Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Μαρτυρικές καταθέσεις ύποπτου εγκληματικής πράξης, απαράδεκτες να ληφθούν υπόψη. Ηθική αυτουργία σε άγνωστους αυτουργούς.

Απόλυτη ακυρότητα - Δικαιώματα κατηγορούμενου - Αρχή της δίκαιης δίκης - Φθορά ξένης ιδιοκτησίας - Παράνομη βία - Ηθική αυτουργία -. 
Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση από το δικαστήριο των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον σχετικό λόγο αναίρεσης, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", Δεν συνιστά παραβίαση της αρχής αυτής η αξιοποίηση του υποβληθέντος από τον κατηγορούμενο υπομνήματος εγγράφων εξηγήσεων κατά τη διάρκεια της προανακριτικής εξέτασης, γιατί το υπόμνημα αυτό υποβάλλεται με τη θέληση του και προς υπεράσπιση του και δεν εξαναγκάζεται προς τούτο.

Είναι ορθή και αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας των εγκλημάτων της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της απόπειρας παράνομης βίας. Για την στοιχειοθέτηση της ηθικής αυτουργίας δεν είναι αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός του βαθμού επίδρασης των προτροπών του ηθικού αυτουργού στο φυσικό αυτουργό αλλά ούτε και ο βαθμός εξάρτησης του τελευταίου από τον ηθικό αυτουργό.

Άρειος Πάγος, Ποινικό τμήμα ΣΤ', 240/ 2015

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου και Αρτεμισία Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.

    Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεως του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 του ΚΠοινΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 του ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεση του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. Παραβίαση, όμως, της πιο πάνω αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των πιο πάνω μαρτυρικών αυτού καταθέσεων (ΑΠ 461/ 2013) και όχι με την αξιοποίηση του υποβληθέντος από τον ίδιο υπομνήματος εγγράφων εξηγήσεων κατά τη διάρκεια της προανακριτικής εξέτασης, γιατί το υπόμνημα αυτό υποβάλλεται από αυτόν με τη θέληση του και προς υπεράσπιση του και δεν εξαναγκάζεται προς τούτο (ΑΠ 533/ 2011).
    Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλομένη ότι "...έλαβε χώρα ακυρότητα στο ακροατήριο σύμφωνα με τη διάταξη 171παρ1δ' του ΚΠΔ διότι αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο "οι από 19-12-2006 έγγραφες εξηγήσεις του εκκαλούντος" έγγραφο με αύξοντα αριθμό 40 έκτων αναγνωστέων εγγράφων.". Όπως όμως προκύπτει από την, παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση του εν λόγω εγγράφου, οι επικαλούμενες αναγνωσθείσες "έγγραφες εξηγήσεις" του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, α) δόθηκαν με τη θέληση του στο Α.Τ. Χολαργού σε αντίκρουση παραπόνων που ο Ν. Α. και ήδη πολιτικώς ενάγων εξέφρασε με την από 5-12-2-006 αίτηση του για "διάφορες αξιόποινες πράξεις" σε βάρος του (αναιρεσείοντος), τα οποία (παράπονα) διαβιβάσθηκαν στο Α/Τ Χολαργού με την από 4-12-2006 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, β) δεν περιέχουν επιβαρυντικά στοιχεία που να έχει καταθέσει ο ίδιος ο αναιρεσείων σε βάρος του σε σχέση με τα επίδικα αδικήματα αλλά περιέχουν άρνηση των παραπόνων που υποβλήθηκαν σε βάρος του. Επομένως, εφόσον οι άνω εγγραφές εξηγήσεις του αναιρεσείοντος δεν δόθηκαν στα πλαίσια προκαταρκτικής ή άλλης αυτεπάγγελτης προανάκρισης σε σχέση με την ένδικη υπόθεση ,αλλά δόθηκαν πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου για τα ένδικα αδικήματα , με τη θέληση του και χωρίς να εμπεριέχουν επιβαρυντικά γιαυτόν στοιχεία που ο ίδιος να κατέθεσε με αυτές (εξηγήσεις), δεν επέρχεται, σύμφωνα και με την πιο πάνω σκέψη και νομολογία, με την ανάγνωση τους παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματος της αυτοενοχοποιήσεώς του και έτσι δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη απόλυτη ακυρότητα. Επομένως ο υπό στοιχείο Ι λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Α' ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλόμένη για απόλυτη ακυρότητα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αβάσιμος όμως μετά ταύτα είναι και ο υπό στοιχείο IV αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται παραβίαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, που απορρέουν από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 2 παρ. 1 του εβδόμου πρωτοκόλλου αυτής που κυρώθηκε με το ν. 1705/1978, επελθούσα με την επικαλούμενη από τον ίδιο συνδρομή του προεκτεθέντος υπό στοιχείο Ι λόγου αναιρέσεως, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, ο αναιρετικός αυτός λόγος, κρίθηκε απορριπτέος ως αβάσιμος.
    Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλο τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται το μεν αλλοτριότητα του φθειρόμενου πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, το δε φθορά του ξένου πράγματος και δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και στη βούληση ή αποδοχή της καταστροφής ή βλάβης του. Κατά το άρθρο 330 του ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιον από τους οικείους του. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παράνομης βίας συνίσταται στον εξαναγκασμό άλλου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες δεν υφίσταται υποχρέωση αυτού, με τη χρησιμοποίηση από το δράστη είτε σωματικής βίας, είτε απειλής σωματικής βίας, είτε απειλής, άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Προκειμένου για απειλή παράνομης πράξης, η απειλούμενο κακό που θα προέλθει από την παράνομη πράξη, δεν απαιτείται να συμβεί άμεσα, αλλά αρκεί να συμβεί σε χρονική απόσταση από την απειλή, τόση όση είναι ικανή να εξαναγκάσει τον παθόντα να προβεί στην πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ειδικότερα προσδιορίζεται το παράνομο της απειλής το οποίο αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του άρθρου 330 Π.Κ. και το οποίο προσδιορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η πράξη επηρεασμού της βουλήσεως ενός προσώπου αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, καθώς επίσης προσδιορίζεται με σαφήνεια και πληρότητα ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απειλής σωματικής βίας και της επιδιωκόμενης παράλειψης ή ανοχής του εξανάγκαζα μενού προσώπου να προβεί στην προδιαληφθείσα συμπεριφορά.
    Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την αντικειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. (ΑΠ 197/2014).
    Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογήν. Εξάλλου, πάγια η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ" αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά από αυτά κατ' επιλογή.
    Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
    Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. (ΑΠ 197/2014 , ΑΠ 955/2013, ΑΠ 1868/2010).
    Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε κατ'έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων (ήτοι των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "......ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος διατηρούσε κατάστημα στην πολυκατοικία όπου διαμένει ο πολιτικός ενάγων. Λόγω διαφόρων προβλημάτων που είχαν ανακύψει από την λειτουργία του καταστήματος από το 2006 όπου εξελέγη διαχειριστής απευθύνθηκε στις δημοτικές αρχές προς επίλυση των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί. Ειδικότερα στις εορτές Χριστουγέννων 2006-2007 λόγω της δυνατής μουσικής υποβλήθηκαν μηνύσεις κατά του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα την 2/3-1-2007 άγνωστοι να ρίξουν καυστικό υγρό στο αυτοκίνητο του πολιτικώς ενάγοντα προκαλώντας ζημιά 7000 ευρώ ενώ είχαν συλληφθεί αλλοδαποί εργάτες που έκαναν αυθαίρετες στο εν λόγω κατάστημα και στις 2/1/2007 εξεδόθη έκθεση αυτοψίας της πολεοδομίας κατόπιν αναφοράς του πολιτικώς ενάγοντος. Τον Οκτώβριο του 2007 και ενώ πάλι είχαν προηγηθεί μηνύσεις άγνωστοι τρύπησαν 3 λάστιχα του αυτοκινήτου τον πολιτικώς ενάγοντος ποσού 3.000 ευρώ και με αιχμηρό αντικείμενο προκάλεσαν χαραγές σε αυτό. Την 24/25- 11/2009 άγνωστοι προκάλεσαν εκτεταμένες υλικές ζημιές στο παρμπρίζ και στον αριστερό καθρέπτη του αυτοκινήτου και ενώ είχε προηγηθεί καταγγελία του πολιτικώς ενάγοντα για θόρυβο και είχε εκδοθεί η υπ. 6102/04 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για αποκατάσταση ζημιών και έξωση του κατηγορουμένου. Μετά την λήψη απογράφου στις 7/1/2010 οπότε την 11/1/2010 και για δεκαήμερο σφραγίστηκε το μαγαζί άγνωστοι τρύπησαν τα ελαστικά του αυτοκινήτου. Εξάλλου τον Οκτώβριο του 2006 ο πολιτικούς ενάγων δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα με απειλές για ανθρωποκτονία τα οποία συνεχίστηκαν έως τον Μάρτιο του 2008. Από τα παραπάνω αποδείχτηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων ήταν ηθικός αυτουργός των ανωτέρω άδικων πράξεων (φθοράς και παράνομης βίας) προσπαθώντας να σταματήσει τον πολιτικώς ενάγοντα από τις νόμιμες ενέργειες του. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος...". Στη συνέχεια το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το ότι: Α) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας που αυτοί πράγματι διέπραξαν σε βάρος του εκκαλούντα Ν. Α.. Ειδικότερα κατά τον ως άνω τόπο και κάτωθι χρόνους, με πειθώ και φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε σε αγνώστων στοιχείων ταυτότητας άτομα την απόφαση:
    1)Την 3-1-2007 με ρήψη καυστικού υγρού καυστικού υγρού σε ολόκληρη την επιφάνεια του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... νεοαποκτηθέντος αυτοκινήτου μάρκας MERCEDES Ε 200. ιδιοκτησίας του ως άνω εγκαλούντα, να προκαλέσουν ιδιαίτερο, εκτεταμένες ζημιές για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείτο να καταβληθεί το ποσό των 7.500 ευρώ.
    2)Το μήνα Οκτώβριο του έτους 2007 με τη χρήση αιχμηρού αντικειμένου να τρυπήσουν τρία (3) καινούργια ελαστικά και να προκαλέσουν χαραγές επί του ως άνω σταθμευμένου οχήματος του εγκαλούντα, ήτοι να προκαλέσουν υλικές ζημιές για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείτο να καταβληθεί το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ.
    3) Την 24/25-11-2009 να προκαλέσουν εκτεταμένες υλικές ζημιές στο παρμπρίζ και στον αριστερό καθρέπτη του οδηγού του ως άνω σταθμευμένου οχήματος του εγκαλούντα 4) Την 2/3-2-2010 με τη χρήση αιχμηρού αντικειμένου να τρυπήσουν τα δύο (2) αριστερά από την πλευρά του οδηγού ελαστικά του ως άνω σταθμευμένου οχήματος του εγκαλούντα. Β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της απόπειρας παράνομης βίας που αυτοί πράγματι διέπραξαν σε βάρος του εγκαλούντα. Ειδικότερα κατά τον ως άνω τόπο και κάτωθι χρόνους, με πειθώ και φορτικότητα. συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε σε αγνώστων στοιχείων ταυτότητος άτομα την απόφαση να εκτελέσουν το πλημμέλημα της απόπειρας παράνομης βίας, ήτοι να επιχειρήσουν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού και δη να επιχειρήσουν να εξαναγκάσουν τον εγκαλούντα με απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης σε πράξη ή παράλειψη για τις οποίες ο τελευταίος δεν είχε νόμιμη υποχρέωση, πλην όμως την ενέργεια τους αυτή δεν ολοκλήρωσαν όχι από δική τους βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια: 1)Το μήνα Οκτώβριο του έτους 2006 να καλέσουν τηλεφωνικώς τον εγκαλούντα και να του απευθύνουν τη φράση "θα σε γεμίσουμε πιστολιές, αν ενασχοληθείς με το μαγαζί", επιχειρώ\τας με την απειλή της παράνομης πράξης της ανθρωποκτονίας να τον εξαναγκάσουν να απόσχει από το νόμιμο δικαίωμα του να απευθύνεται στις αρχές αναφορικά με πιθανές αυθαιρεσίες κατά την λειτουργία του καταστήματος με την επωνυμία "TEASE PLUS", ιδιοκτησία του κατηγορουμένου. 2)Το χρονικό διάστημα από μήνα Οκτώβριο του έτους 2006 έως μήνα Μάρτιο του έτους 2008 να απειλούν τηλεφωνικά τον εγκαλούντα, επιχειρώντας με την απειλή της παράνομης πράξης της κατ' εξακολούθηση φθοράς της ιδιοκτησίας του και της ανθρωποκτονίας να τον εξαναγκάσουν να παύσει τις νόμιμες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του αναφορικά με την διερεύνηση νομιμότητας λειτουργίας του καταστήματος με την επωνυμία "TEASE PLUS", ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου...".
    Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα, αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ηθικής αυτουργίας των εγκλημάτων της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της απόπειρας παράνομης βίας για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. Ια, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 330 και 381 ΠΚ, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες, αφού: α) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι τυπική και το σκεπτικό αυτής δεν περιορίζεται σε επανάληψη αυτού αλλά περιέχει και άλλα περιστατικά πέραν των στοιχείων της κατηγορίας. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος μεταξύ των οποίων και αυτές για παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία δεν θεμελιώνουν παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως αλλά υπό την επίκληση ελλείψεως αιτιολογίας αμφισβητούνται τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το δικαστήριο και επιχειρείται διαφορετική προσέγγιση ως προς τα περιστατικά που αποδεικνύονται. Έτσι όμως, απαραδέκτως πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του ως άνω δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Β) οι αναφορές στην προσβαλλόμενη απόφαση για τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στον φυσική αυτουργό την απόφαση να τελέσει τις ως άνω αξιόποινες πράξεις είναι επαρκείς, καθόσον δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως προκειμένου περί καταδίκης για ηθική αυτουργία, πέραν της αναφοράς στην απόφαση του τρόπου και των μέσων με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη, να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίσταται η πειθώ, οι παραινέσεις, η προτροπή και η φορτικότητα καθώς και οι υποσχέσεις που χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός αλλά αρκεί, ότι επρόκειτο για συμπεριφορά πρόσφορη να αποτελέσει ηθική αυτουργία και ότι συνδεόταν, ως εκ του ότι συνέβαλε στην λήψη της αποφάσεως, αιτιωδώς ως προς την άδικη πράξη που τέλεσε ο φυσικός αυτουργός. Για τον ίδιο δικαιολογητικό λόγο, δεν ήταν αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός του βαθμού επιδράσεως των προτροπών αυτών στο φυσικό αυτουργό, αλλά ούτε και ο βαθμός εξαρτήσεως του τελευταίου από τον ηθικό αυτουργό. Επομένως οι υπό στοιχείο II Α, Γ και III Α και Β λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη αιτιολογίας, νομίμου βάσεως και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι.
    Μετά την κατάργηση με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003 του λόγου αναιρέσεως για μη παράθεση του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλεπόταν από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. και την γενόμενη αναρίθμηση του στοιχ Θ' σε Η' καθώς με βάση το άρθρο 514 ιδίου Κώδικα όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 7 ν. 3160/2003 ο ’ρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση αν αυτό δεν έχει παρ"τεθεί σε αυτή. Ενόψει αυτών δε συνιστά λόγο που να οδηγεί σε αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως η παράλειψη του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου να αναφέρει σν αυτήν τα άρθρα των ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Κατά συνέπεια είναι απορριπτέος ο υπό στοιχείο II Β από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης από ασάφεια, που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι προκύπτει από την ελλιπή παράθεση σ'αυτήν των εφαρμοσθεισών διατάξεων. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) ως και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος παραστάντως αυτοπροσώπως, ως δικηγόρου (176,183 ΚΠΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.7.2014 (υπ' αριθμό εκθέσεως 37/2014] αίτηση του Θ. Μ. του Χ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ αριθμό 17161/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
    Καταδικάζει τον αναιρεσειοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis