Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Δικηγορικό απόρρητο, Εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος, ΣΔΟΕ.

Περίληψη. Δικηγορικό απόρρητο και προϋποθέσεις κάμψης του. Προστασία ιδιωτικής ζωής. Έρευνα και κατάσχεση εγγράφων σε δικηγορική εταιρεία. Προϋποθέσεις. Κάμψη της απαγόρευσης έρευνας και κατάσχεσης σε δικηγορικά γραφεία στην περίπτωση που ο ίδιος ο συνήγορος είναι αυτουργός ή συμμέτοχος στο έγκλημα που ερευνάται. Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος και υπάλληλοι ΣΔΟΕ. Κάμψη κάθε επαγγελματικού απορρήτου βάσει του άρθ. 30§6 του ν. 3296/2004 και του ά. 17 Α του ν. 2523/1997. Δεν αντιτάσσεται το επαγγελματικό απόρρητο έναντι των οργάνων του ΣΔΟΕ και έναντι του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

 Ως εκ τούτου η προανακριτική διαδικασία κατάσχεσης εγγράφων δικηγορικής εταιρείας κρίνεται σύννομη, καθ’ όσον έγινε κατόπιν εντολής του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης ΣΔΟΕ Αττικής προς διερεύνηση οικονομικής εγκληματικότητας τόσο των εντολέων της δικηγορικής εταιρείας όσο και της συμμετοχής της ίδιας της δικηγόρου στις δραστηριότητες αυτές και ολοκληρώθηκε υπό την επίβλεψη του αρμόδιου Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, ο οποίος δεν υπόκειται σε περιορισμούς επαγγελματικού απορρήτου.
  
Συμβούλιο Πλημ/ κών Αθήνας 1966/ 2014

Πρόεδρος Α. Αναστασίου Μέπη Γ.-Ε. Παπαγιαννοπούλου, Δ. Φούκας Εισαγγελέας Ε. Μιχαλοπούλου, Aντεισαγγελέας.

Με την ανωτέρω υπ` αριθμ. ΕΟΕ 68/14/1 εισαγγελική πρόταση νομότυπα (άρθρα 32 παρ. 1,138 παρ. 2,268 παρ. 3 και 307 περ. β του ΚΠΔ) εισάγεται παρεμπιπτόντως ενώπιον του Συμβουλίου τούτου η προκείμενη ποινική δικογραφία, προκειμένου να κριθεί η στα πλαίσια διενεργούμενης προκαταρκτικής εξετάσεως από τον Οικονομικό Εισαγγελέα υποβληθείσα από 18.2.2014 αίτηση της Α.Π., δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, επί της οδού ... αριθμ.... με αριθμό μητρώου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ)..., που ασκήθηκε από αυτήν με την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας-εταίρου της εδρεύουσας στην Αθήνα στην ως άνω διεύθυνση δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «...» και με την οποία γίνεται επίκληση του δικηγορικού απορρήτου και εγείρονται αντιρρήσεις αφενός μεν για την αποσφράγιση των περιεχομένων σε φακέλους κατασχεθέντες στις 22.1.2014 από υπαλλήλους του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) εγγράφων που αφορούν υποθέσεις εντολέων της ως άνω δικηγορικής εταιρίας, των οποίων τη διερεύνηση ανέλαβε διαρκούσης της διαδικασίας έρευνας και κατάσχεσης ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος και αφετέρου για τη μη λήψη υπόψη του περιεχομένου των εγγράφων αυτών (για την κατ` άρθρα 268 παρ. 3 και 307 περ. β` ΚΠΔ αναλογικά εφαρμοζόμενα αρμοδιότητα του συμβουλίου πλημμελειοδικών ως προς το ζήτημα της άρσης ή μη της επιβληθείσας στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης κατασχέσεως Βλ. ΣυμβΠλημΙωαν 82/2011, ΣυμβΠλημΠειρ 83/2009, αμφότερα σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑΘ 3788/2004 ΠοινΔικ 2004,1124, ΣυμΒΠλημΧαλκιδικ 169/1988 ΠοινΧρ ΛΗ`, 919, ΠλημΛαρ 561/1967 ΠοινΧρ ΙΗ`, 374, ΠλημΠατρ 943/1965 ΠοινΧρ ΙΣΤ, 108).

Από την ένδικη αίτηση καθώς και από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν των με αριθμούς: α) ΩΟΙΕ/11/214, β) Β12/400 και γ) Ω11/47 παραγγελιών του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που απευθύνθηκαν προς την Περιφερειακή Διεύθυνση του ΣΔΟΕ Αττικής οι δύο (2) πρώτες και προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων του ιδίου Σώματος η τρίτη, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση προς διακρίβωση της τελέσεως των εγκλημάτων: α) της εξακολουθητικής απάτης, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000 ευρώ) και της παράβασης του Ν 2523/1997, β) της παραβάσεως των άρθρων 17 και 19 του Ν 2523/1997 και γ) της καταδολιεύσεως δανειστών, καθώς και φορολογικών παραβάσεων, αντίστοιχα. Στα πλαίσια αυτά με τη με αριθμό 545/281324/22.1.2014 εντολή ελέγχου του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής του ΣΔΟΕ εντάλθηκαν οι υπάλληλοι του 5ου Τμήματος Ελέγχων της Α` Υποδιεύθυνσης Ελέγχων της πιο πάνω Διευθύνσεως Α.Δ. (υπεύθυνη ελέγχου), Ι.Δ., Ν.Μ., Κ.Ν. και Δ.Τ. να μεταβούν στην έδρα της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «...» στην οδό ... αριθμ.... στην Αθήνα και να ενεργήσουν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 του Ν 3296/2004, όπως ισχύει, 9Α του Ν 2523/1997, όπως ισχύει και 6 του Ν 2690/1999, συγκεκριμένα δε για να συγκεντρώσουν και να κατασχέσουν κρίσιμα έγγραφα, προκειμένου ακολούθως να τα επεξεργαστούν για τους σκοπούς της ανακριτικής διαδικασίας. Τα ερευνώμενα αδικήματα αφορούσαν κυρίως τον Ομιλο εταιριών συμφερόντων..., ο οποίος όπως προκύπτει από το με αριθμό εμπιστευτικού πρωτοκόλλου ../8.4.2014 έγγραφο με θέμα «Παροχή διευκρινίσεων» της ως άνω Υποδιεύθυνσης, που απευθύνθηκε στον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, είχε, κατά την αντίληψη των προανακριτικών υπαλλήλων, υποπέσει σε πληθώρα φορολογικών παραβάσεων, ενδεχομένως δε στα πλαίσια της λειτουργίας των επιχειρήσεων που τον συναποτελούσαν είχαν διαπραχθεί και απάτες οικονομικής φύσεως. Η συγκέντρωση των εγγράφων για τα οποία δόθηκε κατά τα ανωτέρω εντολή ελέγχου κρίθηκε απαραίτητη για το λόγο ότι η κυρίως εμπλεκόμενη εταιρία του εν λόγω Ομίλου, δηλαδή η εδρεύουσα στο ... Αττικής και νομίμως εκπροσωπούμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... ΑΕ» και το διακριτικό τίτλο «...» είχε παύσει να λειτουργεί κατά τρόπο μη ομαλό και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια του συνόλου σχεδόν των φορολογικών και λοιπών στοιχείων, γεγονός που επέβαλε στη συνέχεια την ανάγκη «ανασύστασης» των εγγράφων δεδομένων που σχετίζονταν με την ποινική διερεύνηση των πράξεων για τις οποίες είχε παραγγελθεί η προκαταρκτική εξέταση. Πα τη δραστηριότητα του εν λόγω Ομίλου είχε έως τότε διαφανεί ότι είχε ως ιθύνοντα νου τον Κ.Γ., πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνοντα και εκτελεστικό σύμβουλο της ως άνω «... ΑΕ», ο οποίος είχε εμπλακεί στη σύναψη περισσοτέρων πιστωτικών συμβάσεων μεταξύ των επιχειρήσεων του Ομίλου και ημεδαπών τραπεζών, δυνάμει των οποίων εκταμιεύθηκε προς τον Ομιλο χρηματικό ποσό συνολικού ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ (1.000.000.000 ευρώ) περίπου, το οποίο δεν αποδόθηκε σ` αυτές και κατευθύνθηκε σε αγοραπωλησίες πνευματικών δικαιωμάτων, για τις οποίες το ΣΔΟΕ εκφράζει αμφιβολίες για τη νομιμότητα τους και τις ονομάζει ευθέως «ύποπτες συναλλαγές» με βάση «τη ροή του χρήματος». Από το ίδιο ως άνω έγγραφο παροχής διευκρινίσεων προκύπτει, επιπλέον, ότι ο έλεγχος κατευθύνθηκε στην πιο πάνω δικηγορική εταιρία επειδή η διαχειρίστρια αυτού-αντιλέγουσα Α.Π. διετέλεσε επί σειρά ετών νομική σύμβουλος των επιχειρήσεων του ερευνώμενου Ομίλου έχοντας αναλάβει σχεδόν κατ` αποκλειστικότητα τη νομική υποστήριξη του επί πλήθους συμβάσεων σχετικών με την εμπορία πνευματικών δικαιωμάτων. Η ίδια μάλιστα η αντιλέγουσα φέρεται αφενός μεν να έχει από κοινού με το σύζυγο της και να λειτουργεί εταιρία διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων με την επωνυμία «...», η οποία κίνησε ομοίως υποψίες περί διευκόλυνσης χρηματικών ροών, δεδομένου ότι έχει προβεί σε πωλήσεις πνευματικών δικαιωμάτων στην εταιρία «...», συμφερόντων της οικογένειας Γ. και, αφετέρου, να εξαγοράζει με τίμημα ανερχόμενο σε δεκαπέντε εκατομμύρια ευρώ (15.000.000 ευρώ) περίπου το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της εταιρίας αυτής (...). Κατά τη μετάβαση στην έδρα της πιο πάνω δικηγορικής εταιρίας των προαναφερόμενων ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων και με την παρουσία εισαγγελικής λειτουργού, που προσήλθε κληθείσα προς τούτο, η αντιλέγουσα επικαλέστηκε το από το άρθρο 39 παρ. 1 του Ν 4194/2013 δικηγορικό απόρρητο και αρνήθηκε την παράδοση σ` αυτούς των προς κατάσχεση εγγράφων εγχειρίζοντας τους μάλιστα το από 22.1.2014 έγγραφο αντιρρήσεων της, στο οποίο ισχυρίζεται ότι έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία των άρθρων 212 και 262 ΚΠΔ και τα έγγραφα να σφραγιστούν και να παραδοθούν προς το ΔΣΑ, προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη ή μη δικηγορικού απορρήτου. Πάντως, η διαδικασία της κατασχέσεως προχώρησε και συντάχθηκε σχετικά η από 22.1.2014 έκθεση παράδοσης των ως άνω προανακριτικών υπαλλήλων, στην οποία έχει επισυναφθεί το με αριθμό 1770/22.1.2014 πρωτόκολλο σφραγίσεως, όπου αναγράφεται ότι σφραγίστηκαν εννέα (9) κούτες περιέχουσες έγγραφα, που καταγράφηκαν αθρόα. Τα έγγραφα αυτά ακολούθως παραδόθηκαν σε υπάλληλο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου, όπως στην οπίσθια όψη του προαναφερομένου πρωτοκόλλου αναγράφεται, να διαβιβαστούν στον «αρμόδιο Οικονομικό Εισαγγελέα» κατόπιν προφορικής εντολής του. Πράγματι, με το υπ` αριθμ. 7041/23.1.2014 έγγραφο του, που απευθύνθηκε στη Διευθύνουσα την ενταύθα Εισαγγελία Πλημμελειοδικών, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος ζήτησε να του υποβληθεί η με ΑΒΜ ... ποινική προκαταρκτική δικογραφία, επειδή έκρινε ότι ενέπιπτε στην κατ` άρθρο 17Α του Ν 2523/1997 αρμοδιότητα του. Η δικογραφία διαβιβάστηκε σ` αυτόν με το με αριθμό ΕΠ ,../23.1.2014 έγγραφο της πιο πάνω Εισαγγελίας. Μετά δε ταύτα τα σφραγισθέντα έγγραφα διαβιβάστηκαν από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος με το με αριθμό 7044/23.1.2014 έγγραφο του προς τον Προϊστάμενο της πιο πάνω Διευθύνσεως του ΣΔΟΕ, εν συνεχεία, στις 18.2.2014, αποσφραγίστηκαν τα περιέχοντα αυτά χαρτοκιβώτια παρουσία της αντιλέγουσας και καταγράφηκαν όπως αναφέρεται στο υπ` αριθμ. 4790/21.2.2014 έγγραφο πρακτικό, που συντάχθηκε σχετικώς, το οποίο η αντιλέγουσα υπέγραψε με επιφύλαξη (των από 22.1.2014 αλλά και των ενδίκων αντιρρήσεων της) και ακολούθως κατασχέθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. παρ. 3,4 και 10 του ΠΔ 186/1992 «Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων», συνταχθείσας σχετικώς της με αριθμό 164/21.2.2014 εκθέσεως κατασχέσεως βιβλίων-στοιχείων.

Για τη νομική αξιολόγηση των προανακριτικών ενεργειών που οδήγησαν στην κατάσχεση των επίμαχων εγγράφων πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Στις διατάξεις των άρθρων 261 και 262 παρ. 1, 3 του ΚΠΔ ορίζεται ότι «Οι δημόσιοι υπάλληλοι γενικά στους οποίους έχει ανατεθεί έστω και προσωρινά δημόσια υπηρεσία και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 212 οφείλουν, αν διαταχθούν από εκείνον που κάνει την ανάκριση, να παραδώσουν στη δικαστική αρχή τα έγγραφα και στο πρωτότυπο τους ακόμα, καθώς και κάθε άλλο αντικείμενο που βρίσκεται στην κατοχή τους λόγω των καθηκόντων τους, του λειτουργήματος ή του επαγγέλματος τους, εκτός αν δηλώσουν εγγράφως, έστω και αναιτιολόγητα, ότι πρόκειται για διπλωματικό ή στρατιωτικό μυστικό που ανάγεται στην ασφάλεια του κράτους ή μυστικό που σχετίζεται με το λειτούργημα ή το επάγγελμα τους» (άρθρο 261), «Αν εκείνος που εκτελεί την κατάσχεση νομίζει ότι η δήλωση που έγινε σύμφωνα με το άρθρο 261 δεν είναι αληθής και πρόκειται σύμφωνα με αυτήν για μυστικό του κράτους από τα αναφερόμενα στο άρθρο 261, σφραγίζει το έγγραφο ή το εξασφαλίζει με άλλον τρόπο χωρίς να μάθει το περιεχόμενο του και αναφέρεται στον εισαγγελέα εφετών που ειδοποιεί σχετικά τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ο Υπουργός έχει δικαίωμα είτε να επιτρέψει την κατάσχεση είτε όχι, με την επιφύλαξη της ποινικής και κάθε άλλης ευθύνης αν η δήλωση αποδειχθεί ψευδής» (άρθρο 262 παρ. 1) και «Αν ο κάτοχος δηλώσει ότι πρόκειται για μυστικό του λειτουργήματος ή του επαγγέλματος των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 212 και εκείνος που κάνει την κατάσχεση νομίζει ότι η δήλωση δεν είναι αληθής, σφραγίζει το έγγραφο ή το εξασφαλίζει με άλλον τρόπο, χωρίς να μάθει το περιεχόμενο του και ζητεί από το διοικητικό συμβούλιο του οικείου συλλόγου, δικηγορικού, ιατρικού ή φαρμακευτικού, ή από τον οικείο μητροπολίτη να κρίνει αν το έγγραφο περιέχει επαγγελματικό απόρρητο ή εξομολόγηση. Σε περίπτωση που σ` αυτό το ζήτημα θα δοθεί αρνητική απάντηση, το έγγραφο κατάσχεται, με επιφύλαξη της ποινικής και κάθε άλλης ευθύνης αν η δήλωση αποδειχθεί ψευδής» (άρθρο 262 παρ. 3).

Εξάλλου, στη διάταξη του υπό τον τίτλο «Δικονομικό πλαίσιο άσκησης της δικηγορίας» άρθρου 39 παρ. 1 του Ν 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων» (ΦΕΚ Α` 208/27.9.2013) ορίζεται «Απαγόρευση έρευνας και κατάσχεσης. Απαγορεύεται η διεξαγωγή έρευνας για την αναζήτηση εγγράφων ή άλλων στοιχείων ή των ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης αυτών, καθώς και η κατάσχεση αυτών, για όσο χρόνο βρίσκονται στην κατοχή του δικηγόρου για υπόθεση που αυτός χειρίζεται». Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Νόμου αυτού [Κεφάλαιο Δ` «Δικαιώματα και υποχρεώσεις του Δικηγόρου» (άρθρα 34-42), παρ. 4] με την προδιαληφθείσα διάταξη ουσιαστικά επαναλαμβάνεται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 49 του προϊσχύσαντος ΝΔ 3026/1954 «Περί του Κωδικός των δικηγόρων» (ΦΕΚ Α` 235/8.10.1954), που όριζε ότι «Eρευνα κατά τα άρθρα 253 και επόμενα του Κωδικός Ποινικής Δικονομίας, κατ` οίκον ή εν τω Γραφείω Δικηγόρου, ως και σωματικαί τοιαύται και κατασχέσεις εγγράφων κατ` άρθρο 261 και επόμενα του Κωδικός Ποινικής Δικονομίας ευρισκομένων εις χείρας δικηγόρου απαγορεύονται, εφ` όσον ο Δικηγόρος είναι πληρεξούσιος του κατηγορουμένου ή συνήγορος αυτού» και η οποία θέσπιζε υποχρέωση τήρησης απορρήτου και εχεμύθειας ως θεμέλιο της εμπιστοσύνης, την οποία πρέπει να απολαμβάνει ο δικηγόρος και συνολικά το δικηγορικό λειτούργημα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς εκείνες των υπό τους αντίστοιχους τίτλους «επαγγελματικό απόρρητο των μαρτύρων» και «παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας» άρθρων 212 παρ. 1 ΚΠΔ και 371 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζουν ότι «Η διαδικασία ακυρώνεται, αν εξεταστούν στην προδικασία ή στην κύρια διαδικασία: α)..., β) οι συνήγοροι, οι τεχνικοί σύμβουλοι και οι συμβολαιογράφοι σχετικά με όσα τους εμπιστεύθηκαν οι πελάτες τους. Οι συνήγοροι και οι τεχνικοί σύμβουλοι κρίνουν σύμφωνα με τη συνείδηση τους αν και σε ποιο μέτρο πρέπει να καταθέτουν όσα άλλα έμαθαν με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματος τους...»(άρθρο 212 παρ. 1 ΚΠΔ) και «Κληρικοί, δικηγόροι και κάθε είδους νομικοί παραστάτες, συμβολαιογράφοι, γιατροί, μαίες, νοσοκόμοι, φαρμακοποιοί και άλλοι στους οποίους κάποιοι εμπιστεύονται συνήθως λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητας τους ιδιωτικά απόρρητα, καθώς και οι βοηθοί των προσώπων αυτών, τιμωρούνται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι ενός έτους αν φανερώσουν ιδιωτικά απόρρητα που τους τα εμπιστεύτηκαν ή που τα έμαθαν λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητας τους» (άρθρο 371 παρ. 1 ΠΚ), θεσπίζεται ένα πλέγμα προστασίας του δικηγορικού απορρήτου, που κατοχυρώνεται ως επαγγελματικό απόρρητο, υπό την έννοια της υποχρέωσης της Πολιτείας στο σεβασμό του και της απειλής ποινικής κυρώσεως στο δικηγόρο που παραβιάζει την υποχρέωση εχεμύθειας που πηγάζει από το λειτούργημα του.
Οι συγκεκριμένες διατάξεις συνιστούν περιορισμό στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, που αποτελεί το σκοπό της ποινικής δίκης, αποδίδουν, όμως, ταυτόχρονα και το αποτέλεσμα της νομοθετικής σταθμίσεως μεταξύ των εννόμων αγαθών της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου, στην οποία συμβάλλει η ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας αφενός και της εμπιστοσύνης του κοινού στο κοινωνικό λειτούργημα του δικηγόρου αφετέρου, το οποίο, άλλωστε, συνδέεται περαιτέρω όχι μόνον με τη σφαίρα των απορρήτων κάθε ανθρώπου ως ειδική έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας του και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του Συντ.) αλλά και με τις αρχές της δίκαιης δίκης. Ομως τούτο ισχύει ως εξαίρεση στην ποινική δίκη, όπου δεσπόζει η ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας, με αποτέλεσμα η προστασία (και) του δικηγορικού απορρήτου να μην είναι απόλυτη. Για αυτό το λόγο, άλλωστε, ο νομοθέτης αφενός μεν στη διάταξη του άρθρου 212 ΚΠΔ αναφέρει περιοριστικά τις περιπτώσεις απαγόρευσης εξέτασης ως μαρτύρων ορισμένων κατηγοριών επαγγελμάτων-λειτουργημάτων και αφετέρου στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 371 ΠΚ ορίζει ότι το αρχικό άδικο της από τον δικηγόρο αποκάλυψης του απορρήτου αίρεται και η πράξη μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση καθήκοντος του ή στη διαφύλαξη έννομου ή για άλλο λόγο δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος, δημόσιου ή του ιδίου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Στα πλαίσια αυτά πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απαγόρευση της έρευνας και κατάσχεσης σε δικηγορικό γραφείο που ισχύει καταρχήν εφόσον ο δικηγόρος είναι πληρεξούσιος ή συνήγορος του κατηγορουμένου, κάμπτεται, πάντως, στην περίπτωση που ο συνήγορος του κατηγορουμένου είναι ο ίδιος αυτουργός εγκλήματος ή συμμέτοχος στο έγκλημα που ερευνάται. Η έρευνα στο συνήγορο αυτό είναι επιτρεπτή και ο ίδιος αντιμετωπίζεται τότε από τον ανακρίνοντα όπως και κάθε κατηγορούμενος. Σε κάθε περίπτωση πάντως η θεσμική κατοχύρωση του επαγγελματικού απόρρητου γενικά αποτελεί αξιολογική στάθμιση από το νομοθέτη αφενός μεν του απορρήτου και των αξιών που αυτό προστατεύει και αφετέρου των εννόμων αγαθών που κινδυνεύουν από την τήρηση του. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, πρώτον, το (και) δικηγορικό απόρρητο δεν κατοχυρώνεται σε συνταγματικά κείμενα (τουλάχιστον των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης [ΕΕ]), δεύτερον, για την παραβίαση του στα πλαίσια της ποινικής δίκης (και σε αντίθεση με την περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 212 ΚΠΔ) δεν απαγγέλλεται δικονομική κύρωση στα άρθρα 261 και 262 ΚΠΔ, με αποτέλεσμα καταρχήν να μην παράγεται ακυρότητα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 ΚΠΔ (επί λ.χ. έρευνας και κατάσχεσης εγγράφων από τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές, με μόνη δυνατότητα την ενδεχόμενη απαγγελία απόλυτης ακυρότητας κατ` άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ` του ιδίου Κώδικα στην περίπτωση της αποδεικτικής αξιοποίησης των πορισμάτων που εξήχθησαν από τα παρανόμως κατασχεθέντα έγγραφα) και, τρίτον, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβλέψει ότι το ίδιο απόρρητο κάμπτεται, εφόσον πρόκειται να προστατευθεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον και συγκεκριμένα όταν διά της υποχωρήσεως του δικηγορικού απορρήτου πρόκειται να εξυπηρετηθεί υπέρτερο αυτού έννομο αγαθό.Έτσι, ο κοινός νομοθέτης έχει θεσπίσει διατάξεις με τις οποίες προκρίνει τη μη δέσμευση από το (επαγγελματικό γενικά) απόρρητο της δράσης δημοσίων υπηρεσιών εντεταλμένων στην εξυπηρέτηση δημόσιων σκοπών, όπως είναι η πρόληψη της οικονομικής παραβατικότητας και η καταστολή της οικονομικής εγκληματικότητας. Πράγματι, με τη διάταξη του υπό τον τίτλο «Σύσταση Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ) και κατάργηση του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ)» [η οποία, βέβαια, μετονομάστηκε εκ νέου σε ΣΔΟΕ με την παρ. 1 του άρθρου 88 του Ν 3842/2010 (ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010)] άρθρου 30 παρ. 6 του Ν 3296/2004 «Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α` 253/14.12.2004) ορίστηκε ότι «Οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων έχουν πρόσβαση και λαμβάνουν οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή σχετίζεται με την άσκηση του έργου και της αποστολής τους, ύστερα από σχετική υπηρεσιακή εντολή, μη υποκείμενοι σε περιορισμούς διατάξεων περί απορρήτου, υποχρεούμενοι όμως στην τήρηση των διατάξεων περί εχεμύθειας του άρθρου 26 του Υπαλληλικού Κώδικα». Σχετικώς στην αιτιολογική έκθεση του Ν 3296/2004 αναφέρεται ότι με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 30 σκοπείται «η παράκαμψη εμποδίων που μπορεί να προβληθούν κατά την άσκηση του έργου της νέας υπηρεσίας και ρητά ορίζεται ότι έχει πρόσβαση και μπορεί να λαμβάνει οποιαδήποτε πληροφορία χωρίς περιορισμούς από διατάξεις περί απορρήτου (φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού κ.λπ.). Η ανωτέρω ρύθμιση είναι αναγκαία, δεδομένου ότι στις αρμοδιότητες της νέας υπηρεσίας εμπίπτει η διασφάλιση μείζονος δημόσιου συμφέροντος, ώστε να μη δημιουργούνται αμφισβητήσεις και παρεμποδίζεται η εκπλήρωση του σκοπού της». Το κριθέν από το νομοθέτη ως υπέρτερο του απορρήτου δημόσιο συμφέρον εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ίδια αιτιολογική έκθεση, συνίσταται στην προστασία των εθνικών και κοινοτικών πόρων, της επιχειρηματικότητας και του κοινωνικού συνόλου. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν 3943/2011 «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών» (ΦΕΚ Α` 66/31.3.2011) προστέθηκε μετά το άρθρο 17 του Ν 2523/1997 «Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α` 179/11.9.1997) νέο άρθρο 17Α με τίτλο «Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος», στην παρ. 8 του οποίου ορίζεται ότι «Οι εισαγγελικοί λειτουργοί της παρ. 1 έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα». Σχετικώς στην αιτιολογική έκθεση του Ν 3943/2011 αναφέρεται ότι για την αντιμετώπιση του οικονομικού εγκλήματος απαιτείται νομοθετικό πλαίσιο που θα συμβάλλει στον αποτελεσματικότερο εντοπισμό, διερεύνηση, αποκάλυψη και πάταξη των οικονομικών εγκλημάτων, που υπονομεύουν την καλή λειτουργία της οικονομίας ή σημαντικών λειτουργικών κλάδων και θεσμών της. Επομένως, το κριθέν εδώ ως υπέρτερο του απορρήτου έννομο αγαθό είναι, όπως ρητά στην ως άνω έκθεση διακηρύσσεται, η προστασία της εθνικής οικονομίας και των δημοσιονομικών της Χώρας αλλά και το αίσθημα ασφάλειας και η εμπιστοσύνη των πολιτών στη λειτουργία ενός υγιούς κράτους δικαίου, χωρίς διακρίσεις υπέρ ορισμένων κοινωνικών ομάδων και σε Βάρος άλλων. Επομένως, με τις διατάξεις αυτές θεσπίστηκε κάμψη κάθε επαγγελματικού (και του δικηγορικού απορρήτου), το οποίο πλέον δεν αντιτάσσεται από το φορέα του έναντι των οργάνων του ΣΔΟΕ κατά την άσκηση των νομίμων καθηκόντων τους αλλά και ενώπιον του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος κατά την άσκηση του έργου του. Αντίθετο συμπέρασμα δε συνάγεται από τη μεταγενέστερη των παραπάνω διατάξεων ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν 4194/2013, που προαναφέρθηκε. Τούτο δε καθόσον ο νομοθέτης αυτού δεν σκόπευε να εξαιρέσει από την ελεγκτική (και ανακριτική) αρμοδιότητα του ΣΔΟΕ και του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος τους δικηγόρους ρυθμίζοντας ειδικώς τα της έρευνας και κατάσχεσης των εγγράφων που αυτοί κατέχουν στα γραφεία τους και αφορούν εντολείς τους και θεσπίζοντας απόρρητο υπέρ αυτών. Τούτο συνάγεται εναργώς από την αιτιολογική έκθεση του Ν 4194/2013, στην οποία αναφέρεται ότι «Ειδικά οι διατάξεις της παρ. 1 και 5 του άρθρου 39 είναι απολύτως συμβατές με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την παρ. 2 του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης C-305/2005 με αντικείμενο έκδοσης προδικαστικής απόφασης ως προς το κύρος του άρθρου 2α σημείο 5 της Οδηγίας 91/308 και στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 12323/11 Michaud κατά Γαλλίας». Πράγματι, με τη δεύτερη των ανωτέρω αποφάσεων το ΕΔΔΑ, αφού δέχθηκε ότι «το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ... παρέχει ενισχυμένη προστασία στην επικοινωνία μεταξύ των δικηγόρων και των εντολέων τους. Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι δικηγόροι είναι επιφορτισμένοι με ένα θεμελιώδη ρόλο σε μια δημοκρατική κοινωνία, αυτόν της υπερασπίσεως των διαδίκων. Οι δικηγόροι δεν μπορούν, όμως, να ασκήσουν αυτό το ουσιώδες καθήκον αν δεν είναι σε θέση να εγγυηθούν προς εκείνους τους οποίους εκπροσωπούν ότι η επικοινωνία τους θα παραμείνει απόρρητη. Είναι η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, η οποία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση της αποστολής τους, που διακυβεύεται εν προκειμένω. Εμμέσως αλλ` αναγκαίως εξηρτημένο από αυτήν είναι το δικαίωμα κάθε προσώπου σε δίκαιη δίκη, περιλαμβανομένου του δικαιώματος της μη αυτοενοχοποίησης. Αυτή η πρόσθετη προστασία που παρέχει το άρθρο 8 στην εμπιστευτικότητα των σχέσεων δικηγόρου-εντολέως και οι λόγοι στους οποίους αυτή (η πρόσθετη προστασία) βασίζεται οδηγεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι, από αυτή τη σκοπιά, το δικηγορικό επαγγελματικό απόρρητο προστατεύεται ειδικώς από το άρθρο 8», αποφάνθηκε ακολούθως ότι η επιβαλλόμενη από την εθνική νομοθεσία υποχρέωση των δικηγόρων να αναφέρουν στις αρχές τις ύποπτες δραστηριότητες των εντολέων τους που συναρτώνται με πράξεις νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων συνιστά πράγματι επέμβαση στο δικαίωμα τους για προστασία της επικοινωνίας τους με τους πελάτες τους, όσο και στο δικαίωμα για προστασία της προσωπικής τους ζωής, που περιλαμβάνει και δραστηριότητες επαγγελματικής φύσης, η επέμβαση όμως αυτή υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, είναι ανεκτή, εφόσον προβλέπεται στο νόμο, επιδιώκει τους σκοπούς της παρ. 2 του άρθρου αυτού και είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία για την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο περιορισμός του δικηγορικού απορρήτου με διατάξεις εθνικών νόμων που αποβλέπουν στην πάταξη της οικονομικής εγκληματικότητας και στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων προερχομένων από εγκληματικές δραστηριότητες δεν είναι δυσανάλογος, αφού η πάταξη αυτών αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Αλλά και το ΔΕΚ/ΔΕΕ με την πρώτη των ανωτέρω αποφάσεων, που εκδόθηκε για το ίδιο κατά βάση ζήτημα και συγκεκριμένα για το αν διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, που επιβάλλουν σε δικηγόρους την υποχρέωση αφενός να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές οσάκις διαπιστώνουν γεγονότα για τα οποία γνωρίζουν ή έχουν υπόνοιες ότι συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και αφετέρου να διαβιβάζουν στις εν λόγω αρχές τα πρόσθετα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία αυτές κρίνουν αναγκαία, συνιστούν αδικαιολόγητη προσβολή των αρχών της προστασίας του επαγγελματικού (δικηγορικού) απορρήτου και της ανεξαρτησίας του δικηγόρου, οι οποίες αποτελούν συστατικό στοιχείο του θεμελιώδους δικαιώματος κάθε πολίτη για δίκαιη δίκη, έκρινε ότι το δικαίωμα αυτό δεν προσβάλλεται (αφού η επιβαλλόμενη ως άνω υποχρέωση δεν συνδεόταν αυτονόητα με κάποια ένδικη διαδικασία). 
Με βάση λοιπόν όσα προαναφέρθηκαν αλλά και ενόψει της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 «Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του Προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952» (ΦΕΚ Α` 256/20.9.1974) και αποτελεί έκτοτε αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι «Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου (στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, στην κατοικία και στην αλληλογραφία κάθε προσώπου), εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον διά την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημέριαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων», πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κάμψη του δικηγορικού απορρήτου που προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 6 Ν 3296/2004 και 17Α Ν 2523/1997, εφόσον θεσπίζεται προς εξυπηρέτηση του εκάστοτε υπέρτερου, κατά τη νομοθετική αξιολόγηση, δημόσιου συμφέροντος, όπως προαναφέρθηκε, το οποίο ανάγεται στην κατά την ΕΣΔΑ οικονομική ευημερία της Χώρας, προσαρμόζεται απολύτως προς το καθεστώς προστασίας της ιδιωτικότητας (τόσο του δικηγόρου όσο και του εντολέα του) που θεσπίζει η ΕΣΔΑ αλλά και προς τις συνταγματικές επιταγές για την προστασία της προσωπικότητας και της επικοινωνίας αλλά και προς τις θεμελιώδεις αρχές της δίκαιης δίκης (για όλα τα ανωτέρω Βλ. Α. Κωνσταντινίδη, Ερευνες και κατασχέσεις σε δικηγορικά γραφεία, ΠοινΧρ 1995, 865, Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δικηγορικό απόρρητο και νομιμοποίηση παράνομων εσόδων, ΠοινΧρ 2006,289, Β. Φλωρίδη, Η άρση του δικηγορικού απορρήτου και το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη, υπό το φως της απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 26ης Ιουνίου 2007 (υπόθεση C-305/2005), ΠοινΔικ 2007, 1200, Π. Παπανδρέου, Ο Οικονομικός Εισαγγελέας με τον Ν 3943/2011 «Περί καταπολέμησης της φοροδιαφυγής». Αρμοδιότητες και Προβληματισμοί, ΠοινΔικ 2012, 410, Μ. Καράβια, σε Λ.-Α. Σισιλιάνου, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ` άρθρο, 2013, άρθρο 8, σελ. 310-362, Π. Τσιρίδη, Ο νέος νόμος για το ξέπλυμα χρήματος (Ν 3691/2008), 2009, σελ. 162 επ., Π. Πανταζόπουλου, Συμβατότητα με την ΕΣΔΑ των περιορισμών του δικηγορικού απορρήτου από τη νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ΔΕΕ 2013, 222 επ., Κ. Κουτσουλέλου, Το καθήκον εχεμύθειας του δικηγόρου, ΝοΒ 2004,1982). Με βάση όσα εκτέθηκαν η προπεριγραφείσα προανακριτική διαδικασία κατάσχεσης των εγγράφων της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «...» κρίνεται σύννομη, καθόσον η έρευνα στην έδρα της έλαβε χώρα με νόμιμη εντολή του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής του ΣΔΟΕ, στα πλαίσια της οποίας σκοπήθηκε η συγκέντρωση εγγράφων προς διερεύνηση οικονομικής εγκληματικότητας εντολέων της εταιρίας αυτής, η οποία είχε νομίμως ανατεθεί στους επιληφθέντες ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους με διαδοχικές εισαγγελικές παραγγελίες και ολοκληρώθηκε υπό την επίβλεψη του αρμόδιου Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, ο οποίος δεν υπόκειται στους περιορισμούς κανενός επαγγελματικού απορρήτου, έχοντας ακώλυτη πρόσβαση σε κάθε πληροφορία επί ζητήματος που άπτεται της αρμοδιότητας του. Και είναι μεν αληθές ότι η διαδικασία της κατάσχεσης άρχισε υπό την επίβλεψη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, έναντι του οποίου θα μπορούσε να προβληθεί το από τα άρθρα 261 και 262 ΚΠΔ καθιερούμενο δικηγορικό απόρρητο, πλην όμως πρέπει να σημειωθεί ότι η από αυτόν διενεργηθείσα προανάκριση ανατέθηκε στους υπαλλήλους της Περιφερειακής Διεύθυνσης .ΣΔΟΕ Αττικής, που δεν υπόκεινται στις περιοριστικές διατάξεις περί απορρήτου. Να σημειωθεί ακόμη και ότι σε κάθε περίπτωση η προανακριτική διαδικασία, που οδήγησε στην κατάσχεση των επίμαχων εγγράφων, αποσκοπούσε, όπως ευθέως από το ανωτέρω έγγραφο παροχής διευκρινίσεων του ΣΔΟΕ συνάγεται, στη διερεύνηση της συμμετοχής (και) της αντιλέγουσας στις ερευνώμενες δραστηριότητες που κρίθηκαν ύποπτες, με αποτέλεσμα η διαδικασία να κρίνεται σύννομη και από την άποψη αυτή. Επομένως, οι κρινόμενες αντιρρήσεις πρέπει να απορριφθούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis