Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Εξωσυζυγική σχέση, όχι προσβολή προσωπικότητας.

Νομολογία από το παρελθόν στο Εφετείο Κρήτης (Χανίων).                            

Εφετείο Κρήτης 854/ 1997

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Κωνσταντίνο Καφαράκη, Πρόεδρο Εφετών, Ιωάννη Μπούκουρα, Εισηγητή, Αθανάσιο Παπαδόπουλο, Εφέτες.

Από τη διάταξη του άρθρου 1453 ΑΚ [πριν από την κατάργηση της από το Ν. 1329/1983] η οποία όριζε ότι στην περίπτωση που το γεγονός, το οποίο απετέλεσε το λόγο διαζυγίου συντελέσθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες ώστε επήλθε βαρεία προσβολή στο πρόσωπο του αναίτιου συζύγου, το δικαστήριο μπορεί με την απόφαση περί διαζυγίου να υποχρεώσει τον μόνο υπαίτιο του διαζυγίου να καταβάλει στον αναίτιο χρηματικό ποσό λόγω ηθικής βλάβης,

σαφώς συνάγεται ότι για να επιδικασθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν αρκεί το γεγονός ότι ο σύζυγος από τον οποίο ζητείται αυτή υπέπεσε έναντι του άλλου σε παράπτωμα, το οποίο εμφανίζει χαρακτηριστικά που το αναδεικνύουν ως λόγο διαζυγίου, οσηδήποτε και αν είναι η εντεύθεν ηθική βλάβη του αιτούντος, αλλ΄ απαιτείται το γεγονός αυτό να συντελέσθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες, κρινόμενες αντικειμενικώς και δη ενόψει των διδαγμάτων της κοινής πείρας σε σχέση με τις κρατούσες κατά το χρόνο της εκδηλώσεως τους κοινωνικές αντιλήψεις και κοινωνικές ανάγκες, ώστε να επήλθε συνεπεία αυτού βαρεία προσβολή της προσωπικότητας του αναίτιου συζύγου, δηλαδή των ιδιοτήτων ή αξιών αυτού, οι οποίες είναι αναπόσπαστα συνυφασμένες με το πρόσωπο αυτού και εξασφαλίζουν σ΄ αυτό την φυσική του υπόσταση και γενικότερα την ανάπτυξη της φυσικής και πνευματικής του αρτιότητας που λαμβάνεται ως σύνολο [Ολομ ΑΠ 267/ 1985, Δνη 26.465, ΑΠ 1295/ 1995, Δνη 38.801]. 
Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν ενώπιον του Εισηγητού Δικαστού που ορίσθηκε με την παραπάνω προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στην με αριθμό 7156/156/ΔΞ/1995 έκθεση της, καθώς και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά τους κανόνες της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας στο Ηράκλειο Κρήτης στις .... Κατά τα τέλη του ίδιου έτους η εναγόμενη άρχισε να παραμελεί τον ενάγοντα και να μην ενδιαφέρεται για τη συζυγική τους σχέση. Επίσης χωρίς λόγο τον αποκαλούσε “μαλάκα”, τον ειρωνευόταν για τις ικανότητες του ως εραστή και ισχυριζόταν ότι κατά τις ερωτικές επαφές που είχαν του έλλειπε η σχετική με αυτές φαντασία και ότι ήταν εραστής της παλαιάς σχολής και ειδικότερα “ντεμοντέ” όπως τον αποκαλούσε, αποφεύγοντας συνεπεία αυτού και την ερωτική τους επαφή. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι μετά την 12-4-1994 που γέννησε τέκνο ανακοίνωσε στον ενάγοντα, ο οποίος θεωρούσε αυτό τέκνο του και εξοικονομούσε γι΄ αυτό χρήματα, ότι τελικά αυτό δεν ήταν δικό του αλλά προερχόταν από τις εξωσυζυγικές σχέσεις της με τον Η.Π με τον οποίο διατηρούσε ερωτικό δεσμό πριν από το γάμο της με τον ενάγοντα. Τον εν λόγω εραστή της τον συναντούσε κατά τη διάρκεια του γάμου της όχι μόνο κρυφά αλλά και δημόσια, χωρίς να το γνωρίζει ο σύζυγος της, συγκεκριμένα δε την είδαν να συναντιέται μαζί του δημόσια διάφοροι τρίτοι όπως ο Ν.Δ, η Ε.Φ και ο Ν.Ζ. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αντικειμενικώς κρινόμενα και δη εν όψει των διδαγμάτων της κοινής πείρας σε σχέση με τις κρατούσες κατά το χρόνο της αναπτύξεως τους κοινωνικές αντιλήψεις και κοινωνικές ανάγκες συνεπάγονται μεν κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων που δικαιολογεί την άσκηση αγωγής διαζυγίου εκ μέρους του ενάγοντος, δεν συνεπάγονται όμως βαρεία προσβολή στο πρόσωπο του αναίτιου συζύγου γιατί η αντισυζυγική συμπεριφορά του υπαίτιου αυτή καθεαυτή δεν αποτελεί αδικοπραξία και δεν αρκεί για τη θεμελίωση αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως αλλ΄ απαιτείται για μεν την εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ και η συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας για δε την εφαρμογή των άρθρων 57 και 59 ΑΚ προσβολή της προσωπικότητας υπό περιστάσεις εξερχόμενες αυτών που συνήθως υπάρχουν σε κάθε διαζύγιο ήτοι τέτοια που να προκαλεί ιδιαίτερη [πέρα από τη συνισταμένη στον κλονισμό της έγγαμης σχέσης] ψυχική δοκιμασία [ΑΠ 1296/1995, Δνη 38.801], πράγμα που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση όπως ήδη προαναφέρθηκε. Συνεπώς η αγωγή αποζημιώσεως για χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης που ενσωματώθηκε στην αγωγή διαζυγίου θα έπρεπε, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχτηκε εν μέρει την αγωγή αυτή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 100.000 δρχ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έσφαλε γι΄ αυτό και η εκκαλούμενη απόφαση θα πρέπει να εξαφανιστεί μόνο κατά το σκέλος που αφορά την αγωγή αποζημιώσεως δεκτής γινομένης και ως ουσιαστικά βάσιμης της αντεφέσεως και απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της υπό κρίση εφέσεως. 
---
Οι προτάσεις που κατέθεσα στο Εφετείο Κρήτης προς υπεράσπιση της εφεσίβλητης-εναγόμενης συζύγου ήταν:

Συζητείται η υπ’ αριθμό πρωτ’ ... έφεση του καθού οι παρούσες μου, με την οποία έφεση ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης ως προς την επιδικασθείσα ηθική βλάβη. Η έφεση αυτή πρέπει να απορριφθεί σαν νόμω αβάσιμη σύμφωνα και με την πάγια ακυρωτική νομολογία και μάλιστα της ολομελειακής, την οποία επικαλείται η εκκαλούμενη απόφαση αλλά δεν την εφαρμόζει στο συγκεκριμένο ιστορικό που τέθηκε υπόψη της και που ξανατίθεται και υπό την κρίση του δικαστηρίου σας.
i. Υποστηρίζεται [υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος οικογενειακού δικαίου και πριν την κατάργηση του αξιόποινου της μοιχείας] από έγκυρο και σπουδαίο ερμηνευτή ότι, «ο σύζυγος δεν έχει κατά του μοιχού δικαίωμα αποζημιώσεως» (Α. Τούσης, Οικογενειακό Δίκαιο, 1979, § 102, σημ· 2, σελ· 322-323). Υποστηρίζεται όμως και από άλλους έγκριτους συγγραφείς ότι παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης, στηριζόμενο στις ΑΚ 57, 59, 932 ΑΚ. όμως σύμφωνα με μια άποψη (Γεωργιάδης-Σταθόπουλος ΑΚ, τ’ VII, 1991, άρθρο 1386 § 11, σημ· 7, σελ· 175), «η αποποινικοποίηση της μοιχείας [άρθρο 6 § 1 Ν. 1272/82] υπήρξε εκδήλωση της γενικώτερης μείωσης της κοινωνικής αποδοκιμασίας της μοιχείας. Η κύρια έννομη συνέπεια της μοιχείας σήμερα είναι η δημιουργία απ’ αυτήν τεκμηρίου κλονισμού του γάμου και άρα λόγου διαζυγίου». Κατά τον Γ. Κουμάντο  [υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος οικογενειακού δικαίου και υπό την ισχύ του αξιόποινου της μοιχείας],«για να υπάρχει υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως πρέπει να συντρέχουν δυο προϋποθέσεις: α) η προσβολή της προσωπικότητας να είναι βαρειά και όχι σε κάθε περίπτωση διαζυγίου, που οπωσδήποτε προσβάλλει την προσωπικότητα, και β) το διαζύγιο να οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ενός συζύγου, εκείνου που προσέβαλλε την προσωπικότητα του άλλου» (Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, Ι, 1977, § 44, σελ· 279). Νεώτερη έρευνα από έγκριτο συγγραφέα μέλος της δικαστικής οικογένειας (Στ· Πατεράκης, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 1995, σελ· 165-166)  ο οποίος ακολουθεί κατά βάση την νομολογία του Ακυρωτικού αλλά και του Εφετείου Αθηνών, υποστηρίζει τα επόμενα, «και μετά την κατάργηση του άρθρου 1453 ΑΚ, υπό την ισχύ των νέων διατάξεων περί διαζυγίου οι οποίες καθιερώνουν ένα νέο σύστημα διαζυγίου αντικειμενικού, όπου η υπαιτιότητα δεν παίζει πια τον παραδοσιακό ρόλο και το διαζύγιο θεωρείται ως ένα μέσο προάσπισης του δικαιώματος κάθε συζύγου για προστασία της προσωπικότητας του και ως τρόπος με τον οποίο παρέχεται η δυνατότητα και στους δυο συζύγους, για απόπειρα δημιουργίας μιας άλλης επιτυχημένης οικογένειας λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη και την κοινωνική απαξία του κλονισμένου γάμου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι παραβίαση των συζυγικών καθηκόντων δεν αποτελεί αδικοπραξία, στην τεχνική σημασία του όρου και συνεπώς το άρθρο 932 ΑΚ που αφορά χρηματική αποκατάσταση ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση σε αποζημίωση, δεν μπορεί να εφαρμοστεί όταν η προσβολή της προσωπικότητας και η συνακόλουθη ηθική βλάβη προκαλείται από παράβαση συζυγικών υποχρεώσεων η προσβολή της προσωπικότητας του άλλου συζύγου που προκαλείται αναπόφευκτα κάθε φορά που εκδηλώνεται συμπεριφορά με σύμφωνη με τις υποχρεώσεις της έγγαμης συμβίωσης δεν πρέπει αδιακρίτως να θεμελιώνει, πέρα από το δικαίωμα για διαζύγιο και αξίωση για χρηματική ικανοποίηση με βάση τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Ο σύζυγος που έχει προσβληθεί έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη λύση του γάμου και μόνο όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το διαζευκτικό  παράπτωμα είναι τέτοιες που εκφεύγουν των ορίων της συνήθους δοκιμασίας που συνεπάγεται για τον αναίτιο σύζυγο η παράβαση από τον άλλο των συζυγικών καθηκόντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Έτσι π.χ. μετά την κατάργηση του αξιόποινου της μοιχείας, μόνη η υπό τρίτης γυναικός διατήρηση με έγγαμο άνδρα σχέσεων οι οποίες είναι αντίθετες προς τη φύση του γάμου και κλονίζουν τη σχέση αυτού, δεν δικαιολογεί την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω προσβολής της προσωπικότητας της συζύγου». Και συνεχίζει ο ανωτέρω συγγραφέας [ακολουθώντας εφετειακή νμλγ, ΕφΑθ 10504/86, ΕλΔνη 28 [1987].1315 [εδώ 1317]. Εισηγητής: Γ. Σκαρλάτος], «για να υπάρξει ενδιαφέρουσα από απόψεως εφαρμογής των άνω άρθρων [57, 59 ΑΚ] προσβολή της προσωπικότητας της συζύγου από τις ερωτικές σχέσεις της τρίτης γυναικός με τον σύζυγο της, πρέπει η σύζυγος να τηρεί την επιβαλλόμενη από τη στέγη του γάμου συμπεριφορά, γιατί αν κι εκείνη, ενεργούσα κατά τρόπο ανάλογο, συνάπτει ερωτικές σχέσεις με άλλον άνδρα υποδηλώνουσες αδιαφορία και περιφρόνηση εκ μέρους της περί τον πίστεως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσβολή της προσωπικότητας της, ούτε συνεπώς, για ηθική βλάβη και μάλιστα σημαντική, όπως απαιτείται από το άρθρο 59 ΑΚ από τέτοια προσβολή».
ii. Η εκκαλούμενη επικαλείται την ολομελειακή 267 /1985 (Εισηγητής Χρ. Σαρτζετάκης), την οποία λόγω της σπουδαιότητας της κρίνω σκόπιμο να εκθέσω αυτολεξεί και κατά τη μείζονα και κατά την ελάσσονα πρόταση της, «Επειδή εκ της διατάξεως του άρθρου 1453 ΑΚ [προ της δια του Ν. 1329/83 καταργήσεως της] οριζούσης ότι, «εάν το αποτελέσαν τον λόγον του διαζυγίου γεγονός συνετελέσθη υπό περιστάσεις τοιαύτας ώστε επήλθε βαρεία προσβολή εις το πρόσωπον του αναίτιου συζύγου, το δικαστήριον δύναται δια της περί διαζυγίου αποφάσεως να υποχρεώσει τον μόνον υπαίτιον του διαζυγίου όπως καταβάλει εις τον αναίτιον χρηματικόν ποσόν λόγω ηθικής βλάβης», σαφώς συνάγεται, ότι προς επιδίκασιν της δια της διατάξεως ταύτης προβλεπομένης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης δεν αρκεί το γεγονός, ότι ο καθού ζητείται αύτη σύζυγος υπέπεσεν έναντι του ετέρου εις παράπτωμα, όπερ εμφανίζει χαρακτηριστικά εξαίροντα αυτό εις λόγον διαζυγίου, οσηδήποτε και εάν είναι η εντεύθεν ηθική βλάβη του αιτούντος, αλλ’ απαιτείται, όπως το γεγονός τούτο συντελεσθεί υπό περιστάσεις τοιαύτας, ώστε να επήλθεν εξ αυτού προσβολή του αιτούντος βαρεία και αναγομένη εις το πρόσωπον αυτού, ήτοι όπως υπό τας συνθήκας, υπό τας οποίας συνετελέσθη το προκαλέσαν το διαζύγιο γεγονός, επέρχεται βαρεία προσβολή της προσωπικότητος του αναίτιου συζύγου, δήλον ότι κατά τας ιδιότητας ή αξίας αυτού, αι οποίαι, ούσαι αναποσπάστως συνυφασμέναι προς το πρόσωπον, εξασφαλίζουν εις αυτό την φυσικήν του ύπαρξιν και την κοινωνικήν του υπόστασιν και γενικώτερον την ανάπτυξιν της φυσικής και πνευματικής του εντελεχείας. Εν προκειμένω, κατά τα εις την αναιρετικήν απόφασιν και την τοιαύτην του Τμήματος της παραπομπής αναφερόμενα, το δικάσαν Εφετείον Κερκύρας, κηρύξαν δι’ επικυρώσεως της εκκληθείσης υπ’ αριθμό 4/81 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, λελυμένον τον μεταξύ των διαδίκων γάμον κατά το άρθρον 1 του Ν. 868/1979 αποκλειστική υπαιτιότητι του ήδη καλούντος, εδέχθη εν σχέσει προς την υπ’ αυτού απορριφθείσαν αίτησιν της ήδη καθης περί  επιδικάσεως αυτή χρηματικής ικανοποιήσεως δι’ ηθικήν βλάβην κατά το άρθρον 1453 ΑΚ, καθό μέρος και μόνον ηνηρέθη η απόφασις του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι ετέλεσαν νόμιμον γάμον εν έτει 1933 εν Παραμυθία Θεσπρωτίας, εξ ου απέκτησαν θυγατέρα, γεννηθείσαν εν έτει 1942, ήδη έγγαμον. Αμφότεροι ήσαν διδάσκαλοι και υπηρέτουν εν τη επαρχία Παραμυθίας. Ο αναιρεσίβλητος όμως από του έτους 1935 εγκατέλειψεν το επάγγελμα του δημοδιδασκάλου και μετέβη εις Αθήνας, ένθα εφοίτησεν εις Νομικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκ της οποίας και απεφοίτησε, διορισθείς τελικώς δικηγόρος εν Αθήναις, ενώ η αναιρεσείουσα εξηκολούθησεν ασκούσα το επάγγελμα της δημοδιδασκάλισας εν τη ως άνω επαρχία, οπόθεν και παρείχεν οικονομικήν ενίσχυσιν εις τον αναιρεσίβλητον σύζυγον της καθ’ όλην την διάρκειαν των εν Αθήναις σπουδών του. Ο τελευταίος ούτος, συλληφθείς κατά Δεκέμβριον 1942 υπό των ιταλικών αρχών κατοχής, εξωρίσθη εις Ιταλίαν και εν συνεχεία εις Γερμανίαν, εξ ης επανήλθεν εις Ελλάδα μετά την λήξιν του πολέμου και το έτος 1946 εγκατεστάθη εις Αθήνας, διακόψας την έγγαμον συμβίωσιν, ην και ουδέποτε έκτοτε επανέλαβεν. Ούτος ανέπτυξεν εν Αθήναις ερωτικάς σχέσεις αρχικώς μετά τινος Ε.Χ κατοίκου Αθηνών, και εν συνεχεία μετά της θυγατρός αυτής Κ.Χ., δι ας ερωτικάς σχέσεις απεδοκιμάσθη υπό των στενών συγγενών του [μητρός, αδελφών του κ.λ.π.] δια της επικαλουμένης και νομίμως πρσοκομιζομένης από 2-5-1948 επιστολής αυτών προς την αναιρεσείουσαν [ήδη καθής]. Εκ των μετά της Κ.Χ. ερωτικών σχέσεων του απέκτησεν ούτος δυο τέκνα, εν άρρεν γεννηθέν εν έτει 1950 και αποβιώσαν ήδη και εν θήλυ γεννηθέν εν έτει 1951, άτινα τέκνα και ανεγνώρισεν ως ίδια δια του υπ’ αριθμό 18799/ 1959 εγγράφου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.Ζ. Κατά την κρίσιν ήδη της Ολομελείας του Δικαστηρίου τούτου, στοιχούσαν προς την γνώμην του Τμήματος της παραπομπής, τα ως ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αντικειμενικώς κρινόμενα, και δη εν όψει των διδαγμάτων της κοινής πείρας εν σχέσει προς τας κρατούσας κατά τον χρόνον της αναπτύξεως [των γεγονότων] κοινωνικάς αντιλήψεις και κοινωνικάς ανάγκας, δεν συνεπάγονται βαρείαν προσβολήν εις το πρόσωπον του αναίτιου συζύγου, υπό την εν τη μείζονι, ως ανωτέρω, προτάσει του δικανικού συλλογισμού της παρούσης αποφάσεως εκτεθείσαν έννοιαν αυτής. Όθεν, δέον όπως λυθεί η διαφωνία υπέρ της γνώμης του Τμήματος της παραπομπής και παραπεμφθεί η υπόθεσις προς περαιτέρω εκδίκασιν εις το Τμήμα τούτο [ΚΠολΔ 580 § 6]». Η ολομελειακή αυτή νομολογία πρέπει να προσεχθεί, εκτός των άλλων, και για το ότι δέχεται ότι τα περιστατικά που έκρινε ως μη αποτελούντα βαρειά προσβολή της προσωπικότητας, κατά το χρόνο που έγιναν [1946!] με κοινωνικά ήθη πολύ αυστηρά και όχι χαλαρά όπως είναι σήμερα, με ισχύουσα την ποινικοποίηση της μοιχείας και όχι καταργημένη. Και εντελώς πρόσφατη απόφαση του Ακυρωτικού (ΑΠ 1295/1995, ΕλΔνη 38 [1997].801)  δέχεται τα ίδια. Κατ’ αυτήν, «Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα στήριξε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της κατά της εναντίον της αγωγής διαζυγίου του συζύγου της εκ του άρθρου εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ: α) στο ότι ο σύζυγος της συνδέθηκε από πολλών ετών ερωτικώς με άλλη γυναίκα, εγκατέλειψε τη συζυγική οικία, συζεί μετά της ερωμένης του και διάγει πολυτελώς σε έπαυλη, διατηρώντας και υπηρετικό προσωπικό, β) στο ότι η ίδια πάσχει από ασθένεια του θυρεοειδούς αδένος και κυστικό σχηματισμό, και γ) στο ότι ο υιός των πάσχει από ψυχολογικά προβλήματα, η ίδια δε διατίθεται να εξακολουθήσει την έγγαμη συμβίωση. Μετά την κατάργηση με το άρθρο 16 Ν. 1329/1983 του άρθρου 1453 ΑΚ που προέβλεπε δυνατότητα επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως σε περίπτωση διαζυγίου στον αναίτιο σύζυγο για ηθική βλάβη λόγω βαρειάς προσβολής του προσώπου του από το γεγονός που απετέλεσετο λόγο διαζυγίου, το αντίστοιχο δικαίωμα ρυθμίζεται πλέον από τα άρθρα 57, 59 και 932 ΑΚ. Όμως, λόγω των ιδιομορφιών της έγγαμης σχέσης, του γεγονότος ότι η αντισυζυγική συμπεριφορά καθεαυτή δεν αποτελεί αδικοπραξία, του ρόλου και των αποτελεσμάτων του διαζυγίου, δια του οποίου επέρχεται και μερική ικανοποίηση του υποστάντος την προσβολή συζύγου, δεν αρκεί για τη θεμελίωση αξιώσεως περί χρηματικής ικανοποιήσεως σε περίπτωση διαζυγίου οποιαδήποτε αντισυζυγική συμπεριφορά για την οποία επαρκή κύρωση αποτελεί τούτο, αλλ’ απαιτείται για μεν την εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ  και η συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας, για δε την εφαρμογή των άρθρων 57 και 59 ΑΚ προσβολή της προσωπικότητας υπό περιστάσεις εξερχόμενες αυτών που συνήθως ενυπάρχουν σε κάθε διαζύγιο, ήτοι τοιαύτη προκαλούσα ιδιαίτερη [πέραν της συνισταμένης στον κλονισμό της έγγαμης σχέσεως] ψυχικής δοκιμασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα στήριξε την κατά του αναιρεσίβλητου αξίωση της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, στα μνημονευόμενα στην προηγούμενη σκέψη πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων στήριξε και την ένσταση της από το άρθρο 281 ΑΚ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε μη νόμιμο το άνω αίτημα της αναιρεσείουσας διότι δέχθηκε ότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση του πραγματικά περιστατικά [αληθή υποτιθέμενα] δεν συνιστούν, όπως εκτίθενται, αδικοπραξία του αναιρεσίβλητου συζύγου της σε βάρος της, ούτε συγκροτούν περιστάσεις εξερχόμενες των συνήθων και προκαλούσες ιδιαίτερη ψυχική δοκιμασία, υπό τις οποίες και μόνο θα εχορηγείτο στον αναιρεσείοντα αξίωση περί χρηματικής ικανοποιήσεως βάσει των άρθρων 57 και 59 ΑΚ. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στη συγκεκριμμένη περίπτωση τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ο τ’ αντίθετα δε υποστηρίζων λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 1 του 559 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος».  Βλέπουμε λοιπόν ότι ο επικαλούμενος από τον εκκαλούντα-αντεφεσίβλητο-ενάγοντα λόγος για προσβολή της προσωπικότητας του, δηλαδή η εξώγαμη αισθηματική σχέση μου δεν θεωρείται σε καμιά περίπτωση! βαρειά προσβολή προσωπικότητας του άλλου συζύγου για να οδηγήσει σε επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
iii. Όμως, εάν η εκκαλούμενη απόφαση ακολουθούσε στοιχειωδώς την συνταγματική επιταγή περί ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας θα μου εξηγούσε γιατί θεωρεί τους μάρτυρες μου τελείως!! αναξιόπιστους απαξιώνοντας να ασχοληθεί με τις καταθέσεις τους όταν μάλιστα σ’ αυτές περιέχονται σοβαρές μαρτυρίες για το ύφος του ενάγοντα-εκκαλούντα-αντεφεσίβλητου, πράγμα που αν έκανε δεν θα επεδίκαζε χρηματική ικανοποίηση έστω ευρισκόμενη και σ‘ αυτή τη νομική πλάνη! Συγκεκριμμένα, ο εκ των μαρτύρων μου Ν.Τ καταθέτει, «γνώρισα τον ενάγοντα όταν ήρθε να ζητήσει σε γάμο την εγγονή μου την Γ.Τ, ρώτησα στο Βενεράτο και μου είπαν όλοι ότι ο ενάγων είναι άρρωστος, δεν ξέρω τι αρρώστια είχε αλλά η μάνα του δεν είχε επαφές με κανένα και μου έχουν πει κακές εντυπώσεις και για τη μάνα και για το γιο. Μου έχουν πει ότι ζήτησε και άλλες κοπέλες αλλά δεν τον θέλανε χωρίς όμως να ξέρω γιατί, προφανώς θα είχαν και αυτοί την ίδια πληροφορία. Μετά αρραβωνιάστηκε μια άλλη κοπέλα ορφανή, αλλά μετά τον αρραβώνα τσακωνόταν και χωρίσαν αφού κάναν λίγο καιρό παρέα μαζί. Η συμπεριφορά τόσο του ενάγοντα όσο και της μάνας του προς την εναγόμενη απ’ ότι άκουσα δεν ήταν καλή. Την έβριζαν, δεν είχαν καλές σχέσεις, τα λεφτά που έβγαζε ο ενάγων από την καφετέρια πήγαιναν σε όλη την οικογένεια και όχι μόνο στην προσωπική του, με αποτέλεσμα να μη φτάνουν για να περνάει με την οικογένεια του, έχω ακούσει ότι έχει γίνει προσπάθεια συμβιβασμού των διαδίκων αλλά ο ενάγων δεν δεχόταν γιατί ζητούσε περισσότερα λεφτά, και όλες τις διαπραγματεύσεις για το συμβιβασμό δεν τις κάνει ο ενάγων αλλά ο αδερφός του ο Α, η εναγομένη πιστεύω ότι είναι δικαιολογημένη σ’ αυτό που έκανε με βάση και τη συμπεριφορά του ενάγοντα, παρότι η εναγόμενη έκανε υπομονή και με το ότι δεν πήγαινε πουθενά αλλά αφού είδε ότι ο ενάγων δεν άλλαζε, αναγκάστηκε να κάνει αυτό που έκανε. Ο ενάγων ήταν αδιάφορος για την οικογένεια του και δεν έπαιρνε πρωτοβουλία σε τίποτα παραμελώντας έτσι τη γυναίκα του».  
Αλλά και η άλλη μάρτυρας μου, η Ε.Μ [μητέρα μου] κατέθεσε σημαντικά στοιχεία σχετικά με τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο, ιδίως ως προς το οξύτατο πρόβλημα των γεννητικών οργάνων του [είχε μόνο ένα όρχη] αλλά και το γεγονός ότι με έκλεψε σε ηλικία μόλις 17 ετών και αναγκάσθηκα να τον παντρευτώ αφού είναι γνωστή η κατακραυγή για μια γυναίκα [πολλώ δε μάλλον για ανήλικη] στον κοινωνικό περίγυρο ιδίως σε μικρές κοινωνίες όπως αυτές της επαρχίας. Ούτε είναι αληθές, αν και δεν σχετίζεται με αυτή τη δίκη, ότι δεν εργαζόμουνα αφού είμαι καθηγήτρια αγγλικής εργαζόμενη σε ιδιωτικό φροντιστήριο. Έτσι λοιπόν: είναι δυνατόν μια γυναίκα να αισθάνεται ευτυχισμένη με ένα άνδρα που πρώτα ακούει τη μητέρα του και τον αδερφό του και μετά τη γυναίκα του, είναι δυνατόν μια γυναίκα να αισθάνεται όμορφα όταν την αποκαλεί «νιάναρο», γιατί άραγε χώρισε με την πρώτη του γυναίκα; μήπως γιατί και μ’ αυτή, όπως και με μένα, πρώτα έβαζε τους γονείς του και μετά τη σύζυγο του; πως είναι δυνατόν μια γυναίκα να αντέξει το πρόβλημα που έχει ένας άνδρας στα γεννητικά του όργανα που κατά τεκμήριο οδηγεί στην ανικανότητα προς τεκνοποιοία ή ακόμη και σε συνουσία; Και εν πάσει περιπτώσει, για πόσο χρονικό διάστημα μπορεί ν’ αντέξει μια γυναίκα αυτό το οξύ πρόβλημα; Είναι προφανές! οι συντάκτες της εκκαλούμενης αντεκκαλούμενης προσπαθούν να μας γυρίσουν πίσω στην εποχή της μοιχείας παρότι το Ακυρωτικό [ολομελειακά] έκρινε, ασυγκρίτως βαρύτερα παραπτώματα εν έτει 1946!! ότι δεν συνιστούν βαρειά προσβολή της προσωπικότητας που να μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω υποτιθέμενης ηθικής βλάβης. Και αν ακόμη το Δικαστήριο σας ήθελε αγνοήσει!!! την ολομελειακή ακυρωτική νομολογία, εκτιμώντας όμως σωστά το αποδεικτικό υλικό θα απέρριπτε την δεύτερη σωρευθείσα βάση περί ηθικής βλάβης αφού θάπρεπε να θεωρήσει αυτόν εξ ίσου συνυπαίτιο.
v. Για τους λόγους αυτούς.

ΖΗΤΩ

Να γίνουν δεκτές οι παρούσες Προτάσεις μου και οι ισχυρισμοί μου.
Να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση σαν νόμω αβάσιμη και να γίνουν δεκτές οι πρωτοβάθμιες Προτάσεις μου απορριπτομένου έτσι του αιτήματος περί καταδίκης μου σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Να καταδικαστεί ο εκκαλών στη συνολική δικαστική μου δαπάνη.
Ηράκλειο, 11-11-1997.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...