Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Πλειστηριασμός ακινήτου, διόρθωση τιμής πρώτης προσφοράς.

Προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Τα ελαττώματα της απαίτησης, είτε αυτά ανάγονται στη γένεση, είτε στην άσκηση, είτε στην απόσβεση αυτής, συνιστούν λόγους ανακοπής υποκείμενης στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1β` Κ.Πολ.Δ. Η ανακοπή η οποία στηρίζεται σε οποιοδήποτε διακωλυτικό ή καταλυτικό της γένεσης ή της άσκησης της εκτελουμένης απαίτησης γεγονός ή της με οποιονδήποτε τρόπο απόσβεσης αυτής πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, δηλαδή έως την σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης όταν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων. Πλειστηριασμός ακινήτου. Με την υποχρέωση προς ταύτιση της τιμής πρώτης προσφοράς προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου, η οποία αφορά τον καθορισμό της τιμής αυτής που γίνεται από τον επί της εκτέλεσης δικαστικό επιμελητή δια της συντασσόμενης έκθεσης κατάσχεσης, δεν αναιρέθηκε η δυνατότητα παρεμβάσεως του δικαστηρίου για τον καθορισμό διαφορετικής τιμής πρώτης προσφοράς μεγαλύτερης ή μικρότερης της αντικειμενικής αξίας του υπό πλειστηριασμό ακινήτου. Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναγκαστικής εκτέλεσης. Προϋποθέσεις. Παραδεκτός χρόνος προβολής της σχετικής ένστασης.  
  
Άρειος Πάγος, A2` Πολιτικό Τμήμα,  1873/ 2014 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

Επειδή, με την ένδικη ανακοπή του ο ήδη αναιρεσείων εζήτησε να ακυρωθούν: η υπ` αριθμ. 1446/18-4-2008 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως, ο διενεργηθείς, βάσει αυτής πλειστηριασμός, η υπ` αριθμ. 5138/10-2-2010 έκθεση πλειστηριασμού ακινήτου, η υπ` αριθμ. 5332/8-6-2010 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως και η από 24-6-2010 επιταγή προς εκτέλεση της καθής, ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου για τους αναφερόμενους σ` αυτήν λόγους και ειδικότερα διότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε: 1) κατά παράβαση του ν. 3816/2010, 2) με τιμή κατωτέρα της αντικειμενικής τοιαύτης και 3) κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκηθείσα έφεση του ανακόπτοντος. Την απόφαση του Εφετείου προσβάλλει με την κρινομένη αίτησή του ο αναιρεσείων. 
 Περαιτέρω, κατά το άρθρο 934 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, "Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα, ή την αυτών την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί, και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου: "Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης". Εκ των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι τα ελαττώματα της απαιτήσεως, είτε αυτά ανάγονται στη γένεση, είτε στην άσκηση, είτε στην απόσβεση αυτής, συνιστούν λόγους ανακοπής υποκειμένης στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1β` Κ.Πολ.Δ. Επομένως, η ανακοπή η οποία στηρίζεται σε οποιοδήποτε διακωλυτικό ή καταλυτικό της γενέσεως ή της ασκήσεως της εκτελουμένης απαιτήσεως γεγονός ή της με οποιονδήποτε τρόπο αποσβέσεως αυτής πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, δηλαδή έως την σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως όταν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων (Α.Π. 340/2006, 1585/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδιαιτέρως της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν τα εξής: Δυνάμει της υπ` αριθμ. 1072/1992 συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό ποσού 242.000.000 δραχμών και των συνημμένων σ` αυτήν προσθέτων πράξεων, που συνήφθησαν μεταξύ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, ως δανειστρίας και των Κ. Ν., για τον εαυτό του και ως πληρεξουσίου του Α. Ν. (αναιρεσείοντος) και της Ε. συζ. Κ. Ν. χορηγήθηκε πίστωση για την κάλυψη των αναγκών της επιχειρήσεως αυτών (Εργοστασίου επεξεργασίας ελαιών). Περαιτέρω δυνάμει της υπ` αριθ. 15/1993 συμβάσεως βραχυπρόθεσμου δανείου με ανοικτό λογαριασμό και των συνημμένων σε αυτή προσθέτων πράξεων που καταρτίστηκαν μεταξύ των προαναφερθέντων χορηγήθηκε στους ανωτέρω δανειολήπτες πίστωση με ανοικτό λογαριασμό συνολικού ύψους 230.000.000 δραχμών. Λόγω παραβιάσεως των όρων της συμβάσεως, η οποία συνιστούσε αιτία καταγγελίας αυτών και οριστικού κλεισίματος των λογαριασμών των δανείων, στις 8-8-2003 η τράπεζα κατήγγειλε τις συμβάσεις, έκλεισε οριστικώς τους δανειακούς λογαριασμούς και μετέφερε το υπόλοιπό τους "σε οριστική καθυστέρηση", γεγονός που γνωστοποιήθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα. Στις 8-8-2003 η ληξιπρόθεσμη οφειλή του αναιρεσείοντος (συνοφειλέτου) ανήρχετο στο ποσό των 4.178.443,12 ευρώ. Με την από 11-6-2007 εξώδικο όχλησή της η πρώτη αναιρεσίβλητη καλούσε αυτόν να εξοφλήσει εντός τριών ημερών ολοσχερώς την οφειλή του, ανερχομένη κατά τον χρόνο αυτό στο ποσό των 6.543.318,82 ευρώ. Κατόπιν αιτήσεως της Τραπέζης εξεδόθη η υπ` αριθμ. 150/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία διετάχθη ο αναιρεσείων να καταβάλλει στην Τράπεζα το ποσό των 1.200.000 ευρώ. Την 5-11-2007 κοινοποιήθηκε σ` αυτόν το υπ` αριθμ. 150/2007 Α` εκτελεστό απόγραφο της Διαταγής Πληρωμής και εν συνεχεία συνετάχθησαν οι υπ` αριθμ. 1446/18-4-2008 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως και 1447/18-4-2008 περίληψη αυτής της δικαστικής επιμελητρίας Αγρινίου Α. Γ.. Ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου διενεργήθηκε στις 10-2-2010 και το εκπλειστηριασθέν ακίνητο κατακυρώθηκε στην δευτέρα των αναιρεσιβλήτων, αντί του ποσού των 370.200 ευρώ, συνταχθείσης της με αριθ. 5138/10-2-2010 εκθέσεως πλειστηριασμού και της με αριθ. 5332/24-6- 2010 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αγρινίου ............ .

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της ασκηθείσης κατά των προειρημένων εκθέσεων αναγκαστικής κατασχέσεως και πλειστηριασμού ανακοπής, ισχυρίσθηκε ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε κατά παράβαση του ν. 3816/2010, ο οποίος με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 παρέχει τη δυνατότητα στους οφειλέτες από συμβάσεις της παρ. 1 (συμβάσεις δανείων με πιστωτικά ιδρύματα ή πιστώσεων για επιχειρηματικούς σκοπούς), των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1-1-2005 και μέχρι την 30-6-2007, να ζητήσουν την υπαγωγή τους στη ρύθμιση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.1, υπό τον όρο ότι θα αποπληρωθεί μέχρι την 15-5-2010 ποσό ίσο με το 10% της οφειλής, οι αιτήσεις δε για την υπαγωγή στη ρύθμιση έπρεπε να υποβληθούν μέχρι τις 15-4-2010 (παρ. 5 εδ. α`), ενώ από τη δημοσίευση του νόμου μέχρι 31-7-2010 δεν επιτρέπονταν η έναρξη ή η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως (παρ. 5 εδ.γ`). Συνεπώς η επισπεύδουσα καθ` ης η ανακοπή δεν είχε δικαίωμα να προβεί την 10-2-2010 στην διενέργεια του επιδίκου πλεστηριασμού, αφού ο ίδιος είχε δικαίωμα μέχρι την 15-4-2010,να υποβάλει αίτηση υπαγωγής του στη ρύθμιση του ως άνω νόμου. Επί του συγκεκριμένου λόγου ανακοπής, ο οποίος απερρίφθη πρωτοδίκως και απετέλεσε σχετικό λόγο εφέσεως το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Ο λόγος αυτός της ανακοπής (ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι δικαιώματος του οφειλέτη για την υπαγωγή του στη ρύθμιση, δεδομένου ότι η οφειλή του κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 8-8-2003, δηλαδή πριν την 1-1-2005 και όχι μεταγενέστερα κατά τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα διάταξη) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε ελάττωμα της απαιτήσεως, αναγόμενο στην άσκηση αυτής και όχι στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως. Και ειδικότερα στο μη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αυτής λόγω του επικαλουμένου δικαιώματος υπαγωγής στη ρύθμιση του ανωτέρω νόμου και κατά συνέπεια συνιστά λόγο υποκείμενο στην προθεσμία της διατάξεως του άρθρου 934 παρ. 1 β`. Επρεπε επομένως να ασκηθεί μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως ήτοι μέχρι τις 10-2-2010, πλην όμως η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε στις 1-7-2010... δηλαδή μετά τη σύνταξη της με αριθ. 5138/10-2-2010 εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο είπε τα ίδια και απέρριψε το λόγο αυτό ως απαράδεκτο... ορθά το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τον πρώτο λόγο της ενδίκου εφέσεως πρέπει να απορριφθούν αβάσιμα κατ` ουσία". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την δικονομική διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και δεν υπέπεσε στην εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της ενδίκου ανακοπής. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου του, η ως άνω πλημμέλεια, διότι κατ` εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και με λανθασμένη αιτιολογία έκρινε ότι δεν ήταν άκυρος ο διενεργηθείς πλειστηριασμός και απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο ανακοπής, ο οποίος δεν αφορούσε ελάττωμα της απαιτήσεως, αλλά το κύρος της εκτελέσεως και του διενεργηθέντος πλειστηριασμού και ως τοιούτος υπήγετο στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. εδ. γ` Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει αβάσιμος.
Επειδή, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 995 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο προσετέθη με το άρθρο 2 του ν. 3714/2008: "Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η αξία που προκύπτει από τον προσδιορισμό της αξίας του με αντικειμενικά κριτήρια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41α του ν. 1249/1982, όπως εκάστοτε ισχύουν και των κατ` εξουσιοδότηση αυτών εκδιδόμενων κανονιστικών αποφάσεων". Εξάλλου, κατά το άρθρο 954 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. "Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ` ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς....". Τέλος στο άρθρο 966 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ. ορίζονται τα εξής : "Αν δεν παρουσιαστούν πλειοδότες, το πράγμα που πλειστηριάζεται κατακυρώνεται στην τιμή της πρώτης προσφοράς σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν το ζητήσει. Αν δεν υποβληθεί αίτηση, γίνεται νέος πλειστηριασμός μέσα σε σαράντα ημέρες (παρ.2). Αν στο νέο πλειστηριασμό δεν γίνει κατακύρωση, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933 που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει να γίνει νέος πλειστηριασμός μέσα σε τριάντα ημέρες, με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς ή να επιτρέψει μέσα στην ίδια προθεσμία να πουληθεί ελεύθερα το πράγμα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση ή σε τρίτον, με τίμημα που ορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να ορίσει και να πληρωθεί με δόσεις μέρος του τιμήματος (παρ.3). Αν και ο νέος Πλειστηριασμός έμεινε χωρίς αποτέλεσμα ή δεν κατορθώθηκε η ελεύθερη εκποίηση, το δικαστήριο μπορεί να άρει την κατάσχεση ή να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς (παρ.4). Εκ των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι με την προστεθείσα στην παρ. 1 του άρθρου 995 Κ.Πολ.Δ., ως άνω, διάταξη περί ταυτίσεως της τιμής πρώτης προσφοράς προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου, η οποία αφορά τον καθορισμό της τιμής αυτής που γίνεται από τον επί της εκτελέσεως δικαστικό επιμελητή δια της συντασσομένης εκθέσεως κατασχέσεως, δεν κατηργήθησαν ούτε ετροποιήθησαν οι προδιαληφθείσες συναφείς διατάξεις των άρθρων 954 παρ.4 και 966 παρ.2-4 Κ.Πολ.Δ. και συνακολούθως δεν ανηρέθη η θεσπιζομένη δι` αυτών δυνατότητα παρεμβάσεως του δικαστηρίου για τον καθορισμόν διαφόρου τιμής πρώτης προσφοράς μεγαλυτέρας ή μικροτέρας της αντικειμενικής αξίας του υπό πλειστηριασμόν ακινήτου. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 966 και 995 Κ.Πολ,Δ. και ότι η υπ` αριθμ. 267/2009 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αγρινίου κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση, κατ` εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ήτοι της διατάξεως του άρθρου 966 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. διέταξε τη διενέργεια πλειστηριασμού με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς. Επί του λόγου τούτου της ανακοπής που απετέλεσε και λόγο εφέσεως, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του απεφάνθη ως ακολούθως: "Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προβλήθηκε εντός της προθεσμίας της οριζόμενης με την διάταξη της παρ. 1Β του άρθρου 934 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού ο ν. 3714/2008 δεν έθιξε την παρεχόμενη από τη διάταξη του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ δυνατότητα μείωσης της τιμής πρώτης προσφοράς από το Δικαστήριο του άρθρου 933 του ιδίου Κώδικος ακόμη και κάτω από την αντικειμενική αξία του ακινήτου σε περίπτωση κατά την οποία ο επισπευδόμενος πλειστηριασμός ματαιωθεί δυο συνεχείς φορές λόγω μη εμφανίσεως πλειοδοτών, όπως συνέβη εν προκειμένω. Ειδικότερα με την με αριθ. 1460/2008 Α` επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης... ορίστηκε χρόνος πλειστηριασμού στις 24-9-2008 ο οποίος με τη με αριθ. 4314/2008 έκθεση πλειστηριασμού... ματαιώθηκε λόγω μη εμφανίσεως πλειοδοτών και με τη με αριθ. 1484/2008 Β` επαναληπτική περίληψη... ορίστηκε νέος χρόνος στις 29-10-2008, ο οποίος με τη με αριθ. 4332/2008 έκθεση ... ματαιώθηκε για τον ίδιο λόγο. Κατόπιν τούτων με τη με αριθ. 267/2009 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αγρινίου διατάχθηκε η διενέργεια νέου πλειστηριασμού με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς και συγκεκριμένα το ποσό των 313.333,33 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε σιγή τον ανωτέρω λόγο ορθά κατ` αποτέλεσμα έκρινε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ` ουσία...". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 966 παρ. 2-5 και 995 του παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 14 (κατά την νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του) Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει αβάσιμος.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του Α.Κ., 933 Κ.Πολ.Δ. και 25 του Συντάγματος προκύπτει ότι λόγο ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Στην περίπτωση δε κατά την οποία η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ιδίου του εκτελεστού τίτλου και συνιστά ουσιαστικό ελάττωμά του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν εγκύρου, ο οποίος όμως επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 Α.Κ. ο σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 α` του Κ.Πολ.Δ. Αν όμως η αντίθεση στα κριτήρια του 281 Α.Κ. αφορά πρωτογενώς τη διενέργεια του πλειστηριασμού ο λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γ` Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου αν η καταχρηστικότητα συνδέεται με ορισμένη συμπεριφορά του επισπεύδοντος, η οποία, συνδυαζομένη με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε και με τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διενεργηθεί ο πλειστηριασμός έτσι ώστε η μεταγενεστέρα διενέργειά του λόγω της μεταβολής της στάσεως του επισπεύδοντος να προκαλέσει μη αναμενόμενες και μη ανεκτές δυσμενείς συνέπειες για τον οφειλέτη, για να επιφέρει αυτή ακυρότητα του πλειστηριασμού απαιτείται και γνώση εκ μέρους του υπερθεματιστού της συμπεριφοράς του επισπεύδοντος και των όσων συνέβησαν πριν από τον πλειστηριασμό, τα οποία καθιστούν τη διενέργεια αυτού καταχρηστική υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., αφού ο υπερθεματιστής ζημιώνεται κυρίως από την ακύρωση του πλειστηριασμού (Ολ. Α.Π. 12/2009, Α.Π. 340/2006, Α.Π.1107/2003). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση και οι περιστάσεις που διεμορφώθησαν, κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενεστέρα άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσω συνετού ανθρώπου. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του (Α.Π. 385/2010, 331/2009). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της ανακοπής προέβαλε την ένσταση της καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ. διενεργείας του επιδίκου πλειστηριασμού, αφ` ενός μεν λόγω προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ της αξίας του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, ανερχομένης σε 1.071.014,14 ευρώ και του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος των 370.200 ευρώ, αφ` ετέρου δε διότι δια της συμπεριφοράς των υπαλλήλων της πρώτης αναιρεσιβλήτου, δημιουργήθηκε σ` αυτόν ευλόγως η πεποίθηση ότι δεν θα διενεργηθεί ο πλειστηριασμός. Περί του λόγου αυτού αναιρέσεως και του αντιστοίχου λόγου εφέσεως το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: " Ο λόγος αυτός (κατά το πρώτο σκέλος του) έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο πλειστηριασμός ακινήτου με τιμή πρώτης προσφοράς κατώτερη της αντικειμενικής αξίας αυτού προβλέπεται από το νόμο. Εν προκειμένω η τιμή πρώτης προσφοράς καθορίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση στο ποσό των 313.333,33 ευρώ και το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα ανήλθε στο ποσό των 370.200 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το λόγο αυτό με διαφορετική αιτιολογία ορθά κατ` αποτέλεσμα έκρινε και πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία με την ανωτέρω, να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της εφέσεως ως αβάσιμος κατ` ουσία. Τέλος, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της ανακοπής, που επαναφέρεται με την ένδικη έφεση, προβάλλει την ένσταση της διενέργειας του πλειστηριασμού από την επισπεύδουσα πρώτη των καθών Τράπεζα κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, αφού οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τελευταίας δημιουργούσαν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διενεργηθεί ο πλειστηριασμός. Ο λόγος αυτός, ο οποίος ασκήθηκε παραδεκτά εντός της προθεσμίας, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 περ. γ` Κ.Πολ.Δ., ...διότι θίγει άμεσα τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν εκθέτει, σύμφωνα με τις σκέψεις, που προηγήθηκαν, τις ειδικότερες περιστάσεις κάτω από τις οποίες διεξήχθησαν οι διαπραγματεύσεις για τη μη διενέργεια του πλειστηριασμού, την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, δεδομένου ότι η απαίτηση της καθής είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από τις 8-8-2003, ώστε να κριθεί μη ανεκτή η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν, σε βάρος της δικαιούχου, λαμβανομένης υπόψη και της ελλείψεως ρευστότητος της τελευταίας λόγω της οικονομικής συγκυρίας και παράλληλα (δεν εκτίθεται) η γνώση εκ μέρους της υπερθεματίστριας δεύτερης των καθών της συμπεριφοράς της επισπεύδουσας και των όσων συνέβησαν πριν από τον πλειστηριασμό. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε σιγή το σκέλος αυτό της ενστάσεως, ορθά κατ` αποτέλεσμα έκρινε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ` ουσία...". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και ο περί του αντιθέτου τρίτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε την διάταξη ταύτη, υποπίπτοντας στις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 (κατ` εκτίμηση του περιεχομένου του) Κ.Πολ.Δ. τυγχάνει αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-5-2013 αίτηση του Α. Ν. του Κ., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 7/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την, την 1η Ιουλίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...