Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Domain names, διακριτικός τίτλος, προστασία.

Ηλεκτρονικό εμπόριο. Χρήση «domain name». Επέχει θέση οιονεί λειτουργίας διακριτικού τίτλου και σήματος. Το ομοειδές του «domain name» αλλά και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, σαφώς συνηγορεί υπέρ της κατάφασης της προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος. Άρση της σύγκρουσης μεταξύ του διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, επωνυμίας, σήματος και «domain name» με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας κατά τα εν γένει ισχύοντα. Ο κίνδυνος σύγχυσης, ωστόσο, πρέπει να νοηθεί ευρέως, ώστε να μην αποκλείεται ακόμα και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση παράγει ή εμπορεύεται ανόμοια προϊόντα ή προσφέρει ανόμοιες υπηρεσίες, αφού και στην περίπτωση αυτή ο καταναλωτής μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει σχέση συνεργασίας.

 Η εκ μέρους της εναγόμενης χρήση της επίμαχης λέξης στον διακριτικό τίτλο της επιχειρήσεώς της και ως τμήμα του «domain name» για την προβολή της στο διαδίκτυο, συνιστούσε εκμετάλλευση της φήμης και της διαφημιστικής λειτουργίας του σήματος και διακριτικού γνωρίσματος της επιχείρησης της ενάγουσας. Επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Σήμα φήμης. Προϋποθέσεις προστασίας του.

                                       Άρειος Πάγος, A2` Πολιτικό Τμήμα, 1609/ 2014

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 εδ. α`, β` και γ`, 18 παρ. 1 και 26 του Ν 2239/1994 "περί σημάτων" που συνόψισε σε ενιαίο κείμενο την υφισταμένη ελληνική νομοθεσία για τα εμπορικά σήματα, αποτελούμενη κατά βάση από το ν. 1998/1939 και το ν. 3205/1955, καθώς και το Π.Δ 3171/1992, που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την 89/104/ΕΟΚ/21.12.1980 πρώτη οδηγία, συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, β) Με την καταχώρηση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα, για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, και συγκεκριμένα παρέχεται σε αυτόν το δικαίωμα, να επιθέτει το σήμα στα προϊόντα, ή εμπορεύματα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά, ή οπτικοακουστικά μέσα, ενώ όποιος χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα, που ανήκει σε άλλο, για διάκριση όμοιων ή παρόμοιων προϊόντων ή εμπορευμάτων, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. Δεδομένου του απoλύτoυ χαρακτήρα του δικαιώματος, κάθε προσβολή είναι κατ` αρχήν παράνομη, διότι περιέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία που παρέχει το δικαίωμα στον δικαιούχο, ώστε δεν ερευνάται περαιτέρω η τυχόν ύπαρξη πταίσματος του τρίτου, γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία, όμως, λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης, που προκαλεί η όλη παράσταση, και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη ως μέτρου του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια της θεώρησης, εκ πλάνης, του προϊόντος, στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος (ΑΠ 1227/2008, ΑΠ 660/2008 και 1604/2004, 330/2007, ΑΠ 1131/2005). Στην περίπτωση σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης ή μη απομίμησής του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού. Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντύπωσης έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα. Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιέρωσης μιας ένδειξης στις συναλλαγές τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποίησης ή απομίμησης πρέπει να είναι αυστηρότερες (ΑΠ 1227/ 2009).
Επίσης, από τις άνω διατάξεις και αυτές των άρθρων 6, 8, 14 και 15 του άνω Ν. (2239/1994) προκύπτει ότι, εκείνος που κατέθεσε νόμιμα σήμα και το σήμα αυτό έγινε δεκτό με αμετάκλητη απόφαση του αρμόδιου οργάνου, αποκτά, μέχρις ότου τούτο διαγραφεί κατά τη νόμιμη διαδικασία, το αποκλειστικό δικαίωμα να το χρησιμοποιεί, από την ημέρα που υπέβαλε τη σχετική δήλωση (ΑΠ 1604/2003, ΑΠ 1131/1995). Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Ν. 2239/1994, το δικαίωμα, που παρέχει το σήμα, δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας, ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας. Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο, και πάντως όχι "εν είδει σήματος". Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η ειδική περίπτωση της σύγκρουσης σήματος, που αποτελείται από όνομα ή προσδιοριστικές δηλώσεις εμπορεύματος, προς παρεμφερές όνομα ή παρεμφερείς δηλώσεις, τις οποίες χρησιμοποιεί άλλος ανταγωνιστής. Η σύγκρουση αυτή αίρεται με τον περιορισμό των από το πρώτο σήμα απορρεουσών εξουσιών υπέρ των άλλων ανταγωνιστών και της ολότητας, δηλαδή, με την κατάθεση του πρώτου σήματος, δεν εμποδίζεται άλλος να χρησιμοποιήσει το όνομα, την επωνυμία, την κατοικία του, όπως και δηλώσεις για το είδος, το χρόνο και τον τόπο παραγωγής, την ποιότητα, τον προορισμό, την τιμή ή το βάρος κάποιου προϊόντος ή εμπορεύματος ομοειδούς, αν η χρησιμοποίηση αυτή δεν γίνεται "εν είδει σήματος", δηλαδή για τον προσδιορισμό της προέλευσης προϊόντων ορισμένης επιχείρησης, με την επίθεση αυτού επάνω στα προϊόντα αυτά ή στα εμπορεύματα. Υποδεικνύεται, έτσι, με τη διάταξη αυτή και η δεκτικότητα της κατάθεσης ως σήματος νεότερης ένδειξης, η οποία περιέχει τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή δηλώσεις, αν δεν χρησιμοποιούνται "εν είδει σήματος", δηλαδή κατά τρόπο, που δεν δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης (ΑΠ 330/2007). Συνεπώς, δεν εμποδίζεται ο τρίτος, να χρησιμοποιεί σήμα άλλου ως επωνυμία του ή ως διακριτικό τίτλο της επιχείρησής του, προς διάκρισή του στο εμπόριο, όπου δραστηριοποιείται, και συναλλάσσεται και όχι για τον προσδιορισμό της προέλευσης των προϊόντων ή υπηρεσιών της επιχείρησής του, υπό τον περαιτέρω, όμως, περιορισμό ότι η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα ισχύοντα στο εμπόριο και τη βιομηχανία συναλλακτικά ήθη. Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου, που χρησιμοποιεί το σήμα τρίτου ως επωνυμία ή διακριτικό τίτλο ή εν γένει διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησής του, συνιστά ένσταση, στηριζόμενη στην παραπάνω διάταξη. Επίσης υπό το δίκαιο που ισχύει τώρα (ν. 2239/1994), όταν πρόκειται για σήμα φήμης στην Ελλάδα, ο τρίτος δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το σήμα φήμης, ιδίως με μορφή επωνυμίας ή διακριτικού γνωρίσματος της δικής του επιχείρησης, έστω και αν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του δεν ομοιάζουν με εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί, εφόσον η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος ή διακριτικού γνωρίσματος θα προσπόριζε σ` αυτόν, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού (άρθρα 4 παρ. 1 γ` και 26 παρ. 1 ν. 2239/1994). Η διεύρυνση αυτή της προστασίας του σήματος φήμης, πέραν των όμοιων ή παρόμοιων προϊόντων, δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας του έντονου διακριτικού του χαρακτήρα ή της φήμης του. Για να υπάρχει, όμως, σήμα φήμης και, επομένως, ανάγκη διευρυμένης προστασίας, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) αυξημένος βαθμός καθιέρωσής του στις σχετικές συναλλαγές, β) μοναδικότητα του σήματος, με την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) να εμφανίζει το σήμα ορισμένο βαθμό ιδιοτυπίας (στην εμφάνισή του, στην εκφραστική του δύναμη κ.ά.) και δ) να υπάρχει μία θετική εκτίμηση του κοινού (παραστάσεις ποιότητας) σχετικά με τα προϊόντα που διακρίνει (ΣτΕ 2.812/1998).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς τον σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται χρηστά ήθη. Ο παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενόμενης ζημίας. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου, όποιος κατά τις συναλλαγές κάνει χρήση ονόματος, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχείρησης ή εντύπου κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το όνομα, την εμπορική επωνυμία ή το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα, τα οποία άλλος νομίμως χρησιμοποιεί, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσης. Ως ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμηση των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων κάποιου άλλου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: 1) ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό του ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που, κατά τη γενική αντίληψη, σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΑΠ Ολ 2/2008) και 2) ότι για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος, απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 2026/2007, ΑΠ 1123/2002, ΑΠ 1780/1999). Διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο, με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομα του), είτε η επιχείρηση (λ.χ. διακριτικός τίτλος της), είτε το εμπόρευμα ή οι υπηρεσίες (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός). Σε αντίθεση με τη γενική απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό κατά την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου αρκεί η χρήση να γίνεται κατά τρόπο, που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό. Χρήση, που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση, είναι η αυτούσια μίμηση και η παραποίηση, δηλαδή η χρησιμοποίηση με μικρές μεταβολές, που δεν αρκούν για να αποτραπεί η σύγχυση. Έτσι, η παραποίηση μπορεί να είναι οπτική, ηχητική, εννοιολογική ή και συνειρμική, τον δε κίνδυνο σύγχυσης μπορεί να δημιουργήσει η ομοιότητα λέξεων ή και αριθμών, που αποτελούν το γνώρισμα, εικόνων, ήχων, σχημάτων, χρωμάτων, σχεδίων, συσκευασιών, διαφημίσεων. Σημασία έχει η γενική εντύπωση, που δημιουργείται, ενώ ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται, όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές (ΑΠ 1409/1980). Κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει, όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, μπορεί να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σε ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών, όσον αφορά στην προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε στην ταυτότητα της επιχείρησης, είτε στην ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων. Τέτοια σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται, διότι ο σαφής σκοπός του νομοθέτη είναι, να αποτρέπονται πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μιας επιχείρησης και εκμετάλλευση της καλής της φήμης από άλλη επιχείρηση. Προϋπόθεση για να δημιουργηθεί σύγχυση από τη χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων είναι να έχουν διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προορισμό τους. Ο βαθμός της διακριτικής δύναμης προσδιορίζει και την έκταση προστασίας. Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης αποτελεί προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων. Ο παραβάτης των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να υποχρεωθεί σε παράλειψη χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος, από το οποίο μπορεί να προκληθεί η σύγχυση που προαναφέρθηκε ή και σε αποζημίωση εκείνου που ζημιώθηκε, αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ότι με τη χρήση αυτή μπορούσε να προκληθεί σύγχυση, ως και σε άρση της προσβολής, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην κατάσχεση και καταστροφή.
Ειδικότερα, αξίωση αποζημίωσης αναγνωρίζεται στον ζημιωθέντα τόσο στην περίπτωση του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 γενικά, όσο και στην περίπτωση του άρθρου 13 παρ. 18 του ίδιου νόμου, στη δεύτερη, όμως, περίπτωση μόνο, αν ο παραβάτης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή από αμέλεια δεν γνώριζε), ότι με τη χρήση του ξένου διακριτικού γνωρίσματος μπορούσε να προκληθεί σύγχυση. Σε περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού δεν αποκλείεται και επί πλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914, 932 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ήτοι όταν ο προσβάλλων ενεργεί με υπαιτιότητα. Η προαναφερόμενη γενική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν 146/1914 εφαρμόζεται, συμπληρωματικά - επικουρικά και επί εμπορικού ή βιομηχανικού σήματος, εφόσον η προστασία, που παρέχουν οι ειδικές περί σημάτων διατάξεις του Ν 2239/1994 δεν επαρκεί. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν 146/1914 προκύπτει ότι, για να παρασχεθεί στο δικαιούχο σήματος η προβλεπόμενη από το νόμο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό προστασία, απαιτείται, αφενός μεν πράξη να έγινε με σκοπό ανταγωνισμού, αφετέρου δε με τη χρήση του ξένου σήματος, να υπάρχει δυνατότητα πρόκλησης σύγχυσης στον κοινό καταναλωτή, σχετικά με την προέλευση ομοίων προϊόντων, χωρίς την οποία (σύγχυση) δεν νοείται, όπως αναφέρθηκε, αθέμιτος ανταγωνισμός (ΑΠ 1131/1995, ΑΠ 310/1990). Εάν, όμως, το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης και λόγω της χρησιμοποίησης του από άλλον υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, τότε το σήμα προστατεύεται και βάσει του άρθρου 13 του Ν 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού". Προς διάκριση της προέλευσης εμπορεύματος από συγκεκριμένο φορέα, δύναται είτε α) να κατατεθεί και καταχωρισθεί σήμα, είτε β) να χρησιμοποιηθεί στις συναλλαγές ένδειξη, η οποία δεν καταχωρίσθηκε ως σήμα. Στη δεύτερη περίπτωση, η ένδειξη προστατεύεται ως διασχηματισμός υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 του Ν 146/1914. Σε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται σύγκρουση μεταξύ σήματος αφενός και διακριτικού γνωρίσματος αφετέρου, τότε ισχύει ο κανόνας prior in tempore potior in iure. Ισχύει, δηλαδή, η αρχή της προτεραιότητας, υπό την προφανή έννοια ότι το παλαιότερον κτηθέν διακριτικό γνώρισμα υπερισχύει του νεοτέρου (ΑΠ 606/2005). Επομένως, σε περίπτωση, κατά την οποία προηγήθηκε η χρησιμοποίηση στις συναλλαγές διακριτικού γνωρίσματος, που έχει τα στοιχεία της ονοματικής λειτουργίας και της διακριτικής δύναμης, και στη συνέχεια ακολούθησε κατάθεση και αμετάκλητη παραδοχή σήματος, τότε - σύμφωνα με την προεκτεθείσα αρχή - υπερισχύει το διακριτικό γνώρισμα, οπότε ο δικαιούχος του τελευταίου, επικαλούμενος κατ` ένσταση την προτεραιότητά του, δικαιούται να αποκρούσει την επί παραλείψει αγωγή του δικαιούχου του σήματος, ως κάτοχος υπέρτερου δικαιώματος (ΑΠ 371/2012). Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος (άρθρο 32 του Ν. 2239/1994) και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψή τους ύπαρξη λόγου μη έγκρισης ή διαγραφής του (ΑΠ 344/2013). Προς προστασία όμως των συναλλαγών και του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο σύγχυσης περί της προέλευσης προϊόντων ή υπηρεσιών ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια (που έχουν δικαιοδοσία να κρίνουν για την αστική προστασία του σήματος του δικαιούχου από παράνομες προσβολές, τρίτων) ο κίνδυνος σύγχυσης που μπορεί να προκληθεί από τη χρήση δύο σημάτων στον μέσο καταναλωτή του σχετικού συναλλακτικού κύκλου είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης που προσφέρει τα προϊόντα (κίνδυνος σύγχυσης υπό στενή έννοια) είτε σε σχέση με τις σχέσεις της με άλλη επιχείρηση (κίνδυνος σύγχυσης υπό ευρεία έννοια (ΑΠ 1751/2011).
Εξάλλου βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο (internet), όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών. Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το "domain name" (όνομα περιοχής), το οποίο κατ` ουσίαν επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έλθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ` επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα, με τον τρόπο δε αυτό καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών ακόμη και η κατάρτιση συναλλαγών. To "domain name" δεν μπορεί κατ` αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σ` αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι, όπως και τα προηγούμενα, έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των παραπάνω επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο "domain name" μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος. Τούτο ενισχύεται και από το ότι οι κάτοχοι "domain name" στην πράξη εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία ή το σήμα τους, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων ορίων παροχής "domain name" για κάθε χρήση αλλά και της επιβαλλόμενης συντομίας για του είδους αυτού την επικοινωνία. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, η σύγκρουση μεταξύ διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, επωνυμίας, σήματος κ.λ.π. και "domain name" θα αρθεί κατ` αρχάς, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας κατά τα εν γένει ισχύοντα. Έτσι το ομοειδές του "domain name" αλλά και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα κ.λ.π., σαφώς συνηγορεί υπέρ της κατάφασης της προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος. Ο κίνδυνος σύγχυσης, ωστόσο, πρέπει να νοηθεί ευρέως, ώστε να μην αποκλείεται ακόμα και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση παράγει η εμπορεύεται ανόμοια προϊόντα η προσφέρει ανόμοιες υπηρεσίες, αφού και στην περίπτωση αυτή ο καταναλωτής μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει σχέση συνεργασίας. Απαιτείται, όμως, στην περίπτωση αυτή, να υπάρχει τουλάχιστον κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων, στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις, και τούτο διότι η έλλειψη κάθε σχέσης των οικονομικών κλάδων δραστηριότητας θα έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα παραπλάνησης ενός αμελητέου τμήματος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, το οποίο δεν θα επαρκούσε για την αποδοχή του κινδύνου σύγχυσης. 

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: "Η πρώτη ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, Α. Α., διατηρεί και εκμεταλλεύεται στη Θεσσαλονίκη, από το έτος 2000, ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο, μεταξύ και άλλων, την εμπορία ενδυμάτων και νυφικών υψηλής ραπτικής, το σύνολο των οποίων σχεδιάζει ο δεύτερος ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, Α. Α., ο οποίος είναι αδελφός της, από το ως άνω δε έτος (2000) ως διακριτικό τίτλο της επιχειρήσεως της η πρώτη χρησιμοποιεί τη λέξη "...", υποκοριστικό (χαϊδευτικό) του κύριου ονόματος του δεύτερου, με το οποίο ο τελευταίος προσφωνείται στις κοινωνικές και επαγγελματικές σχέσεις του, καθώς και στις οικονομικές συναλλαγές του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα (Α. Α.) στις 24 Μαρτίου 2008 κατέθεσε αίτηση στο Υπουργείο Ανάπτυξης, για την κατοχύρωση σήματος, αποτελούμενου από τις λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες ".......", το οποίο έγινε δεκτό με την υπ` αριθ. 1219/2009 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, έλαβε αριθμό 196970, η ίδια δε (εφεσίβλητη πρώτη ενάγουσα) κρίθηκε δικαιούχος του από την ημεροχρονολογία υποβολής της παραπάνω αιτήσεώς της, δηλαδή από 24- 3-2008 (βλ. άρθρο 25 του Ν. 2239/1994). Το παραπάνω σήμα χρησιμοποιείται από την εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα προς διάκριση προϊόντων της των κλάσεων 3, 18, 20, 23, 24 και 25, δηλαδή παρασκευασμάτων καθαρισμού, δερμάτων, επίπλων, υφασμάτων και ενδυμάτων περιλαμβανομένων των υποδημάτων. Για τη σύνθεση του ως άνω σήματος ("...... του οποίου κρίθηκε δικαιούχος η εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα, χρησιμοποιήθηκε το υποκοριστικό του κύριου ονόματος του εφεσίβλητου - δεύτερου ενάγοντος (Α. Α.), δηλαδή το χαϊδευτικό όνομα του σχεδιαστή των νυφικών και ενδυμάτων που εμπορευόταν αυτή, προκειμένου να διασφαλισθεί η ταυτότητα των παραπάνω ειδών και να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι αποτελούν δημιουργίες του ιδίου (εφεσίβλητου - δεύτερου ενάγοντος), πρακτική που είναι ευρέως διαδεδομένη στο χώρο της υψηλής ραπτικής και της μόδας. Το εν λόγω σήμα είναι ευρύτερα αναγνωρίσιμο, ιδίως στο καταναλωτικό κοινό της Βορείου Ελλάδας, έχει καταστεί δε γνωστό στους συναλλακτικούς κύκλους και διακρίνει κυρίως νυφικά και ενδύματα, ως προερχόμενα από την επιχείρηση της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας, καθώς και ότι αυτά είναι δημιουργίες του εφεσίβλητου - δεύτερου ενάγοντος. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι από το έτος 2000 η εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα, όπως ήδη προαναφέρθηκε, χρησιμοποιεί ως διακριτικό γνώρισμα της ως άνω ατομικής της επιχειρήσεως τη λέξη "......", σε συνδυασμό με το ότι διοργανώνει, για τις ανάγκες προβολής και διαφήμισης της ως άνω εμπορικής δραστηριότητάς της, από κοινού με τον εφεσίβλητο - δεύτερο ενάγοντα, δύο επιδείξεις μόδας ετησίως, μία την άνοιξη και μία το φθινόπωρο, ιδίως σε αίθουσες μεγάλων ξενοδοχείων της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης, με την παρουσία παραγόντων της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της πόλης, καθώς και σημαντικού αριθμού πελατών και προμηθευτών της, εκδηλώσεις που καλύπτονται από τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, με πληθώρα καταχωρίσεων με σχετικά ρεπορτάζ και φωτογραφικό υλικό, καθώς και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας. Στις εκδηλώσεις αυτές παρουσιάζονται οι σχεδιασθείσες από τον εφεσίβλητο - δεύτερο ενάγοντα συλλογές ενδυμάτων για την εκάστοτε χρονική περίοδο. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, Α. Β., διατηρεί και εκμεταλλεύεται στον ημιώροφο της επί της οδού … αρ. .. , στην περιοχή του Δήμου Θεσσαλονίκης πολυώροφης οικοδομής, ατομική επιχείρηση εμπορίας νυφικών και βαπτιστικών ενδυμάτων, στεφάνων, προσκλητηρίων, καλλυντικών και παροχής υπηρεσιών αισθητικής - μακιγιάζ (νύφης και γαμπρού). Στην εμπρόσθια όψη του μπαλκονιού της ως άνω επαγγελματικής εγκαταστάσεώς της η εκκαλούσα - εναγομένη έχει αναρτήσει πινακίδα με τον τίτλο ".......", προκειμένου να προβάλλει την προαναφερόμενη ατομική επιχείρηση της, η οποία λειτουργεί υπό το διακριτικό τίτλο ".........." από 23 Φεβρουαρίου 2007 όταν προέβη σε καταχώριση του στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, ενώ η ίδια κρίθηκε δικαιούχος του υπ` αρ. 206204 σήματος, που αποτελείται από τους λατινικούς χαρακτήρες "........", την απεικόνιση μίας μαργαρίτας κάτω από το χαρακτήρα "Β" και τη λέξη, επίσης με λατινικούς χαρακτήρες, ".....", το οποίο κατατέθηκε στις 27-11-2009 έγινε δε δεκτό με την υπ` αρ. 4810/2010 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και καταχωρήθηκε στα βιβλία σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, σήμα που χρησιμοποιείται από αυτήν προς διάκριση προϊόντων της των κλάσεων 25 και 44, δηλαδή ενδυμάτων, ιατρικών, κτηνιατρικών, αγροτικών, κηπουρικών και δασικών υπηρεσιών, διατηρεί δε και ιστοσελίδα στον κυβερνοχώρο με σκοπό την προβολή, διαφήμιση και προώθηση των ειδών που εμπορεύεται και των υπηρεσιών που παρέχει με τα στοιχεία ........ και ..... . Εξάλλου, από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε ότι η εκκαλούσα - εναγομένη, κατά την διαφημιστική προβολή της ως άνω ατομικής επιχειρήσεώς της, προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην προώθηση των νυφικών που εμπορεύεται, καθόσον η λέξη "νυφικά" δεσπόζει στις σχετικές καταχωρίσεις της στον περιοδικό παρουσιάσει το χώρο στον οποίο στεγάζεται η ως άνω επιχείρησή της και να προσελκύσει πελατεία χρησιμοποιεί τον όρο "...............", ενώ η λέξη ".." αποτελεί συνθετικό για το σχηματισμό του ως άνω "domain name" (ηλεκτρονικής διεύθυνσης) που χρησιμοποιεί στο internet (διαδίκτυο) για την προβολή της επιχειρήσεώς της. Από τα προαναφερόμενα σαφώς συνάγεται ότι η καλούσα - εναγομένη χρησιμοποιεί τη λέξη "..." για τη διάκριση των ως άνω ειδών που εμπορεύεται, την ίδια δε λέξη χρησιμοποιεί και σε διαφημιστικές καταχωρίσεις σε περιοδικά για την προβολή της, αλλά και στους καταλόγους της από τις αρχές του έτους 2007, ενώ η ισχύς του παραπάνω σήματος της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας (".......") αρχίζει από 24 Μαρτίου 2008, πλην όμως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η τελευταία χρησιμοποιεί στις συναλλαγές της από το έτος 2000, συνεχώς και αδιαλείπτως ως διακριτικό τίτλο της ως άνω επιχειρήσεώς της, τη λέξη "...... ....", με τον οποίο καθιερώθηκε στο συναλλακτικό κοινό, ενώ αντίθετα από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η εκκαλούσα - εναγομένη χρησιμοποιούσε τον προαναφερόμενο διακριτικό τίτλο πριν από το έτος 2007, αλλά ούτε και ότι καθιερώθηκε υπό τον διακριτικό αυτό τίτλο στις συναλλαγές της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, στις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2008, περιήλθε σε γνώση των εφεσίβλητων - εναγόντων ότι η αντίδικος τους χρησιμοποιεί ως διακριτικό τίτλο - γνώρισμα της ως άνω επιχειρήσεως της τη λέξη "....". Με την από 13-10-2008 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση -πρόσκληση προς την εκκαλούσα - εναγομένη, που επιδόθηκε στην τελευταία στις 14-10-2008 ... ζήτησαν από αυτήν να παύσει να χρησιμοποιεί τη λέξη ".........." για την προβολή της ως άνω ατομικής της επιχειρήσεως, η οποία (εκκαλούσα - εναγομένη), μολονότι με την από 29-10-2008 απάντηση της προς αυτούς (εφεσίβλητους - ενάγοντες) συνομολόγησε τη χρήση του ονόματος "........" στις συναλλαγές της, ισχυρίστηκε αφενός ότι το κύριο αντικείμενο της δραστηριότητάς της δεν είναι η εμπορία νυφικών, αλλά η παροχή αισθητικών υπηρεσιών και η εμπορία καλλυντικών και αφετέρου ότι έχει καταχωρίσει στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης ως διακριτικό τίτλο της επιχειρήσεώς της την επωνυμία "........" από το Φεβρουάριο του έτους 2007 και έκτοτε νόμιμα χρησιμοποιεί την παραπάνω λέξη "......", δήλωσε δε, με την ίδια απάντηση, ότι δεν είχε σκοπό να εκμεταλλευτεί τη φήμη των εφεσίβλητων - εναγόντων, επικαλούμενη ότι το αντικείμενο της δραστηριότητάς τους είναι εντελέως διαφορετικό. Ακολούθως οι εφεσίβλητοι -ενάγοντες, έχοντας την πεποίθηση ότι η ως άνω απάντηση της αντιδίκου της ήταν προσχηματική, σκοπός δε της τελευταίας ήταν η αθέμιτη χρήση της παραπάνω λέξης ("...........") στην επωνυμία της επιχειρήσεώς της για την απόσπαση πελατείας σε βάρος τους, άσκησαν την ένδικη από 15-9-2009 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 37418/17-9-2009 αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στην εκκαλούσα - εναγομένη στις 22 Σεπτεμβρίου 2009....Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, προκύπτει ότι το λεκτικό μέρος του ως άνω κατοχυρωμένου σήματος της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας ("...........") και του διακριτικού τίτλου της επιχειρήσεως της εκκαλούσας - εναγομένης ("..........."), που δηλώθηκε στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, στις 23 Φεβρουαρίου 2007 αλλά και του σήματος που καταχωρήθηκε υπέρ της τελευταίας με την υπ` αρ. 4810/2010 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (".........."), η κεντρική λέξη που δεσπόζει σ` αυτά ("....") είναι απολύτως όμοια ηχητικά και οπτικά, ανεξαρτήτως της διαφοράς στη γραμματοσειρά, στο μέγεθος και στο χρωματισμό των γραμμάτων. Ετσι, η συνολική εννοιολογική, οπτική και ηχητική εντύπωση που δημιουργείται στον μέσο καταναλωτή νυφικών ειδών δεν προσδιορίζεται από τις υπάρχουσες διαφορές τους, καθόσον η προσοχή του κοινού επικεντρώνεται στην προαναφερόμενη δεσπόζουσα λέξη, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στον, χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία, μέσο καταναλωτή, αναφορικά με την προέλευση των προϊόντων που διαθέτουν οι επιχειρήσεις της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας και της εκκαλούσας - εναγομένης, συγκεκριμένα δε δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι διαθέτουν εμπορεύματα των οποίων η προέλευση είναι κοινή και ότι υπάρχει σχέση συνεργασίας μεταξύ αυτών, ενώ αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εκκαλούσα - εναγομένη διατείνεται ότι με την προαναφερόμενη υπ` αρ. 4810/2010 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων κρίθηκε ότι υφίσταται επαρκής διαφοροποίηση μεταξύ των ως άνω σημάτων ("..........") της ίδιας και (".......") της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας και συνεπώς δεν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, ως εκ τούτου δε τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν τη δυνατότητα να της απαγορεύσουν τη χρήση του ως άνω σήματος του οποίου αναγνωρίστηκε δικαιούχος, αφού το χρησιμοποιεί νόμιμα, επικαλούμενη ότι η προαναφερόμενη υπ` αρ. 4810/2010 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, η οποία δεν υπόκειται πλέον σε προσφυγή, είναι δεσμευτική για τα πολιτικά δικαστήρια. Ο παραπάνω ισχυρισμός της εκκαλούσας - εναγομένης είναι απορριπτέος, καθόσον ο κίνδυνος σύγχυσης που μπορεί να προκληθεί από τη χρήση δύο σημάτων, σε σχέση με σημαντικό τμήμα των συναλλαγών, στο μέσο, μη έμπειρο, καταναλωτή (βλ. Α.Π. 1751/2011, ό.π.), είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης που προσφέρει τα προϊόντα (κίνδυνος σύγχυσης υπό στενή έννοια) είτε ως προς τις σχέσεις της με άλλη επιχείρηση (κίνδυνος σύγχυσης υπό ευρεία έννοια), ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία έχουν δικαιοδοσία να κρίνουν για την αστική και την ποινικής προστασία του σήματος του δικαιούχου από παράνομες προσβολές τρίτων (βλ. σχετ. Εφ.Θεσ. 498/2010, Επ.Εμπ.Δ. ΞΒ`, σελ. 191), περαιτέρω δε έχουν την εξουσία να απαγορεύσουν τη χρήση σήματος σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η χρήση του είναι παράνομη, είτε διότι είναι αθέμιτη ή καταχρηστική, είτε διότι προσβάλλει προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, τούτο δε διότι η απαγόρευση της χρήσης του δεν καταλύει το δικαίωμα στο σήμα, η αρμοδιότητα επί του οποίου πράγματι, όσον αφορά την αναγνώριση, εγγραφή και διαγραφή του στα βιβλία σημάτων, υπάγεται στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων (βλ. Β. Αντωνόπουλο, Βιομηχανική Ιδιοκτησία (έκδ. 2005), παρ. 76, αρ. 576, σελ. 466 και επ.) ........ ..... Περαιτέρω η εκκαλούσα - εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι υπηρεσίες και τα προϊόντα που προσφέρει είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα που εμπορεύεται η εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα, καθόσον το κύριο, σχεδόν αποκλειστικό, αντικείμενο της δραστηριότητας της ίδιας (εκκαλούσας - εναγομένης) είναι η παροχή υπηρεσιών αισθητικής (μακιγιάζ κ.τ.λ.), ενώ η ως άνω αντίδικος της εμπορεύεται είδη ενδύσεως, περαιτέρω δε ότι τα μόνα κοινά εμπορεύματα με την τελευταία είναι τα νυφικά, οι μέλλουσες νύφες όμως ερευνούν διεξοδικότατα την αγορά και το νυφικό που πρόκειται να παραγγείλουν, ως εκ τούτου δε είναι πλήρως και λεπτομερώς ενημερωμένες για τη σχετική αγορά, ενόψει δε των διαφορών που υπάρχουν στο σήμα που αναγνωρίστηκε υπέρ της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας και στο σήμα που αναγνωρίστηκε υπέρ αυτής (εκκαλούσας - εναγομένης) δεν προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό. Ο ως άνω ισχυρισμός της εκκαλούσας είναι επίσης απορριπτέος, καθόσον αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα - εναγομένη αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εμπορία νυφικών, δεδομένου ότι η οργάνωση της ως άνω ατομικής επιχειρήσεώς της, η προβολή της και η διαφήμιση αυτής εμφανίζει ως κέντρο βάρους της επαγγελματικής δραστηριότητάς της τον παραπάνω τομέα, ο μέσος δε και χωρίς εμπειρία καταναλωτής εμπορευμάτων του ιδίου συναλλακτικού κύκλου, στην κρινόμενη υπόθεση νυφικών, που απευθύνονται στην ίδια κατηγορία καταναλωτών (επίδοξων νυφών), εκλαμβάνει πεπλανημένα τα εμπορεύματά της (εκκαλούσας - εναγόμενης) ως προερχόμενα από την επιχείρηση της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας, σε κάθε δε περίπτωση ότι υφίσταται οργανική σχέση μεταξύ των επιχειρήσεών τους ή επαγγελματική συνεργασία μεταξύ αυτών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αφενός μεν σύγχυση στους καταναλωτές, αφετέρου δε αθέμιτη οικειοποίηση της πελατείας της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας εκ μέρους της εκκαλούσας - εναγόμενης, με συνέπεια την αντίστοιχη ζημία της (εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας), από την παράνομη και χωρίς την άδεια ή συναίνεσή της χρήση, κατ` απομίμηση του εμπορικού της σήματος, για την εμπορία προϊόντων που δεν παράγονται από αυτήν αλλά ούτε και σχετίζονται με την επιχείρησή της. Πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι η ως άνω σύγχυση που προκαλείται στο καταναλωτικό κοινό επιτείνεται από το ότι η εκκαλούσα - εναγομένη από το έτος 2007 και μετέπειτα άρχισε να δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας νυφικών, χρησιμοποιώντας στις συναλλαγές της, για τον προσδιορισμό της ως άνω εμπορικής της δραστηριότητας το προαναφερόμενο λεκτικό μέρος του κατοχυρωμένου σήματος υπέρ της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας ".........", με στόχο να προωθήσει τα νυφικά που εμπορευόταν και να προσελκύσει πελάτες με τη χρήση του ήδη γνωστού διακριτικού τίτλου της τελευταίας (εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας), η οποία συνεχώς από το έτος 2000 χρησιμοποιεί αυτόν και με αυτόν καθιερώθηκε στις συναλλαγές, όπως προαναφέρθηκε, για τη διάκριση των παραγόμενων από αυτήν προϊόντων, ενώ η εκκαλούσα - εναγομένη ζήτησε να αναγνωριστεί δικαιούχος του παραπάνω σήματος ("............") μετά την επίδοση σ` αυτήν της προαναφερθείσης εξωδίκου των αντιδίκων της και της ένδικης από 15-9-2009 υπ` αρ. εκθέσεως καταθέσεως 37418/17-9-2009 αγωγής των τελευταίων, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. ............ . Περαιτέρω, η εκκαλούσα - εναγομένη ισχυρίζεται ότι νόμιμα χρησιμοποιεί τον διακριτικό τίτλο "........." ή "..........." για την προβολή της ως άνω ατομικής επιχειρήσεώς της, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2239/1994, σύμφωνα με την οποία "Εάν το σήμα αποτελείται από το ίδιο το όνομα του καταθέτη, το αυτό δε όνομα έχει ήδη κατατεθεί από άλλον ως σήμα για να διακρίνει ταυτόσημα ή ομοειδή προϊόντα, πρέπει να προστεθεί κάποιο διακριτικό σημείο για τη σαφή διάκρισή του από το προηγούμενο", περαιτέρω δε ότι χρησιμοποιεί τον ως άνω διακριτικό τίτλο βάσει της υπ` αρ. 542/23-2-2007 πράξης καταχώρισης του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, τον οποίο επέλεξε, διότι αποτελεί το χαϊδευτικό όνομα του μοναχογιού της και του πατέρα της, και χρησιμοποιεί τη λέξη "........." με την προσθήκη του λατινικού χαρακτήρα "Β", ο οποίος αποδίδει το επώνυμο του συζύγου της (Μ.), αλλά και το πατρικό της (Β.), αν εκληφθεί ως χαρακτήρας του ελληνικού αλφαβήτου, καθώς και με την προσθήκη των αρχικών γραμμάτων "..", με συνέπεια να διαφοροποιείται επαρκώς από το ως άνω κατοχυρωμένο σήμα της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας ("............." ). Ο παραπάνω ισχυρισμός της εκκαλούσας - εναγομένης και συναφής τέταρτος λόγος της κρινόμενης εφέσεώς της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον για τον σχηματισμό του ως άνω διακριτικού τίτλου επιχειρήσεώς της δεν χρησιμοποιεί το δικό της όνομα, αλλά το χαϊδευτικό όνομα του ανήλικου γιού της και του πατέρα της, που δεν προέκυψε ότι έχoυν οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση με την ως άνω επιχείρησή της, με συνέπεια να μη τίθεται ζήτημα εφαρμογής της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 5 του Ν. 2239/1994, ενώ ως προς το αν διαφοροποιείται ο προαναφερόμενος διακριτικός τίτλος της ατομικής επιχειρήσεώς της από το σήμα που κατοχυρώθηκε υπέρ της εφεσίβλητης -πρώτης ενάγουσας κρίθηκε ήδη ότι από την χρήση του στις συναλλαγές της (εκκαλούσας - εναγομένης) δημιουργείται αφενός μεν σύγχυση στους καταναλωτές, αφετέρου δε αθέμιτη οικειοποίηση της πελατείας της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας εκ μέρους της. Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη ότι η εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα χρησιμοποιεί στις συναλλαγές από το έτος 2000 ως διακριτικό τίτλο - γνώρισμα της ατομικής επιχειρήσεώς της τη λέξη "...", με τον οποίο έκτοτε καθιερώθηκε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, σε συνδυασμό με το ότι η εκκαλούσα - εναγομένη πριν από το έτος 2007 δεν χρησιμοποιούσε τον διακριτικό τίτλο ".....", με τον οποίο καταχωρήθηκε στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, αλλά ούτε και καθιερώθηκε με το διακριτικό αυτό γνώρισμα στις συναλλαγές της προηγουμένως, ανεξάρτητα από το ότι η ισχύς του ως άνω σήματος της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας (".......... ........" ) άρχισε από 24-3-2008, δεν συντρέχει περίπτωση περιορισμού των εξουσιών της τελευταίας στο ως άνω κατοχυρωμένο υπέρ αυτής σήμα, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν. 2239/1994, ως εκ τούτου δε τα αντίθετα που υποστηρίζονται από την εκκαλούσα - εναγομένη με τον πέμπτο της κρινόμενης εφέσεως της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα δικαιούται την προστασία που της παρέχει η κατοχύρωση του ως άνω σήματος ("..............") περαιτέρω δε δικαιούται να αξιώσει από την εκκαλούσα - εναγομένη να παύσει να χρησιμοποιεί τη λέξη "......", ως διακριτικό τίτλο - γνώρισμα της ως άνω επιχειρήσεώς της και ως τμήμα του domain name για την προβολή της στο internet, καθόσον η τελευταία, παραποιώντας το ως άνω κατοχυρωμένο σήμα της (εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας), χρησιμοποιεί την παραπάνω λέξη (".....") για τον προαναφερόμενο σκοπό παράνομα, σε κάθε δε περίπτωση η εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα δικαιούται την προστασία αυτή με βάση τις διατάξεις του Ν. 146/1914, καθόσον από το έτος 2000 καθιερώθηκε στις συναλλαγές η επιχείρησή της με τη χρήση του διακριτικού τίτλου - γνωρίσματος "....", που από το έτος 2007 άρχισε να χρησιμοποιεί η αντίδικος της, χωρίζω όμως την έγκριση και συναίνεσή της, με σκοπό τον απόσπαση πελατείας με αθέμιτο τρόπο, εκμεταλλευόμενη τη φήμη της. Επομένως, η χρησιμοποίηση από την εκκαλούσα - εναγομένη της λέξης "...." ως διακριτικό τίτλο της ως άνω επιχειρήσεως της και ως τμήμα του domain name για την προβολή της στο internet, με τον τρόπο και υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, συνιστά παράνομη προσβολή του ως άνω σήματος της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας (".......... σε κάθε δε περίπτωση του διακριτικού γνωρίσματος της επιχειρήσεως της ".........." με το οποίο καθιερώθηκε στις συναλλαγές από το έτος 2000. Κατά συνέπεια η εκ μέρους της εκκαλούσας - εναγομένης χρήση της παραπάνω λέξης (".......") στον διακριτικό τίτλο της ως άνω επιχειρήσεώς της και ως τμήμα του "domain name" για την προβολή της στο internet, συνιστά εκμετάλλευση της προαναφερθείσας φήμης και της διαφημιστικής λειτουργίας του παραπάνω σήματος και διακριτικού γνωρίσματος της επιχείρησης της εφεσίβλητης-πρώτης ενάγουσας. Εξάλλου, η χρήση παραπάνω λέξης ("........") από την εκκαλούσα - εναγομένη για τη δημιουργία του διακριτικού τίτλου της επιχειρήσεως της και της ηλεκτρονικής της διεύθυνσης, για την προβολή της στο διαδίκτυο, έγινε από κακοβουλία και με πρόθεση αθέμιτης προσέλκυσης πελατείας σε βάρος των εφεσίβλητων - εναγόντων, καθόσον η ως άνω λέξη που χρησιμοποίησε για τον παραπάνω σκοπό δεν αποτελεί μια τυχαία εμπορική διαφημιστική επιλογή, αλλά αντιστοιχεί, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο υποκοριστικό (χαϊδευτικό) του κύριου ονόματος του εφεσίβλητου - δεύτερου ενάγοντος, με το οποίο επί σειρά ετών δραστηριοποιείται ο τελευταίος και καθιερώθηκε επαγγελματικά, την ίδια δε λέξη χρησιμοποιεί από το έτος 2000 ως διακριτικό γνώρισμα της επιχειρήσεως της και η εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η εκκαλούσα - εναγομένη με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο εκμετάλλευση της φήμης και της διαφημιστικής λειτουργίας του ως άνω σήματος και του παραπάνω διακριτικού γνωρίσματος της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας επιδιώκει να προσποριστεί αθέμιτα οικονομικά οφέλη σε βάρος της τελευταίας, λόγω των πλεονεκτημάτων, τα οποία εγγυάται η επιχείρησή της, ειδικότερα δε την εγγύηση προελεύσεως, την καλαισθησία και την ποιότητα των προϊόντων που παράγει και εμπορεύεται αυτή (εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα), για την επίτευξη και διατήρηση των οποίων, όπως ήδη προαναφέρθηκε, από κοινού με τον εφεσίβλητο - δεύτερο ενάγοντα, ο οποίος τα σχεδιάζει, καταβάλλουν κόπο και υποβάλλονται σε σημαντικές δαπάνες για την προβολή τους. Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εκκαλούσας -εναγομένης, με σκοπό την αθέμιτη προσέλκυση της πελατείας και την εκμετάλλευση της καλής φήμης και οργάνωσης της εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας, η τελευταία, πέραν της οποιασδήποτε περιουσιακής της ζημίας, που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης, υφίσταται και ηθική βλάβη, καθόσον μειώνεται η εμπορική της αξιοπιστία, η υπόληψη της, το κύρος της και η επαγγελματική φήμη της, λαμβανομένου υπόψη ότι τα νυφικά που εμπορεύεται αυτή (εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα) είναι υψηλής ποιότητας, αποτελούν έργο μιας ιδιαίτερα μακράς και επίπονης δημιουργικής προσπάθειας του σχεδιαστή τους, εφεσίβλητου - δεύτερου ενάγοντος, για την σχεδίαση, παραγωγή και διάθεση των οποίων διατέθηκαν σημαντικά κεφάλαια, ενώ για την καθιέρωση τους στο καταναλωτικό κοινό, προκειμένου να κατακτηθεί η εμπιστοσύνη του προς αυτά έγιναν διαφημιστικές εκστρατείες με διοργάνωση επιδείξεων και προβολή τους στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, σε αντίθεση με τα όμοια εμπορεύματα που διακινεί η εκκαλούσα - εναγομένη, τα οποία είναι εμφανώς κατώτερης ποιότητας και ουδεμία σχέση έχουν με τις δημιουργίες του εφεσίβλητου - δεύτερου ενάγοντος, με συνέπεια να υποβαθμίζεται και να δυσφημείται με τον τρόπο αυτό η εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα. Επομένως, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, η εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα για την αποκατάσταση της ως άνω ηθικής της βλάβης δικαιούται ανάλογης χρηματικής ικανοποιήσεως. Περαιτέρω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο εφεσίβλητος - δεύτερος ενάγων, στις κοινωνικές και επαγγελματικές του σχέσεις, αλλά και στις οικονομικές του συναλλαγές από το έτος 2000 εμφανίζεται με το υποκοριστικό (χαϊδευτικό) του κύριου ονόματος του ".........", με το οποίο έχει γίνει ευρύτερα γνωστός ως σχεδιαστής ενδυμάτων. Η εκκαλούσα - εναγομένη με την προαναφερθείσα συμπεριφορά της, ειδικότερα δε με τη χρήση του ως άνω υποκοριστικού ονόματος του εφεσίβλητου - δεύτερου ενάγοντος για τη δημιουργία του διακριτικού τίτλου της επιχειρήσεώς της και της ηλεκτρονικής διεύθυνσης για προβολή της στο διαδίκτυο, προσέβαλε το δικαίωμα του τελευταίου στο ως άνω όνομα του, παρανόμως και υπαιτίως, καθόσον η ενέργεια της αυτή έγινε χωρίς την έγκριση και συναίνεση του, περαιτέρω δε γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να το χρησιμοποιεί στις επαγγελματικές της δραστηριότητες, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό την πεπλανημένη εντύπωση στο καταναλωτικό κοινό ότι συνδέεται με αυτόν επαγγελματικά και συνεργάζονται, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ενώ σκοπός της παραπάνω συμπεριφοράς της ήταν το αθέμιτο περιουσιακό όφελος, με την εκμετάλλευση της φήμης του ως άνω αντιδίκου της ως σχεδιαστή ενδυμάτων και νυφικών ποιότητας και υψηλής ραπτικής, ο τελευταίος δε υπέστη και ηθική βλάβη από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση...".

III) Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη υπόθεση, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, από το αιτιολογικό της, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Επίσης, το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες περί της συνδρομής όλων των αναφερθεισών προϋποθέσεων εφαρμογής των κρίσιμων διατάξεων και ιδίως ως προς την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης μεταξύ του σήματος "........." της 1ης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (που καταχωρήθηκε με την υπ` αρ. 1219/2009 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων) και του σήματος "... της 1ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας (που καταχωρήθηκε μεταγενέστερα με την υπ` αρ. 4810/2010 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

IV) Με το άρθρο 559 αρ. 1, 4, και 16 Κ.Πολ.Δ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναίρεσης: αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Σε περίπτωση δε που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε δεν πλήττεται κάποια απ` αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1727/2012). Στην προκειμένη, περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 4, και 16 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 32 του Ν. 2239/1994,σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, κατά των οποίων δεν χωρεί προσφυγή, είναι υποχρεωτικές για τα πολιτικά δικαστήρια και κάθε άλλη αρχή, της υπέρβασης δικαιοδοσίας και της παραβίασης δεδικασμένου με το να απαγορεύσει σ` αυτή τη χρήση του νομίμως κατοχυρωθέντος, με την 4810/2010 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, σήματος της , μολονότι με την παραπάνω απόφαση της Επιτροπής Σημάτων, η οποία δεν υπόκειται σε προσφυγή και δημιουργεί δέσμευση, κρίθηκε ότι το σήμα της "........." διαφοροποιείται επαρκώς τόσο οπτικά όσο και ηχητικά με το σήμα της 1ης αναιρεσίβλητης "......" ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι τα πολιτικά δικαστήρια δύνανται, προς προστασία των συναλλαγών και του καταναλωτικού κοινού, να απαγορεύσουν τη χρησιμοποίηση, κατά τρόπο αθέμιτο, σήματος, όταν αυτό δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης σχετικά με την προέλευση των προϊόντων μίας επιχείρησης. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 32 του Ν. 2239/1994, εφόσον, στην περίπτωση αυτή, δεν κρίνεται το νόμιμο ή μη της καταχώρησης του σήματος, το οποίο δεν ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά η επιλήψιμη χρήση σήματος. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, ο λόγος αυτός αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού, εκτός από την προστασία των αναιρεσιβλήτων με βάση τις διατάξεις περί σημάτων, υπάρχει και επάλληλη αιτιολογία στην προσβαλλομένη απόφαση που δεν προσβάλλεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με την οποία η 1η αναιρεσίβλητη δικαιούται της αιτούμενης προστασίας του διακριτικού γνωρίσματος της επιχείρησής της, που αποτελείται από τη λέξη "...." και με βάση τις διατάξεις του Ν. 146/1914, καθόσον από το έτος 2000 καθιερώθηκε στις συναλλαγές και έγινε ευρέως γνωστή στο καταναλωτικό κοινό με τη χρήση του διακριτικού αυτού γνωρίσματος, το οποίο από το έτος 2007 άρχισε να χρησιμοποιεί η αναιρεσείουσα, χωρίς την έγκριση και συναίνεσή της, με σκοπό τον απόσπαση πελατείας με αθέμιτο τρόπο, εκμεταλλευόμενη τη φήμη της.

V) Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 1 και 9 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 26 του ν. 2239/1994 περί σημάτων και της επιδίκασης- πέραν του αιτηθέντος, με το να δεχθεί ότι είναι νόμιμη η αγωγή της 1ης αναιρεσίβλητης (1ης ενάγουσας), με την οποία ζητείτο η προστασία αυτής επί του σήματος ... , αν και καταχωρημένο σήμα της είναι το "...... Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της αγωγής και κατ` εκτίμηση του δικογράφου της, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι, όπως ορθά εκτιμήθηκε και από το πρωτόδικο αλλά και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ζήτησαν την προστασία του αποκλειστικού δικαιώματος της 1ης αναιρεσίβλητης επί του σήματος της, που είναι το: ".....", το οποίο, όπως αναφέρουν στην αγωγή καταχωρήθηκε με την 1219/2009 απόφαση της Διοικητική επιτροπής Σημάτων και με αριθμό 196970. Το ότι στο αιτητικό οι αναιρεσίβλητοι ζητούν να απαγορευθεί στην αναιρεσείουσα (εναγομένη) η χρήση του σήματος "...", το οποίο αποτελεί το κατοχυρωμένο από το έτος 2000 διακριτικό γνώρισμα της 1ης αναιρεσίβλητης, αυτό οφείλεται στο ότι με την αγωγή ζητείται η προστασία και του διακριτικού αυτού γνωρίσματος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπο κρίση αίτηση, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 § 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση της Α. Β. για αναίρεση της 2066/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, 22 Ιουλίου 2014.

Σημείωση. σχετική και η Μονομελές Πρωτ/ κείο Πειραιώς 810/ 2015 Δνη 2015.1491.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis