Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Πτώχευση, έννοια χρεών.

 Περίληψη. Πτώχευση. Προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης. Πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα. Πότε υπάρχει παύση πληρωμών. Η κατ΄αρέσκεια του οφειλέτη πληρωμή μερικών μόνο χρεών του, δεν εμποδίζει την πτώχευση. Εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση κήρυξης της πτώχευσης, αφού υφίσταται παύση πληρωμών. Το δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση αν ασκείται καταχρηστικά. Δεν ασκήθηκε καταχρηστικά η ένδικη αίτηση. Η περιουσία της καθ΄ης επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας.

Εφετείο Λαρίσης 12/ 2014

Πρόεδρος Ν. Ζούκας, Πρόεδρος Εφετών Εισηγήτρια Ε. Φουκαράκη, Εφέτης 

Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 5 του Ν. 3588/ 2007 του «Πτωχευτικού Κώδικα», που, κατά τα άρθρα 180 και 182 παρ. 1 αυτού, άρχισε να ισχύει από 16.9.2007 και στο πεδίο εφαρμογής του καταλαμβάνει όλες τις πτωχευτικές διαδικασίες που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτώχευσης απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή: α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, την οποία αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα, κυρίως κατά το υποκειμενικό σύστημα, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 του ΕμπΝ, δηλαδή όταν ενεργούν, κατά σύνηθες επάγγελμα, εμπορικές πράξεις, ενώ η ανώνυμη εταιρία είναι εμπορική και αν ο σκοπός αυτής δεν είναι εμπορική επιχείρηση (βλ. άρθρο 1 του Ν 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών»). Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία, (μη πληρωμή), προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις, και από τη μη πληρωμή ενός μόνον, εμπορικού χρέους, εφόσον, λόγω της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει στοιχεία της μονιμότητας και της γενικότητας. Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης. Η κατ` αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου, πληρωμή μερικών μόνο χρεών του, δεν εμποδίζει την πτώχευση του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, που είναι η σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του (ΑΠ 829/2003 ΕλλΔνη 45,171, ΕφΑΘ 4514/2010 ΔΕΕ 2011,195, ΕφΛαρ 726/2008, ΕφΛαρ 715/2007 Nomos, Εφθεσ 2632/2006 Αρμ 2007,739, ΕφΑΘ 2407/2006 ΕλλΔνη 47,1114).
Η καθ` ης η αίτηση-εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, συσταθείσα το έτος 1988, είναι εμπορική εταιρία κατά το άρθρο 1 του Ν 2190/1920, έχουσα συνακόλουθα την κατά νόμο πτωχευτική ικανότητα. Εδρεύει στο Δήμο Βόλου (Α` ΒΙΠΕ Βόλου) και ως αντικείμενο των εργασιών της έχει τη μελέτη και βιομηχανική κατασκευή γραμμών επιφανειακής προστασίας και βαφής κλιβάνων αποτέφρωσης, συστημάτων σουμπλιχρωμίας με τη μέθοδο του κενού, μεταλλικών κατασκευών και συσκευών προστασίας περιβάλλοντος. Κατά τα δύο τελευταία έτη η πορεία των εταιρικών υποθέσεων της καθ` ης η αίτηση ήταν κακή, λόγω και της κρατούσας γενικής οικονομικής κρίσης στη χώρα, τόσο στον τομέα του εμπορίου, όσο και της βιομηχανίας και ιδίως των βιομηχανικών κατασκευών, όπου δραστηριοποιείται αυτή, με αποτέλεσμα να μειωθεί δραστικά ο κύκλος εργασιών της (τζίρος), να κλονιστεί σοβαρά η οικονομική της κατάσταση και να μην δύναται να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες εμπορικές της υποχρεώσεις. Η μη πληρωμή των ανωτέρω χρεών αποδείχθηκε ότι δεν οφείλεται σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια ή σε παροδική διαταραχή του ρυθμού των πληρωμών της καθ` ης η αίτηση, αλλά στο γεγονός ότι αυτή ήδη από αρχές Μαρτίου του 2012 έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να αντιμετωπίσει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά της χρέη, με αποτέλεσμα να κλονιστεί ανεπανόρθωτα η εμπορική της πίστη και να υφίσταται πραγματική αδυναμία της για τη συνέχιση της εμπορίας της. Το δικαστήριο δεν είναι δυνατό να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση από το γεγονός ότι η καθ` ης η αίτηση κατέβαλε προς τους αιτούντες-εργαζόμενους της επιχείρησης της μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών τους και προς την ΔΟΥ Βόλου το προαναφερόμενο ποσό, ούτε και από τον ισχυρισμό της ότι εντός του έτους 2012 της υποβλήθηκαν από τις κατονομαζόμενες (στις προτάσεις της) τέσσερις εταιρίες προτάσεις συνεργασίας για την κατασκευή από αυτήν βιομηχανικών έργων. Και τούτο, διότι η μεμονωμένη και επιλεκτική καταβολή εκ μέρους της καθ` ης η αίτηση μικρών ποσών σε ορισμένους από τους δανειστές της (εργαζόμενους, ΔΟΥ), ενώ τα υπόλοιπα σοβαρότερα χρέη της παραμένουν ανεξόφλητα, δεν αναιρεί την παύση των πληρωμών της κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 3 παρ. 1 Ν 3588/2007- Νέου Πτωχευτικού Κώδικα). Τούτο δε σε συνδυασμό με το ότι η καθ` ης η αίτηση, όπως κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκε, έχει περιέλθει σε δυσχερή οικονομική θέση, καθώς κατά το έτος 2011 είχε δραστική μείωση του κύκλου εργασιών της και κατά το πρώτο εξάμηνο του 2012 μηδενικό κύκλο εργασιών, αφού από τις αρχές Μαρτίου του 2012 έχει διακοπεί από τη ΔΕΗ η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της και έχει παύσει η παραγωγική λειτουργία της επιχείρησης, ενώ δεν προσδοκάται ότι θα αποκτήσει ρευστότητα στο άμεσο μέλλον, αφού δεν αποδείχθηκε η ανάληψη εκ μέρους της μέχρι και σήμερα έργων προς εκτέλεση, ούτε και αναμένεται κατά το προσεχές χρονικό διάστημα άμεση ανάθεση σ` αυτήν της εκτέλεσης έργων από τις κατονομαζόμενες εταιρίες, όπως αβάσιμα διατείνεται η ίδια.
Ενόψει τούτων, η καθ` ης η αίτηση περιελθούσα ως εμπορική εταιρία σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων εμπορικών της χρεών τουλάχιστον από την 1.3.2012, υπόκειται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, σε πτώχευση. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αίτηση κήρυξης της πτώχευσης, με την παραδοχή ότι δεν υφίσταται παύση των πληρωμών της εφεσίβλητου, ήτοι κλονισμός της εμπορικής της πίστεως ως εμπόρου και πραγματική αδυναμία συνεχίσεως της εμπορίας της με την έννοια της μονιμότητας και γενικότητας, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά το μοναδικό λόγο της έφεσης.
Κατά το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν 3588/2007 το πτωχευτικό Δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση εάν αποδειχθεί ότι αυτή ασκείται καταχρηστικά. Καταχρηστική είναι η αίτηση, ιδίως, εάν ο πιστωτής την χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής ικανοποίησης ή προς επιδίωξη σκοπών άσχετων με την πτώχευση ως θεσμό συλλογικής εκτέλεσης, καθώς και εάν ο οφειλέτης την υποβάλλει προς το σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών του. Σε σχέση με την απόρριψη της αίτησης το άρθρο 6, εκτός από την περίπτωση μη συνδρομής των υποκειμενικών ή αντικειμενικών προϋποθέσεων, εισάγει νέες ρυθμίσεις, η μία από τις οποίες αναφέρεται στην απόρριψη της αίτησης που ασκείται καταχρηστικά. Πρόκειται για αιτήσεις κήρυξης πτώχευσης με τις οποίες δεν επιδιώκεται η πραγμάτωση του σκοπού της πτώχευσης ως θεσμού συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης για τη σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών, αλλά επιδιώκονται σκοποί ξένοι προς αυτήν.Το Δικαστήριο έχει ευρεία ευχέρεια αξιολόγησης των περιστάσεων (ΕφΠειρ 74/2011 ΔΕΕ 2011,689). 
Στην προκειμένη υπόθεση, η εφεσίβλητη, προς απόκρουση της έφεσης, παραδεκτά, επαναφέρει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εκκαλούντων να ζητήσουν την πτώχευση της, με τον ισχυρισμό ότι οι εκκαλούντες τη χρησιμοποιούν ως υποκατάστατο της διαδικασίας ατομικής ικανοποίησης και ως μέσο πίεσης και εκβιασμού της, καθώς δεν άσκησαν αγωγές για τη δικαστική διάγνωση των αξιώσεων τους. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο η εφεσίβλητη επιχειρεί να θεμελιώσει ένσταση στηριζόμενη στο άρθρο 6 παρ. 3 του Ν 3588/2007 (ΠτΚ), είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, γιατί μόνη η επίκληση της μη άσκησης ατομικής αγωγής εκ μέρους των αιτούντων, χωρίς πρόσθετα πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν την υποκατάσταση της διαδικασίας αυτής με το θεσμό της συλλογικής εκτέλεσης, με σκοπό άσκησης πίεσης στην καθ` ης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των αιτούντων. Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι η περιουσία της καθ` ης η αίτηση-εφεσίβλητης επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 6 παρ. 2 ΠτΚ), αφού αυτή διατηρεί εργοστάσιο στην Α` ΒΙΠΕ Βόλου με κτιριακές εγκαταστάσεις και μηχανολογικό εξοπλισμό, επί δύο ιδιόκτητων ομόρων ακινήτων, εκτάσεως 7.702,50 τ.μ. και 4.430 τ.μ., αξίας 1.560.000 ευρώ και 600.000 ευρώ αντίστοιχα. [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...