Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Αποχή δικηγόρων.

Η απόφαση δικηγορικού συλλόγου για την αποχή των μελών του από τα καθήκοντά τους είναι πράξη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Η απόφαση αυτή συνάπτεται προς την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας· έχει δε υποχρεωτικό χαρακτήρα για τους δικηγόρους που αφορά, ενώ η μη τήρησή της από αυτούς θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεων σε βάρος τους. Συνεπώς, η ως άνω απόφαση είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και παραδεκτώς προσβάλλεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η νομιμότητα της απόφασης περί αποχής των δικηγόρων εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τον χρόνο διάρκειας της αποχής. Οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων που κηρύσσουν αποχή των μελών τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ερειδόμενες κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 89 παρ. 1, 90 περ. γ΄ και δ΄ του Κώδικα Δικηγόρων, συνιστούν νόμιμο μέσο δράσης των συλλόγων και δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα ή σε άλλες υπερνομοθετικές διατάξεις.

 Υπόκεινται όμως σε περιορισμούς που επιβάλλονται από τη φύση της δικαιοδοτικής λειτουργίας ως μιας από τις τρεις κρατικές λειτουργίες (άρθρο 26 του Συντάγματος), η οποία δεν νοείται να παραλύει σε ένα Κράτος Δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των δικηγόρων, οι οποίοι συμβάλλουν στην απονομή της Δικαιοσύνης ως συλλειτουργοί της. Ο χρόνος διάρκειας της αποχής ελέγχεται ακυρωτικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο, ασκώντας έλεγχο ορίων, σταθμίζει αφενός τους λόγους που οδήγησαν στην κήρυξη της αποχής, αφετέρου την έκταση (με κριτήριο το εύρος και τη σημασία των κατηγοριών υποθέσεων τις οποίες αφορά η αποχή) και το είδος των πράξεων που επιτρέπεται να διενεργούνται από τους δικηγόρους κατά τη διάρκεια της αποχής, καθώς και τα δικαιώματα και συμφέροντα των θιγομένων (συμπεριλαμβανομένων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου) από την απόφαση περί αποχής.

Συμβούλιο της Επικρατείας, Ολομέλεια, 1466/ 2016. ΠΗΓΗ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2016, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Χρ. Ράμμος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης-Εισηγητής, Α. - Γ. Βώρος, Π. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Ε. Κουσιουρής, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Σ. Βιτάλη, Α. - Μ. Παπαδημητρίου, Ελ. Παπαδημητρίου, Β. Πλαπούτα, Ι. Σύμπλης, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Χρ. Παπανικολάου, Α. Σκούφαλος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Ι. Σύμπλης, καθώς και ο Πάρεδρος Α. Σκούφαλος, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 7 Απριλίου 2016 αίτηση:
του Αντωνίου Ξενάκη του Στεφάνου, κατοίκου Κορωπίου Αττικής (Κύπρου 75), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. 25492),
κατά των: 1) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ», και 2) συντονιστικού οργάνου των δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος με την επωνυμία «Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος», που εδρεύουν στην Αθήνα (Ακαδημίας 60), τα οποία παρέστησαν με τους δικηγόρους: α) Βασίλειο Αλεξανδρή (Α.Μ. 9981), ως Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, β) Φίλιππο Σπυρόπουλο (Α.Μ. 7310) και γ) Αλέξανδρο Λεοντόπουλο – Βαμβέτσο (Α.Μ. 20252), που τους διόρισε με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 7 Απριλίου 2016 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η από 31.3.2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου υπό την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ», 2) η από 29.3.2016 απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη.
1. Επειδή, ο αιτών ζητεί να ακυρωθούν α) η από 29.3.2016 απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος περί πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων έως 15.4.2016, β) η από 31.3.2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.) περί αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως την ίδια ημερομηνία. Με την από 25.4.2016 αίτηση συνέχισης της δίκης κατά το άρθρο 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989  προσβάλλει την από 14.4.2016 απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και την από 15.4.2016 απόφαση του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. περί αποχής έως 25.4.2016. Με την από 5.5.2016 αίτηση συνέχισης της δίκης προσβάλλει την από 23.4.2016 απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και την από 25.4.2016 απόφαση του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. περί αποχής έως 7.5.2016. Τέλος, με την από 9.5.2016 αίτηση συνέχισης της δίκης προσβάλλει την από 6.5.2016 απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και την από 6.5.2016 απόφαση του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. περί αποχής έως 14.5.2016……
5. Επειδή, ο αιτών, δικηγόρος Αθηνών, ασκεί την αίτηση με έννομο συμφέρον.
6. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει τα εξής: Άρθρο 5 παρ. 1 «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη»· άρθρο 20 παρ. 1 «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει»· άρθρο 26 παρ. 3 «Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού». Εξάλλου, το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) ορίζει ότι «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. ...».
7. Επειδή, ο ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων» (Α΄ 208) ορίζει τα εξής: Άρθρο 1 «1. Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός. Το λειτούργημά του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου. 2. Περιεχόμενο του λειτουργήματος είναι η εκπροσώπηση και υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο, αρχή ή υπηρεσία ή εξωδικαστικό θεσμό, η παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, όπως επίσης και η συμμετοχή του σε θεσμοθετημένα όργανα ελληνικά ή διεθνή»· άρθρο 2 «Ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης. Η θέση του είναι θεμελιώδης, ισότιμη, ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της»· άρθρο 3 «1. Ο δικηγόρος ασκεί ελεύθερο επάγγελμα στο οποίο προέχει το στοιχείο της εμπιστοσύνης του εντολέα του προς αυτόν. 2. Για τις υπηρεσίες του αμείβεται από τον εντολέα του είτε ανά υπόθεση είτε με πάγια αμοιβή ή με μισθό. 3. Η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος δεν συνιστά εμπορική δραστηριότητα»· άρθρο 4 «Τη δικηγορική ιδιότητα αποκτά εκείνος: α) … δ) ο οποίος έχει εγγραφεί στο μητρώο ενός από τους Δικηγορικούς Συλλόγους του Κράτους. …»· άρθρο 61 «1. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 περ. α΄ του ν. 4205/2013, Α΄ 242) Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων … και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης … υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές, ... οι οποίες προορίζονται για: αα) … 3. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 περ. β΄ του ν. 4205/2013) Από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι όταν παρέχουν υπηρεσίες στους εαυτούς τους, καθώς και όταν εκπροσωπούν: α) ... 4. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 περ. γ΄ του ν. 4205/2013) Ο δικηγόρος, για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, καθώς και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων ... και για κάθε στάδιο της δίκης, οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη. ... 5. Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκαταβολής της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού υποχρεούται να καταβάλει το ποσό που όφειλε να προκαταβάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, σε περίπτωση δε υποτροπής και με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες … Το ποσό προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβληθεί καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου [και] εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. 6. Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται, επί ποινή πειθαρχικού ελέγχου, να αποστέλλουν στο τέλος κάθε μήνα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν, χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προκαταβολής, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση, την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας»· άρθρο 87 «Οι δικηγόροι που είναι διορισμένοι στην Περιφέρεια κάθε Πρωτοδικείου και ασκούν νόμιμα το λειτούργημά τους σε οποιοδήποτε Δικαστήριο αποτελούν το Δικηγορικό Σύλλογο, στον οποίο είναι υποχρεωτικά μέλη»· άρθρο 89 «1. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σωματειακής μορφής. 2. …»· άρθρο 90 «Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: α) … γ) Η φροντίδα και μέριμνα για τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την αξιοπρεπή άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. δ) Η μέριμνα για το σεβασμό και την τιμή που οφείλει να απολαμβάνει ο δικηγόρος από τη δικαστική και κάθε άλλη αρχή και εξουσία κατά την άσκηση του λειτουργήματός του ε) …»· άρθρο 133 «1. Συντονιστικό όργανο των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας αποτελεί η «Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος». 2. Η Ολομέλεια είναι το ανώτατο αντιπροσωπευτικό όργανο των δικηγόρων της χώρας. 3. Η ανεξαρτησία και η αυτοτέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, όπως το άρθρο 89 του Κώδικα ορίζει, δεν θίγονται από τη λειτουργία, τις προτάσεις και αποφάσεις της Ολομέλειας των Προέδρων. Οι αποφάσεις της Ολομέλειας συνιστούν κατευθυντήριες γραμμές στη λήψη αποφάσεων από τα όργανα των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας και αξιοποιούνται για την αντιμετώπιση των προβλημάτων τους και την πραγμάτωση των σκοπών τους. 4. Αυτοδικαίως, με την εκλογή τους τα μέλη της Ολομέλειας αποτελούν οι Πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας ... 5 ...»· άρθρο 134 «1. Έργο της Ολομέλειας αποτελεί ο συντονισμός της δραστηριότητας των Δικηγορικών Συλλόγων και η εκπροσώπηση του δικηγορικού σώματος συνολικά. Στο έργο της Ολομέλειας εμπίπτουν ιδίως: α) Η μελέτη των προβλημάτων που αφορούν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και η προώθηση λύσεων. β) …»· άρθρο 137 «1. Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων συγκροτεί, στην πρώτη συνεδρίασή της, Συντονιστική Επιτροπή, η οποία αποτελείται από τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και από δέκα Προέδρους Δικηγορικών Συλλόγων της περιφέρειας, οι οποίοι εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία. … 5. Έργο της Συντονιστικής Επιτροπής είναι πέραν των όσων προβλέπονται στον Κώδικα και η αντιμετώπιση επειγόντων ζητημάτων και αυτών που αναθέτει σε αυτήν η Ολομέλεια. 6. Οι διατάξεις για τη λειτουργία της Ολομέλειας των Προέδρων ισχύουν αναλογικά και για τη Συντονιστική Επιτροπή αυτής»· άρθρο 140 «1. Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια και καταλογιστή πράξη, ενέργεια ή παράλειψη του δικηγόρου, στο πλαίσιο του λειτουργήματός του ή και έξω από αυτό, εφόσον αυτή: α) … γ) αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τις διατάξεις κωδίκων δεοντολογίας, εσωτερικών κανονισμών του οικείου δικηγορικού συλλόγου, αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων αυτού. δ) …».
8. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Στις 9.1.2016 συνεδρίασε στα γραφεία του Δ.Σ.Α. η Συντονιστική Επιτροπή (Σ.Ε.) των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, προκειμένου να συζητήσει προσχέδιο νόμου για την κοινωνική ασφάλιση. Λόγω διαφωνίας των δικηγόρων προς το προσχέδιο αποφάσισε να κηρύξει πανελλαδική αποχή των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους από 12.1.2016 έως 14.1.2016 και να εισηγηθεί προς την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος συνέχιση και κλιμάκωση καθολικής αποχής αόριστης διάρκειας. Το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε στις 11.1.2016 να συμμετάσχει στην αποχή από 12.1.2016 έως 14.1.2016, ενώ με την από 9.1.2016 ανακοίνωση στον ιστότοπο του Δ.Σ.Α. αποφασίστηκε το πλαίσιο χορήγησης αδειών για την κατ’ εξαίρεση διενέργεια διαδικαστικών πράξεων. Ακολούθως, η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε στις 14.1.2016 τη συνέχιση της πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων έως 22.1.2016. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. την ίδια ημέρα. Στις 15.1.2016 (σχετική ανακοίνωση στον ιστότοπο του Δ.Σ.Α.) αποφασίστηκε αυστηρότερο πλαίσιο χορήγησης αδειών κατά την αποχή των δικηγόρων της χώρας έως 22.1.2016. Συγκεκριμένα, αποφασίστηκε η χορήγηση αδειών σε περιπτώσεις παραγραφών - λήξης προθεσμιών σε αστικά, διοικητικά και ποινικά δικαστήρια, στην περίπτωση συμπλήρωσης ορίου προσωρινής κράτησης, σε περιπτώσεις αναστολής πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, καθώς και σε ποινικές υποθέσεις στα πλημμελήματα όταν συντρέχει περίπτωση παραγραφής· ορίστηκε επίσης ότι δεν απαιτείται άδεια για την κατάθεση προτάσεων και προσθήκης-αντίκρουσης της τακτικής πολυμελούς. Στις 22.1.2016, η Σ.Ε. των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων έως την 1η.2.2016. Το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε στις 22.1.2016 τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 29.1.2016 και τη συγκρότηση δευτεροβάθμιας επιτροπής αδειών. Με την από 26.1.2016 (ταυτόσημου περιεχομένου με την από 15.1.2016) ανακοίνωση στον ιστότοπο του Δ.Σ.Α. αναρτήθηκε εκ νέου το πλαίσιο χορήγησης αδειών. Ακολούθως, η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε στις 30.1.2016 τη συνέχιση της πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων έως 8.2.2016. Το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. στη συνεδρίαση της 1ης.2.2016 αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 8.2.2016. Στις 5.2.2016 η Σ.Ε. της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων έως 15.2.2016. Στις 8.2.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. επικύρωσε την απόφαση αυτή. Στις 13.2.2016 η Σ.Ε. των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων έως 22.2.2016. Στις 15.2.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 22.2.2016. Στις 19.2.2016 η Σ.Ε. των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων έως 29.2.2016. Στις 22.2.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 29.2.2016. Στις 25.2.2016 η Σ.Ε. της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων έως 4.3.2016. Στις 26.2.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 4.3.2016. Στις 2.3.2016 η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων έως 16.3.2016. Στις 4.3.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 16.3.2016. Στις 15.3.2016 η Σ.Ε. της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων έως 28.3.2016. Στις 16.3.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 28.3.2016. Στις 24.3.2016 η Σ.Ε. των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων έως 4.4.2016. Στις 28.3.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 4.4.2016. Στις 29.3.2016 η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής έως 15.4.2016. Στις 31.3.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 15.4.2016. Στις 14.4.2016 η Σ.Ε. της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής έως 25.4.2016 και ακολούθως στις 15.4.2016 το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. αποφάσισε ομοίως τη συνέχιση της αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 25.4.2016. Στις 23.4.2016 η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της αποχής έως 7.5.2016 και ακολούθησε στις 25.4.2016 ιδίου περιεχομένου απόφαση του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. Τέλος, στις 6.5.2016 η Σ.Ε. της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος αποφάσισε τη συνέχιση της πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων έως 14.5.2016, ενώ την ίδια ημέρα το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. έλαβε απόφαση με ταυτόσημο περιεχόμενο.
9. Επειδή, η από 29.3.2016 απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος δεν είναι εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής· συνεπώς, προσβάλλεται απαραδέκτως (άρθρο 133 Κώδικα Δικηγόρων, πρβλ. Σ.τ.Ε. 1101/1958 Ολομ.).
10. Επειδή, η απόφαση δικηγορικού συλλόγου για την αποχή των μελών του από τα καθήκοντά τους είναι πράξη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (άρθρο 89 παρ. 1 Κώδικα Δικηγόρων). Περαιτέρω, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω (δέκατη τρίτη σκέψη), η απόφαση αυτή συνάπτεται προς την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας· έχει δε υποχρεωτικό χαρακτήρα για τους δικηγόρους που αφορά, ενώ η μη τήρησή της από αυτούς θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεων σε βάρος τους. Συνεπώς, η ως άνω απόφαση είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και παραδεκτώς προσβάλλεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. σχετ. Σ.τ.Ε. 2512/1997 Ολομ.). Μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Χ. Ράμμος και ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, οι οποίοι διατύπωσαν την άποψη ότι η απόφαση περί αποχής των μελών δικηγορικού συλλόγου είναι νοητή μόνο στα πλαίσια της ελεύθερης δράσης του ατόμου, όπως αυτή κατοχυρώνεται από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και με την έννοια αυτή η ως άνω απόφαση απευθύνεται στα μέλη του συλλόγου, όχι δε ως εκδήλωση δημόσιας εξουσίας· συνεπώς, έχει το χαρακτήρα απλής σωματειακής απόφασης, η οποία δεν δεσμεύει τα μέλη του συλλόγου, αλλά αποτελεί απλή προς αυτά υπόδειξη και απαραδέκτως προσβάλλεται.
11. Επειδή, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω (δέκατη τρίτη σκέψη), η νομιμότητα της απόφασης περί αποχής των δικηγόρων εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τον χρόνο διάρκειας της αποχής (Σ.τ.Ε. 2512/1997). Για την εκτίμηση του βραχέος ή μη του χρόνου αυτού συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα που καθορίζει η τελικώς προσβαλλόμενη απόφαση και τα χρονικά διαστήματα αποχής που έχουν ήδη διαδράμει βάσει προγενέστερων, ομοίου περιεχομένου, διαδοχικών αποφάσεων του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου - ανεξάρτητα αν η έναρξη της επόμενης αποχής συμπίπτει με τη λήξη της προηγούμενης - με αποτέλεσμα κάθε προηγούμενη απόφαση περί κήρυξης ή συνέχισης της αποχής, παρότι έχει λήξει η ισχύς της, να καταλείπει έννομες συνέπειες στις επόμενες αποφάσεις. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η τελευταία απόφαση περί αποχής που ισχύει κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, έχουσα ενσωματώσει κατά τούτο τις προηγούμενες αποφάσεις, είναι η μόνη που προσβάλλεται παραδεκτά.
12. Επειδή, οι διαδοχικές αποφάσεις του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. από 11.1.2016 έως 6.5.2016 έχουν όμοιο περιεχόμενο, καθώς περιέχουν τα ίδια αιτήματα, βασίζονται στο ίδιο κατ’ αρχήν πλαίσιο χορήγησης αδειών, δεν μεταβάλλουν τους όρους της αποχής, μεταθέτουν δε τον χρόνο λήξης ισχύος της βλαπτικής για τον αιτούντα ρύθμισης. Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών προσέβαλε εμπροθέσμως την από 31.3.2016 απόφαση του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α., με την οποία αποφασίστηκε η συνέχιση της αποχής μέχρι 15.4.2016· ακολούθως, εκδόθηκαν οι από 15.4.2016, 25.4.2016 και 6.5.2016 αποφάσεις του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. Η τελευταία από 6.5.2016 απόφαση, ισχύουσα κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης (13.5.2016), πρέπει να θεωρηθεί συμπροσβαλλόμενη με την προσβληθείσα από 31.3.2016 απόφαση και αποτελεί, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, τη μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, δηλαδή συνέχισης της δίκης υπό τις προϋποθέσεις που διαγράφει η διάταξη αυτή.
13. Επειδή, οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων που κηρύσσουν αποχή των μελών τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ερειδόμενες κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 89 παρ. 1, 90 περ. γ΄ και δ΄ του Κώδικα Δικηγόρων, συνιστούν νόμιμο μέσο δράσης των συλλόγων και δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα ή σε άλλες υπερνομοθετικές διατάξεις. Υπόκεινται όμως σε περιορισμούς που επιβάλλονται από τη φύση της δικαιοδοτικής λειτουργίας ως μιας από τις τρεις κρατικές λειτουργίες (άρθρο 26 του Συντάγματος), η οποία δεν νοείται να παραλύει σε ένα Κράτος Δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των δικηγόρων, οι οποίοι συμβάλλουν στην απονομή της Δικαιοσύνης ως συλλειτουργοί της (άρθρο 2 Κώδικα Δικηγόρων). Οι περιορισμοί αυτοί ερείδονται και σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και ειδικότερα: α) στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και θεμελιώνει, από κοινού με το άρθρο 26, την υποχρέωση του Κράτους να διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης· β) στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, η οποία περιλαμβάνει το δικαίωμα των διαδίκων να υπερασπίζουν τις υποθέσεις τους με δικηγόρο της εκλογής τους· γ) στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την επαγγελματική ελευθερία και το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας· δ) στο άρθρο 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, όπου αποτυπώνονται η αρχή της αναλογικότητας και η απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Οι ως άνω περιορισμοί ανάγονται ιδίως στη διασφάλιση διενέργειας των αναγκαίων (διαδικαστικών και λοιπών) πράξεων κατά τη διάρκεια της αποχής, στην, κατ’ αρχήν, πρόβλεψη εύλογου χρόνου μεταξύ κήρυξης και πραγματοποίησης της αποχής, στην υποχρέωση άμεσης γνωστοποίησης στις Αρχές (Δικαστήρια, Υπουργείο Δικαιοσύνης κ.ά.) αλλά και δημοσιοποίησης της απόφασης κατά τρόπο πρόσφορο εξασφαλίζοντα γνώση της αποχής από το ευρύτερο κοινό, στον χρόνο διάρκειας της αποχής που πρέπει να είναι όχι μόνον ορισμένος αλλά και βραχύς, κατά τα εκτεθέντα στην ενδέκατη σκέψη, και στη φύση της απόφασης περί αποχής, η μη τήρηση της οποίας δεν μπορεί να συνεπάγεται, καθ’ εαυτή, πειθαρχική ευθύνη για τα μέλη του συλλόγου που τυχόν δεν συμμορφώνονται. Ειδικά δε, η αδυναμία κατάθεσης γραμματίου προκαταβολής εισφορών κατά το άρθρο 61 του Κώδικα Δικηγόρων κατά τη διάρκεια της αποχής οδηγεί σε άρση του απαραδέκτου της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξης, η οποία διενεργείται χωρίς να γεννάται πειθαρχική ευθύνη του δικηγόρου· οι οφειλόμενες δε εισφορές είναι καταβλητέες ευθύς μετά τη λήξη της αποχής. Τέλος, ο χρόνος διάρκειας της αποχής ελέγχεται ακυρωτικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο, ασκώντας έλεγχο ορίων, σταθμίζει αφενός τους λόγους που οδήγησαν στην κήρυξη της αποχής, αφετέρου την έκταση (με κριτήριο το εύρος και τη σημασία των κατηγοριών υποθέσεων τις οποίες αφορά η αποχή) και το είδος των πράξεων που επιτρέπεται να διενεργούνται από τους δικηγόρους κατά τη διάρκεια της αποχής, καθώς και τα δικαιώματα και συμφέροντα των θιγομένων (συμπεριλαμβανομένων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου) από την απόφαση περί αποχής (βλ. σχετ. Σ.τ.Ε. 2512/1997).
14. Επειδή, εν προκειμένω, ο Δ.Σ.Α. επικαλείται ως λόγο των διαδοχικών αποχών κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 12.1.2016 έως 14.5.2016 την κατάρτιση προσχεδίου και, ακολούθως, σχεδίου νόμου, η ψήφιση του οποίου θα επέφερε: α) κατάργηση του ασφαλιστικού φορέα, όπου, μεταξύ άλλων, ασφαλίζονταν οι δικηγόροι, β) επί τα χείρω μεταβολή του τρόπου προσδιορισμού της σύνταξης των δικηγόρων, χωρίς πρόβλεψη μεταβατικών διατάξεων, γ) καθορισμό των ασφαλιστικών τους εισφορών σε ιδιαίτερα αυξημένο ποσοστό επί του εισοδήματός τους και παροχές αναντίστοιχες προς τις εισφορές, καθώς και πρόβλεψη ελάχιστης εισφοράς ανεξαρτήτως εισοδήματος. Το νομοσχέδιο τούτο κατέστη τελικά νόμος (ν. 4387/2016, Α΄ 85/12.5.2016). Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ως άνω διακύβευμα για τους δικηγόρους μέλη του Δ.Σ.Α. ήταν ιδιαιτέρως σοβαρό· ο συνολικός όμως χρόνος αποχής, ο οποίος σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ενδέκατη σκέψη, είναι μεγαλύτερος των τεσσάρων μηνών, έχει υπερβεί κατά πολύ τον επιτρεπόμενο, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, βραχύ χρόνο αποχής· και τούτο, ανεξαρτήτως του προεκτεθέντος περιοριστικού πλαισίου διενέργειας διαδικαστικών πράξεων κατά τη διάρκεια της αποχής. Για τον λόγο τούτο που προβάλλεται βάσιμα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η από 6.5.2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών περί αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 14.5.2016· παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων.

Δέχεται την αίτηση.

Ακυρώνει την από 6.5.2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών περί αποχής των δικηγόρων Αθηνών έως 14.5.2016.
Επιβάλλει στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2016 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Ιουλίου του ίδιου έτους.
-----------------------------
Συμβούλιο της Επικρατείας Ολομέλεια 2512/ 1997 [Δνη 38 [1997].1924]

       Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 1996  με  την εξής σύνθεση: Β. Μποτόπουλος, Πρόεδρος, Λ. Οικονόμου, Σ. Σαρηβαλάσης, Γ. Δεληγιάννης, Ν. Παπαδημητρίου, Π. Χριστόφορος, Μ. Βροντάκης, Θ. Χατζηπαύλου, Φ. Στεργιόπουλος, Γ. Σταυρόπουλος, Σ. Καραλής,  Ε. Γαλανού, Γ. Ανεμογιάννης, Π. Ν. Φλώρος, Φ. Αρναούτογλου, Π. Πικραμμένος,  Α. Θεοφιλοπούλου, Ν. Σακελλαρίου, Θ. Παπαευαγγέλου, Ε. Δαρζέντας, Δ.  Πετρούλιας, Α. Συγγούνα, Ν. Ρόζος, Α. Γκότσης, Α. Ράντος, Δ. Μπριόλας, Ε.  Δανδουλάκη, Σύμβουλοι, Ν. Μαρκουλάκης, Ι. Μαντζουράνης, Πάρεδροι.  
   3. Επειδή ζητείται η ακύρωση αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης  του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από 30.10.1992 και 13.11.1992, με τις οποίες κηρύχθηκε επ' αόριστο χρόνο αποχή των δικηγόρων, που είναι μέλη του  πιο πάνω συλλόγου, από την άσκηση των καθηκόντων τους ενώπιον των δικαστηρίων.
7. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση της 30ης Οκτωβρίου  1992 αποφασίσθηκε αποχή αόριστης διαρκείας και σύγκληση νέας γενικής συνέλευσης στις 13.11.1992. Η γενική συνέλευση της τελευταίας αυτής ημερομηνίας αποφάσισε συνέχιση της αποχής διαρκείας και σύγκληση νέας γενικής συνέλευσης στις 4.12.1992, κατά την οποία δεν υπήρξε απαρτία. Συγκλήθηκε νέα γενική συνέλευση στις 11.12.1992, η οποία επιβεβαίωσε τη συνέχιση της αποχής διαρκείας και όρισε νέα γενική συνέλευση στις 12.11.1993.  Και κατά τη νέα αυτή γενική συνέλευση αποφασίσθηκε η συνέχιση της αποχής.  Έτσι η από 30.10.1992 απόφαση εξακολουθούσε να  ισχύει, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, δεδομένου ότι κατά τις μεταγενέστερες γενικές συνελεύσεις των  13.11, 11.12.1992 και 12.1.1993 αποφασίσθηκε η μη διακοπή της αποχής.  Εξάλλου με την απόφαση της γενικής συνέλευσης της 13.11.1992 δεν  αποφασίσθηκε εκ νέου αποχή ή παράταση αποχής αλλά επιβεβαιώθηκε η  συνέχιση της αποχής αόριστης διαρκείας, που είχε αποφασισθεί την 30.10.1992.Δεν έγινε δηλαδή αντικατάσταση της απόφασης αυτής, ούτε προσθήκη ή συμπλήρωση του   περιεχομένου της, υπό την έννοια της διαφορετικής ρύθμισης  του ίδιου θέματος.
8. Επειδή η απόφαση της 30 Οκτωβρίου 1992 περί αποχής των  δικηγόρων από παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων εννοεί ότι οι δικηγόροι  μέλη του συλλόγου έχουν την υποχρέωση να συμμορφωθούν προς την  απόφαση αυτή υποκείμενοι, άλλως, στις πειθαρχικές κυρώσεις που  προβλέπονται από τον κώδικα περί δικηγόρων. Η πιο πάνω απόφαση, με το  περιεχόμενό της αυτό, προερχόμενη δε από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου,  είναι διοικητική    πράξη εκτελεστή και παραδεκτώς προσβάλλεται ενώπιον του  Συμβουλίου της Επικρατείας. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Δεληγιάννης, Π.  Χριστόφορος, Φ. Αρναούτογλου, Π. Πικραμμένος και Ν. Ρόζος, οι οποίοι διατύπωσαν την άποψη ότι η απόφαση περί ομαδικής αποχής των μελών του  δικηγορικού  συλλόγου από την παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων είναι νοητή  μόνο στα πλαίσια της ελεύθερης δράσης του ατόμου, όπως αυτή κατοχυρώνεται  από το άρθ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος, και με την έννοια αυτή η πιο πάνω απόφαση απευθύνεται στα μέλη του συλλόγου, όχι δε ως εκδήλωση δημόσιας εξουσίας, και συνεπώς, έχει τον χαρακτήρα απλής σωματειακής απόφασης που  κατά την έννοιά της δεν δεσμεύει τα μέλη του συλλόγου αλλά αποτελεί απλή  προς αυτά υπόδειξη και απαραδέκτως προσβάλλεται.
9. Επειδή, εξάλλου, οι μνημονευμένες αποφάσεις της 13.11.1992  και των επόμενων γενικών συνελεύσεων δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα γιατί και αν δεν είχαν εκδοθεί θα ίσχυε η από 30.10.1992 απόφαση. Επομένως, απαραδέκτως προσβάλλονται.
10. Επειδή στον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, όπως  έχει    τροποποιηθεί και συμπληρωθεί) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο δικηγόρος είναι  άμισθος δημόσιος υπάλληλος διοριζόμενος με υπουργική απόφαση, υπάγεται σε  πειθαρχική εξουσία ασκούμενη κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων και  ότι πριν από την έναρξη της άσκησης των καθηκόντων του υποχρεούται να  δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου και να εγγραφεί στο μητρώο ενός από τους υπάρχοντες δικηγορικούς συλλόγους του  Κράτους (άρθρο 1). Έργο του    δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και  υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και αρχής  ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι' αυτό (άρθ. 39  παρ. 1). Έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, μη υποκείμενος, ως προς την άσκηση του    λειτουργήματος αυτού, σε καμία καθ' οιονδήποτε τρόπο προηγούμενη άδεια  ασκήσεως οποιασδήποτε αρχής (άρθ. 44). Κατά την άσκηση του λειτουργήματος  οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη σ' αυτόν εντολή ευσυνειδήτως και επιμελώς,  (άρθ. 46 παρ. 1) να υπακούει δε στις αποφάσεις του Συλλόγου και του  Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρο 60). Περαιτέρω ορίζεται ότι η παράβαση των  καθηκόντων και των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στον δικηγόρο από τις  διατάξεις του κώδικα, του εσωτερικού κανονισμού του οικείου δικηγορικού  συλλόγου, καθώς και από απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου, αποτελεί  πειθαρχικό παράπτωμα, κρινόμενο και κολαζόμενο από το πειθαρχικό συμβούλιο  του συλλόγου, κατά τις σχετικές διατάξεις, με πειθαρχική ποινή, ανεξάρτητα από ποινική ευθύνη ή άλλη συνέπεια κατά τους κείμενους νόμους (άρθρο 64). Στο  άρθρο 193 του Κώδικα ορίζεται ότι οι δικηγόροι που είναι διορισμένοι στην  περιφέρεια κάθε πρωτοδικείου αποτελούν δικηγορικό σύλλογο, του οποίου όλοι  είναι υποχρεωτικώς μέλη, στο δε άρθρο 194 ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι  αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που διοικούνται από συμβούλιο,  ενώ στο άρθρο 199 ορίζεται ότι στους δικηγορικούς συλλόγους και τα διοικητικά  τους συμβούλια ανήκουν, μεταξύ άλλων, η συζήτηση και η απόφαση για κάθε  ζήτημα που ενδιαφέρει το Δικηγορικό Σώμα ή τα μέλη του συλλόγου ως μέλη ή  ως επαγγελματική τάξη καθώς και για οποιοδήποτε γενικότερο ζήτημα εθνικού  ή κοινωνικού περιεχομένου.
11. Επειδή στο άρθρο 23 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων,  ότι "το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτή  δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου" (παρ. 1) και ότι "η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες  συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών  και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων". Η αποχή των  δικηγόρων, ολική ή μερική, από την άσκηση    του δημοσίου λειτουργήματος που  επιτελούν, όπως, εν προκειμένω, η μη παράστασή τους ενώπιον των δικαστηρίων δεν συνιστά, εννοιολογικά, απεργία και επομένως δεν εμπίπτει  στην προστασία του άρθρου 23 του Συντάγματος, διότι η απεργία, ως εκδήλωση  της συνδικαλιστικής ελευθερίας, προϋποθέτει εξαρτημένη εργασία.
12. Επειδή, όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω στη σκέψη 10, οι δικηγορικοί σύλλογοι είναι οργανωμένοι κατά τον νόμο (άρθ. 194 και 199 του δικηγορικού  κώδικα) σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου τα οποία είναι και φορείς των  επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους, ειδικότερα δε στα νομικά αυτά  πρόσωπα ανήκει, μεταξύ άλλων, (άρθ. 199 δικηγ. κωδ.) η "συζήτηση και  απόφαση για κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει το Δικηγορικό Σώμα" ή τα μέλη του  συλλόγου "ως επαγγελματική τάξη". Επομένως οι δικηγορικοί σύλλογοι δύνανται,  νομίμως, προς υπεράσπιση των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους,  να λαμβάνουν και αποφάσεις περί αποχής των δικηγόρων από την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος και οι  Σύμβουλοι Μιχ. Βροντάκης, Σπ. Καραλής, Ε. Γαλανού, Ν. Σακελλαρίου, Ε.  Δαρζέντας, Α. Ράντος και Ε. Δανδουλάκη, οι οποίοι υποστήριξαν την ακόλουθη  γνώμη. Το άρθρο 20 του Συντάγματος καθιερώνει το δικαίωμα καθενός να τύχει προστασίας από μέρους των δικαστηρίων, εγγενές δε στοιχείο της δικαστικής  προστασίας είναι η ενώπιον των δικαστηρίων υπεράσπιση των δικαιωμάτων και  συμφερόντων των διαδίκων δια δικηγόρου καθώς και η παροχή δικηγορικής  αρωγής  για νομικές πράξεις που προορίζονται να υπερασπίσουν δικαιώματα  και συμφέροντα. Το άρθρο 6 της Συνθήκης της  Ρώμης (που κυρώθηκε με το  νομοθ. διάταγμα 53/1974 Φ. 256), το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1  του Συντάγματος, έχει τυπική ισχύ ανώτερη από τις διατάξεις εθνικών νόμων  (προγενέστερων ή μεταγενέστερων του Συντάγματος), καθιερώνει, για όλα τα  πρόσωπα, το δικαίωμα της δίκαιης δίκης, για να είναι δε η δίκη δίκαιη, πρέπει να εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων του δια δικηγόρου της δικής του επιλογής καθώς και η έκδοση  της δικαστικής απόφασης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Εξάλλου, το  Σύνταγμα ορίζει (άρθ. 2 παρ. 1) ότι "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του  ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας" και ότι (άρθ. 5)  "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να  συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν  προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα  χρηστά ήθη". Η δράση των δικηγορικών συλλόγων ως συλλογικών φορέων  επαγγελματικών συμφερόντων πρέπει να νοηθεί μέσα στα πλαίσια που  διαγράφουν οι πιο πάνω θεμελιώδεις διατάξεις, οι οποίες αποτελούν έκφραση της  ιδέας του Κράτους Δικαίου και εννοούν να εξασφαλίσουν τη δικαστική προστασία  των προσώπων, τη συναφή εκπλήρωση των καθηκόντων των δικηγόρων ως παραγόντων της δίκαιης δίκης και επομένως της απονομής της Δικαιοσύνης, καθώς και το ατομικό δικαίωμα των ίδιων των δικηγόρων προς εργασία και συνεκδοχικά προς ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Η συλλογική δράση των  φορέων επαγγελματικών συμφερόντων, εν γένει, έχει, βέβαια, αποκτήσει μία  σπουδαία κοινωνική διάσταση που περιορίζει σημαντικά (και κατά βάση θεμιτώς από συνταγματική άποψη) τον ατομοκεντρισμό αλλά, πάντως, στο πλαίσιο της  πολιτικής φιλοσοφίας που εκφράζει το Ελληνικό Σύνταγμα, τα συμφέροντα μιας  επαγγελματικής τάξης ή όποια άλλα συμφέροντα η επαγγελματική αυτή τάξη επικαλείται και εννοεί να προβάλει και να υπερασπίσει, ούτε την απονομή  δικαιοσύνης, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, επιτρέπεται να ματαιώνουν,  ούτε επιτρέπεται να στερήσουν το άτομο από τα θεμελιώδη δικαιώματά του για μια δίκαιη δίκη. Οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων περί αποχής των μελών τους  από τα έργα τους είναι από τη φύση τους υποχρεωτικές για τα μέλη  των δικηγορικών συλλόγων, (και γι' αυτό εκτελεστές) και υπό την εκδοχή δε ακόμη  ότι δεν δημιουργούν για τους δικηγόρους πειθαρχικές ευθύνες, σε περίπτωση  παραβιάσεώς τους, η επίδραση τους στα μέλη των δικηγορικών συλλόγων, μέσω  των ψυχολογικών και άλλων μηχανισμών της επαγγελματικής αλληλεγγύης είναι  τέτοια, ώστε, πρακτικώς, να οδηγούν σε εξαναγκασμό των μελών προς συμμόρφωση και επομένως στην άρση της δυνατότητας απονομής δικαιοσύνης. Για  τους λόγους αυτούς, κατά τη  γνώμη της μειοψηφίας, οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων περί αποχής των μελών τους από τα έργα τους είναι μη  νόμιμες και ειδικότερα αντίκεινται στις μνημονευμένες διατάξεις, γιατί οι  δικηγορικοί σύλλογοι δεν έχουν νόμιμη εξουσία να κηρύσσουν αποχή των μελών  τους από την άσκηση των καθηκόντων τους.
13. Επειδή, οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων που  κηρύσσουν αποχή των μελών τους από την άσκηση των έργων τους δεν  αντίκεινται μεν, καταρχήν, σύμφωνα με τη γνώμη που κατά την προηγούμενη  σκέψη επικράτησε, σε συνταγματικές ή άλλες διατάξεις, υπόκεινται όμως σε περιορισμούς που επιβάλλουν το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο  καθιερώνει το δικαίωμα καθενός για δικαστική προστασία, το άρθ. 6 της  Συνθήκης της Ρώμης, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, η οποία  εξυπονοεί το δικαίωμα των διαδίκων να υπερασπίζουν τις    υποθέσεις τους με  δικηγόρο της εκλογής τους, καθώς και το άρθ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος που  κατοχυρώνει την επαγγελματική ελευθερία και το δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Οι περιορισμοί αυτοί ανάγονται στο χρόνο που μπορεί να διαρκέσει η αποχή και που πρέπει, ενόψει των διακυβευομένων  συμφερόντων, να είναι βραχύς και στη φύση της απόφασης περί αποχής, που  δεν μπορεί να γεννά πειθαρχική ευθύνη για τα μέλη του συλλόγου που δεν συμμορφώνονται. Ο χρόνος της διαρκείας της αποχής πρέπει να ορίζεται στην ίδια  την απόφαση που κηρύσσει την αποχή, ελέγχεται δε ακυρωτικώς από το  Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο, εν προκειμένω, ασκεί έλεγχο ορίων.  Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Σταυρόπουλος και Γ. Ανεμογιάννης, οι οποίοι  διατύπωσαν τη γνώμη ότι η από μέρους των δικηγόρων παραβίαση των πιο πάνω αποφάσεων των δικηγορικών συλλόγων προκαλεί, όπως και η από  μέρους των δικηγόρων παραβίαση των άλλων αποφάσεων των πιο πάνω  συλλόγων, πειθαρχικές ευθύνες για τους παραβάτες. Μειοψήφησαν επίσης οι Σύμβουλοι Ν. Παπαδημητρίου, Π. Χριστόφορος, Γ. Ανεμογιάννης, Π. Ν. Φλώρος,  Δ. Πετρούλιας και Αικ. Συγγούνα, οι οποίοι διατύπωσαν τη γνώμη (που  υποστήριξε και ο πάρεδρος Ν. Μαρκουλάκης) ότι το δικαίωμα των δικηγορικών  συλλόγων να κηρύσσουν αποχή των δικηγόρων από τα έργα τους δεν τελεί υπό  χρονικούς περιορισμούς.
14. Επειδή, σύμφωνα με όσα έχουν πιο πάνω εκτεθεί, η από  30.10.1992 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Δικηγορικού Συλλόγου  Αθηνών, με την οποία αποφασίσθηκε η επ' αόριστο χρόνο αποχή των δικηγόρων  μελών του από την ενώπιον των δικαστηρίων άσκηση των καθηκόντων τους,  είναι μη νόμιμη και διότι δεν ορίζει τον χρόνο της αποχής και διότι κατά την κρίση  του δικαστηρίου ο χρόνος της διάρκειας της αποχής υπερβαίνει εν προκειμένω το  επιτρεπόμενο βραχύ χρονικό διάστημα. Για τους λόγους αυτούς βασίμως  προβαλλόμενους πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση.

Δ ι ά  τ α ύ τ α.

1ο. Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.
2ο. Ακυρώνει την από 30.10.1992 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως  του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
3ο. Απορρίπτει τις παρεμβάσεις.
4ο. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και.
5ο. Απαλλάσσει τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και τους  παρεμβαίνοντες από τη δικαστική  δαπάνη.
6ο. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 1996 και η  απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 1997.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis