Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Παραγραφή αξίωσης, διαδικαστική πράξη, παραγραφή σε επιδικία (νέα ΑΚ 261).

Περίληψη. Διακοπή της παραγραφής με την άσκηση αγωγής. Η διάταξη του άρθ. 261 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4139/2013. Η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Η νέα ρύθμιση αφορά κατά νομοθετική πρόβλεψη και τις εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Επαναφορά της παραγραφής εν επιδικία, μόνο, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις διαδίκου. Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί ούτε και την αντένσταση περί αναστολής ή διακοπής αυτής.

Εφόσον προταθεί η ένσταση της παραγραφής, το δικαστήριο εξετάζει εάν όντως επήλθε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής με έρευνα των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν αυτή και αναφέρονται στο λόγο της ένστασης σε συνδυασμό με τη θέση του καθ’ ου η ένσταση, ο οποίος μπορεί να μην απαντήσει με αντένσταση, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αλλά κατόπιν επίκλησης από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή, αλλά μπορεί να αρνηθεί μόνο τις προϋποθέσεις της ένστασης. Αναιρεί την υπ΄αριθ. 3637/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.   
                                       Άρειος Πάγος, Α1’ Πολιτικό Τμήμα 950 / 2015

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την κρινόμενη από 6-11-2014 (αριθ. καταθ. 1041/2014) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η με αριθμό 3637/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Με την από 2-3-2004 αγωγή του ο αναιρεσείων στρεφόμενος κατά του Η. Κ., ήδη αποβιώσαντος την 20-6-2011, συζύγου της πρώτης και πατρός των λοιπών αναιρεσιβλήτων, που συνεχίζουν τη δίκη, ζητούσε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το ποσό των 129.061,72 ευρώ ως υπόλοιπο τιμήματος εργολαβικής αμοιβής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1284/2007 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Αθηνών που απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο ότι το έργο εκτελέστηκε κατά τα αρχικά του σχέδια, ως σεισμόπληκτο, ότι δεν έγιναν πρόσθετες εργασίες στον δεύτερο όροφο, ούτε άλλες εργασίες. Ασκήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 5277/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που διέταξε τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, που κατατέθηκε εκ μέρους του πραγματογνώμονος μόλις την 8-7-2013 με την 51/2013 πράξη καταθέσεως στο Εφετείο Αθηνών. Με την υπ’ αριθμ. 1640/10-9-2013 κλήση του αναιρεσείοντος προσδιορίστηκε δικάσιμος για τις 10-4-2014, οπότε και προτάθηκε εκ μέρους των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων ένσταση παραγραφής εν επιδικία της απαιτήσεως. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση και απέρριψε την έφεση ουσιαστικά. Παραπονείται δε ήδη για την κρίση αυτή του Δικαστηρίου και δη για κακή εφαρμογή του άρθρου 261 ΑΚ.

Κατά το άρθρο 261 εδ. α’ ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται μεταξύ άλλων με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 953/2012). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 261 εδ.β’ ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013 (ΦΕΚ Α 74/20-3-2013), η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Έτσι, ως διακοπτική διαδικαστική πράξη θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων των ή του δικαστηρίου, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία κατά τον ΚΠολΔ, για την έναρξη, συνέχιση, διεξαγωγή ή αποπεράτωση της δίκης. Εξάλλου η κατά τ’ ανωτέρω παραγραφή, όπως το άρθρο 261 ΑΚ ίσχυε, πριν την ως άνω τροποποίησή του, μπορούσε να συμπληρωθεί "εν επιδικία", αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει χρονικό διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή, που διακόπηκε. Όμως, για να αρχίσει εκ νέου η διακοπείσα παραγραφή, από την τελευταία διαδικαστική πράξη του Δικαστηρίου, η οποία παραγραφή είναι ισόχρονη με την διακοπείσα και να μπορεί να συμπληρωθεί, με την παρέλευση του χρόνου, που ισχύει γι’ αυτήν, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής, πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης, προϋποτίθεται ότι είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης, με πράξεις των διαδίκων, ήτοι αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του. Τέτοια διαδικαστική πράξη αποτελεί, μεταξύ άλλων και η κατάθεση κλήσεως προς ορισμό δικασίμου προς περαιτέρω συζήτηση μετά την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και μάλιστα χωρίς ανάγκη επίδοσής της (ΑΠ 1683/84) ως και ο ορισμός δικασίμου, αφού δι’ αυτής συντελείται συνέχιση προς ολοκλήρωση της δίκης (ΑΠ 53/2002). Η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 261 ΑΚ κινείται, ενόψει του επιδιωκομένου δι’ αυτής σκοπού της εκκαθαρίσεως των συναλλαγών, εντός του πλαισίου της καθιερούμενης με το άρθρο 25 & 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητος (ΑΚ 61/2013). Ήδη, όμως, με το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε, ορίζεται πλέον ότι την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής, η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης (παραγ.1), στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης, η δε διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Έτσι ορίστηκε πλέον νομοθετικά και για τις εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η άσκηση της αγωγής ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά την διακοπή που επέρχεται με την επίδοση της αγωγής, η οποία ήταν ισόχρονη, έστω και βραχυπρόθεσμη και το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από το ανώτερο σημείο διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της αγωγής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης και επαναφέροντας την παραγραφή εν επιδικία, μόνο, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις διαδίκου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 277 ΑΚ το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί ούτε και την αντένσταση περί αναστολής ή διακοπής αυτής (ΑΠ 1667/2014, 98/2015) προταθείσης όμως της ενστάσεως της παραγραφής, το Δικαστήριο εξετάζει εάν όντως επήλθε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής με έρευνα των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν αυτή και αναφέρονται στο λόγο της ενστάσεως σε συνδυασμό με τη θέση του καθ’ ου η ένσταση, ο οποίος μπορεί να μην απαντήσει με αντένσταση (η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αλλά κατόπιν επίκλησης από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή), αλλά μπορεί να αρνηθεί μόνο τις προϋποθέσεις της ενστάσεως (Α.Π. 1667/2014, Α.Π. 1279/2014).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ. Α.Π. 36/88, Ολ Α.Π. 4/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα κάτωθι: Ότι επί της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η με αριθμό 1284/2007 απόφαση του Πολυμ. Πρωτ. Αθηνών που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Οτι ασκήθηκε η από 6-11-2007 έφεση εκ μέρους του ενάγοντος, που συζητήθηκε στις 5-6-2008 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και εξεδόθη η με αριθμό 5277/2008 απόφαση αυτού, που δημοσιεύθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 και διέταξε τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, που θα γίνει με την επιμέλεια του ενάγοντος. Με την 3637/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο επελήφθη της υποθέσεως μετά την από 6 Αυγούστου 2013 κλήση του καλούντος-εκκαλούντος, τούτο δέχθηκε ότι έχει επέλθει παραγραφή "εν επιδικία" της αξιώσεως, λόγω παρόδου 5ετίας από την δημοσίευση της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης (15-9-2008) έως του χρόνου επιδόσεως της κλήσεως προς τους εφεσίβλητους που έλαβε χώραν στις 5-12-2013. Στις προτάσεις που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητοι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στις 10-4-2014 αναφέρουν επί λέξει: "Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως καταδεικνύεται κατωτέρω οι ένδικες αξιώσεις του αντιδίκου είναι αβάσιμες στην ουσία τους και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα κατ’ ουσίαν η υπό κρίση έφεση, οι αγωγικές αυτές αξιώσεις έχουν υποπέσει σε πενταετή παραγραφή και ειδικότερα: α) Οπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι οι προβλεπόμενες υπ’ αυτού αξιώσεις στηρίζονται σε εργολαβική αμοιβή του από σύμβαση έργου, οπότε οι αγωγικές αυτές αξιώσεις του υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, με έναρξη της παραγραφής αυτής τον Απρίλιο 2001. β) Η τελευταία διαδικαστική πράξη επί της ενδίκου αγωγής ήταν η υπ’ αριθμ. 5277/2008 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 15-9-2008, οπότε από την ημερομηνία αυτή άρχισε η νέα πενταετής παραγραφή της αγωγικής αξιώσεως. γ) Η υπό κρίση αγωγή συζητείται 10-4-2014 κατόπιν της από 6-8-2013 κλήσης του αντιδίκου, η οποία μας επιδόθηκε την 5-12-2013 (ημερομηνία καταθέσεως της κλήσης στην Γραμματεία του Δικαστηρίου 10-9-2013), οπότε από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως (15-9-2008) μέχρι την κοινοποίηση της ως άνω κλήσεως σε μας την 5-12- 2013, που αποτελεί την επόμενη διαδικαστική πράξη, έχει παρέλθει πενταετία....". Ο αναιρεσείων στις από 9-4-2014 προτάσεις του επί της δίκης εκείνης δεν απάντησε ειδικά επί της ενστάσεως παραγραφής εν επιδικία αλλά αρκέσθηκε σε γενική άρνηση των ενστάσεων και ισχυρισμών των αντιδίκων ως αορίστων, αβασίμων, αναληθών και ανυποστάτων. Το Δικαστήριο καίτοι κατά τ’ ανωτέρω αναφέρετο στην υποβληθείσα ένσταση ότι έγινε εκ μέρους του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος η από 6-8-2013 κλήση με κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10-9-2013 προς προσδιορισμό δικασίμου για τις 10-4-2014, δεν προέβη σε εκτίμηση αυτής ως διαδικαστικής πράξεως αναγκαίας προς συνέχιση της δίκης, που συντελούσε στην απόρριψη της ενστάσεως, ως αβασίμου λόγω μη συμπληρώσεως της πενταετίας, αλλά θεώρησε ότι η επόμενη διαδικαστική πράξη ήτο στις 5-12-2013, ότε έγινε επίδοση της κλήσεως. Ούτε βεβαίως εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ όπως ίσχυαν μετά το νόμο 4139/2013 που ίσχυε από 20-3-2013 και καταλάμβανε και τις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επ’ αυτής, ώστε να εκτιμήσει εάν υπήρχε περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης δηλ. αδράνεια αυτών, σε κάθε δε περίπτωση δεν ερεύνησε την εκ του άρθρου 261&2 ΑΚ περίπτωση της παραγραφής μετά παρέλευση έξι μηνών από την τελευταία ως άνω διαδικαστική πράξη των διαδίκων.
Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ, ως και τις διατάξεις του άρθρου 101 Ν. 4139/2013 που ισχύει από 20-3-2013 και καταλάμβανε και την παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου πρέπει να γίνουν δεκτοί οι λόγοι δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος ως αναγόμενοι σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ’ άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι και δη α) ο πρώτος, με τον οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την διακοπή της παραγραφής που προήλθε από το θάνατο του διαδίκου στις 20-6-2011 ως και από τις διαδικαστικές ενέργειες που αναφέρει και αποτελούν διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα, όπως η κατάθεση αιτήσεως για την αντικατάσταση του πραγματογνώμονα, ο ορισμός δικασίμου, η ματαίωση της συζητήσεως επί της αιτήσεως αυτής, η όρκιση του πραγματογνώμονα, ως απαράδεκτης, καθόσον ως ανωτέρω αναφέρθηκε δεν επικαλέσθηκε νομίμως αντένσταση διακοπής της παραγραφής και το δικαστήριο δεν μπορούσε να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη τα έγγραφα αυτά, τα οποία και πάλι δεν είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει και β) ο τρίτος λόγος με τον οποίο ισχυρίζεται ότι ήταν αδύνατη η διενέργεια διαδικαστικών πράξεων, λόγω του ότι μόλις την 8-7-2013 ο πραγματογνώμονας κατέθεσε την έκθεσή του και τούτο διότι και ο λόγος αυτός ως συνιστών ανωτέρα βία διακοπής της παραγραφής, δεν είχε επίσης προταθεί νομίμως.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους ανωτέρω δεκτούς γενόμενους λόγους, παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 580&3 ΚΠολΔ, αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα και για τις προτάσεις που κατέθεσε κατά το διατακτικό (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), μη περιληφθεί δε διάταξη περί επιστροφής παραβόλου καθόσον δεν υποβλήθηκε, λόγω χορήγησης στον αναιρεσείοντα του ευεργετήματος πενίας (βλ. 12/2014 απόφαση Εφετείου Αθηνών) μόνο ως προς την καταβολή παραβόλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 3637/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους όμως δικαστές.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος και για τις προτάσεις που κατέθεσε, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...