Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Τροχαίο, αδικοπραξία, ν. ΓπΝ/ 1911, ηθική βλάβη.

Περίληψη. Ευθύνη από αυτοκινητικό ατύχημα. Διάκριση των αξιώσεων από αδικοπραξία και από το ν. ΓπΝ/1911. Η πρώτη προϋποθέτει πταίσμα, όχι όμως και η δεύτερη, με την οποία καθιερώνεται ειδική γνήσια αντικειμενική ευθύνη του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού αυτοκινήτου, ανεξάρτητη από πταίσμα, για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους κατά τη λειτουργία του. Η ευθύνη αυτή μετριάζεται στις περιπτώσεις που από αντικειμενικούς λόγους δεν μπορεί να αποφευχθεί το ατύχημα, οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο οδηγός, οπότε ανακύπτει ανάγκη μετριασμού της εν λόγω ευθύνης. Δεν θεωρούνται «τρίτοι» κατά τις διατάξεις του ν. ΓπΝ/1911 οι επιβάτες του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Οι αξιώσεις αυτών για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης διέπονται από το κοινό δίκαιο. Θραύση του εμπρόσθιου δεξιού ελαστικού αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να εκτραπεί αυτό της πορείας του και να ανατραπεί σε παρακείμενο ελαιοπερίβολο, όπου και ακινητοποιήθηκε, αφού προσέκρουσε σε ένα ελαιόδενδρο. Παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, από το Εφετείο της διάταξης του άρθρου 330 εδ. β’ του ΑΚ. Αναιρεί την υπ΄αριθ. 147/2009 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας. Παραπέμπει.
  
Άρειος Πάγος, Δ’ Πολιτικό Τμήμα, 52/ 2016

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ και 1 επ. του ν. ΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά το οποίο προκαλείται βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, μπορεί να στηριχθεί τόσο στην ΑΚ 914, όσο και στο νόμο ΓΠΝ/1911. Οι προϋποθέσεις ευθύνης καθεμιάς ρύθμισης είναι διαφορετικές. Η πρώτη προϋποθέτει πταίσμα, όχι όμως και η άλλη, με την οποία καθιερώνεται ειδική ευθύνη του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού αυτοκινήτου για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους κατά τη λειτουργία του (αυτοκινητικό ατύχημα), ήτοι ευθύνη από διακινδύνευση, ανεξάρτητη από το πταίσμα (γνήσια αντικειμενική ευθύνη). Η ευθύνη αυτή μετριάζεται στις περιπτώσεις που από αντικειμενικούς λόγους δεν μπορεί να αποφευχθεί το ατύχημα, οποιαδήποτε αμέλεια και αν κατέβαλε ο οδηγός, οπότε ανακύπτει ανάγκη μετριασμού της εν λόγω ευθύνης. Τούτο επιχειρείται με την εισαγωγή συγκεκριμένων λόγων απαλλαγής, που ισχύουν για όλα τα ευθυνόμενα πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. ΓΠΝ/1911, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση της ανώτερης βίας. Με εξαίρεση τους επιβάτες λεωφορείου (άρθρο 45 ν. 4841/1930), δεν θεωρούνται "τρίτοι" οι επιβάτες του ζημιογόνου αυτοκινήτου και, συνεπώς, οι αξιώσεις αυτών ή - σε περίπτωση θανάτωσής τους, εξαιτίας του ατυχήματος - των μελών των οικογενειών τους για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης δεν διέπονται από το ν. ΓΠΝ/1911 αλλά από το κοινό δίκαιο, κατ’ άρθρο 12 του νόμου αυτού (ΑΠ 1409/2006). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η οποία, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ατυχήματος. Όποιο γεγονός δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλεια και γενικότερα σε υπαιτιότητα του προσώπου εμπίπτει στην έννοια των τυχηρών (συνήθων ή γεγονότων ανώτερης βίας), για τα οποία, κατά κανόνα, δεν γεννιέται ευθύνη με βάση την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Οι έννοιες της αμέλειας (υπαιτιότητας) και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του οδηγού που έχει εμπλακεί στο αυτοκινητικό ατύχημα για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 23/2012). 
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). 
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη 147/2009 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 3-3-2005, και περί ώρα 17:15’ ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ..., τύπου .... , ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν κατά το χρόνο αυτό ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Το ανωτέρω αυτοκίνητο εκινείτο στην επαρχιακή οδό ..., με κατεύθυνση προς .... Πριν τη 10η χιλιομετρική θέση, 100 μέτρα περίπου, συνάντησε τον ενάγοντα, ο οποίος έβαινε πεζός στο άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος και του πρότεινε να τον μεταφέρει στον προορισμό του. Ο ενάγων δέχτηκε, επιβιβάστηκε στο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, κατέλαβε τη θέση του συνοδηγού και συνέχισαν την πορεία τους προς ..., χωρίς κανείς από τους δύο να φορά την προστατευτική ζώνη ασφαλείας. Οταν έφθασαν στο 10ο χιλ. της ανωτέρω οδού, όπου στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει μεγάλη ευθεία, με ταχύτητα κανονική για τις συνθήκες της περιοχής και του οδοστρώματος, όλως αιφνιδίως έσπασε το εμπρόσθιο δεξιό ελαστικό του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα αυτό να εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά και να ανατραπεί σε παρακείμενο ελαιοπερίβολο, όπου και ακινητοποιήθηκε, αφού προσέκρουσε σε ένα ελαιόδενδρο. Συνεπεία του ανωτέρω γεγονότος επήλθε ο τραυματισμός του ενάγοντος. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει τον ενάγοντα οδηγό οποιουδήποτε βαθμού αμέλεια, διότι αυτός κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει. Συγκεκριμένα, όσον αφορά το όχημά του, αυτό ήταν καινουργές, κάτω των τριών μηνών, αφού, όπως προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του, είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά την 13-12-2004 (ημερομηνία ατυχήματος 3-3-2005), ενώ κάποιες ημέρες πριν το ατύχημα, το όχημά του είχε αντιμετωπίσει πρόβλημα στο εμπρόσθιο δεξιό ελαστικό, το οποίο αποκατέστησε απευθυνόμενος σε συνεργείο της περιοχής του (ένεση στο λάστιχο). Περαιτέρω, δεδομένου ότι περίπου 100 μέτρα πριν το σημείο του ατυχήματος είχε σταθμεύσει το όχημά του προκειμένου να επιβιβασθεί σ’ αυτό ο ενάγων, εκινείτο με κανονική για τις συνθήκες ταχύτητα, μη μπορώντας εκ των πραγμάτων να αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, ο δρόμος ήταν ευθύς και το οδόστρωμα ομαλό και στεγνό, ενώ μετά το σπάσιμο του ελαστικού δεν ήταν δυνατόν να ελέγξει την πορεία του οχήματος, διότι οποιονδήποτε χειρισμό και αν επιχειρούσε δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την εκτροπή της πορείας του αυτοκινήτου, αλλ’ ούτε και το ατύχημα το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε και σε ελαφρά αμέλεια, αφού ως εκ της ηλικίας του αυτοκινήτου και της ενδεδειγμένης επισκευής του ελαστικού μερικές ημέρες πριν το ατύχημα, δεν ήταν δυνατόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να προβλέψει τη θραύση του ελαστικού, καταβάλλοντας την προσοχή που όφειλε και κάθε συνετός οδηγός θα κατέβαλε υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Εφ’ όσον λοιπόν αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε γεγονός μη δυνάμενο να προβλεφθεί, απαλλάσσεται ο εναγόμενος της ευθύνης προς αποζημίωση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 178/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 24-8-2005 αγωγή αυτού (αναιρεσείοντος). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 330 εδάφ. β’ του ΑΚ, καθιστώντας αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθότητα της εφαρμογής της υπόψη διάταξης. Ειδικότερα, αν και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το ατύχημα οφείλεται στο ότι "όλως αιφνιδίως" έσπασε το εμπρόσθιο δεξιό ελαστικό του αυτοκινήτου, το οποίο είχε εμφανίσει, κάποιες ημέρες πριν το ατύχημα, πρόβλημα και το είχε αποκαταστήσει ο αναιρεσείων απευθυνόμενος σε συνεργείο με ένεση στο λάστιχο, εν τούτοις, στη συνέχεια δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει τον ενάγοντα οδηγό (ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων) οποιουδήποτε βαθμού αμέλεια, διότι αυτός κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει", χωρίς να διευκρινίζει, όμως, ποίο ακριβώς ήταν το "πρόβλημα" που είχε παρουσιαστεί στο ζημιογόνο αυτοκίνητο, "κάποιες ημέρες" πριν από το ατύχημα, στο ίδιο - εμπρόσθιο δεξιό - ελαστικό του, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί αν η αναφερόμενη αποκατάσταση του "προβλήματος" αυτού σε συνεργείο της περιοχής, ανάλογα με το μέγεθος της βλάβης, ήταν η ενδεδειγμένη και όχι πρόχειρη και πρόσκαιρη και, επομένως, ότι δεν βαρύνει τον οδηγό - πρώτο αναιρεσίβλητο οποιουδήποτε βαθμού αμέλεια, ακόμη και ελαφρά, και ότι το ζημιογόνο γεγονός εμπίπτει πλέον στην έννοια των τυχηρών, υπό την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, για το οποίο δεν ευθύνεται, σύμφωνα με την αρχή της υπαιτιότητας, ο οδηγός και, συνακόλουθα, η ασφαλιστική του εταιρεία - δεύτερη αναιρεσίβλητη. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 εδάφ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αυτής, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προσάπτονται στην εφετειακή απόφαση οι πιο πάνω αιτιάσεις, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 147/2009 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Καλαμάτας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την πιο πάνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...