Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Ζημιά επενδυτή, υποχρέωση διαφώτισης επενδυτή, πρόστηση, απάτη.

Αδικοπραξία. Απάτη. Πρόκληση ζημίας σε επενδυτή. Αγορά ομολογιών από επενδυτή αντί της κατάρτισης ετήσιας προθεσμιακής κατάθεσης, όπως είχε ενημερωθεί από τους υπαλλήλους της εναγόμενης εταιρείας. Παράλειψη της εναγόμενης εταιρείας να τηρήσει τις υποχρεώσεις σαφούς πληροφόρησης και διαφώτισης, την επιβαλλόμενη από την καλή πίστη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στις συναλλαγές και τις προστατευτικές των συμφερόντων του επενδυτή διατάξεις του ΚΔΕΠΕΥ. Η υπογραφή του επενδυτή κάτωθι του κειμένου της ένδικης αίτησης ότι γνώριζε πλήρως και κατανοούσε τους όρους των ομολογιών, δεν μπορούσε να απαλλάξει τους εναγόμενους από την ευθύνη τους. Ευθύνη από πρόστηση. 

Ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς υπαιτίως σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ’ αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ’ αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά αυτή δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση.
  
Άρειος Πάγος, Πολιτικό τμήμα Α',  631/ 2015  

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη-Εισηγητή και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

Από διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος η ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του, συνάγεται ότι, ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς υπαιτίους σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ’ αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ’ αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά αυτή δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση (ΑΠ 1325/07). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμελείας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β)η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ) ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία .είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου πρόσωπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγομένη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1197/2005). 
Τέλος, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 του Π.Κ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, αποσκοπώντας στη δήλωση βουλήσεως του απατηθέντος, ο οποίος ένεκα της απάτης προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται- σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 325/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο. Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 147 και 149 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ. Α.Κ), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914, 922, 932, 147, 149 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ’ αυτής ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί επιδικάσεως αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως αυτού για την υλική και ηθική αντίστοιχα ζημία την οποία υπέστη από την περιγραφόμενη σ’ αυτήν (αγωγή) αδικοπρακτική συμπεριφορά (απάτη) των προστηθέντων υπαλλήλων της, δεχθείσα, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, τη συνδρομή όλων των από τις προαναφερθείσες διατάξεις απαιτουμένων για την κατάφαση της αποδιδομένης σ’ αυτήν αδικοπρακτικής συμπεριφοράς προϋποθέσεων, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντας την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης. 
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (αρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, η τελευταία, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα παρακάτω "Ο ενάγων είναι συνταξιούχος ΟΓΑ, εργάσθηκε όλη του τη ζωή αποκλειστικά ως κτηνοτρόφος και έχει περιορισμένες γραμματικές γνώσεις αποφοίτου δημοτικού σχολείου. Από το έτος 2000 υπήρξε πελάτης της εναγομένης Τράπεζας, στο υποκατάστημά της στην Ελασσόνα, στο οποίο ο ενάγων διατηρούσε τον υπ’ αριθμ ... κοινό καταθετικό λογαριασμό, με συνδικαιούχους τη σύζυγο του και τα δύο τέκνα του. Είχε δε μεταφέρει τα χρήματά του, στο εν λόγω κατάστημα, από την ..... Τράπεζα, λόγω της γνωριμίας του με τον τότε Διευθυντή του εν λόγω καταστήματος κ.Τ.. Επιθυμία του ενάγοντος ήταν κυρίως να αποταμιεύει τα χρήματά του και να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει κάθε μήνα το κεφάλαιό του και τους παραγόμενους από αυτό τόκους και να το έχει διαθέσιμο για την κάλυψη των εκάστοτε οικογενειακών του αναγκών. Ο ενάγων σκόπευε να χρησιμοποιεί το ανωτέρω ποσό και δεν ενδιαφερόταν για μια ριψοκίνδυνη, υψηλού ρίσκου και απόδοσης, επένδυση αλλά για κάτι ασφαλές, με σταθερό επιτόκιο και απλό στην επενδυτική πρακτική. Εξάλλου η ηλικία του ενάγοντος (69 ετών) και οι γραμματικές του γνώσεις δεν του επέτρεπαν να ασχοληθεί με ιδιαίτερης μορφής επενδύσεις, που απαιτούσαν εξιδιασμένη γνώση και συναλλακτική εμπειρία. Ο ενάγων ασχολούμενος όλη του ζωή αποκλειστικά με την κτηνοτροφία ήταν παντελώς ανίδεος από οικονομικά προϊόντα, τα οποία δεν μπορούσε ούτε να κατανοήσει, πολλώ δε μάλλον να αξιολογήσει και έτσι προέκρινε την τοποθέτηση των χρημάτων του σε βραχυχρόνιες προθεσμιακές καταθέσεις, επιδιώκοντας προεχόντως να μην προκληθούν απώλειες του κεφαλαίου του και παράλληλα να επιχειρηθεί η αύξηση αυτού μέσω τοποθετήσεως, που δεν θα προκαλούσε κίνδυνο απώλειας του αρχικού ποσού. Τον Μάιο του έτους 2004 ο ενάγων υποβλήθηκε σε αφαίρεση όγκου του πνεύμονα και έκτοτε αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Περί τα μέσα του έτους 2005 το κεφάλαιο του ενάγοντος στον ανωτέρω λογαριασμό ανερχόταν στο ποσό των 400.000 ευρώ, το οποίο ο ενάγων δέσμευε σε μηνιαία προθεσμιακή κατάθεση, την οποία ανανέωνε κάθε μήνα, με τη λήξη εκάστης μηνιαίας περιόδου. Τον ανωτέρω τρόπο καταθέσεως ο ενάγων είχε επιλέξει, διότι, όπως προαναφέρθηκε, επιθυμούσε να διατηρεί τη δυνατότητα διαχείρισης και διάθεσης για τις οικογενειακές του ανάγκες του ανωτέρω κεφαλαίου του, έχοντας ταυτόχρονα την ασφάλεια ότι έχει μια δεδομένη απόδοση και ότι δεν κινδυνεύει να απωλέσει μέρος του κεφαλαίου αυτού. Από τα μέσα του έτους 2004 ο διευθυντής του ανωτέρω καταστήματος κ. Σ. και η υπάλληλος αυτού Ι. Γ., που ήταν σύζυγος ενός φίλου του γιού του ενάγοντος, προέτρεπαν τον ενάγοντα να αλλάξει την ανωτέρω προθεσμιακή κατάθεση και να καταθέσει τα χρήματά του σε ετήσιο προθεσμιακό πρόγραμμα, με επιτόκιο 6%, και καταβαλλόμενους τόκους ανά τρίμηνο, επικαλούμενοι ότι τα χρήματά του ήταν απολύτως ασφαλή και πολύ αποδοτικότερα από τη μηνιαία προθεσμιακή κατάθεση, που μέχρι τότε ο ενάγων επέλεγε. Το γεγονός ότι ο ενάγων ανέφερε στην αγωγή του ως όνομα του Διευθυντή της εναγομένης το όνομα του κ. Λ., οφείλεται σε προφανή παραδρομή του ενάγοντος, ο οποίος ανέφερε το όνομα του, κατά την άσκηση της αγωγής, υπηρετούντος στο παραπάνω Υπ/μα διευθυντή της εναγόμενης, παραδρομή η οποία όμως δεν αναιρεί το γεγονός της συνάντησης του ενάγοντος με τον τότε διευθυντή της εναγομένης κ. Σ., συνάντηση εξάλλου που ούτε ο μάρτυρας της εναγομένης αμφισβήτησε. Ο ενάγων πεισθείς από τις επαναλαμβανόμενες συμβουλές των ανωτέρω υπαλλήλων της εναγομένης, υπέγραψε, στις 14/9/2005, παρουσία των ανωτέρω υπαλλήλων και του στελέχους του τμήματος "..." της εναγομένης κ. Σ., την από 14/9/2005 αίτηση και τους επισυναπτόμενους σ’ αυτήν όρους, αντίγραφο των οποίων (εγγράφων) δεν του χορηγήθηκε. Με την ανωτέρω όμως αίτηση, όπως διαπίστωσε αργότερα ο ενάγων, στις αρχές Οκτωβρίου 2006, δεν είχε καταρτίσει ετήσια προθεσμιακή κατάθεση, όπως πίστευε και τον είχαν ενημερώσει οι ανωτέρω υπάλληλοι της εναγομένης, αλλά είχε αγοράσει (6) ομολογίες με την ονομασία ...εκδόσεως της εταιρείας "...", υπό την εγγύηση της εναγομένης, ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ εκάστη, με ημερομηνία εκδόσεως 30/9/2005 και ημερομηνία λήξεως 30/9/2015... Εξάλλου στο έντυπο της ένδικης αίτησης, πριν από το σημείο της υπογραφής της από τον ενάγοντα αναγράφονταν τα εξής: "Δηλώνω ότι γνωρίζω πλήρως, κατανοώ και αποδέχομαι τους όρους των Ομολογιών. Οι Ομολογίες συνεπάγονται κινδύνους για εμένα, οι οποίοι περιγράφονται ειδικότερα στο επισυναπτόμενο παράρτημα το οποίο κατενόησα πλήρως πριν από την υποβολή της παρούσας. Συμφωνώ, αποδέχομαι και αναγνωρίζω ότι η Τράπεζά σας δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε ζημία, απώλεια ή δαπάνη ενδεχομένως θα υποστώ λόγω της αγοράς των Ομολογιών, κάθε κινδύνου αναλαμβανομένου αποκλειστικά από εμένα". Τα ανωτέρω έντυπα όμως, τα οποία ο ενάγων δεν ανέγνωσε, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στους υπαλλήλους της εναγομένης με τους οποίους συνεργαζόταν και στα λεγόμενα αυτών, δεν ανταποκρίνονταν στη βούληση του ενάγοντος περί ετήσιας προθεσμιακής κατάθεσης των χρημάτων του με επιτόκιο 6%, όπως τον είχαν διαβεβαιώσει οι ανωτέρω υπάλληλοι της εναγομένης, αλλά αφορούσαν άλλη επένδυση. Ο ενάγων υπέγραψε την εν λόγω αίτηση, αποβλέποντας στην αποταμίευση του κεφαλαίου του και αυτή τη διαβεβαίωση του παρείχαν οι υπάλληλοι της εναγομένης, στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν επρόκειτο για αποταμίευση κεφαλαίου, αλλά τελικά για επενδυτικό προϊόν που συνδεόταν με σοβαρούς κινδύνους, καθόσον ούτε οι αποδόσεις του ήταν εγγυημένες ούτε η προστασία του κεφαλαίου, σε περίπτωση μεταβίβασης των ομολογιών πριν τη λήξη τους ... Απεναντίας, ο ενάγων πείστηκε και υπέγραψε την ένδικη αίτηση, πιστεύοντας ότι πρόκειται για ετήσια προθεσμιακή επένδυση με υψηλή απόδοση 6% ετησίως, όπως τον είχαν διαβεβαιώσει προφορικώς οι υπάλληλοι της εναγομένης, για την αξιοπιστία των οποίων δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει, ενόψει και της μακροχρόνιας και χωρίς προβλήματα συνεργασίας τους. Η υπογραφή του ενάγοντος κάτωθι του κειμένου της ένδικης αίτησης ότι γνωρίζει πλήρως και κατανόησε τους όρους των Ομολογιών, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση, διότι καταρχήν, όπως προαναφέρθηκε, η ένδικη αίτηση δεν διαβάστηκε από τον ενάγοντα και δεν του εξηγήθηκαν, πριν τη υπογραφή της, οι όροι της, περαιτέρω δε η ως άνω απάντηση δε συνάδει με τις γνώσεις του ενάγοντος και τη μηδενική εμπειρία του στα ζητήματα αυτά αλλά και με το γεγονός ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχε επενδύσει σε σύνθετα επενδυτικά προϊόντα. Το ότι ο ενάγων είχε ενημερωθεί περί ετήσιας προθεσμιακής κατάθεσης και πίστευε ότι είχε προβεί σε τέτοιου είδους κατάθεση, όπως τον είχαν ενημερώσει οι υπάλληλοι της εναγομένης, επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι με τη λήξη του έτους ο ενάγων προσήλθε, στις αρχές Οκτωβρίου 2006, στο ανωτέρω κατάστημα της εναγομένης για να παραλάβει το κεφάλαιο του, ενόψει δε της αρνήσεως των υπαλλήλων της εναγομένης να του το καταβάλουν, και των λεγομένων τους ότι αν επέμενε θα υφίστατο απώλεια της τάξης του 30%, προσέφυγε στον πρώην διευθυντή του εν λόγω καταστήματος, κ.Τ., από τον οποίο και έμαθε, το πρώτον, για το είδος της επένδυσης που είχε πράγματι καταρτίσει. Ακολούθως, ο ενάγων, υπέβαλε, την από 10/11/08 αναφορά του προς την Τράπεζα της Ελλάδος, αναφέροντας τα ανωτέρω, την αντιστοίχου περιεχομένου από 9/1/09 αναφορά του προς τον μεσολαβητή Τραπεζικών και επενδυτικών υπηρεσιών και την από 30/1/09 αίτησή του προς το τμήμα "..." Βόλου της εναγομένης. Σημειωτέον δε ότι επί της ανωτέρω εξωδίκου δηλώσεως η εναγομένη ουδέποτε απάντησε ούτε προέβη σε οποιονδήποτε εσωτερικό έλεγχο για τη βασιμότητα των καταγγελομένων. Εν τέλει η εναγομένη στις 5/2/2009 προέβη στην πώληση των ως άνω ομολογιών στη δευτερογενή αγορά και κατέβαλε αυθημερόν στον ενάγοντα το ποσό των 232.000 ευρώ. Από την προπεριγραφείσα υπαίτια παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις σαφούς πληροφόρησης και διαφώτισης, την επιβαλλόμενη από την καλή πίστη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στις συναλλαγές και τις προστατευτικές των συμφερόντων του επενδυτή διατάξεις του ΚΔΕΠΕΥ, ο ενάγων υπέστη αιτιωδώς συνδεόμενη υλική ζημία, ποσού 67.800 ευρώ, ήτοι τη διαφορά του καταβληθέντος στην εναγομένη κεφαλαίου του από το τίμημα που εισέπραξε, στις 5/2/09, με βάση την αξία των ομολογιών κατά την πώλησή τους καθώς και ποσό 2.622,90 ευρώ, από απώλεια τόκων που θα του είχε αποδώσει το ανωτέρω κεφάλαιο του από 30/9/05 έως 30/8/08, ήτοι υπέστη συνολική ζημία 70.422,90 (67.800+2.622,90) ευρώ".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932, 147, 149 ΑΚ, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταφάσεως της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας δεχθείσα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, τη συνδρομή όλων των, από τις εν λόγω διατάξεις απαιτουμένων γι’ αυτήν (κατάφαση), προϋποθέσεων και ειδικότερα α) της επιδειχθείσας από τους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσείουσας υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς και β) της υπάρξεως αιτιώδους συναφείας μεταξύ αυτής και της προκληθείσας στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο ζημίας με την υποστηρίζουσα τις παραδοχές αυτές αιτιολογία ότι "... Ο ενάγων υπέγραψε την ένδικη από 14/9/2005, αίτηση πιστεύοντας ότι πρόκειται για ετήσια προθεσμιακή επένδυση με υψηλή απόδοση 6% ετησίως, όπως τον είχαν διαβεβαιώσει προφορικώς οι υπάλληλοι της εναγομένης, ενώ, στην πραγματικότητα, προέβαινε μ’ αυτήν (αίτηση) στην αγορά 6 ομολογιών των 50.000 € εκάστης με την ονομασία ...της εταιρείας "..." με ημερομηνία εκδόσεως 30.9.05 και λήξεως 30.9.15. Ο ενάγων υπέγραψε την εν λόγω αίτηση αποβλέποντας στην αποταμίευση του κεφαλαίου του και αυτή τη διαβεβαίωση του παρείχαν οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν επρόκειτο, όμως, για αποταμίευση αλλά τελικά για επενδυτικό προϊόν που συνδεόταν με σοβαρούς κινδύνους ... Από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των υπαλλήλων της εναγομένης ο ενάγων υπέστη, αιτιωδώς συνδεομένη, υλική ζημία ποσού 70.422 € ..." επαρκώς προσδιοριζομένων μ’ αυτήν, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, τόσο της αιτιώδους συναφείας μεταξύ της προδιαληφθείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστιθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας όσο και του βαθμού του πταίσματος αυτών, συνισταμένου σε δολία προαίρεση των τελευταίων, την οποία, παρά το μη ρητό χαρακτηρισμό της, δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση με τις ταυτόσημες εννοιολογικά παραδοχές ότι "ο ενάγων πείστηκε και υπέγραψε αίτηση πιστεύοντας ότι πρόκειται για ετήσια προθεσμιακή κατάθεση με υψηλή απόδοση 6% ετησίως, όπως τον είχαν διαβεβαιώσει οι ανωτέρω υπάλληλοι ... αυτή τη διαβεβαίωση (της καταρτίσεως δηλαδή συμβάσεως προθεσμιακής κατάθεσης και όχι αγοράς ομολογιών) του παρείχαν οι υπάλληλοι της εναγομένης".
Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και δικαιολογούν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κρίνονται απορριπτέες, ως αβάσιμες, οι προσβαλλόμενες (από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) αιτιάσεις.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-9-2014 και με αριθμ. καταθ. 758/2014 αίτηση αναιρέσεως της 4767/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...