Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Καταδολίευση δανειστών, ανγκαστική ομοδικία, γονική παροχή.

Περίληψη.  Καταδολίευση δανειστών. Αγωγή διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής. Προϋποθέσεις. Ως απαλλοτρίωση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη που γίνεται λόγω γονικής παροχής καθόσον το γεγονός, ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε τη προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών. Αναγκαστική η ομοδικία μεταξύ του εναγόμενου οφειλέτη, που ενήργησε την απαλλοτρίωση προς βλάβη του ενάγοντος δανειστή του και του συνεναγόμενου τρίτου, που μετείχε ως αντισυμβαλλόμενος στη προς διάρρηξη δικαιοπραξία και απέκτησε το αντικείμενο της, αφού δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 98/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

                              Άρειος Πάγος, A1` Πολιτικό Τμήμα,  1217/ 2014.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 4, 110, 558 εδαφ. β` και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ και 939 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Οτι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η άσκηση αίτησης αναίρεσης από έναν αναγκαστικό ομόδικο θεωρείται από τον νόμο ως άσκηση και από τους λοιπούς αναγκαστικούς ομοδίκους, οι οποίοι, παρότι δεν άσκησαν πράγματι αίτηση αναίρεσης, θεωρούνται ως αναιρεσείοντες και πρέπει να καλούνται κατά τη σχετική συζήτηση. Ότι, σε δίκη διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, η ομοδικία μεταξύ του εναγόμενου οφειλέτη, που ενήργησε την απαλλοτρίωση προς, βλάβη τού ενάγοντος δανειστή του και του συνεναγόμενου τρίτου, που μετείχε ως αντισυμβαλλόμενος στην διαρρηκτέα δικαιοπραξία και απέκτησε το αντικείμενο της, είναι αναγκαστική, αφού δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών. Και οι απολιπόμενοι αναγκαστικοί ομόδικοι, εφόσον κλητεύτηκαν νόμιμα, θεωρούνται σαν να ήταν παρόντες και η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία τους (ΑΠ 1230/2008).
 
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις εκθέσεις επίδοσης 553Δ/30-9- 2013, 555Δ/30-9-2013, 554Δ/30-9-2013 και 556Δ/30-9-2013 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, Κ. Χ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 20-5-2012 αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο της 15ης/4/2013, καθώς επίσης ακριβές αντίγραφο της από 5-9-2013 βεβαίωσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου για αναβολή της συζήτησης από την αρχική δικάσιμο για την παρούσα δικάσιμο της 2/12/2013 με σχετική κλήση για συμμετοχή σ` αυτή, έχει επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στους συνεναγομένους της κατά τη δίκη του πρώτου βαθμού και συνεκκαλούντες με αυτή κατά τη δίκη του δευτέρου βαθμού, Κ. Ι. και Κ. Θ., γονείς της αναιρεσείουσας, οι οποίοι υπήρξαν αντισυμβαλλόμενοι της στην επίδικη καταδολιευτική δικαιοπραξία και οι οποίοι δεν άσκησαν αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 98/2012 του Εφετείου Αθηνών, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχτηκε την αγωγή και απάγγειλε τη διάρρηξη της σχετικής δικαιοπραξίας. Οι τελευταίοι, οι οποίοι είναι αναγκαστικοί ομόδικοι της αναιρεσείουσας και θεωρούνται από τον νόμο και αυτοί ως αναιρεσείοντες, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, αλλά, αφού έχουν κληθεί νόμιμα για να λάβουν μέρος σ` .αυτή, η υπόθεση συζητείται χωρίς την παρουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ προκύπτει ότι, για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Κατά το άρθρο 942 ΑΚ, η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία. Οι δανειστές έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον (και κατά το μέρος που) η υπολειπόμενη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη που γίνεται λόγω γονικής παροχής (κατά το άρθρο 1509 ΑΚ), καθόσον το γεγονός, ότι η απαλλοτρίωση (διάθεση) αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559-άρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του και μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ` αριθμ .../18-4-2001 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και τις ταυτάριθμες με αυτήν από 20-10-2002 και 4-3-2003 αυξητικές συμβάσεις, η εφεσίβλητη τράπεζα παρείχε πίστωση στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." μέχρι του ποσού των 800.000,00 ευρώ. Την εκπλήρωση της ως άνω σύμβασης και ειδικότερα όσων οφειλών της ως άνω πρωτοφειλέτιδος εταιρίας προέκυπταν από αυτήν, όπως και από τις μεταγενέστερες συμφωνίες αύξησης του πιστωτικού ορίου έναντι της τράπεζας, ανέλαβαν αρχικά ο πρώτος και η δεύτερη των εκκαλούντων μέσω της από 18-4-2001 σύμβαση εγγύησης και των από 25-10-2002 και από 4-4-2003 ομοίων της που καταρτίσθηκαν μεταξύ της τράπεζας και αυτών, και στη συνέχεια ο Ά. Π. του Λ., που εμφανίζονταν ως κύριος μέτοχος "της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "...", μέσω της από 3-4-2003 σύμβασης παροχής εγγύησης που καταρτίσθηκε μεταξύ της τράπεζας και αυτού. Οι ανωτέρω εγγυητές ανέλαβαν την σχετική ευθύνη, παραιτούμενοι από την ένσταση διζήσεως και τα δικαιώματα των άρθρων 853, 862, 863, 866, 867, 868 ΑΚ ... Η πρωτοφειλέτιδα εταιρία προόριζε το κεφάλαια τα οποία θα συγκέντρωνε μέσω της προαναφερόμενης σύμβασης παροχής πίστωσης για την χρηματοδότηση της προμήθειας εκ μέρους της ποσοτήτων τυριού τύπου φέτας και ελιών που συμβατικώς είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει λόγω πώλησης στην ως άνω αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "...", προκειμένου να διατεθούν στην αγορά των ΗΠΑ. Τους ειδικότερους όρους της προαναφερόμενης συμβατικής σχέσης είχαν προσδιορίσει μέσω συμφωνίας τους ο πρώτος και η δεύτερη εκκαλούσα, που ήταν σύζυγοι ενεργούσαν υπό την ιδιότητα τους ως νομίμων εκπροσώπων της πωλήτριας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." με τον εμφανιζόμενο ως κύριο μέτοχο της αντισυμβαλλομένης εταιρίας με την επωνυμία "..." Ά. Π.. Στις 20-9-2004 η εφεσίβλητη έκλεισε τον ανωτέρω αλληλόχρεο λογαριασμό, του οποίου το οριστικό κατάλοιπο είχε διαμορφωθεί και ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 518.410,13 ευρώ. Η τελευταία γνωστοποίησε ότι έκλεισε το λογαριασμό, όπως και το τελικό ύψος του οριστικού καταλοίπου μεταξύ των άλλων οφειλετών της και στον πρώτο και τη δεύτερη των εκκαλούντων με την από 20-9-2004 επιστολή της που την επέδωσε σ` αυτούς στις 28-9-2004. Ακολούθως, με επιμέλεια της εφεσίβλητης εκδόθηκε εναντίον όλων των οφειλετών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος και η δεύτερη εκκαλούντες, η υπ` αριθμ 32.705/2004 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι καθών η σχετική αίτηση υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην τράπεζα, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 519.996,81 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Την ως άνω διαταγή πληρωμής η εφεσίβλητη την κοινοποίησε στον πρώτο και τη δεύτερη εκκαλούντες στις 28-3-2005 ... Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι: 1) Ο πρώτος και η δεύτερη των εκκαλούντων ήταν συγκύριοι ο καθένας κατά ποσοστό ιδανικού μεριδίου 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου έκτασης 395 τ.μ, που αποτελεί τμήμα ευρύτερου ακινήτου εκτάσεως 592 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στο 23ο οικοδομικό τετράγωνο της εποικισθείσας περιοχής Εμβόλου του Δήμου και Δημοτικού Διαμερίσματος Νέας Μηχανιώνας Νομού Θεσσαλονίκης και εντός του παραπάνω οικοπεδικού τμήματος υπάρχει μια διώροφη οικοδομή. 2) Ακόμη, ο πρώτος εκκαλών ήταν κύριος του υπ` αριθ. 984 κληροτεμαχίου έκτασης 9.447 τμ, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Ν. Φώκιας Χαλκιδικής ..., 3) Επίσης, ήταν συγκύριος κατά ποσοστό ιδανικού μεριδίου συγκυριότητας 3/32 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου έκτασης 536 τμ, με ισόγεια οικία εμβαδού 50 τ.μ στο 6ο οικοδομικό τετράγωνο του Δήμου και Δημοτικού Διαμερίσματος Ν. Μηχανιώνας Θεσσαλονίκης που συνορεύει βορειοανατολικά με κοινοτικό δρόμο .... Αλλα περιουσιακά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι διέθεταν οι εκκαλούντες ούτε άλλωστε oι ίδιοι προβάλλουν αντίθετο ισχυρισμό. Τα ανωτέρω υπό στοιχεία 2 και 3 περιγραφόμενα ακίνητα με το υπ` αριθμ. .../23-11-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... , πού έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης ... , ο πρώτος εκκαλών τα μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής στην τρίτη-εκκαλούσα που είναι θυγατέρα του. Για τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής η εφεσίβλητη άσκησε κατά του πρώτου και την τρίτης των εκκαλούντων την υπ` αριθμ. εκ6. κατ, 47.032/22-11-2007 αγωγή της επί της οποία εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 22.314/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή και διατάχτηκε η διάρρηξη της ανωτέρω απαλλοτρίωσης. Κατά την απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι πρώτος και τρίτη εκκαλούντες. Την ίδια ημέρα που ο πρώτος εκκαλών μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα τα ανωτέρω υπό στοιχεία 2 και 3 περιγραφόμενα ακίνητα λόγω γονικής παροχής στην τρίτη εκκαλούσα θυγατέρα του, οι δύο πρώτοι, εκκαλούντες το υπό στοιχείο 1 ακίνητο τους, το μεταβίβασαν λόγω πώλησης με το υπ` αριθμ. 1754/23-11-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... , που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης και το οποίο επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η εφεσίβλητη, στην τρίτη εκκαλούσα. Μετά την συγκεκριμένη μεταβίβαση, της οποίας η αξία προσδιορίστηκε κατά την εκτίμηση της φορολογικής αρχής στο ποσό των 199.344,79 ευρώ, η ικανοποίηση των απαιτήσεων της δανείστριας τράπεζας από την περιουσία του πρώτου και της δεύτερης των εκκαλούντων κατέστη αδύνατη. Και τούτο διότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο που απέμεινε" στον πρώτο εκκαλούντα ήταν η επικαρπία των υπό στοιχείων 2 και 3 ακινήτων, του οποίου η αντικειμενική αξία ανέρχεται, όπως αυτή αναφέρεται στο ως άνω συμβόλαιο μεταβίβασης τους, συνολικά στο ποσό των 4.414,47 ) ευρώ. Η δικαιοπραξία αυτή με την οποία μεταβιβάσθηκε λόγο πώλησης το υπό στοιχείο 1 ακίνητο, επιχειρήθηκε μετά την παρέλευση δύο (2) περίπου μηνών από το χρονικό σημείο (20-9-2004) που ο λογαριασμός έκλεισε και ανακοινώθηκε (28-9-2004) το κλείσιμο του στους πρώτο και τρίτη εκκαλούντες. Υπό τις συνθήκες αυτές αποκλείεται να θεωρηθεί ότι ο πρώτος και η δεύτερη εκκαλούσα, ανεξαρτήτως των σχέσεων τους με τον Ά. Π. της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του τελευταίου και της περιουσιακής κατάστασης του, κατά το χρόνο που αυτοί μεταβίβασαν στην τρίτη εκκαλούσα θυγατέρα τους το ανωτέρας ακίνητο δεν είχαν πρόθεση να προκαλέσουν την ματαίωση της ικανοποίησης από την περιουσία τους της απαίτησης της εφεσίβλητης τράπεζας, αφού αυτό που επεδίωξαν ήταν να αποφύγουν την επίσπευση από αυτήν αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του συγκεκριμένου ακινήτου τους. Ο προβαλλόμενος από τους εκκαλούντες ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπήρχε πρόθεση βλάβης της τράπεζας, διότι ο πρώτος και η δεύτερη εκκαλούντες είχαν διαμορφώσει την πεποίθηση ότι το τίμημα της πώλησης τυριού τύπου φέτας και ελαίων, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 1.000.000 ευρώ, θα καταβαλλόταν από την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "...", στην πωλήτρια εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία και θα εξοφλούσε το χρέος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Και τούτο διότι υπό τις υφιστάμενες συνθήκες λειτουργίας της διεθνούς αγοράς, περισσότερο ενισχύεται η αδυναμία παρά η βεβαιότητα ασφαλούς πρόβλεψης της ομαλής εξέλιξης και ολοκλήρωσης αντιστοίχου περιεχομένου συνεργασιών μεταξύ όσων επιχειρήσεων εμφανίζονται να μην διαθέτουν τέτοιο μέγεθος, όπως και η αγοράστρια αλλοδαπή εταιρία, ώστε η φερεγγυότητα και αξιοπιστία τους να μην τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την συμπεριφορά που εκδηλώθηκε από τους πρώτο και δεύτερη εκκαλούντες, οι οποίοι έσπευσαν να μεταβιβάσουν το ανωτέρω ακίνητο στην τρίτη εκκαλούσα αμέσως μετά την επίσημη γνωστοποίηση προς αυτούς ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός έχει κλείσει, χωρίς να αναμένουν έστω και κατ` ελάχιστον τυχόν είσπραξη από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία του ως άνω ποσού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, την εκκαλούμενη απόφαση και με την ίδια αιτιολογία, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του πρώτου και της δεύτερης των εκκαλούντων ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε και στην εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, αφού αποδείχτηκε ότι η τρίτη εκκαλούσα είναι θυγατέρα του πρώτου και της δεύτερης των εκκαλούντων και η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε εντός έτους από την απαλλοτρίωση (23-11-2004 η κατάρτιση του συμβολαίου πώλησης του οποίου η μεταγραφή ακολούθησε, 22-11-2005 η επίδοση της υπό κρίση αγωγής στους εκκαλούντες, όπως αποδεικνύεται από τις υπ` αριθμ. 4787 Δ` και 4788 Δ`/ 22-11-2005 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η εφεσίβλητη), ισχύει το μαχητό τεκμήριο της γνώσης της τρίτης εκκαλούσας ως πρώτου βαθμού συγγενής σε ευθεία γραμμή εξ αίματος με τους πρώτο και δεύτερη, του άρθρου 941 ΑΚ. Ενόψει αυτού, δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της τρίτης εκκαλούσας ότι αυτή κατά το χρόνο της μεταβίβασης δεν γνώριζε πως οι οφειλέτες πρώτος και τρίτη εκκαλούντες πατέρας και μητέρα της αντίστοιχα, απαλλοτριώνουν τα ως άνω ακίνητα προς βλάβη της δανείστριας τράπεζας. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το μέγεθος της ζημίας που υπέστησαν οι πρώτος και δεύτερη εκκαλούντες από την προαναφερθείσα επιχείρησή τους και την επίπτωση που αυτή είχε στον τρόπο διαβίωσης της οικογένειας τους, αλλά και την όλη τους συμπεριφορά προς τρίτους πριν από την απαλλοτρίωση, γεγονότα που δεν θα μπορούσε να μην τα αντιληφθεί η τρίτη εκκαλούσα, η οποία γεννήθηκε, όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο της υπ` αριθμ 751116/6-6-2003 βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, την 1-7-1983, και συνεπώς ήταν κατά την κατάρτιση του προαναφερθέντος συμβολαίου (23-11-2004), είκοσι ενός (21) ετών και δεν μπορεί να ανατραπεί από το ότι η τελευταία δεν είχε κάποια συμμετοχή στην επιχείρηση των γονέων της. Επομένως και ο ισχυρισμός αυτός της τρίτης εκκαλούσας είναι αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έστω και με ελλιπή αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό της τρίτης εκκαλούσας ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο της έφεσης τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα στην ουσία τους. Με τα δεδομένα αυτά, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης της τρίτης εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να απαγγελθεί η διάρρηξη υπέρ της εφεσίβλητης της σύμβασης που έχει καταρτισθεί με το οριστικό συμβόλαιο υπ` αριθμ. .../23-11-2004 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... , που μεταγράφηκε νόμιμα, μέσω του οποίου οι πρώτος και δεύτερη εκκαλούντες μεταβίβασαν λόγω πώλησης στην τρίτη εκκαλούσα το παραπάνω περιγραφόμενο ακίνητο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίπτοντας την ως άνω ένσταση της τρίτης εναγομένης, έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απήγγειλε τη διάρρηξη υπέρ της εφεσίβλητης της ανωτέρω σύμβασης, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε και στην εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με το γενικό λόγο της έφεσης τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη ..." Με τις ουσιαστικές παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ως προς τα ουσιώδη και κρίσιμα ζητήματα θεμελίωσης του αγωγικού δικαιώματος, όσα δε αντίθετα διαλαμβάνονται στον μοναδικό λόγο αναίρεσης (από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), για ανεπαρκή αιτιολογία προς την απόρριψη της σχετικής ένστασης της αναιρεσείουσας ότι δεν γνώριζε τον καταδολιευτικό σκοπό της επίμαχης απαλλοτρίωσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται σαν πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αναφέρονται στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος και σε επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχονται αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 98/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5 Ιουνίου 2014

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Είναι γνωστό ότι κατά πάγια νμλγ του Ακυρωτικού μας (βλ. ΑΠ 192/ 12, ΑΠ 1824/ 12, ΑΠ 1332/ 11) ο δανειστής ο οποίος υπέστη την καταδολιευτική απαλλοτρίωση δικαιούται να στραφεί είτε κατά του απαλλοτριούντος οφειλέτη, είτε κατά του τρίτου αποκτήσαντος είτε και κατά των δυο. Σε περίπτωση που εναγάγει και τους δυο η ομοδικία τους είαι αναγκαστική. Κατά την Επιστήμη όμως (βλ. Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Ι, 2002, πργφ 118.ΙΙ.1, σελίδα 737)η αγωγή απευθύνεται μόνο κατά του τρίτου και απλά ο απαλλοτριώσας οφειλέτης μπορεί να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγόμενου τρίτου ή ο τρίτος να προσεπικαλέσει τον απαλλοτριώσαντα ως δικονομικό εγγυητή.
Το Ακυρωτικό μας (ΑΠ 421/ 2013) εμμένει στην άποψη ότι ο δανειστής μπορεί να στραφεί και κατά του οφειλέτη, κυρίως όμως κατά του τρίτου.

Addthis