε πολίτη στη δικαιοσύνη και εντεύθεν δεν αντίκεινται στο άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, για όποιον πολίτη αδυνατεί οικονομικώς να καταβάλει το προσήκον για την αναγνωριστική αγωγή του δικαστικό ένσημο, θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3226/2004, με τις οποίες γενικώς λαμβάνεται πρόνοια ώστε να παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, η οποία εμπεριέχει και την απαλλαγή από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (βλ. άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3226/2004). Ο δε προσδιορισμός των δικαιούχων της αρωγής αυτής, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3226/2004, ως εκείνων των οποίων το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των ετήσιων ατομικών αποδοχών που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε πολίτες εντελώς εξαθλιωμένους οικονομικά. Εξάλλου, οι ως άνω διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών, πληρούν τα κριτήρια που κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ απαιτούνται προκειμένου ένας περιορισμός στο δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας να είναι αποδεκτός από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και ειδικότερα πληρούν τόσο το κριτήριο ότι με τον περιορισμό αυτό πρέπει να επιδιώκεται ένας νόμιμος σκοπός, όσο και το κριτήριο ότι πρέπει να τηρείται ένας εύλογος (reasonable) βαθμός αναλογικότητας ανάμεσα στα μέσα και στον επιδιωκόμενο σκοπό [βλ. τη σκέψη υπ’ αριθμ. 36 της από 24.5.2006 απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Weissman κατά Ρουμανίας (63945/00)]. Και τούτο διότι με το τέλος δικαστικού ενσήμου επιδιώκεται προεχόντως ο νόμιμος σκοπός της ενίσχυσης της δυνατότητα της Πολιτείας να οργανώνει κατά τον καλύτερο τρόπο το σύστημα απονομής Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη με τον εν λόγω επιδιωκόμενο σκοπό και μη εύλογη μια επιβάρυνση του ενάγοντος με τέλος, το ποσοστό του οποίου είναι συνολικά ελάχιστα μεγαλύτερο του 1% επί του χρηματικά αποτιμητού αντικειμένου της διαφοράς (δεδομένου ότι με συνυπολογισμό των κατά νόμο προσαυξήσεων το συνολικά καταβαλλόμενο ποσό δικαστικού ενσήμου δεν είναι 8‰, αλλά 11,0304‰, ήτοι 1,10304%). Μία τέτοια ποσοστιαία αναλογία δεν καθιστά «δυσβάσταχτη οικονομικά» την προσφυγή στη δικαιοσύνη, ιδίως για όποιον κατάγει σε δίκη το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς. Επίσης, εφόσον δικαιωθεί ο ενάγων, το τέλος δικαστικού ενσήμου μετακυλίεται στον ηττώμενο εναγόμενο που με την αμφισβήτησή του (επί αναγνωριστικής αγωγής) προκάλεσε την κίνηση από τον ενάγοντα του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης, ενώ παραμένει ως επιβάρυνση του ενάγοντος σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, οπότε εκ του αποτελέσματος η αίτησή του για παροχή δικαστικής προστασίας κρίνεται αποδοκιμαστέα. Η κατά τα ανωτέρω «ανταποδοτική» λειτουργία του τέλους δικαστικού ενσήμου δεν είναι αθέμιτη, αφού άλλωστε αυτό υποδηλώνει και η ονομασία αυτού ως «τέλος». Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι ως άνω διατάξεις με τις οποίες θεσπίζεται η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι αντίθετες με το άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αγωγή υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, διότι αυτή έχει ασκηθεί ως καταψηφιστική πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, ήτοι πριν την 25.7.2011 (βλ. την υπ` αριθμ. 10.011/19-10-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Φυτιλόπουλου) και έχει μετατραπεί σε αναγνωριστική στις 13/2/2014 (βλ. τις από 12/2/2014 προτάσεις των εναγόντων, οι οποίες κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 13/2/2014), δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται στην υπό κρίση αγωγή η μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011 και η κρινόμενη αγωγή να υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Όμως, τέτοιο τέλος, προσαυξημένο με τα ανάλογα υπέρ τρίτων ποσοστά, δεν προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο από τους ενάγοντες, παρά το γεγονός ότι ο πληρεξούσιος Δικηγόρος τους, Ιωάννης Δημητράκης, ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, κατ` άρθρο 227 του ΚΠολΔ, να προσκομίσει το προσήκον δικαστικό ένσημο και του τάχθηκε προς τούτο εύλογη προθεσμία, τελικώς δε προσκομίστηκε δικαστικό ένσημο μόνο για την τριακοστή πρώτη ενάγουσα, όπως τούτο προκύπτει από την έγγραφη από 5/6/2014 δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου αυτής, Μαρίας Φλουράκη. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψης, όλοι οι ενάγοντες, πλην της τριακοστής πρώτης, θεωρούνται κατά πλάσμα δικαίου απόντες κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας που συνεπάγεται η μη καταβολή δικαστικού ενσήμου. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 272 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς όλους τους ενάγοντες πλην της τριακοστής πρώτης, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Πλην όμως κατά τη γνώμη ενός μέλους της Σύνθεσης, ήτοι του Ευάγγελου Στασινόπουλου, Πρωτοδίκη-Εισηγητή: Δυνάμει του άρθρου 2 §1 N. ΓπΟΗ/1912, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 ν.δ/τος 4189/1961: «Οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των δρχ. 15.000 επιβάλλεται τέλος, καταβαλλόμενον κατά τον ανωτέρω και εν άρθρω 7 οριζόμενον τρόπον και οριζόμενον εις...», κατά δε την §3 του άρθρου 7 Ν.Δ. 144/1942: «Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓπΟΗ’ είναι ότι εις το δι` αυτού επιβαλλόμενον τέλος δεν υπόκεινται αι απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ως και αι περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Επίσης, δυνάμει του άρθρου 70 Ν. 3994/2011, η ως άνω παράγραφος 3 του άρθρου 7 Ν.Δ/τος 144/1942 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Στο τέλος που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του Ν. ΓπΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού», καθιερώνοντας έτσι και ως προς τις αναγνωριστικές αγωγές την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου, σε αντίθετη δε περίπτωση επέρχεται πλασματική ερημοδικία του ενάγοντος». Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 72 § 14 του ως άνω νόμου: «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού διατάγματος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». Με βάση την ως άνω διάταξη, που είναι ειδικότερη σε σχέση με τη γενική μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 § 2 ν. 3994/2011 («Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο»), κομβικό σημείο για την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί αναγνωριστικών αγωγών αποτελεί ο χρόνος άσκησης τους, ώστε να μην υπόκεινται στην υποχρέωση αυτή όσες ασκήθηκαν προ της 25-07-2011 (χρόνος έναρξης ισχύος του ν. 3994/2011). Είχε, μάλιστα, κριθεί νομολογιακά ότι η ως άνω λύση αφορούσε τόσο τις αγωγές που είχαν εξαρχής ασκηθεί ως αναγνωριστικές, όσο και εκείνες που είχαν ασκηθεί ως καταψηφιστικές προ της έναρξης ισχύος του ν. 3994/2011, αλλά τράπηκαν μετά την ισχύ του σε αναγνωριστικές, καθώς δεν υπήρχε κανένας λόγος για τη διαφορετική αντιμετώπιση τους. Ωστόσο, με το με το άρθρο 21 § 2 ν. 4055/2012 ορίστηκαν τα εξής: «Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού». Με αυτή την μάλλον πρόχειρη (αφού δεν μνημονεύεται στην Εισηγητική Έκθεση) και πρωτοφανή (αφού τροποποιεί μεταβατική διάταξη ήδη ισχύοντος νόμου) νομοθετική επιλογή, η τροποποίηση του άρθρου 7 § 3 ν.δ/τος 144/1942 με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (δηλαδή η επιβολή δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές), ειδικά για εκείνες που είχαν ασκηθεί ως καταψηφιστικές προ της έναρξης ισχύος του ν. 3994/2011, αλλά τράπηκαν μετά την ισχύ του σε αναγνωριστικές, από άποψη διαχρονικού δικαίου δεν καταλαμβάνεται πλέον από την καταργημένη (μόνο ως προς αυτές) μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 § 14 του ν. 3994/2011, αλλά (μάλλον) από τη γενική μεταβατική διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω νόμου, με βάση την οποία στις δίκες που κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νέου αυτού νόμου. Η ως άνω διάταξη, υποχρεώνοντας τον διάδικο που άσκησε μία καταψηφιστική αγωγή προ της έναρξης ισχύος του ν. 3994/2011 και την έτρεψε, ολικά ή εν μέρει, σε αναγνωριστική κατά τη συζήτησή της που έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ουσιαστικά εισάγει αναδρομική επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, η οποία όμως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, ως αντίθετη στα άρθρα 4 και 20 του Συντάγματος, διότι αφενός εισάγει άνιση μεταχείριση μεταξύ εκείνων που επέλεξαν να ασκήσουν εξαρχής αναγνωριστική αγωγή και όσων άσκησαν καταψηφιστική αγωγή με πρόθεση, εκμεταλλευόμενοι τη δυνατότητα που τους παρείχε ο νόμος, να την τρέψουν εγκαίρως σε αναγνωριστική, αφετέρου δυσχεραίνει το δικαίωμα τους σε έννομη προστασία, καθώς τους επιβαρύνει αιφνιδιαστικά (ήτοι με νόμο που θεσπίστηκε μετά την άσκηση της αγωγής τους) με επιπλέον δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, η υιοθέτηση αυτής της λύσης αντιβαίνει ευθέως στον πάγιο νομολογιακό κανόνα ότι η τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το αίτημα της αγωγής, η οποία καταλύει αναδρομικά την αγωγή ως διαδικαστική πράξη (βλ. ΑΠ 1126/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 550/2000 Δίκη 2000.1035) [βλ. για τα ανωτέρω, ΠΠρΝαυπλ 150/2013 ΕλλΔνη 54(2013).542]. Επομένως, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη του Εισηγητή της υποθέσεως, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της ως προς άπαντες τους ενάγοντες, διότι μετά την ολική τροπή του καταψηφιστικού αντικειμένου της αγωγής τους σε έντοκο αναγνωριστικό, με τις προτάσεις τους και με δήλωση των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους, καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρα 223 εδ. β’, 294 εδ. α’, 295 αρ. 1 εδ. β’, 297 του ΚΠολΔ), δεν απαιτείτο η καταβολή από αυτούς τέλους δικαστικού ενσήμου, δηλαδή για το αναγνωριστικό αντικείμενο της αγωγής τους, δίχως να ασκεί νομική επιρροή ο χρόνος μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της κρινόμενης αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό (κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα), μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, αφού σε κάθε περίπτωση η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 19-10- 2009, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 (βλ. την υπ` αριθμ. 10.011/19-10-2009 ως άνω έκθεση επίδοσης). Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του παρόντος Δικαστηρίου, οι ενάγοντες (πλην της τριακοστής πρώτης) να δικαστούν ερήμην και να οριστεί παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση που θα ασκηθεί από αυτούς ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής (άρθρα 501 και 505 §2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Για να υπάρχει αδικοπραξία σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 926, 932, 57, 59 ΑΚ, άρα και υποχρέωση εκείνου που προξένησε την τυχόν ζημία να αποζημιώσει τον παθόντα, προϋποτίθεται η ζημία να προκλήθηκε παρά το νόμο ή από συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, από πράξη ή παράλειψη του δράστη (υπαιτίου) και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε [ΑΠ 118/2006 ΕλλΔνη 48(2007).117, ΑΠ 184/2005 ΕΕργΔ 65(2006).88=ΕλλΔνη 47(2006).487, ΑΠ 647/2004 ΧρΙΔ 2004.790=ΕλλΔνη 47(2006).95, ΑΠ 1081,1084/2002 ΕλλΔνη 45(2004).85], στοιχεία τα οποία πρέπει να εκτίθενται και για το ορισμένο της αδικοπρακτικής αγωγής [ΑΠ 1770/2009 ΕΠολΔ 2010.293]. Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες για διαφάνεια, ασφάλεια δικαίου και δικαιική ερμηνεία, η ζημία από αδικοπραξία αντιμετωπίζεται και στην Ελλάδα [βλ. ιδίως Απ. Γεωργιάδη σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 937 αριθμ. 8, με παραπομπές στη νομολογία, Κρητικός, Αποζημίωση, 1998, άρθρ. 1182 με παραπομπές· ΟλΑΠ 23/1994 ΕλλΔνη 36(1995).577, ΟλΑΠ 44/1996 ΝοΒ 45(1997).451] ως μια ενότητα και όχι ως άθροισμα αυτοτελών κατ’ ιδίαν ζημιών. Μία μόνον, καταρχήν, αξίωση παράγεται από συγκεκριμένη αδικοπρακτική συμπεριφορά και ένα μόνο αντικείμενο δίκης υποστασιοποιείται, όταν επιζητείται δικαστικώς η ανόρθωση συγκεκριμένης ζημίας (βλ. Ν. Νίκα, Ο κρίσιμος χρόνος υπολογισμών της ζημίας στις αδικοπραξίες Αρμ 2001.3 επ., 13). Ο χαρακτηρισμός ειδικότερα της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για την επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου (όπως είναι και το άρθρο 919 ΑΚ, εφόσον συντρέχει αντίθεση στα χρηστά ήθη και πρόθεση βλάβης), είτε από την αρχή που απορρέει ιδίως από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, η οποία αρχή σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση ή κατάσταση δυσχέρειας σε άλλον, εκ της οποίας μπορούσε να προέλθει ζημία σε αυτόν, επιβάλλει σε εκείνον θετική ενέργεια προς αποτροπή της ζημίας αυτού [ΑΠ 996/2004 ΕλλΔνη 47(2006).1348, 1625, ΑΠ 1454/2001 ΕλλΔνη 43(2002).1614, ΑΠ 906/2001 ΕλλΔνη 44(2003).122] ή, έστω, προς αποτροπή επαπειλουμένου κινδύνου [ΑΠ 290/2009 ΝοΒ 57 (2009).2116]. Εξάλλου, για την κατάφαση της παρανομίας [για την οποία βλ. και ΑΠ 604/2009 ΧρΙΔ 2010.119, ενώ για το ότι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης κρίνεται με βάση το νομικό καθεστώς που ισχύει όταν αυτές συντελούνται, βλ. ΑΠ 1495/2009 ΕλλΔνη 51 (2010).30], δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και απορρέουσας εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως προς λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων [ΑΠ 500/2010 ΝοΒ 58(2010).1985, ΑΠ 1554/2008 ΝοΒ 57(2009).109, ΑΠ 460/2007 ΝοΒ 55(2007).1327]. Εάν η παραβιαζόμενη διάταξη δεν αναγνωρίζει δικαίωμα στον θιγόμενο, εφόσον δηλαδή δεν προσβάλλεται δικαίωμα, αλλά μόνο συμφέρον αυτού, εξετάζεται αν το συμφέρον που θίγεται βρίσκεται μέσα στον προστατευτικό σκοπό της διάταξης (έννομα προστατευόμενο συμφέρον) και αν ναι, ο φορέας του μπορεί να επικαλεστεί την παράβαση, διότι υπάρχει απέναντί του παρανομία. Αν υπάρχει απλό και όχι έννομο συμφέρον, δεν υπάρχει γι’ αυτόν παρανομία (Μιχ. Σταθόπουλου Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, σελ. 299-300, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, σελ. 598). Η ζημία, που προκλήθηκε, πρέπει να οφείλεται σε υπαιτιότητα, ήτοι σε δόλο ή σε αμέλεια [για την οποία βλ. ΟλΑΠ 15/2006 ΕλλΔνη 47 (2006).1324] του δράστη. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, η οποία υφίσταται όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονικά πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 1653/2001 ΕλλΔνη 43(2002).1030, ΑΠ 1128/2000 ΕλλΔνη 42(2001).1281]. Περαιτέρω, επί αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη ο ενάγων από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο άδικη και υπαίτια πράξη, αρκεί για το ορισμένο αυτής να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης μετ’ αυτής σύνδεσμος και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα. Η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων [χωρίς να αναφέρεται αναγκαίως και σε τι συνίσταται η κατάσταση αυτή, βλ. ΑΠ 1325/1996 ΕλλΔνη 38(1997).1047], η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες). Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής [ΑΠ 1189/2009 ΕΠολΔ 2010.280]. Για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης αρκεί κάθε είδος υπαιτιότητας από δόλο ή αμέλεια [ΑΠ 1143/2003 ΕλλΔνη 46 (2005).394]. Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν έχει χαρακτήρα ιδιωτικής ποινής και δεν αποσκοπεί στην επιβολή κύρωσης στον ζημιώσαντα, αλλά στην αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στον παθόντα, που θα πρέπει να θεωρηθεί ως προσβολή της προσωπικότητας αυτού, από τη λύπη, τη στεναχώρια ή τον πόνο που του προκάλεσε η προσβολή ενός αγαθού, όπως είναι κυρίως τα αγαθά της προσωπικότητας [ΕφΑθ 4779/2004 ΕλλΔνη 46 (2005).842]. Περαιτέρω, από το άρθρο 59 του ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον «υπαίτιο» σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης «κατά τις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων», συνάγεται ότι μία τέτοια αξίωση προϋποθέτει επίσης, όπως απαιτούν τα άρθρα 57 και 58 του ΑΚ, πράξη επαγόμενη προσβολή της προσωπικότητας. Αποκλείεται, συνεπώς, η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εάν είτε η πράξη δεν επάγεται προσβολή της προσωπικότητας καίτοι τυχόν παράνομη, είτε είναι ανυπαίτια, είτε έλαβε χώρα κατ’ ενάσκηση νομίμου δικαιώματος προστατευομένου κατά προτίμηση έναντι εκείνου της προσωπικότητας και ως εκ τούτου δεν είναι παράνομη, εκτός, εάν, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εν λόγω ενάσκηση δικαιώματος είναι καταχρηστική ως αντικείμενη στα αντικειμενικά κριτήρια της ΑΚ 281, υφίσταται δε και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 391/2006 ΧρΙΔ 2006.596). 
Στην προκειμένη περίπτωση, η τριακοστή πρώτη ενάγουσα εκθέτει ότι είναι κάτοικος του Ηρακλείου Κρήτης και ειδικότερα στην περιοχή όπου η εναγομένη εγκατέστησε και λειτουργεί από το έτος 1999 σύστημα (σταθμό) κεραιών κινητής τηλεφωνίας πάνω στο δώμα κτιρίου του ΟΤΕ, στη συμβολή των οδών ... και .., στο Ηράκλειο Κρήτης. Ότι από την εγκατάσταση και λειτουργία του επίδικου σταθμού της εναγομένης εκπέμπεται σε συνεχή βάση επικίνδυνη για τη σωματική και ψυχική της υγεία ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκώς αποδεκτά κατώτατα όρια έκθεσης, όπως τούτο προκύπτει από επιστημονικές μετρήσεις αλλά και τα επιστημονικά πορίσματα αρμοδίων φορέων, όπως ειδικότερα εκθέτει. Οτι ο επίδικος σταθμός εγκαταστάθηκε κατά παράβαση της εγκυκλίου με αριθμό Υ2/3328/13-10-1997 του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και τη με αριθμό 74361/Β/5521/12/10/99 εγκύκλιο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών για τις κατοικημένες περιοχές και ότι στερείται άδειας περιβαλλοντικών επιπτώσεων, με συνέπεια, από την εκπομπή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας να υπάρχει άμεσος κίνδυνος υγείας για την ίδια και τους εν γένει κατοίκους της περιοχής, να μην μπορεί να χρησιμοποιεί ελεύθερα και ανεμπόδιστα την κατοικία της και τα κοινόχρηστα πράγματα, με συνέπεια να προσβάλλεται η προσωπικότητά της από την ένδικη υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης να διατηρεί σε λειτουργία, υπό τις ένδικες συνθήκες και περιστάσεις, τον εν λόγω σταθμό βάσης, κατά παραβίαση μάλιστα της αρχής της προφύλαξης και της βέλτιστης διαθέσιμης τεχνολογίας. Οτι με την υπ’ αριθμ. 2835/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η εναγομένη υποχρεώθηκε να διακόψει προσωρινά τη λειτουργία του επίδικου σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας και να προβεί στην καθαίρεση και προσωρινή απομάκρυνση της επίδικης κεραίας και των βοηθητικών εξαρτημάτων της από το χώρο όπου λειτουργεί, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ίδια ως άνω απόφαση. Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως παραδεκτώς περιόρισε το χρηματικό καταψηφιστικό αντικείμενο της αγωγής της σε έντοκο αναγνωριστικό, με τις προτάσεις της και με δήλωση των πληρεξούσιων Δικηγόρου της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρα 223 εδ. β’, 293, 295, 297 ΚΠολΔ), ζητεί: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή να άρει την προσβολή της προσωπικότητάς της, που προκαλείται από την εγκατάσταση και λειτουργία του επίδικου σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας και να παραλείπει αυτή στο μέλλον, β) να απαγορευθεί με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, η συνέχιση της λειτουργίας του επίδικου σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας και να διαταχθεί η απομάκρυνση των εγκαταστάσεων, των μηχανημάτων και του εξοπλισμού αυτού από το κτίριο του ΟΤΕ στη συμβολή των οδών ... στο Ηράκλειο Κρήτης, με δαπάνες της εναγομένης, άλλως να της επιτραπεί να προβεί η ίδια στις ενδεδειγμένες ενέργειες με δαπάνες της εναγομένης, επ’ απειλή σε βάρος της τελευταίας χρηματικής ποινής ποσού 6.000,00 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης συμμόρφωσης στην εκδοθησόμενη απόφαση, γ) να διαταχθεί η παράλειψη στο μέλλον της προσβολής της προσωπικότητάς της με την εγκατάσταση και λειτουργία παρόμοιων εγκαταστάσεων και εξοπλισμών συστημάτων ραδιοεπικοινωνίας και ιστών κινητής τηλεφωνίας στη συμβολή των οδών ... και ... στην πόλη του Ηρακλείου Κρήτης και εν γένει πλησίον της ευρύτερης περιοχής, δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 30.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και ε) να επιβληθούν σε βάρος της τα δικαστικά της έξοδα. Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αγωγή, για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας δεν απαιτείται δήλωση των πληρεξουσίων Δικηγόρων της τριακοστής πρώτης ενάγουσας περί αποτυχίας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς (άρθρο 214Α του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 δεν απαιτείται πλέον η τήρηση της προδικασίας που προέβλεπε το προϊσχύσαν άρθρο 214Α του ΚΠολΔ για τις αγωγές που έχουν ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί (ως εκ περισσού προσκομίστηκε η με ημερ. 28/5/2010 δήλωση των πληρεξούσιων Δικηγόρων της τριακοστής πρώτης ενάγουσας περί αποτυχίας της απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης της ένδικης διαφοράς), παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 7, 9, 10, 14 παρ. 2, 18 αριθ. 1, 25 αρ. 2 του ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα (κατά το μέρος της που αφορά στην τριακοστή πρώτη ενάγουσα, καθόσον ως προς τους λοιπούς ενάγοντες η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα, κατά τα ανωτέρω, ως ουσιαστικά αβάσιμη) είναι η προταθείσα ένσταση της εναγομένης περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας των πληρεξούσιων Δικηγόρων, διότι προσκομίστηκε μετ’ επικλήσεως το με αριθμό 15.535/13-2-2014 δικαστικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης, .., προς τους πληρεξούσιους Δικηγόρους της τριακοστής πρώτης ενάγουσας, δηλαδή προς τη Δικηγόρο Ηρακλείου Κρήτης, Μαρία Φλουράκη και τον Δικηγόρο Αθηνών, Ιωάννη Δημητράκη. Λόγω δε της ερημοδικίας των λοιπών εναγόντων (πλην της τριακοστής πρώτης αυτών) παρέλκει η νομική και ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού της εναγομένης περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησής των πρώτου, τρίτου, τριακοστού έβδομου και τριακοστού όγδοου των εναγόντων (συλλόγων γονέων και κηδεμόνων) στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής (άρθρα 68, 70 του ΚΠολΔ), για το λόγο ότι, κατά τα εκτιθέμενα (κατά λέξη) από την εναγομένη, αποτελούν νομικά πρόσωπα «που δεν έχουν αξίωση για την προστασία του αγαθού της προσωπικότητας (προσωποπαγές δικαίωμα) κατ’ άρθρο 57 του ΑΚ». Η αγωγή είναι ορισμένη (216 αρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της εναγομένης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 361, 914, 932, 346 ΑΚ και 70, 176, 191 παρ. 2, 907 και 908 του ΚΠολΔ (σημειωτέον ότι οι διατάξεις των άρθρων 907 και 908 του ΚΠολΔ περί προσωρινής εκτελεστότητας είναι εφαρμοστέες αναφορικά με το μη χρηματικό καταψηφιστικό αντικείμενο της κρινόμενης αγωγής), εκτός του επιμέρους αιτήματος της ενάγουσας περί απειλής σε βάρος της εναγομένης χρηματικής ποινής για κάθε παραβίαση της εκδοθησόμενης απόφασης, αφού σε περίπτωση αξίωσης για επιχείρηση υλικής πράξης που μπορεί να γίνει και από τρίτο, όπως εν προκειμένω, η εκτέλεση ενεργείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 945 ΚΠολΔ και όχι με τη διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 414/1987 ΑρχΝ 38.160). Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος της που κρίθηκε ότι ασκείται νόμιμα, να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και μόνον ως προς την τριακοστή πρώτη ενάγουσα, η οποία προσκόμισε για το καταψηφιστικό αντικείμενο της αγωγής της το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου μετά προσαυξήσεων υπέρ τρίτων, όπως τούτο αποδεικνύεται από το με αριθμό Η6262651/5-6-2014 διπλότυπο είσπραξης (τύπου Α’) της Δ.Ο.Υ. Β’ Ηρακλείου Κρήτης, σε συνδυασμό με τα επικολληθέντα σε αυτά ένσημα υπέρ του Λ.Ε.Α.Δ.Η. .

ΙΙ. Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία [ΑΠ 4/2002, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔνη 41(2000).980, ΑΠ 714/1993 ΕλλΔνη 36(1995).95, ΑΠ 438/1995 ΕλλΔνη 36(1995).83, ΑΠ 587/1992 ΕλλΔνη 35 (1994).1278], χωρίς να παραλειφθεί η συνεκτίμηση κανενός [ΑΠ 980/2013 ΔΕΝ 69(2013).1430] και που εκτιμώνται ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ή είναι πρόσφορα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατά τα άρθρα 336 παρ. 3 και 395 ΚΠολΔ [βλ. σχετ. ΑΠ 154/1992 ΕλλΔνη 33 (1992).814, ΑΠ 179/1991 ΝοΒ 40(1992).1019], συμπεριλαμβανομένων των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους φωτογραφιών, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητα τους [ΑΠ 1703/1988 ΕλλΔνη 32(1991).94], καθώς και από τα κοινώς γνωστά γεγονότα (ΑΠ 116/2012 ΧρΙΔ 2012.426) και τα διδάγματα της κοινής πείρας, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι από 7/2/2014, 8/2/2014 και 10/2/2014 υπεύθυνες δηλώσεις (άρθρο 8 παρ. 4 του ν. 1599/1986) των μαρτύρων των εναγόντων, δηλαδή αντιστοίχως των... και .., δεδομένου ότι συνιστούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα που δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον δεν τηρήθηκαν ως προς αυτές οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ για την εξέταση μαρτύρων αλλά συντάχθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη [ΑΠ 394/2012 ΕλλΔνη 54(2013).106, ΑΠ 2096/2009 ΝοΒ 58(2010).1189=ΕλλΔνη 51(2010).1344], αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη είναι θυγατρική εταιρεία του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας Α.Ε. (ΟΤΕ Α.Ε.), ο οποίος κατέχει σήμερα ποσοστό 88,16% του μετοχικού της κεφαλαίου και παρέχει τηλεφωνικές υπηρεσίες σύμφωνα με τις ειδικές άδειες που της έχουν χορηγηθεί για την εγκατάσταση, λειτουργία και εκμετάλλευση στην Ελλάδα δημόσιου δικτύου προσωπικών επικοινωνιών κινητής τηλεφωνίας 2ης και 3ης γενιάς και σταθερής ασύρματης πρόσβασης. Η εναγομένη εγκαθιστά, λειτουργεί και εκμεταλλεύεται δίκτυο κινητών επικοινωνών 2ης γενιάς και παρέχει υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας 2ης γενιάς, βάσει ειδικής άδειας που χορηγήθηκε αρχικά στον ΟΤΕ (με το π.δ. 437/1995, άρθρα 1 και 14 παρ. 1, σχετικά με τις υπηρεσίες προσωπικών επικοινωνιών μέσω του κυψελοειδούς τηλεπικοινωνιακού δικτύου προσωπικών επικοινωνιών τεχνολογίας DCS-1800 σε πανελλαδική βάση εντός των ζωνών 1710-1785 και 1805-1880 MHz και με την υπ’ αριθμ. 92093/29-12-1995 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, άρθρο 1, σχετικά με τις ραδιοσυχνότητες 1710-1785 και 1805-1880 MHz) και μεταβιβάστηκε στην εναγομένη, με το άρθρο 15 του ν. 2465/1997 (ΦΕΚ Α’ 28/1997). Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 240/1/28-12-2001 απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) (ΦΕΚ 142/12-2-2002), που τροποποίησε την ως άνω ειδική άδεια 2ης γενιάς, η οποία τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 261/138/28-8-2002 απόφαση της ΕΕΤΤ (ΦΕΚ 1162/9-9-2002), για την παροχή από την εναγομένη φάσματος ραδιοσυχνοτήτων εύρους ζώνης 2Χ5MHz στην φασματική περιοχή EGSM και η οποία τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 448/189/21-8-2007 απόφαση της ΕΕΤΤ. Η εναγομένη λειτουργεί σήμερα στη Χώρα περί τους 3.000 σταθμούς βάσης κινητής τηλεφωνίας, εκ των οποίων οι 700 περίπου βρίσκονται σε κτίρια του ΟΤΕ σε πόλεις και χωριά, κατόπιν αδειών και εγκρίσεων των αρμοδίων Αρχών. Ειδικότερα, η εναγομένη, στα πλαίσια της τεχνικής ανάπτυξης του δικτύου της και ακολουθώντας τη νόμιμη διαδικασία, η οποία όσον αφορά στην κατασκευή σταθμών βάσεως κεραιών στην ξηρά καθορίζεται από τις διατάξεις του εδαφίου Ε’ της παρ. 5 του άρθρου 24α του ν. 2075/1992, που προστέθηκε με το άρθρο 41 του ν. 2145/1993, τροποποιήθηκε με το άρθρο 43 του ν. 2166/1993 και με το άρθρο 5 του ν. 2181/1994 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το ν. 2801/2000 (ΦΕΚ Α’ 46/2000), όπως αυτές συμπληρώθηκαν με την ΚΥΑ 53571/3839 (ΦΕΚ 1105/Β/6-9-2000) και όπως πλέον απαιτείται με τους ν. 3431/2006, 4053/2012 και 4070/2012, προέβη στη μίσθωση του επίδικου χώρου, όπου λειτούργησε ο σταθμός βάσης κινητής τηλεφωνίας στο Ηράκλειο Κρήτης, στη συμβολή των οδών ... και .., με μισθωτήριο συμβόλαιο που σύναψε με τον κύριο του ακινήτου και εξασφάλισε προηγουμένως τις απαιτούμενες άδειες, δηλαδή: α) τη με αριθμό πρωτ. Δ3/Δ/2787/314/1999 άδεια της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, β) τη με αριθμό πρωτ. 53754/Β/1271 και αριθμ. κεραίας Κ-558 για την επίδικη κεραία άδεια του Υπουργείου Μεταφορών, αφού είχε καταθέσει την προβλεπόμενη στην ΚΥΑ με αριθμ. 53571/3839/2000 από 22/2/2001 Δήλωση Συμμόρφωσης προς την Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, γ) τη με αριθμό πρωτ. Α.Π./Μ.ι./411/2534/12-11-2007 γνωμάτευση της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, σύμφωνα με την οποία προκύπτει ότι οι εκπομπές της συγκεκριμένης κεραίας βρίσκονταν εκατοντάδες φορές κάτω από τα θεσπισμένα όρια που είχε θέσει το Ελληνικό Κράτος διά νόμου, ήτοι με την υπ’ αριθμ. 53571/2829/2000 ΚΥΑ, το ν. 3431/2006 και το (μεταγενέστερο) ν. 4070/2012, χωρίς να υφίσταται ενδεχόμενο έκθεσης του γενικού πληθυσμού σε επίπεδα ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας άνω των επιτρεπτών ορίων ασφαλείας. Μετά δε την ψήφιση του ν. 3431/2006, αποδείχτηκε ότι η εναγομένη εναρμονίστηκε με τις επιταγές αυτού και συντάχθηκε μελέτη από τον Ακτινοφυσικό .., με την οποία πιστοποιήθηκε ότι η εναγομένη είχε προσαρμοστεί στα νέα αυστηρότερα όρια του 60% των τιμών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που επέτασσε ο νέος νόμος για τις περιοχές πλησίον σχολείων, νοσοκομείων κλπ., δ) τη με αριθμό πρωτ. 1248/2077/4-3-1999 έγκριση (και όχι οικοδομική άδεια) εγκατάστασης δομικών κατασκευών σταθμών ραδιοεπικοινωνίας από το Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης. Σημειωτέον ότι η αρμόδια Πολεοδομία κοινοποίησε στην εναγομένη την από 13/12/2005 έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής για την επίδικη κεραία και προέβη στην επιβολή των σχετικών προστίμων ανέγερσης και διατήρησης, πλην όμως η εναγομένη άσκησε κατά της άνω εκθέσεως αυτοψίας την από 3/1/2006 ένστασή της ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ/τος 267/1998 (ΦΕΚ Α’195/1998), η οποία έγινε δεκτή με την από 14/2/2006 απόφαση της άνω Επιτροπής, ε) προκειμένου να υποβληθεί περιβαλλοντική μελέτη, όπως απαιτήθηκε το έτος 2006, σύμφωνα με το ν. 3431/2006 (άρθρο 31 παρ. 19 κατά το οποίο: «για τους προϋφιστάμενους σταθμούς, οι οποίοι στερούνται έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, απαιτείται η υποβολή περιβαλλοντικής μελέτης ή έκθεσης κατά περίπτωση στην αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση της σχετικής έγκρισης, εντός δώδεκα μηνών από την έκδοση της απόφασης του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ κλπ.»), η εναγομένη κατέθεσε στην αρμόδια Περιφέρεια Κρήτης τη με αριθμό πρωτ. 1260/27-2-2008 σχετική αίτηση έκδοσης έγκρισης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, μετά την έκδοση της σχετικής ΥΑ (ΦΕΚ 435/29-3-2007). Επιπλέον, συντάχθηκε μελέτη ηλεκτρομαγνητικού υποβάθρου, η οποία επισυνάφθηκε στη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που είχε κατατεθεί στην Περιφέρεια Κρήτης, σύμφωνα με το ν. 3431/2006 και υπολογίστηκε η πυκνότητα ισχύος Η/Μ ακτινοβολίας σε ακτίνα 300 μέτρων. Για την εκπόνηση της μελέτης ηλεκτρομαγνητικού υποβάθρου έγινε αναλυτική αποτύπωση της περιοχής σε ακτίνα τριακοσίων (300) μέτρων περιμετρικά του εν λόγω σταθμού βάσης της εναγομένης για τον εντοπισμό περιοχών ευαίσθητης χρήσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3431/2006 (σχολεία, βρεφονηπιακοί σταθμοί κλπ.) και υπολογίστηκε η πυκνότητα ισχύος της Η/Μ ακτινοβολίας, έγινε δε σύγκριση των τιμών αυτών με βάση τα ισχύοντα όρια (μειωμένα κατά 40%, δηλαδή στο 60% των ορίων των Διεθνών Οργανισμών), ήτοι αποδεικνύεται ότι σε όλες τις περιοχές που βρίσκονταν σε ακτίνα 300 μέτρων από την επίδικη κεραία της εναγομένης, οι τιμές του Η/Μ πεδίου από όλες τις πηγές στην περιοχή μελέτης ήταν δεκάδες φορές χαμηλότερες των ορίων ασφαλούς έκθεσης, ενώ κατά τη χρονική περίοδο που χορηγήθηκαν οι άδειες και εγκρίσεις λειτουργίας του επίδικου σταθμού, δεν υπήρχε ανάλογη υποχρέωση της εναγομένης να υποβάλει μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων και εφόσον, σύμφωνα με το ν. 3431/2006, για τους προϋφιστάμενους σταθμούς (όπως ο επίδικος), οι οποίοι στερούνταν έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, νομίμως συνέχιζαν να λειτουργούν υπό την προϋπόθεση ότι θα υποβαλόταν γι’ αυτούς μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντός προθεσμίας δώδεκα (12) μηνών (όπως αυτή παρατάθηκε) από την έκδοση της υπουργικής απόφασης της παρ. 19 του άρθρου 31 του ν. 3431/2006 και η εναγομένη είχε συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του ως άνω (νέου) νόμου. Τελικώς, η παραπάνω αίτηση της εναγομένης για έγκριση της ΜΠΕ του έργου τέθηκε στο αρχείο της αρμόδιας Υπηρεσίας (Γενικής Διεύθυνσης Χωροταξικής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, βλ. το με αριθμό πρωτ. 352/30-1-2014 έγγραφο της εν λόγω Υπηρεσίας). Αποδείχτηκε ότι το Τεχνολογικό Ιδρυμα (ΤΕΙ) Κρήτης εκπόνησε μετρήσεις από την επίδικη εγκατάσταση και τα αποτελέσματα των μετρήσεων έδειξαν ότι οι τιμές της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας ήταν κάτω από τα όρια της ασφαλούς έκθεσης του γενικού πληθυσμού, όπως αυτά ορίζονταν στην κείμενη νομοθεσία. Ειδικότερα, το ΤΕΙ Κρήτης, την 1/11/2005 και την 9/7/2009, διενήργησε εκθέσεις μετρήσεων των επιπέδων της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από την επίδικη κεραία αναμετάδοσης κινητής τηλεφωνίας και αποφάνθηκε εγγράφως ότι από τις πλησιέστερες σε απόσταση κατοικίες προς το σταθμό βάσης δεν παρουσιαζόταν υπέρβαση των ορίων της ασφαλούς έκθεσης του κοινού σε εκπομπές ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, όπως τούτα είχαν καθοριστεί στην ως άνω ΚΥΑ, με θέμα τα μέτρα προφύλαξης του κοινού από τη λειτουργία κεραιών εγκατεστημένων στην ξηρά αλλά και το ν. 3431/2006, σε όλα τα σημεία που πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις (βλ. το με αριθμό πρωτοκ. 527.Φ.Η.Α./6-12-2005 έγγραφο του Διευθυντή ΚΤΕ Κρήτης με τη συνημμένη αναφορά μετρήσεων και αξιολόγησης πυκνότητας ισχύος ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, σε συνδυασμό με την έκθεση του Εργαστηρίου μη ιοντιζουσών ακτινοβολιών του Τομέα Τηλεπικοινωνιών Πολυμέσων του Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής και Πολυμέσων του ΤΕΙ Κρήτης, με ημερ. 9/7/2009). Ακόμη, αποδείχτηκε ότι στην περιοχή που λειτουργούσε η επίδικη κεραία, είχε εγκατασταθεί μετρητικός σταθμός στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος «πεδίον 24». Ο εν λόγω σταθμός μετρούσε την Η/Μ ακτινοβολία (από όπου αυτή και αν προερχόταν, δηλαδή από κεραίες κινητής τηλεφωνίας, ραδιοτηλεοπτικές κεραίες, ασύρματους κλπ.) επί 24ώρου βάσεως, συνέκρινε δε τα αποτελέσματα με τα όρια ασφαλούς έκθεσης και τα δημοσίευε στο διαδίκτυο, ώστε να υπάρχει πρόσβαση του κοινού στην αντίστοιχη πληροφόρηση (στην ιστοσελίδα www.pedion24.gr), τα αποτελέσματα δε του μετρητικού συστήματος, ενδεικτικά, όταν λειτουργούσε η επίδικη κεραία από 8/7/2008 έως και 7/7/2009, έδειξαν ότι «η μέση τιμή έντασης ηλεκτρικού πεδίου σε περίοδο από την έναρξη λειτουργίας του έως την 7/12/2008 μετρήθηκε 4.14 V/m, ενώ η μέγιστη καταγεγραμμένη ήταν 6.25V/m. Σημειώνεται ότι η λόγω μέγιστη τιμή συγκρινόμενη με το αυστηρότερο όριο ασφαλούς έκθεσης (21.7 V/m) είναι 3.47 φορές μικρότερη του ορίου». Ακολούθως ο επίδικος σταθμός βάσης έπαυσε να λειτουργεί το έτος 2009, κατόπιν αποξήλωσής της κεραίας (βλ. και την προσκομιζόμενη από την εναγομένη φωτογραφία απομάκρυνσης της επίδικης κεραίας από την ταράτσα της οικοδομής, όπου είχε τοποθετηθεί) και λόγω πλήρους συμμόρφωσης της εναγομένης στο διατακτικό της με αριθμό 2835/1774/ΑΣΦ/2009 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία πιθανολόγησε τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την τεχνική έκθεση του Τεχνικού Συμβούλου Τηλεπικοινωνιών, .., με τίτλο «Στοιχεία για το σταθμό βάσης THERISOS TK 6144» για τη χωροθέτηση, τη λειτουργία και το χρόνο μετά την αποξήλωση της επίδικης κεραίας: «Το κτίριο αποτελεί θέση ΟΤΕ, το οποίο λόγω κατασκευής του διαθέτει όλες τις απαραίτητες υποδομές (Η/Μ, Δομικές κλπ.) για την υποστήριξη του τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού που εγκαταστήσαμε. Ο Σ/Β παρείχε αρίστης ποιότητας κινητές υπηρεσίες φωνής, υπηρεσίες 3G και internet υψηλών ταχυτήτων στο κέντρο της πόλης του Ηρακλείου (περιοχή ...) όπου δραστηριοποιούνται εκατοντάδες τουριστικές και εμπορικές επιχειρήσεις και μεγάλος αριθμός δημόσιων υπηρεσιών με υψηλές ανάγκες ασύρματων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (φωνής και δεδομένων). Σε περίπτωση μη δυνατότητας κατασκευής και λειτουργίας του Σ/Β θα παραμείνουν τα εκτεταμένα προβλήματα κάλυψης και χωρητικότητας και η υποβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών φωνής και δεδομένων στο κέντρο της πόλης του Ηρακλείου, γεγονός ιδιαίτερα επιβαρυντικό και δυσμενές για την εικόνα της εταιρείας προς τους πελάτες της. Επιπλέον η μη εφικτή λειτουργία του Σ/Β επιβαρύνει τους γειτονικούς Σ/Β σε μία περιοχή που ήδη αρκετές κυψέλες παρουσιάζουν προβλήματα συμφόρησης». Από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία πλήρως αποδείχτηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη είχε προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες εκ της τότε ισχύουσας νομοθεσίας ενέργειες, έχοντας εφοδιαστεί με όλες τις απαιτούμενες άδειες και έχοντας λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του γενικού πληθυσμού, υποβάλλοντας σχετική μελέτη για την επίδικη κεραία, ώστε να μην υπάρχει κανένας κίνδυνος, ούτε βλάβη για την υγεία της ενάγουσας και του εν γένει πληθυσμού της περιοχής, εφόσον και σύμφωνα με το ν. 3431/2006 (ήδη με το ν. 4070/2012), αν υπάρχει σταθμός βάσης σε ακτίνα τριακοσίων (300) μέτρων από σχολεία ή νοσοκομεία, θα έπρεπε να αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε υπέρβαση του ορίου του 60% των ορίων ασφαλούς έκθεσης που είχαν θεσπιστεί διεθνώς, πράγμα που ίσχυε και για την επίδικη κεραία. Ο ν. 3431/2006 δεν απαγόρευε άνευ ετέρου την εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας πλησίον κτιρίων ευπαθών ομάδων πληθυσμού, αλλά πρόβλεπε, στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, την τήρηση ορίων έκθεσης στην ακτινοβολία μειωμένων σε σχέση με τα συνήθη, ούτε όμως όριζε ελάχιστη επιτρεπτή απόσταση των σταθμών από τα κτίρια αυτής της κατηγορίας (βλ. ΣτΕ 2733/2011, 4425/2010, 4424/2010 και 4423/2010). Το δε ζήτημα της εγκατάστασης των σταθμών βάσης κινητής τηλεφωνίας σε ορισμένη απόσταση και δη των τριακοσίων (300) μέτρων από τις κατοικημένες περιοχές δεν είχε θεσμοθετηθεί κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας της επίδικης κεραίας, ενώ μετά την έκδοση της ΚΥΑ 53571/3839/1-9-2000 δεν ίσχυε η με αριθμό Υ2/3328/13-10-1997 εγκύκλιος του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, σύμφωνα με την οποία προβλεπόταν ότι οι εν λόγω σταθμοί έπρεπε να τοποθετούνται σε μακρινή απόσταση σε σχέση με τα κείμενα νοσοκομεία, σχολεία και παιδικούς σταθμούς. Αποδείχτηκε, επομένως, ότι στην επίδικη κεραία τηρούνταν, με βάση τα ισχύοντα τότε επίπεδα επιστημονικής γνώσης, τα θεσπισμένα όρια ασφαλείας για το κοινό, όπως τούτα καθορίζονταν από το άρθρο 31 του ν. 3431/2006 και σύμφωνα με τις ληφθείσες άδειες λειτουργίας του επίδικου σταθμού βάσης αλλά και τις επιστημονικές μετρήσεις που είχαν διενεργηθεί για την επίδικη κεραία. Επομένως, με βάση τα όσα αναπτύχθηκαν, δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας και μάλιστα μετά βεβαιότητας, ότι η εγκατάσταση και η λειτουργία της επίδικης κεραίας είχε βλαπτικές συνέπειες στην υγεία της ενάγουσας και των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, ούτε όμως προσκομίστηκαν ιατρικές γνωμοδοτήσεις ή πραγματογνωμοσύνες που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο με απόλυτη βεβαιότητα, καθόσον είχαν τηρηθεί όλες οι προβλεπόμενες από το νόμο προδιαγραφές ασφαλείας, που κατοχύρωναν την προστασία της υγείας και βεβαίωναν ότι οι εκπομπές των συγκεκριμένων σταθμών δεν υπερέβαιναν τα νόμιμα όρια τα οποία είχαν οριστεί για την προστασία του γενικού πληθυσμού. Τυχόν δε ανησυχίες, επιφυλάξεις ή φόβοι της ενάγουσας ή άλλων κατοίκων της περιοχής δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν την προσβολή της προσωπικότητάς τους, όταν τα όρια των αποδεκτών ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών της επίδικες κεραίας είχαν νομοθετικά κατοχυρωθεί από το Ελληνικό Κράτος, τηρούνταν από την εναγομένη και δεν αποδεικνύεται ότι είχαν παραβιαστεί από την τελευταία, η οποία μάλιστα είχε τηρήσει για την εγκατάσταση της κεραίας όλες τις νόμιμες διαδικασίες και είχε λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του γενικού πληθυσμού. Τα προσκομιζόμενα από την εναγομένη αποδεικτικά στοιχεία δεν αντικρούστηκαν από την ενάγουσα με εκθέσεις αρμοδίων φορέων ειδικά για την αδειοδότηση της επίδικης κεραίας, δηλαδή της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας ή του Υπουργείου Μεταφορών ή της ΕΕΤΤ, που να διαπιστώνουν τα αντίθετα ως προς τα επιτρεπτά όρια ηλεκτρομαγνητικής εκπομπής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε όμως οι προσκομιζόμενες από την ενάγουσα έγγραφες επιστημονικές γνωματεύσεις περί της εν γένει επικινδυνότητας της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (βλ. μεταξύ άλλων το άρθρο του .., Αναπληρωτή Καθηγητή Βιοχημείας του Τμήματος Βιολογίας Πανεπιστημίου Πατρών, το άρθρο του ..., Καθηγητή Γενετικής και Γενετικής Ανθρώπου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, την έκθεση του ... με θέμα «Ακτινοβολία κινητής τηλεφωνίας και η ανθρώπινη υγεία», το άρθρο του ..., Διευθυντή Ερευνών στο Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής Χημείας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών με θέμα «Νέα στοιχεία για τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας», τις εκθέσεις του Τομέα Βιολογίας Κυττάρου και Βιοφυσικής του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα «Βαθμός επικινδυνότητας μη ιονίζουσας ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας προερχόμενης από σταθμό βάσης κινητής τηλεφωνίας» και «επίδραση ακτινοβολίας κινητής τηλεφωνίας: μετρήσεις-έρευνα προτάσεις για μείωση της επικινδυνότητας», καθώς και το βιβλίο του ..., Επίκουρου Καθηγητή Τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «Κινητό τηλέφωνο και υγεία» εκδ. Δίαυλος, 2009), ούτε η ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ανταπέδειξαν το αντίθετο και δη ειδικώς για την επίδραση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από την επίδικη κεραία στην υγεία της ενάγουσας και των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής ή για την αλληλεπίδραση μεταξύ της μη ιοντίζουσας ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας και της ύλης, καθόσον αντικρούονται πλήρως τόσο από τις αντίστοιχες γνωμοδοτήσεις που προσκομίστηκαν από την εναγομένη, αλλά και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρός της, ή οποία έχει την ιδιότητα της Ακτινοφυσικού με μεταπτυχιακές σπουδές στην φυσική ακτινοβολιών, την επίδρασή τους στον ανθρώπινο οργανισμό και την εφαρμογή τους στην ιατρική επιστήμη, η οποία κατέθεσε ρητά και κατηγορηματικά ότι η επίδικη κεραία, που αποξηλώθηκε από την εναγομένη το έτος 2009 (μήνες Αύγουστο - Σεπτέμβριο), σε πλήρη συμμόρφωση με την ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, χωρίς έκτοτε να έχει λειτουργήσει, τηρούσε όλες τις ισχύουσες προδιαγραφές ασφαλείας και διέθετε όλες τις προβλεπόμενες άδειες, ήταν σύγχρονης τεχνολογίας (όπως όλες οι κεραίες των εταιρειών που δραστηριοποιούνται εμπορικώς στον τομέα της κινητής τηλεφωνίας) και είχε αγοραστεί από το εξωτερικό, αποτελούσε δε τεχνολογία, που χρησιμοποιείτο διεθνώς αλλά και στην Ευρώπη. Επίσης, κατά την ίδια μάρτυρα, της οποίας η κατάθεση, λόγω του γνωστικού της επιστημονικού αντικειμένου, αλλά και ως εκ του είδους της επιστημονικής εργασίας της στην εναγομένη κρίνεται ιδιαιτέρως σημαντική: «…δεν απαγορεύεται πρώτον βάσει νόμου να τοποθετηθεί η κεραία δίπλα σε σχολείο ή δίπλα σε νοσοκομείο ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος όπου υπάρχουν ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, απλά τα όρια στην περίμετρο ενός σταθμού βάσης 300 μέτρων γύρω από αυτόν που υπάρχουν αυτές οι ευαίσθητες ομάδες πληθυσμού, τα όρια στην Ελλάδα είναι πολύ πιο αυστηρά, δηλαδή είναι το 40% των ορίων που ισχύουν διεθνώς. Δεν απαγορεύει σε συγκεκριμένη απόσταση, ο νόμος δεν απαγορεύει αποστάσεις, λέει απλά ότι τα επίπεδα έκθεσης του κοινού πρέπει να είναι κάτω από το 40% των ορίων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας … στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει εκπονηθεί μελέτη ακτινοβολίας, έχουμε πάρει τη γνωμάτευση της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας που σημαίνει ότι η συγκεκριμένη κεραία εκεί που έχει τοποθετηθεί, παρόλο που έχει σε κοντινή απόσταση γύρω στα 30 μέτρα σχολείο, παρόλα αυτά τα επίπεδα έκθεσης του κοινού είναι πολύ κατώτερα των ορίων, αυτό φυσικά φαίνεται και από τις μετρήσεις που έχουν γίνει από το ΤΕΙ Ηρακλείου το 2005 και το 2009. Από το 2007 έχει εγκατασταθεί μόνιμο μετρητικό στην ταράτσα του σχολείου που μετράει 24 ώρες το 24ωρο τα επίπεδα έκθεσης του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου από την κεραία αλλά και από τις άλλες πηγές που υπάρχουν και από τις άλλες εταιρείες που υπάρχουν στην περιοχή, αλλά και από τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς που υπάρχουν στα βουνά που καλύπτουν την περιοχή αυτή και σε όλες αυτές οι μετρήσεις φαίνεται ότι δεν είναι μόνο πολύ κάτω από τα όρια, είναι εκατοντάδες έως χιλιάδες φορές κάτω από τα όρια οι τιμές στο σχολείο και στη γύρω περιοχή…». Σημειωτέον ότι από την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα έκθεση του ..., Καθηγητή Γενετικής και Γενετικής Ανθρώπου του Α.Π.Θ., προκύπτει ότι «η ελληνική νομοθεσία εφαρμόζει επιτρεπτά όρια κατά τι αυστηρότερα εκείνων που έχει προτείνει η Διεθνής Επιτροπή Προστασίας για τις μη ιονιστικές ακτινοβολίες. Παρόλα αυτά, τα νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι με τα όρια αυτά επικινδυνότητας μάλλον δεν προστατεύεται η δημόσια υγεία από τους δυνητικούς κινδύνους των μη θερμικών βλαβών της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας», καταλήγοντας μάλιστα στην επισήμανση ότι «η παρούσα εισήγηση αποτελεί μόνο θεωρητική προσέγγιση του ζητήματος και δεν είναι εφαρμοστέα σε κάθε εγκατάσταση/συσκευή που αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση (τεχνικά στοιχεία-περιβάλλων χώρος κλπ.)». Δηλαδή προκύπτει η ενδοιαστική τοποθέτηση εκ μέρους του εν λόγω ειδικού επιστήμονα στο ζήτημα των επιτρεπτών εν γένει ορίων της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που είχε υιοθετήσει η ελληνική νομοθεσία (στα οποία προσαρμόστηκε εν προκειμένω η εναγομένη) και γίνεται ρητή μνεία σε in concreto κρίση για την εκάστοτε ηλεκτρική εγκατάσταση-συσκευή. Η υγεία του ανθρώπου αποτελεί ύψιστο αγαθό στη ζωή του ατόμου, η οποία σε καμία περίπτωση και με κανένα κόστος δεν πρέπει να διακινδυνεύεται. Οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας κατά τη λειτουργία τους εκπέμπουν ηλεκτρομαγνητικά πεδία που διαδίδονται στον περιβάλλοντα χώρο στον οποίο είναι τοποθετημένες (όπως όλες οι ηλεκτρονικές συσκευές), ενώ όπως προκύπτει από τα παραπάνω εκτιθέμενα, σε γενικό επίπεδο, για την επίδραση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (η οποία χαρακτηρίζεται ως μη ιοντίζουσα), που διαχέεται στον εναέριο περιβάλλοντα χώρο και τις βλάβες που προκαλεί στον ανθρώπινο οργανισμό έχουν διατυπωθεί, από τους αρμόδιους επιστήμονες, διαφορετικές απόψεις. Ωστόσο, στην κρινόμενη περίπτωση, αποδείχτηκε ότι η επίδικη κεραία κινητής τηλεφωνίας λειτούργησε σύμφωνα με τις προδιαγραφές του νόμου, κατόπιν γνωμάτευσης της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (ως αρμόδιου και διαπιστευμένου σε θέματα μετρήσεων ακτινοβολίας φορέα, άρθρο 28 του ν. 1733/1987, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2496/1997), η οποία προασπίζει αποτελεσματικά το έννομο αγαθό της υγείας (βλ. και ΔΕφΑθ 57/2006 ΔιΜΕΕ 2006.410), διότι γνωματεύει πριν από τη χορήγηση κάθε άδειας εγκατάστασης συγκεκριμένης κεραίας σταθμού βάσης, ύστερα από εξέταση μελέτης της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας της κεραίας, στο πλαίσιο της γενικής της αρμοδιότητας για την προστασία του πληθυσμού και του περιβάλλοντος από μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες, όπως αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο με ημερομ. 27/5/2010 δελτίο τύπου αυτής με τίτλο «Αποτελέσματα μετρήσεων ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στο περιβάλλον σταθμών κεραιών», σύμφωνα με το οποίο «ετησίως πραγματοποιείται από την ΕΕΑΕ μεγάλος αριθμός επιτόπιων ελέγχων στο περιβάλλον σταθμών κεραιών σε όλη τη Χώρα. Το 2009 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 1.308 έλεγχοι, αριθμός ο οποίος υπερκαλύπτει τη θεσμοθετημένη υποχρέωση για πραγματοποίηση μετρήσεων στο 20% των αδειοδοτημένων από την ΕΕΤΤ κεραιών εντός σχεδίου πόλεως. Σε καμία από τις μετρήσεις αυτές δεν διαπιστώθηκε υπέρβαση των ορίων της ασφαλούς έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία». Από κανένα, εξάλλου, αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι η περιοδικότητα των επιτόπιων ελέγχων της ΕΕΑΕ (δηλαδή αντί της μονιμότητας σχετικών μηχανισμών για τη διενέργεια μετρήσεων της ακτινοβολίας) συνιστά λόγο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των μετρήσεων της ΕΕΑΕ. Αλλωστε, εν προκειμένω, η μη υπέρβαση των επιτρεπτών ορίων ασφαλείας από την επίδικη κεραία προέκυψε ως συμπέρασμα (κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της) από τη συνεχή μέτρηση των εκπομπών της και την παρακολούθησή της (σε 24ωρη βάση) από τον τοποθετημένο αρμοδίως μετρητικό σταθμό στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος «πεδίον 24», κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Επισημαίνει ότι η επιστημονική αβεβαιότητα εν γένει για το ζήτημα της εκπομπής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργεί in concreto παραβίαση της αρχής της προφύλαξης, ως γενικής αρχής δεσμευτικού χαρακτήρα του Διεθνούς Δικαίου, που αποτελεί ταυτόχρονα μία από τις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου Περιβάλλοντος και σημαίνει τη λήψη προφυλακτικών μέτρων από τους αρμόδιους φορείς πολιτικής, όταν υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα ως προς τον κίνδυνο επέλευσης μη αναστρέψιμων ή σοβαρών επιπτώσεων στο περιβάλλον από οποιαδήποτε δραστηριότητα ή έργο [«Precautionary Principle», «Vorsorgeprinzip», βλ. Αρχή 15 της Διακήρυξης του Ρίο του 1992 για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, άρθρο 130 Ρ § 2 της ΣυνθΕΕ και άρθρο 174 της Συνθήκης του Άμστερνταμ της 2.10.1997, βλ. επίσης Οδηγία REACH (EC) No 1907/2006, Γ. Μπάλια, Η αρχή της προφύλαξης στο Διεθνές, Κοινοτικό και Συγκριτικό δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα, Γ. Κρεμλή, «Η Ευρωπαϊκή Πολιτική και το Δίκαιο του Περιβάλλοντος-Το Κοινοτικό Κεκτημένο», Νόμος και Φύση, 3/1998, σελ. 554], η επίκληση της οποίας χωρεί όταν ένα φαινόμενο, ένα προϊόν ή μία διεργασία ενδέχεται να έχει επικίνδυνα αποτελέσματα, τα οποία έχουν όμως προσδιοριστεί μέσω επιστημονικής και αντικειμενικής αξιολόγησης, εάν η αξιολόγηση αυτή δεν επιτρέπει να προσδιοριστεί ο κίνδυνος με επαρκή βεβαιότητα, η δε προσφυγή στην εν λόγω αρχή εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο της ανάλυσης του κινδύνου (που περιέχει εκτός από την αξιολόγηση του κινδύνου, τη διαχείριση και την κοινοποίηση αυτού) και ειδικότερα στο πλαίσιο της διαχείρισης του κινδύνου που αντιστοιχεί στο στάδιο της λήψης αποφάσεων. Δηλαδή, η επίκληση της αρχής της προφύλαξης δεν επιτρέπει την παρέκκλιση από τις γενικές αρχές της ορθής διαχείρισης των κινδύνων, η οποία επιλέγεται κυριαρχικά από τους αρμόδιους διοικητικούς φορείς, των οποίων ναι μεν οι πράξεις ελέγχονται παρεμπιπτόντως από τα Πολιτικά Δικαστήρια (άρθρα 1 και 2 του ΚΠολΔ) και μόνον ως προς τους όρους και τύπους (νομιμότητα) της λήψης τους και όχι ως προς την ουσιαστική κρίση τους, πλην όμως στην περίπτωση αυτή η αιτιώδης συνάφεια με τυχόν δυσμενή επιρροή στην υγεία των ατόμων από την εκπομπή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης της επιστήμης και εξαρτάται από το επίπεδο της αντίστοιχης επιστημονικής γνώσης, ενώ από το σύνολο της προσκομιζόμενης από τους διαδίκους επιστημονικής βιβλιογραφίας και αρθρογραφίας δεν προκύπτουν βέβαια αντικειμενικά ευρήματα ή τέτοια που να δικαιολογούν μέχρι σήμερα το ενδεχόμενο επικίνδυνων συνεπειών για την υγεία από την εκπομπή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στα προσδιορισθέντα για την επίδικη κεραία ποσοστά [βλ. σχετικά: α) την ιστοσελίδα της αρμόδιας για το επίδικο ζήτημα ΕΕΤΤ, «Η ακτινοβολία των κινητών τηλεφώνων και η αρχή της προφύλαξης»: http://www.eett.gr/opencms/opencms/EETT/Electronic_Communications/Antennas_EMR/health/M obilesRdt/MobileUse/precaution, όπου αναφέρεται (επί λέξει): «Οι αποδεδειγμένες επιπτώσεις στη υγεία του ανθρώπου από την έκθεση σε μη ιοντίζουσα ακτινοβολία, όπως αυτή των κινητών τηλεφώνων, είναι θερμικές. Από τις θερμικές επιπτώσεις έχουν προκύψει τα όρια του SΑR ως όρια αποδεκτής έκθεσης. Επιπτώσεις άλλου είδους δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Η διεθνής επιστημονική κοινότητα θα χρειαστεί κάποιο χρονικό διάστημα για να ολοκληρώσει την έρευνα και να καταλήξει αν υπάρχουν άλλες επιβλαβείς επιπτώσεις και ποιες είναι αυτές», β) το προσκομιζόμενο Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2/4/2009, από το οποίο δεν προκύπτει η πρόταση μείωσης των επιτρεπτών ορίων εκπομπής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας αλλά η προτροπή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επανεξετάζει την επιστημονική βάση και την επάρκεια των όρων των ΗΜΠ, όπως προβλέπεται στη Σύσταση 1999/519/ΕΚ και η υποβολή έκθεσης στο Κοινοβούλιο, γ) την προσκομιζόμενη απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ερώτημα του Ευρωβουλευτή ... που κατατέθηκε την 31 Ιανουαρίου 2010 σχετικά με τις επιπτώσεις των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων, απάντησε την 25η Φεβρουαρίου 2011, όπου αναφέρει κατηγορηματικά ότι δεν απαιτείται με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα η μείωση των ορίων και απαντά σχετικά με την έρευνα που συντονίζει διεθνώς»]. Σε διαφορετική περίπτωση, τα Δικαστήρια θα αποκτούσαν γνωμοδοτική εξουσία, η άσκηση της οποίας όμως, όπως επισημάνθηκε, έχει ανατεθεί σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες και αρχές και θα καλούνταν να επιτελέσουν έργο πραγματογνώμονα, παρόλο που η αποστολή των Δικαστηρίων είναι η επίλυση διαφορών με την απαγγελία εννόμων συνεπειών, η οποία (επίλυση) επιβάλλει ενασχόληση με ολοκληρωμένες έννομες σχέσεις και καταψήφιση ή αναγνώριση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όχι όμως και απλών στοιχείων, τα οποία οδηγούν στην θεμελίωσή τους [Κ. Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος (1986), σελ. 134-135, Κ. Μπέης σε Δίκη 12.172, ΕφΑθ 8637/1990 ΕλλΔνη 33(1992).846, ΕφΑθ 13299/1987 ΕλλΔνη 31 (1990).507]. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος της που κρίθηκε ότι ασκείται νόμιμα, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την τριακοστή πρώτη ενάγουσα, αφού δεν αποδείχτηκε η παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της, με θετική ενέργεια της εναγομένης ή λόγω ύπαρξης νομικής υποχρέωσης της τελευταίας, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, να επιχειρήσει θετική ενέργεια, την οποία να παρέλειψε, δηλαδή σχετικά με τη λήψη κάποιου ή κάποιων μέτρων ασφαλείας ως προς την εγκατάσταση και τη λειτουργία της επίδικης κεραίας κινητής τηλεφωνίας, αλλά αντιθέτως αποδείχτηκε, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα αναλυτικώς και στην υπό ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας, η τήρηση από την εναγομένη όλων των μέτρων και προδιαγραφών ασφαλείας, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του Ελληνικού Κράτους αλλά και των ευρωπαϊκών και διεθνών εν γένει προβλέψεων για το επίδικο ζήτημα, με βάση το μέχρι τότε επίπεδο επιστημονικής γνώσης. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους, κατά την κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου [ΕφΑθ 501/2012 ΕλλΔνη 55(2014).456], λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που ερμηνεύτηκαν (άρθρο 179 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ

με παρόντες την τριακοστή πρώτη ενάγουσα και την εναγομένη και ερήμην των λοιπών εναγόντων.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290,00) ευρώ για έκαστο ερημοδικαζόμενο ενάγοντα, σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδά τους.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις … Ιουνίου 2014. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...