Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Αίτηση απόλυσης υφ' όρον κατάδικου σε εικοσαετή κάθειρξη.

Το 2002 κατόρθωσα να αποφυλακίσω στο Ηράκλειο, υφ'  όρους, έναν βαρυποινίτη που εξέτιε εικοσαετή κάθειρξη. Ο εισαγγελέας είχε αντίθετη άποψη!

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ 42/ 2002

    Αποτελούμενο από τους δικαστές Παναγιώτα Παντελή, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Θεονύμφη Λυράκη, και Επαμεινωνδία Κουσκούκη, Πλημμελειοδίκες (Άπαντα τα μέλη της σύνθεσης αυτής είναι σήμερα εφέτες, εξ αυτών δε η δεύτερη και τρίτη υπηρετούν στο Εφετείο Ηρακλείου σήμερα).
    Συνήλθε στο καθορισμένο για διάσκεψη γραφείο του την 25 Ιανουαρίου 2002 με την παρουσία και της Αντιεισαγγελέα Μαρίας Κοντόγγονα και της Γραμματέως Βασιλικής Σιγανού για να διασκεφθεί και αποφανθεί για την επόμενη υπόθεση:
   
Ο Διευθυντής της κλειστής φυλακής Αλικαρνασσού υπέβαλλε στο Συμβούλιο αυτό την με αριθμό πρωτ′ ... αναφορά του σχετικά με την υφ′ όρους απόλυση του κρατουμένου στην παραπάνω φυλακή ...
    Την αναφορά αυτή και τα σχετικά δικαιολογητικά η παραπάνω Εισαγγελέας υπέβαλλε στο Συμβούλιο αυτό με αριθμό 16/ 2002 πρόταση του Αντιεισαγγελέα Ιωάννη Παπαδάκη, λόγω απασχολήσεως του, που είναι η παρακάτω:
    
Αριθμός Πρότασης 16/ 2002.

    Εισάγω στο Συμβούλιο Σας την από ... αίτηση του κατάδικου Κ.Δ, σχετικά με την υπό όρο απόλυση του που μας υποβλήθηκε με την υπ′ αριθμό πρωτ′ ... αναφορά του Διευθυντή της κλειστής φυλακής Αλικαρνασσού και εκθέτω τα παρακάτω:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105-110 Π.Κ. και άρθρο 25 Ν. 2058/ 1952, άρθρα 1 § § 5, 6, 7 και 4 § § 2, 3 Ν. 2207/ 1994 [όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 5 α περ· 1 β, 5 γ Ν. 2408/ 1996], συνάγεται ότι, όποιος καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μπορεί να απολυθεί υπό τον όρο της ανάκλησης, εφόσον έχει εκτίσει, προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη, τα 3/5 της ποινής του. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης δεν απαιτείται να έχει καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη. Ως εκτιθείσα ποινή θεωρείται και αυτή που έχει υπολογιστεί ευεργετικά. Προκειμένου όμως για ποινές κάθειρξης, δεν μπορεί να χορηγηθεί στον κατάδικο η υπό όρο απόλυση, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το 1/3 της ποινής που του επιβλήθηκε και σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαέξι έτη. Για την απόλυση αποφασίζει το Συμβούλιο του τόπου έκτισης της ποινής και χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός αν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδίκου κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησης του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Επιπλέον δε, στον απολυόμενο μπορούν να επιβληθούν ορισμένες υποχρεώσεις που θα αφορούν τον τρόπο ζωής του και ιδίως τον τόπο διαμονής του. Οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν να ανακληθούν ή να τροποποιηθούν με αίτηση του απολυμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα σχετικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ως άνω κατάδικος, καταδικάστηκε με την υπ′ αριθμό 2757/ 1999 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε κάθειρξη 20 ετών για ληστεία, κλοπή, διακεκριμένες κλοπές, απόδραση κρατουμένου, οπλοφορία, πλαστογραφία κτλ και 2) και με την υπ′ αριθμό 66/ 2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών σε φυλάκιση 5 μηνών για απόδραση κρατουμένου. Την 10-12-2001, ημερομηνία σύνταξης του πίνακα υπολογισμού της ποινής, ο παραπάνω κατάδικος είχε εκτίσει πραγματική ποινή κάθειρξης 12 ετών, 6 μηνών και 11 ημερών και αν ληφθεί υπόψη και ο ευεργετικός υπολογισμός από 588 ημέρες εργασίας, ήτοι 1 έτους, 7 μηνών και 13 ημερών, είχε συνολικά εκτίσει 14 έτη, 1 μήνα και 24 ημέρες. Επομένως, έχει συμπληρώσει τα 3/5 της ποινής που του επιβλήθηκε και το υπόλοιπο που απομένει να εκτίσει είναι 6 έτη, 3 μήνες και 6 ημέρες. Συνεπώς, συντρέχουν στο πρόσωπο του οι τυπικές προϋποθέσεις παροχής του ευεργετήματος της υπό όρο απόλυσης και κατά συνέπεια, ερευνητέο είναι αν συντρέχει και η ουσιαστική προϋπόθεση η οποία κατά τα προαναφερθέντα, πρέπει να προκύπτει αποκλειστικά από την εκτίμηση της περιόδου της ζωής του κρατουμένου εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων κράτησης κατά την έκτιση της ποινής του. Από το δελτίο πειθαριχκού ελέγχου προκύπτει ότι, ο ανωτέρω κατάδικος έχει τιμωρηθεί α) με την υπ′ αριθμό 11/ 30-6-1998 απόφαση του Συμβουλίου της κλειστής φυλακής Αλικαρνασσού σε 10ήμερη μόνωση σε ειδικό κελί για παραβίαση τακτικής άδειας και β) με την υπ′ αριθμό 70/ 11-12-2000 απόφαση του Συμβουλίου της δικαστικής φυλακής Λάρισας σε διήμερη μόνωση σε ειδικό κελί και στέρηση δυνατότητας εργασίας για άσκηση βίας από κοινού κατά συγκρατούμενου του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η διαγωγή του κατά το διάστημα της κράτησης του δεν ήταν καλή και κρίνεται απολύτως αναγκαία η συνέχιση της κράτησης του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Επομένως, εφόσον ελλείπει η ουσιαστική προϋπόθεση που προβλέπεται από το άρθρο 106 ΠΚ για να χορηγηθεί το αιτούμενο ευεργέτημα, δεν πρέπει να επιτραπεί προς το παρόν η απόλυση υπό όρο του καταδίκου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
    Να αποφανθεί το Συμβούλιο Σας ότι δεν συντρέχει περίπτωση να απολυθεί υπό όρο ο Κ.Δ που κρατείται στην κλειστή φυλακή Αλικαρνασσού και έχει καταδικαστεί α) με την υπ′ αριθμό 2757/ 1999 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ληστεία, κλοπή, διακεκριμένες κλοπές, απόδραση κρατουμένου, οπλοφορία, πλαστογραφία κτλ και β) με την υπ′ αριθμό 66/ 2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών για απόδραση κρατουμένου.
Ηράκλειο, 8-1-2002.
    
Αφού άκουσε αυτήν που ανέπτυξε και προφορικά την εισαγγελική πρόταση και μετά αποχώρησε.
 
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

    Από τις διατάξεις των άρθρων 105 έως 110 ΠΚ και 25 Ν. 2058/ 1952 άρθρο 1 § § 5, 6, 7 και 4 § § 2, 3 Ν. 2207/ 1994 [όπως ισχύουν σήμερα μετά την τροποποίηση τους από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 5 α περ· 1 β, 5 γ Ν. 2408/ 4-6-1996], συνάγεται ότι, όποιος καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας, μπορεί να απολυθεί υπό τον όρο ανακλήσεως προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη, αφού εκτίσει τα 3/5 της ποινής. Για τη χορήγηση της απόλυσης υπό όρο δεν απαιτείται να έχει καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη. Ως εκτιθείσα θεωρείται και η ποινή που έχει υπολογιστεί ευεργετικά. Δεν μπορεί όμως να χορηγηθεί στον κατάδικο η υπό όρο απόλυση, προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη αν δεν εξέτισε πραγματικά το ένα τρίτο της ποινής που του επιβλήθηκε. Για την απόλυση αποφασίζει το Συμβούλιο του τόπου έκτισης της ποινής, ύστερα από αίτηση της διεύθυνσης του καταστήματος όπου κρατείται ο κατάδικος. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται οπωσδήποτε εκτός αν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησης του για να αποτραπεί η τέλεση απ′ αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Στον απολυόμενο μπορούν να επιβληθούν ορισμένες υποχρεώσεις που θα αφορούν τον τρόπο της ζωής του και ιδίως τον τόπο διαμονής του. Αν η διεύθυνση του καταστήματος κρίνει ότι συντρέχουν προϋποθέσεις για τη μη χορήγηση της απόλυσης υπό όρο, υποβάλλει σχετική αναφορά, μαζί με έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του καταστήματος στον Εισαγγελέα Πλημ/κών ο οποίος την εισάγει στο Συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα συνημμένα στην ... αναφορά του Διευθυντή της κλειστής φυλακής Αλικαρνασσού έγγραφα για την υπό όρο απόλυση του κρατουμένου σ′ αυτήν Κ.Δ, προκύπτει ότι έχει επιβληθεί σ′ αυτόν, α) ποινή κάθειρξης 20 ετών για ληστεία, κλοπή, διακεκριμένες κλοπές, απόδραση κρατουμένου, οπλοφορία, πλαστογραφία κ.λ.π. με την υπ′ αριθμό 2757/ 1999 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και β) ποινή φυλάκισης 5 μηνών για απόδραση κρατουμένου με την με αριθμό 66/ 2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών. Έχει εκτίσει πραγματική ποινή κάθειρξης 12 έτη, 6 μήνες και 11 ημέρες. Αν ληφθεί υπόψη και ο ευεργετικός υπολογισμός από 588 ημέρες εργασίας, ήτοι 1 έτους, 7 μηνών και 13 ημερών, έχει εκτίσει συνολικά ποινή κάθειρξης 14 ετών, 1 μηνός και 24 ημερών και επομένως, έχει συμπληρώσει τα 3/ 5 της ποινής του. Το υπόλοιπο που απομένει να εκτίσει είναι 6 έτη, 3 μήνες και 6 ημέρες. Κατά συνέπεια, υπάρχει η τυπική προϋπόθεση για την απόλυση του υπό όρο. Περαιτέρω, ο προαναφερθείς κατάδικος κατά τη διάρκεια της κράτησης του υπέπεσε στα παρακάτω πειθαρχικά παραπτώματα για τα οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Ειδικότερα τιμωρήθηκε α) με την 9/ 11-7-1995 απόφαση Κ.Φ. Κέρκυρας σε διήμερη μόνωση σε πειθαρχικό κελί για εξύβριση υπαλλήλου, β) με την απόφαση 11/ 3-=6-1998 της Κ.Φ. Αλικαρνασσού σε 10ήμερη μόνωση σε ειδικό κελί για παράβαση τακτικής άδειας και γ) με την 70/ 11-12-2000 απόφαση της Δ.Φ. Λάρισας σε διήμερο περιορισμό σε ειδικό κελί και στέρηση δυνατότητας εργασίας για άσκηση βίας από κοινού κατά συγκρατούμενου. Οι α και β εκ των παραπάνω πειθαρχικών ποινών έχουν υποπέσει σε παραγραφή. Η τελευταία με στοιχείο γ δεν έχει ακόμη παραγραφεί σύμφωνα με την παράγραφο 4 α του άρθρου 69 του Ν. 2776/ 1999. Η “καλή” διαγωγή όμως που απαιτεί ο νομοθέτης για τη χορήγηση του ευεργετήματος της υφ′ όρο απολύσεως δεν αποβλέπει στη διαμόρφωση άρτιας ηθικής προσωπικότητας του καταδίκου, αλλά σε ηθική βελτίωση τέτοιου βαθμού που να μην τον καθιστά επικίνδυνο για το οργανωμένο κοινωνικό σύνολο. Εν προκειμένω, προσκομίζονται οι με αριθμούς 2603/ 1996 και 9478/ 1997 βεβαιώσεις της Κ.Φ. Κέρκυρας και Δ.Φ. Κορυδαλλού αντίστοιχα όπου κρατήθηκε ο κατάδικος και από αυτές προκύπτει ότι αυτός δύναται να ενταχθεί ακίνδυνα στο κοινωνικό σύνολο και ότι ο σωφρονισμός του έχει σχεδόν επιτευχθεί. Αυτός δε κρατείται από το έτος 1989, ήτοι από πολύ νεαρά ηλικία, δεδομένου ότι γεννήθηκε το έτος 1968, είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου [αγοριού] ηλικίας σήμερα 11 ετών, το οποίο μεγάλωσε και ζει με τη γιαγιά του [μητέρα του κρατουμένου] στο Ηράκλειο, καθόσον η μητέρα του δεν έχει ούτε είχε ποτέ επικοινωνία με αυτό. Η γιαγιά από τριετίας και πλέον αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας [βλ· προσκομιζόμενη έκθεση νοσηλείας με αριθμό 938/ 99 του Τζάνειου νοσοκομείου]. Τα παραπάνω πειθαρχικά παραπτώματα στα οποία υπέπεσε ο κρατούμενος, είναι μεν σοβαρά πλην όμως ανεκτά για το μακροχρόνιο διάστημα της κράτησης του και δεν τεκμηριώνουν διαστροφή χαρακτήρα ούτε επικινδυνότητα και έλλειψη κοινωνικής προσαρμοστικότητας. Γενικότερα, αυτός είναι εργατικός, υπάκουος και πρόσφατα προκύπτει ότι επιδεικνύει καλή διαγωγή. Κρίνεται ότι υπάρχει προσδοκία έντιμου βίου στο μέλλον, δεδομένου ότι και από την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο, διαγνώσθηκε ωρίμανση του χαρακτήρα του, βαρύνεται με οικογενειακές υποχρεώσεις και, σε κάθε περίπτωση, το ποινικό του παρελθόν ανάγεται σε ανώριμη περίοδο της ζωής του, στην έλλειψη της οικογενειακής φροντίδας και θαλπωρής που προέρχονται από την εγκατάλειψη της πολυμελούς του οικογένειας από τον πατέρα του και τις συναναστροφές του γενικά. Η περαιτέρω παραμονή του στη φυλακή δεν έχει πλέον να προσφέρει σε αυτόν τίποτε το θετικό ώστε να καθίσταται απολύτως αναγκαία η συνέχιση της κράτησης του. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει περίπτωση έλλειψης των ουσιαστικών προϋποθέσεων και πρέπει να χορηγηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 εκ του Π.Κ. το ευεργέτημα της υφ′ όρον απόλυσης στον παραπάνω κατάδικο υπό τους όρους, α) της διαμονής του στο Ηράκλειο στη διεύθυνση Μάχης Κρήτης 62, β) της εμφάνισης του την 1η κάθε μήνα ενώπιον τους Τμήματος Ασφαλείας Ηρακλείου καθόλη τη διάρκεια του χρόνου της δοκιμασίας του, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
    Αποφαίνεται ότι πρέπει να απολυθεί από την φυλακή υπό τον όρο της ανάκλησης ο κρατούμενος στην κλειστή φυλακή Κ.Δ που καταδικάστηκε σε, α) ποινή κάθειρξης 20 ετών για ληστεία, κλοπή, διακεκριμένες κλοπές, απόδραση κρατουμένου, οπλοφορία, πλαστογραφία κ.λ.π. με την με αριθμό 2757/ 1999 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και β) ποινή φυλάκισης 5 μηνών για απόδραση κρατούμενου, με την με αριθμό 66/ 2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών.
    Επιβάλλει σ′ αυτόν υπό τον όρο της ανάκλησης της υφ′ όρον απόλυσης, τους όρους, α) της διαμονής του στο Ηράκλειο στη διεύθυνση Μάχης Κρήτης 62 και β) της εμφάνισης του την 1 η κάθε μήνα ενώπιον του Τμήματος Ασφαλείας Ηρακλείου καθόλη τη διάρκεια του χρόνου της δοκιμασίας του, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
    Κρίθηκε, αποφασίστηκε στο Ηράκλειο στις 25 Ιανουαρίου 2002 και εκδόθηκε στο ίδο μέρος στις 1 Φεβρουαρίου 2002.
 -------
Η αίτηση που υπέβαλλε ο παραπάνω κρατούμενος δια του αστυνομικού διευθυντή των φυλακών Αλικαρνασσού η οποία, φυσικά, συντάχθηκε από εμένα, έχει ως εξής:

ΑΙΤΗΣΗ
ΑΠΌΛΥΣΗΣ ΥΠΟ ΟΡΟ [ΠΚ 106 § 1, 110]

Κ.Δ, κατάδικου και κρατούμενου στις φυλακές Αλικαρνασσού Ηρακλείου,
 
προς το

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

                                        [Δια του Διευθυντή των φυλακών Αλικαρνασσού]

a.    Βάσει της υπ΄ αριθμό 2757/ 1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών έγινε συγχώνευση των διαφόρων ποινών που μου επιβλήθηκαν σε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι [20] ετών. Όπως προκύπτει από έγγραφο της φυλακής Αλικαρνασσού κρατούμαι αδιάκοπα στις ελληνικές φυλακές από την 31-7-1989–ημερομηνία κατά την οποία συνελήφθηκα–μέχρι σήμερα. Τα 3/5 της συνολικής ποινής αυτής τα εξέτισα [συμπληρώθηκε δηλαδή ο χρόνος αυτός] στις 29-10-2001. Επομένως, βάσει του άρθρου 106 § 1 του Ποινικού μας Κώδικα–όπως αντικαταστάθηκε αυτό με το άρθρο 33 § 2 του Ν. 2172/ 1993–δικαιούμαι να ζητήσω την απόλυση μου από τις φυλακές Αλικαρνασσού υπό όρους, αίτηση που είναι υποχρεωτική για το Συμβούλιο Σας, εκτός αν ήθελε κριθεί–κατ΄ εξαίρεση–με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι η διαγωγή μου στις φυλακές καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησης μου προς αποτροπή τέλεσης εκ μέρους μου νέων αξιόποινων πράξεων. Επ΄ αυτής της εξαίρεσης–επειδή πιστεύω ότι δεν συντρέχει στην περίπτωση μου, εκθέτω τα επόμενα:
b.    Υπό το παλαιότερο νομοθετικό καθεστώς  γινόταν δεκτό ότι η υπό όρο απόλυση δεν αποτελεί ούτε χάρη ούτε επιείκεια αλλά υποχρέωση της Πολιτείας και δικαίωμα του καταδίκου. Είναι ένα δοκιμαστικό στάδιο, ένα προκατασκευαστικό μέτρο για την οριστική ελευθερία του κρατούμενου και την κοινωνική του επανένταξη. Εξυπηρετεί τις ανάγκες και τους σκοπούς της ειδικής πρόληψης. Η ορθή λειτουργία του θεσμού ενδιαφέρει ζωτικά το κοινωνικό σύνολο. Η παραμονή του κατάδικου στις φυλακές για να εξαντλήσει το μέγεθος της ποινής του όταν συντελεστεί η βελτίωση του είναι άσκοπη και παράλογη και βλάπτει την κοινωνία. Διότι η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι θεμελιώδης και απόλυτη αξία που δεν παύει να υπάρχει και όταν το άτομο παρεκτραπεί και διαπράξει έγκλημα. Ο σεβασμός και η προστασία της αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, που έχει καθιερωθεί ηθικά και κατοχυρωθεί συνταγματικά. Παράλληλα προς την υποχρέωση της Πολιτείας να αμυνθεί κατά του εγκλήματος και να αχρηστεύσει τον εγκληματία, υπάρχει και η υποχρέωση της εκπαίδευσης και της διαπαιδαγώσης για την πρόληψη του εγκλήματος και την αναμόρφωση και βελτίωση του εγκληματία. Ανάλογη προς την μέριμνα και την προστασία και την υγεία πρέπει να είναι η πολιτειακή φροντίδα και για την πρόληψη του εγκλήματος και την κοινωνικοποίηση και αποκατάσταση του εγκληματία” . Σκοπός της υφ′ όρο απόλυσης είναι “να ανταμείψει την καλήν διαγωγήν του καταδίκου, να παροτρύνει αυτόν εις ανάκτησιν της κοινωνικής του θέσεως, δια της βαθμιαίας ηθικής ανυψώσεως και βελτιώσεως του και να επαυξήσει και ενισχύσει την μεταξύ των καταδίκων εν γένει τάσην προς πειθαρχίαν…Δια τον λόγον αυτόν η υφ′ όρο απόλυσις δέον να χορηγείται ευρέως, συντρεχουσών των νομίμων προϋποθέσεων, διότι αποτελεί μέσον αποτελεσματικόν βελτιώσεως και αναπλάσεως του καταδίκου συμβάλλουσα τα μέγιστα εις την άσκησιν ορθής αντεγκληματικής πολιτικής” . Με το νέο νομοθετικό καθεστώς “η λογική και γραμματική ερμηνεία της διατάξεως αυτής, σε αντιπαραβολή μάλιστα με την αντίστοιχη που ίσχυε πριν, επιβάλλει να γίνει δεκτό ότι η απόλυση υπό όρο, εφόσον συντρέχει η τυπική προϋπόθεση εκτίσεως μέρους της ποινής, και βασικά των 3/5 αυτής, χορηγείται «οπωσδήποτε», δηλαδή ανεξάρτητα προς το είδος και την βαρύτητα του εγκλήματος, το υπόλοιπο της ποινής, τις περιστάσεις της προηγούμενης ζωής του κατάδικου . Στοιχεία τα οποία έπρεπε να ελέγξει το Δικαστικό Συμβούλιο κατά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Υποχρεούται δε το Συμβούλιο αυτό να αποκρούσει την υφόρον απόλυση, με ειδική αιτιολογία που προβλέπει με έμφαση η νέα ρύθμιση και πέραν της γενικής προβλέψεως των άρθρων 93 § 3 Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, μόνο εφόσον αξιολογείται ως κακή η διαγωγή του καταδίκου κατά το στάδιο της κρατήσεως του, στο οποίο περιλαμβάνεται και το στάδιο της προσωρινής κρατήσεως του [ΠΚ 87], σε βαθμό μάλιστα που να πιθανολογεί την τέλεση από αυτόν νέων εγκλημάτων αν απολυθεί και να επιβάλλει ως απόλυτα αναγκαία, για την αποτροπή τους, την συνέχιση εκτίσεως της ποινής” . Και τελειώνει ο ΕισΑΠ κ. Σπυρόπουλος την περίφημη αυτή γνωμοδότηση του (υπ'  αριθμό 1392/ 1995) ως εξής  “η αποφυλάκιση του κατάδικου ή η συνέχιση της κρατήσεως του αποτελεί κορυφαίο γεγονός της ποινικής διαδικασίας και πρέπει να αντιμετωπίζεται αναλόγως με προσήλωση στις σχετικές διατάξεις και ορθή αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, ενώ, ειδικότερα, οι διατάξεις περί της απολύσεως υπό όρο επιβάλλεται να εφαρμόζονται με στόχο την επίτευξη του βασικού σωφρονιστικού σκοπού της επανεντάξεως του καταδικασμένου στην κοινωνία”. Σχετικά με την επίδειξη καλής συμπεριφοράς διαρκούσης της κράτησης του κατάδικου, έχει νομολογηθεί  ότι “η αξιολογική κρίση ότι ο κατάδικος επέδειξε καλή διαγωγή συνάγεται από την όλη του συμπεριφορά κατά την έκτιση της ποινής. Η καταφατική περί υπάρξεως καλής διαγωγής κρίση δεν αναιρείται από την ύπαρξη και μάλιστα στο απώτερο παρελθόν πειθαρχικών παραπτωμάτων ήσσονος ηθικής βαρύτητος, που δεν είναι, κατ′ αντικειμενική κρίση, δηλωτικά επικινδυνότητας του χαρακτήρα του καταδίκου και ερριζόμενης εγκληματικής ροπής. Ο νομοθέτης δεν κάνει λόγο για άψογη ή άμεμπτη διαγωγή, αλλά για «καλή» , ακριβώς γιατί προς χορήγηση του ευεργετήματος της υφ′ όρο απολύσεως, δεν απέβλεπε στη διαμόρφωση αρτίας ηθικής προσωπικότητος του καταδίκου, αλλά σε ηθική του βελτίωση τέτοιου βαθμού που να μην τον καθιστά επικίνδυνο για το οργανωμένο κοινωνικό σύνολο”. Η νμλγ του Ακυρωτικού μας  δέχεται ότι δεν υπάρχει καλή διαγωγή όταν “δεν υπήρξε καλή ή υπήρξε κατ′ επίφαση μόνο καλή και ως εκ τούτου υπάρχει κίνδυνος ότι, απολυόμενος υφ′ όρον θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις και γι′ αυτό καθίσταται αναγκαία η συνέχιση της κρατήσεως του. Για την αξιολόγηση της διαγωγής του καταδίκου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εν γένει συμπεριφορά του, όπως εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της κρατήσεως του, για δε την αξιολόγηση της επικινδυνότητας αυτού προς τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων πράξεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο χαρακτήρας του, όπως διαγιγνώσκεται με βάση την όλη διαγωγή του κατά τη διάρκεια εκτίσεως της ποινής του”. Η άποψη αυτή δεν ακολουθείται, εντελώς πρόσφατα από τα δικαστήρια ουσίας! Ειδικότερα, κατά την νμλγ τους, “υποστηρίζεται ότι η υφ′ όρον απόλυση δεν μπορεί να χορηγηθεί εάν η διαγωγή του καταδίκου υπήρξε κατ′ επίφαση μόνο καλή και ότι για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας αυτού προς τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο χαρακτήρας του. Όμως, υπό οποιαδήποτε ερμηνευτική εκδοχή, δε διαφαίνεται βούληση του νομοθέτη να καταδύεται ο δικαστής στη λεγόμενη «άβυσσο» της ψυχής του καταδίκου για να διαγνώσει αν η διαγωγή του στη φυλακή είναι πράγματι ή κατ′ επίφαση καλή. Ανεξαρτήτως αυτού, στην προκειμένη περίπτωση αποδείχτηκε ότι η διαγωγή του εκκαλούντος ήταν πράγματι και όχι κατ′ επίφαση καλή και ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος που να καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησης του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων”. Ο δε Εισαγγελέας αυτού του Δικαστηρίου στην Πρόταση του, υποστηρίζει μεταξύ άλλων, και, “Η διάγνωσις του χαρακτήρος του καταδίκου και η δυνατότης προσαρμογής εις τους όρους της κοινωνικής συμβιώσεως και επανεντάξεως του ακινδύνως εις το κοινωνικόν σύνολον αποτελεί πρόγνωσιν δυσχερή χωρίς βεβαιότητα, αφού τα αντικειμενικά κριτήρια είναι ελλειμματικά. Δεν δύναται το δικαστικόν συμβούλιον να διαγνώσει κατά την ολιγόλεπτον διαδικασίαν της ακροάσεως του κρατουμένου ότι, παρά τας αντιθέτους πιστοποιήσεις των αρμοδίων οργάνων του σωφρονιστικού καταστήματος, η διαγωγή του καταδίκου υπήρξε κατ′ επίφασιν μόνο καλή. Ο χαρακτηρισμός της διαγωγής του καταδίκου ως κατ′ επίφασιν καλής λειτουργεί ως πρόσχημα δια την άρνησιν της υφ′ όρον απόλυσης, κατ′ επίφασιν μεν λόγω μη συνδρομής της εν λόγω προϋποθέσεως, εις την πραγματικότηταν δε δι′ άλλους ασχέτους λόγους, ως η ηθική απαξία της πράξεως. Ούτω δια της ειρημένης απόψεως περιγράφεται σαφώς ο νόμος και παρερμηνεύεται ο χαρακτήρ και ο σκοπός του θεσμού της υφ′ όρον απολύσεως, όστις είναι θεσμός εκτίσεως εν ελευθερία και υπό δοκιμασίαν του υπολοίπου της ποινής και ταυτοχρόνως γενικόν μέτρον αντεγκληματικής πολιτικής. Περαιτέρω, η άποψις αυτή αναιρεί την σωφρονιστικήν διαδικασίαν, υπερακοντίζει και υπονομεύει τον νόμον, όστις επιδιώκει την κοινωνικήν επανένταξιν του καταδίκου και άγει ευθέως εις την κατάργησιν του θεσμού της υφ′ όσον απολύσεως ο οποίος αποτελεί τον ακρογωνιαίον λίθον των σωφρονιστικών συστημάτων όλων των πεπολιτισμένων κρατών. Και τέλος, ανοίγει τον δρόμον εις την δικαστικήν αυθαιρεσίαν”! Σχετικά με τα λεγόμενα πειθαρχικά παραπτώματα, αξίζει να παραθέσω απόσπασμα από την Πρόταση του μετέπειτα ΕισΑΠ κ. Β. Παππά, “… Το πειθαρχικόν αυτό παράπτωμα [απόδραση] είναι οπωσδήποτε σοβαρόν, αλλ′ εντοπιζόμενον εις το αρχικόν και πλέον δύσκολον στάδιον της κρατήσεως ενός νεαρού ατόμου δεν τεκμηριοί, αυτό καθ′ αυτό, ούτε διαστροφήν χαρακτήρος, ούτε επικινδυνότητα, ούτε έλλειψιν κοινωνικής προσαρμοστικότητος. Περαιτέρω, η αιτιολογία του εκκαλουμένου βουλεύματος ως προς το διαληφθέν δεύτερον σκέλος, εκφέρεται με πολλήν ευκολίαν και κάποιαν διαφαινομένην διάθεσιν ευθυνοφοβίας, χωρίς εξατομίκευσιν της περιπτώσεως του υπό κρίσιν κρατουμένου και χωρίς προσέγγισιν της προβληματικότητος της. Κατ′ αρχήν αναζητεί βεβαιότητα ακινδύνου επανόδου εις την κατεστημένην κοινωνικήν ζωήν. Εφ′ όσον όμως η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά είναι υπαρξιακόν χαρακτηριστικόν του νέου ανθρώπου και η δυναμική της αυτοβεβαιώσεως του, τοιαύτη βεβαιότητα δυσχερέστατα ημπορεί να ανευρεθεί. Άλλωστε ο νόμος δεν απαιτεί τοιαύτην βεβαιότητα, αλλά προσδοκίαν, ήτοι έλλογον αναμονήν, απλήν ελπίδα εντίμου εις το μέλλον βίου…Αν ενυπάρχει κίνδυνος, ο κίνδυνος αυτός θα ανακύψει αναποφεύκτως και πιθανώς εντονώτερον με την πλήρη έκτισιν της ποινής. Διότι η πλήρης έκτισις της ποινής, εξοφλεί όλους τους λογαριασμούς, πληρώνει όλην την οφειλήν και ο εξερχόμενος από την φυλακήν, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιαν κατανόησιν, μια συμπαθή χειρονομίαν, μιαν ευεργετικήν συναντίληψιν ή συγκαταβατικότητα, είναι ευεπίφορος να καταστεί άγριος και αδιάλλακτος εχθρός της κοινωνίας. Εις τούτο δε ακριβώς έγκειται η δογματική θεμελίωσις και η πρακτική δικαιολόγησις του θεσμού της υφ′ όρον απολύσεως. Αν εις την υπό κρίσιν περίπτωσιν, παρασχεθεί το ευεργέτημα της υφ′ όρον απολύσεως, παρέχεται και η ευχέρεια ή η δυνατότης, εις κρίσιμον στάδιον της κοινωνικής σταδιοδρομίας, να προληφθεί το ανεπανόρθωτο και να υποβοηθηθεί και από χρονικής και από ηθικής πλευράς, η ανάκαμψις μιας αποτυχημένης ζωής. Αντιθέτως, θα διευκολυνθεί η οριστική ίσως κατάρρευσις ενός ανθρώπου, ο οποίος έχει πολλάς ακόμη ελπίδας ανακτήσεως και ανορθώσεως”.
c.    Ποια ήταν τα τερατουργήματα που διέπραξα και για τα οποία έχω ήδη εκτίσει κάθειρξη 12 χρόνια από τα 20 συνολικά στα οποία έχω καταδικασθεί; Το σοβαρότερο εξ αυτών έγκλημα ήταν η ληστεία από κοινού. Ας δούμε όμως τι λέει η καταδικαστική απόφαση υπ΄ αριθμό 211/ 1992 του Εφετείου Αθηνών: καταδικαστήκαμε από κοινού με την Χ.Ν για ληστεία σε βάρος του θύματος ... που είχε επιζητήσει σεξουαλικές σχέσεις με την συγκατηγορούμενη μου και η παράνομη βία που χρησιμοποίησα σε βάρος του ήταν τα χτυπήματα με ένα ξύλο. Όσον αφορά δε τα κλαπέντα αντικείμενα ήταν ένα ρολόι χεριού [δεν αναφέρει η απόφαση αυτή την χρηματική του αξία], ένα δαχτυλίδι [ούτε εδώ η απόφαση αυτή αναφέρει την αξία του], 1.500!!! δρχ από το πορτοφόλι του θύματος και ένα βιβλιάριο καταθέσεων [χωρίς και εδώ η καταδικαστική απόφαση να αναφέρει την αξία τους]. Παρ΄ ότι ενεργήσαμε με την συγκατηγορούμενη μου μετά από έντονη μέθη, παρ΄ όλα αυτά η καταδικαστική απόφαση μας αναγνώρισε έμπρακτη μετάνοια. Δεν είμαι λοιπόν κανένας στυγνός λήσταρχος που αφαιρεί ζωές συνανθρώπων του, πολλώ δε μάλλον δεν είμαι σατανιστής ούτε έχω διαπράξει τρεις στυγνές ανθρωποκτονίες ώστε να έχω καταδικαστεί οκτώ φορές σε ισόβια. Γι΄ αυτή την περίφημη ληστεία καταδικάστηκα σε ποινή φυλάκισης μόλις δυο [2] ετών! Με την υπ΄ αριθμό 8480/ 1991 απόφαση του ΜονΠλη/κείου Αθηνών καταδικάστηκα σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για απόδραση κρατούμενου, δηλαδή αδίκημα πολύ παλιό, και κυρίως, αδίκημα που διέπραξα στο πρώιμο στάδιο έκτισης της ποινής μου και σε νεαρά ηλικία. Αξίζει να θυμηθεί το Συμβούλιο Σας τις εμπεριστατωμένες σκέψεις του Εισαγγελέα κ. Β. Παππά  “Το πειθαρχικόν αυτό παράπτωμα [απόδραση] είναι οπωσδήποτε σοβαρόν, αλλ′ εντοπιζόμενον εις το αρχικόν και πλέον δύσκολον στάδιον της κρατήσεως ενός νεαρού ατόμου δεν τεκμηριοί, αυτό καθ′ αυτό, ούτε διαστροφήν χαρακτήρος, ούτε επικινδυνότητα, ούτε έλλειψιν κοινωνικής προσαρμοστικότητος”. Κανένα άλλο σχόλιο γι΄ αυτή την ποινή μου. Οι υπόλοιπες αποφάσεις είναι καταδικαστικές για διάπραξη κλοπών. Αντιθέτως, το Συμβούλιο Σας θα βρει αρκετά θετικά στοιχεία από την προσωπικότητα μου ώστε να καταλήξει στην αποδοχή της παρούσας αίτησης μου. Ειδικότερα, είναι γνωστό στο πανελλήνιο λόγω και της τηλεοπτικής δημοσιότητας του γεγονότος αλλά και σε Σας η εξέγερση στις φυλακές Κέρκυρας το έτος 1996, εξέγερση κατά την οποία κρατήθηκαν όμηροι οι δεσμοφύλακες της φυλακής από τους εξεγερθέντες. Τι ρόλο διαδραμάτισα εγώ στην επικίνδυνη αυτή εξέγερση; Αντί για μένα, μιλάει καλύτερα–χωρίς μεγάλα και παχιά λόγια–ο ίδιος ο Διευθυντής των φυλακών της Κέρκυρας στο υπ΄ αριθμό 2603/ 2-4-1996 Πιστοποιητικό του στο οποίο εκθέτει, ανάμεσα στα άλλα, “… ο παραπάνω κρατούμενος δεν συμμετείχε στην στάση της φυλακής που έλαβε χώρα την 29-2-1996. Αντιθέτως, συμπαραστάθηκε στους εννέα υπαλλήλους ομήρους οι οποίοι εκρατήθησαν επί δυο ημέρες μέσα στη φυλακή”. Στην παραπάνω στάση με κίνδυνο να μαχαιρωθώ από τους εξεγερθέντες [κυρίως αλλοδαπούς] συμπαραστάθηκα στους ομήρους σώζoντας τη ζωή τους και βοηθώντας αποφασιστικά στην καταστολή της εξέγερσης. Ας δούμε όμως τι αναφέρει για μένα και ένα άλλο πιστοποιητικό της κοινωνικής λειτουργού που προσυπογράφει και ο διευθυντής των φυλακών Κορυδαλλού, “… Γενικά δείχνει να έχει αλλάξει ριζικά και να θέλει να επανενταχθεί με απώτερο σκοπό να εργασθεί και να βοηθήσει την οικογένεια του που έχει ταλαιπωρήσει τόσο. Είναι άτομο που στη φάση που βρίσκεται, η Πολιτεία μπορεί να εξαντλήσει την επιείκεια της και να υπάρξουν θετικά αποτελέσματα”. Αλλά και εκπρόσωπος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναφέρει για μένα, “… Γνωρίζω τον Κ. από μικρό παιδί, μέλος πολυμελούς οικογένειας που είχε εγκαταλειφθεί από τον πατέρα του, δεν μπόρεσε ίσως να αντέξει τις δυσκολίες, τούτο είχε σαν αποτέλεσμα μια πορεία στη ζωή του δυσανάλογη από εκείνη που θα επιθυμούσε. Μακάρι να μπορούσε να του δοθεί μια ευκαιρία να ξεπεράσει τα παρόντα προβλήματα του· θα είναι μια δικαίωση στην προσπάθεια του και μια προοπτική για το μικρό ορφανό γιο του”. Για την ανατροφή ενός παιδιού χωρισμένων γωνιών, αξίζει να θέσομε υπόψη των μελών του Συμβουλίου Σας τα εκτιθέμενα στην νομολογία μας , “… Εν τω μεταξύ η ανασφάλεια του παρελθόντος και η αδυναμία του χαρακτήρος του επέτρεψαν την επιρροήν επ΄ αυτού αντικοινωνικών ατόμων με τα οποία συναναστρέφη και τον οδήγησαν εις τας πράξεις δι΄ ας κατεδικάσθη συνισταμένας προεχόντως εις κλοπάς. Ήδη όμως η παραμονή του εις τας φυλακάς από του έτους 1975  και η ωρίμανσις του συνδυαζομένη με την προσπάθεια της μητρός του να τον κρατήσει σταθερώς πλέον πλησίον της, εργαζομένη εδώ, ενόψει και του ότι όλαι αι εγκληματικαί πράξεις του ανάγονται εις την νεαράν του τότε ηλικίαν, παρέχουν πράγματι την απαιτουμένην υπό του νόμου προσδοκίαν εντίμου εν τω μέλλοντι βίου του” . Αν όμως δέχεται αυτά η νμλγ μας του τρίτου σε κύρος δικαστηρίου της χώρας μας, πρέπει να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση μου και για χάρη του παιδιού μου ηλικίας μόλις 10 ετών σήμερα ώστε να μην υποκύψει στον πειρασμό να ακολουθήσει την λανθασμένη πορεία του πατέρα του, λανθασμένη πορεία που αντελήφθηκα κατόπιν του σκληρού τιμήματος που πλήρωσα και εξακολουθώ να πληρώνω! Ειδικότερα, το παιδί μου αυτό είναι καρπός μιας εξωσυζυγικής συμβίωσης. Τα ίχνη της μητέρας του έχουν χαθεί αφού αυτή είναι ιερόδουλος. Αναγνώρισα την πατρότητα του παιδιού μου αυτού έγκλειστος στις φυλακές Κορυδαλλού με την υπ΄ αριθμό 1512/ 15-7-1992 δήλωση μου στον Συμβολαιογράφο Πειραιά Σ.Ν και έκτοτε την επιμέλεια και φροντίδα του έχει αναλάβει η άρρωστη  και τελούσα από παλιά σε διάσταση μητέρα μου. Αν γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση μου θα μου δώσετε μια μεγάλη ευκαιρία, και το παιδί μου να φροντίσω και την μητέρα μου να ξεκουράσω καθώς και τον αδερφό μου Γ. που έχουν αναλάβει την ανατροφή και συντήρηση του παιδιού μου και να κάνω μια καινούργια αρχή στην ζωή μου σε ώριμη ηλικία πια και διδαγμένος από τα αμαρτήματα του παρελθόντος. Τελειώνοντας, θα παραθέσω και πάλι απόσπασμα από την καταπληκτική Πρόταση του Εισαγγελέα κ. Ν. Τουρλούπη  “Δεν απαιτείται η διακρίβωση της πλήρους βελτιώσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι ο κατάδικος πορεύεται στην οδό της βελτίωσης. Η αμφιβολία για την βελτίωση ή μη πρέπει οπωσδήποτε να κλείνει προς την ικανοποίηση του αιτήματος του. Είναι δε κατά πολύ προτιμότερο να απολυθεί υπό αίρεση ο κατάδικος ενωρίτερα παρά να εξαντλήσει μέσα στη φυλακή την ποινή του”. Και τι θα γίνει για το στάδιο απότισης της ποινής μου μετά την αποφυλάκιση μου; Τι εξασφάλιση μπορεί να δοθεί στο Συμβούλιο Σας, παρότι τέτοια εξασφάλιση δεν απαιτείται από τον νόμο; Πάλι, υπό πολύ αυστηρότερο νομοθετικό καθεστώς, ο κ. Τουρλούπης έγραφε–στην ίδια Πρόταση του που αποδέχτηκε πλήρως το Συμβούλιο Πλημ/κών Πατρών–τα επόμενα, “Άλλωστε, ο θεσμός έχει προικιστεί με τα ασφαλιστικά μέτρα της επιβολής υποχρεώσεων στον απολυόμενο, της ανάκλησης και άρσης της υπό όρο απόλυσης. Και σε περίπτωση κατάχρησης και εκδήλωσης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, ο αδιόρθωτος και απερίσκεπτος απολυόμενος οδηγείται στη φυλακή. Κάτω από την επιρροή του φόβου επανεγκλεισμού του στις φυλακές στην περίοδο της τριετούς τουλάχιστον δοκιμασίας [ΠΚ 106-109] ο απολυόμενος αυτοδιαπαιδαγωγείται και συγκρατείται από την τέλεση νέων εγκλημάτων και έτσι εθίζεται στη σύμφωνη προς την έννομη τάξη συμπεριφορά. Για όσους μάλιστα έτυχαν του ευεργετικού υπολογισμού των ημερών εργασίας τους η σκέψη της αθροιστικής τους έκτισης σε περίπτωση νέας καταδίκης τους μέσα σε 5 χρόνια, αποτελεί το περισσότερο αποτελεσματικό και δραστικό αντεγκληματικό κίνητρο”. Τελειώνοντας δε ο Εισαγγελέας αυτός προβάλλει την εξής δικαιολογία για να προτείνει να γίνει δεκτή η αίτηση αναστολής υπό όρους, “Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και δεδομένα και την εμπειρική και λογική ερμηνεία, στάθμιση και εκτίμηση τους και κυρίως από τις θετικές εισηγήσεις των σωφρονιστικών οργάνων, που βρίσκονται σε άμεση καθημερινή επαφή με τον κρατούμενο, πρώτον αποδεικνύεται ότι έχει εκτίσει το απαιτούμενο από το νόμο τμήμα της ποινής του για να τύχει του σωφρονιστικού μέτρου της υπό όρο απολυσης και δεύτερον πιθανολογείται βάσιμα ότι μετά την έξοδο του από τις φυλακές θα ζήσει έντιμα και ακίνδυνα για την κοινωνία, υπακούοντας στο νόμο και αποφεύγοντας το έγκλημα. Η κρίση αυτή στηρίζεται στο ότι βαρύνεται με οικογενειακές υποχρεώσεις, ότι είναι καλός τεχνίτης και εύκολα μπορεί να εξασφαλίσει τα μέσα συντήρησης της οικογένειας του και στο ότι το ποινικό του παρελθόν ανάγεται στην ανώριμη περίοδο της ανηλικότητας του και στο γεγονός ότι έμεινε ορφανός και απροστάτευτος”. Μερικά από τα κριτήρια που δέχεται ο κ. Τουρλούπης, συντρέχουν και στην περίπτωση μου όπως, καλή διαγωγή πιστοποιούμενη από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και την κοινωνική λειτουργό των φυλακών Κορυδαλλού, ότι είμαι εργατικός, ότι θα βρω εύκολα εργασία αφού θα έχω προς τούτο την αμέριστη συμπαράσταση του αδερφού μου, αλλά–κυρίως–για να ελαφρύνω τις υποχρεώσεις της ασθενούς μητέρας μου σχετικά με την ανατροφή του ανήλικου παδιού μου που έχει χάσει τα ίχνη της μητέρας του. Και εν πάσει περιπτώσει, όταν αποφυλακίζεται ένας Ν. Κοεμτζής που είχε καταδικαστεί οκτώ φορές σε ισόβια, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί εγώ θα πρέπει να αντιμετωπίζομαι δυσμενέστερα όταν έχω διαπράξει πολύ ελαφρότερα αδικήματα; Η βοήθεια που παρείχα στους κρατηθέντες ως ομήρους σωφρονιστικούς υπαλλήλους στην εξέγερση των φυλακών Κέρκυρας, δεν έχει καμιά σημασία; Όλα αυτά επισκιάζονται από μια απόδραση; Μα τότε τι ζητάει από μένα η Πολιτεία; Να δείξω καλή διαγωγή ή να γίνω ένα φυτό ώστε να προκαλούμαι και να μην αντιδρώ καθόλου; Δηλαδή να γίνω ένα Κιουμπρικό κουρδιστό πορτοκάλι; Δηλαδή ένα ανάπηρο φυτό; Τελειώνοντας, εκτός από τις παραπάνω αποφάσεις ληπτέα υπόψη και η απόφαση του Εφετείου Λάρισας υπ΄ αριθμό 53/ 1994  διέταξε την απόλυση κρατούμενου που είχε καταδικαστεί με πέντε καταδίκες, εκ των οποίων οι δυο σε βαθμό κακουργήματος, με την αιτιολογία ότι ο κρατούμενος είχε εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του. Σαν ύστατη προσπάθεια να πείσω το Συμβούλιο Σας, έστω και η άποψη του διαπρεπούς Εισαγγελέα Αθανάσιου Κονταξή , “με την αντίθετη άποψη … α), β), γ) Εισάγει κριτήρια ανταποδόσεως και παραδειγματισμού στην εκτέλεση της ποινής. Άλλωστε το είδος του εγκλήματος εκτιμάται από το καταδικάσαν δικαστήριο. δ) Υπονομεύει τη σωφρονιστική διαδικασία, την κοινωνική επανένταξη του καταδικασθέντος και την αποτελεσματικότητα της καταστολής του. Όμως, το κυριότερο επιχείρημα υπέρ της ανωτέρω απόψεως  είναι ότι είναι δυνατή η υφ΄ όρο απόλυση και σ΄ αυτούς που καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη”.
d.    Σχετικά με τον προβληματισμό περί τυχόν ύπαρξης δεδικασμένου εξ αιτίας προηγούμενης υποβληθείσης αίτησης μου για απόλυση υπό όρους. Απολύτως κρατούσα γνώμη είναι αυτή που δέχεται ότι από την απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών δεν παράγεται δεδικασμένο . Κατά δε την άποψη του Αθ. Κονταξή  “Δια της υπό του νέου ΠΚ αναθέσεως της περί της υφόρο απολύσεως κρίσεως εις το συμβούλιον των πλημμελειοδικών δεν μετεβλήθη από ουσιαστικής απόψεως ο χαρακτήρ της σχετικής αποφάσεως ως μέτρου διοικητικού αναγομένου εις την σωφρονιστικήν μεταχείριση των καταδίκων. Συνεπώς η υπό τυπικής απόψεως δικαστική αύτη πράξη στερείται δικαιοδοτικού χαρακτήρος και δεν δημιουργεί δεδικασμένον”.
e.    Προσάγω και επικαλούμαι:
f.    Επειδή επιθυμώ να παρασταθώ κατά τη συζήτηση της παρούσας αίτησης μου μετά πληρεξουσίου Δικηγόρου μου, ειδικότερα με τον Δικηγόρο Γιώργο Φραγκούλη, παρακαλώ να με ειδοποιήσετε σχετικά προ δέκα ημερών πριν τη συζήτηση της παρούσας μου [ΠΚ 110 § 1] ώστε να συνεννοηθώ με τον Δικηγόρο μου για να τον νομιμοποιήσω προς συμπαράσταση μου.
g.    Για τους λόγους αυτούς.
 
ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση μου.
Να μου χορηγηθεί η αιτούμενη απόλυση υπό τους όρους να διαμένω στο Ηράκλειο και να παρουσιάζομαι κάθε 15 ημέρες στο οικείο αστυνομικό τμήμα.
 
                                                                 Ηράκλειο, 5-12-2001.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis