Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Μεταχρονολογημένη επιταγή, προσωπική κράτη διαχειριστή, ΕΠΕ.

Αδικοπραξία. Έκδοση μεταχρονολογημένων ακάλυπτων επιταγών από διαχειριστή ΕΠΕ στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας. Η αρχή της μη ευθύνης του διαχειριστή δεν ισχύει, όταν υπάρχει ευθύνη αυτού από αδικοπραξία, οπότε θεμελιώνεται και ιδιαίτερη ευθύνη αυτού. Στη περίπτωση αυτή, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει, κατά πρώτο λόγο, τον εκδότη της επιταγής εν γνώσει της ανεπάρκειας των διαθεσίμων κεφαλαίων και, κατά δεύτερο λόγο, το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Προσωπική κράτηση. Η εξαίρεση της παρ. 3 του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ αναφέρεται μόνο στην απαγόρευση της προσωπικής κράτησης των εκπροσώπων ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιορισμένης ευθύνης για χρέη εμπορικά ή από δικαιοπραξία, που βαρύνουν μόνο το νομικό πρόσωπο και όχι για χρέη από αδικοπραξία, που βαρύνουν το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, έστω και αν αυτό τέλεσε την αδικοπραξία στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί. Αγωγή αποζημίωσης του νομίμου εξ αναγωγής κομιστή επιταγών που κατέβαλε το ποσό αυτών. Πτώχευση ΕΠΕ. Δεν αίρεται η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του εναγόμενου διαχειριστή, που εξέδωσε τις ακάλυπτες επιταγές εντεύθεν και η αστική του ευθύνη προς αποζημίωση. 
  
Άρειος Πάγος, Πολ.Τήμα Α1,  271/ 2015
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

Από τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων του, τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 65, 67 και 68 AK, αντιπροσωπεύουν αυτό και εκφράζουν τη βούληση του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης για τον πράξαντα ή τον παραλείψαντα, που ευθύνεται σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ο διαχειριστής αυτής δεν έχει μεν προσωπική ευθύνη για τα χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη του από αδικοπραξία υπό τη συνδρομή των οριζομένων στη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ. προϋποθέσεων (ΑΠ 28/11). Η αρχή, δηλαδή, της μη ευθύνης του διαχειριστή δεν ισχύει, όταν υπάρχει ευθύνη αυτού από αδικοπραξία, κατά τις γενικές αρχές, οπότε θεμελιώνεται και ιδιαίτερη αυτού ευθύνη. Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από το διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, κατά την άσκηση των καθηκόντων του στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει, κατά πρώτο λόγο, τον "εκδόντα την επιταγήν" εν γνώσει της ανεπάρκειας των διαθεσίμων κεφαλαίων και, κατά δεύτερο λόγο, το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. (ΑΠ 1083/2008). Τέλος, ό κομιστής της επιταγής μπορεί, μαζί με την αγωγή από το αδίκημα να σωρεύσει και αίτημα προσωπικής κράτησης του εκδότη για την εκτέλεση της αξίωσης από το αδίκημα. Το αίτημα για την απαγγελία της προσωπικής κράτησης είναι νόμιμο και όσον αφορά το διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, εφόσον αυτός είναι "ο δράστης του αδικήματος", δηλαδή, το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, το οποίο εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή εν γνώσει της ανεπάρκειας της κάλυψης, καθόσον, η εξαίρεση της παρ. 3 του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ αναφέρεται μόνο στην απαγόρευση της προσωπικής κράτησης των εκπροσώπων ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιορισμένης ευθύνης για χρέη εμπορικά ή από δικαιοπραξία, που βαρύνουν μόνο το νομικό πρόσωπο και όχι για χρέη από αδικοπραξία, που βαρύνουν το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, έστω και αν αυτό τέλεσε την αδικοπραξία στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί (ΑΠ 29/2006, ΑΠ 136/2010, ΑΠ 157/2010, ΑΠ 1353/2011).
Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, κατ`ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ`εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 71, 914 ΑΚ και 79 ν. 5960/ 33, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή ως βάσιμη ουσιαστικά, απορρίπτοντας, κατ`ουσίαν, την ασκηθείσα κατά της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως (2483/11 ΜΠρΑ) έφεσή του, την κατ`αυτού, εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία ζήτησε την καταψήφισή του στην καταβολή, και με προσωπική του κράτηση, ως εξ αδικοπραξίας ενεχομένου, του ποσού των 58.555 ευρώ, ως αποζημίωσή της για την ισόποση θετική ζημία την οποία υπέστη από την, σε βάρος της διαπραχθείσα από τον πρώτο (αναιρεσείοντα), υπό την ιδιότητά του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της αναφερομένης σ`αυτήν Ε.Π.Ε. αδικοπραξία (έκδοση ακαλύπτων επιταγών) δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, την κατάφαση των απαιτουμένων για τη θεμελίωση της αποδιδομένης σε βάρος του αδικοπρακτικής ευθύνης προϋποθέσεων, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, απέκλειαν την κρίση αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ` εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος (αναιρεσείων), με την ιδιότητά του ως νομικού εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...", κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του 2009 έως και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, εξέδωσε, στην Αθήνα, σε διαταγή του ιδίου, τις με αριθ.... επιταγές, με φερόμενες ημεροχρονολογίες έκδοσης 30-12- 2009, 30-1- 2010, 30-1-2010, 10-2-2010, 28-2-2010 και 28-2-2010 με χρέωση των με αριθ. ... και ... λογαριασμών που τηρούσε η εταιρία στην ... και στην ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ποσού 10.000 ευρώ, 14.000 ευρώ, 10.000 ευρώ, 10.000 ευρώ, 9.555 ευρώ και 5.000 ευρώ αντίστοιχα. Τις επίδικες επιταγές ο εναγόμενος μεταβίβασε με οπισθογράφηση και παρέδωσε στην εκπροσωπούμενη από αυτόν ανωτέρω εταιρία περιορισμένης ευθύνης, η οποία, με τη σειρά της, και κατά τον ίδιο τρόπο τις μεταβίβασε στην ενάγουσα χάριν καταβολής τιμήματος εμπορευμάτων που προμηθεύτηκε. Την πρώτη, την δεύτερη, την τρίτη και την έκτη από τις εν λόγω επιταγές η ενάγουσα οπισθογράφησε, λόγω ενεχύρου και παρέδωσε στην "....", ενώ την πέμπτη στην "...". Τις επίδικες επιταγές οι εν λόγω κομίστριες εμφάνισαν εμπρόθεσμα, ήτοι στις 30-12-2009, 1-2-2010, 1- 2-2010, 17-2-2010, 1-3-2010 και 1-3-2010, αντίστοιχα, όμως δεν πληρώθηκαν, ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς της εκδότριας εταιρίας επί των οποίων είχαν εκδοθεί, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τις βεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων των τραπεζών, στις οποίες εμφανίστηκαν, επί των σωμάτων των επίδικων επιταγών. Ακολούθως, η ενάγουσα, αφού κατέβαλε στις ανωτέρω κομίστριες την αξία των επιταγών, ανέλαβε εκ νέου τα σώματά τους και κατέστη νόμιμη εξ αναγωγής κομίστρια αυτών. Από τη μη πληρωμή των επιταγών η ενάγουσα υπέστη ισόποση με τη συνολική αξία τους περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη στο ποσό των 58.555 ευρώ. Ο εναγόμενος εξέδωσε τις επίμαχες μεταχρονολογημένες επιταγές μολονότι γνώριζε ότι ήταν αδύνατο να εξασφαλίσει τα αντίστοιχα χρηματικά κεφάλαια για την πληρωμή τους έστω και κατά τους (μεταγενέστερους) φερόμενους χρόνους της έκδοσης και της πληρωμής τους, καθόσον η ως άνω διαχειριζόμενη και εκπροσωπούμενη από τον ίδιο εμπορική εταιρία αντιμετώπιζε, κατά τον επίδικο χρόνο της πραγματικής έκδοσης των επιταγών, άμεσα οικονομικά προβλήματα, με κύρια συνέπειά τους την έλλειψη ρευστότητας, τα οποία, αντί να επιλυθούν, οδήγησαν προοδευτικά στην πλήρη παύση των πληρωμών της (σχ. η με αριθ. 848/28- 9-2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η εταιρία που τη διαδέχθηκε με την επωνυμία "..." κηρύχθηκε σε πτώχευση κατόπιν της από 1-2-2010 αίτησης - δήλωσης της). Συνεπεία της πτώχευσης δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του εναγόμενου διαχειριστή, που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές εντεύθεν δε και η αστική του ευθύνη προς αποζημίωση. Τούτο, γιατί το αποτέλεσμα της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, που επήλθε με βάση το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 3588/2007, που στερεί αυτοδικαίως τον πτωχεύσαντα της διοίκησης (διάθεσης και διαχείρισης) της πτωχευτικής περιουσίας και την επιλεκτική εξόφληση των εταιρικών χρεών, δεν επεκτείνεται και στην περιουσία του νομίμου αντιπροσώπου της πτωχεύσασας εταιρείας, του οποίου η ποινική και αστική ευθύνη από την έκδοση της ακάλυπτης και μη πληρωθείσας επιταγής διατηρείται, χωρίς να επηρεάζεται από την επελθούσα λόγω της πτώχευσης μεταβολή στη νομική κατάσταση της εταιρίας και με δεδομένο ότι η πτώχευση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, όπως εν προκειμένω, δεν επάγεται κατά νόμο αυτόθροη συμπτώχευση και του νομίμου εκπροσώπου της, όπως π.χ. συμβαίνει στην ομόρρυθμη εταιρία (ΑΠ 907/2008) ... Επίσης ενόψει του ύψους της απαίτησης, της βαρύτητας της πράξης και των συνεπειών της, του πταίσματος και της αφερεγγυότητας του εναγόμενου, πρέπει να απαγγελθεί σε βάρος του εναγομένου, προσωπική κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, διάρκειας μέχρι τεσσάρων (4) μηνών ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, το οποίο, ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως (2483/11 Μ.ΠρΑ), δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις διαλαβούσα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κατάφασης της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, δεχθείσα τη συνδρομή των απαιτουμένων για τη θεμελίωση αυτής προϋποθέσεων και ειδικότερα: α)την από τον αναιρεσείοντα, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", έκδοση των προαναφερθεισών (εξ) τραπεζικών μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την νομότυπη και εμπρόθεσμη εμφάνισή τους γι` αυτό στις πληρώτριες τράπεζες, λόγω ελλείψεων διαθεσίμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς της εκδότριας ως άνω εταιρείας, κατά τις επ` αυτών έγγραφες βεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων των εν λόγω τραπεζών β) την (από τον ως άνω αναιρεσείοντα) έκδοση των εν λόγω τραπεζικών επιταγών "εν γνώσει" της ανεπαρκείας, κατά τον χρόνο εκδόσεως αυτών διαθεσίμων κεφαλαίων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "Ο εναγόμενος (αναιρεσείων) εξέδωσε τις επίμαχες μεταχρονολογημένως επιταγές μολονότι εγνώριζε ότι ήταν αδύνατο να εξασφαλίσει τα αντίστοιχα χρηματικά κεφάλαια για την πληρωμή τους έστω και κατά τους (μεταγενέστερους) φερόμενους χρόνους της έκδοσης και της πληρωμής τους καθόσον η ως άνω διαχειριζόμενη και εκπροσωπούμενη από τον ίδιο εμπορική εταιρεία αντιμετώπιζε άμεσα οικονομικά προβλήματα με κύρια συνέπειά τους την έλλειψη ρευστότητας ..." και γ) την πρόκληση από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος θετικής ζημίας στην αναιρεσίβλητη ίσης προς το συνολικό ποσό (58555 €) των εκδοθεισών επιταγών, ως μέσο αναγκαστικής αποκατάστασης της οποίας απαγγέλθηκε σε βάρος του αδικοπραγήσαντος αναιρεσείοντος, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς την αναγκαιότητα και τη διάρκειά της, εφόσον δεν προβάλλεται χρήση απροσφόρων (εκτός του σκοπού της προσωπικής κρατήσεως) κριτηρίων (ΑΠ 554/2007, ΑΠ 1846/07, ΑΠ 1530/04, ΑΠ 842/11) κρίση του δικαστηρίου προσωπική κράτηση 4 μηνών "ενόψει του ύψους της απαίτησης, της βαρύτητας της πράξης και των συνεπειών της του πταίσματος και της αφερεγγυότητας του εναγομένου" την οποία (προσωπική κράτηση) δεν αποκλείει η διάταξη του άρθρου 1047 παρ.3 ΚΠολΔ αφού, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στην απαγόρευση προσωπικής κρατήσεως των εκπροσώπων ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης για χρέη εμπορικά και όχι για χρέη από αδικοπραξία που βαρύνουν το φυσικό πρόσωπο έστω και αν η διαπραχθείσα απ` αυτό αδικοπραξία, έλαβε χώρα στο πλαίσιο των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί (ΑΠ 1353/11, ΑΠ 157/10).
Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες, από το αρθ.559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατ` ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη υποβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προ έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-6-14 και με αριθμό καταθ. 568/14, αίτηση αναιρέσεως της 7796/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis