Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Έννοια των «ληξιπρόθεσμων χρεών» στην πτώχευση.

Γράφει ο blogger.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 § 1 εδ. α, ν. 3588/ 2007 «σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών)».
Διχογνωμία έχει επικρατήσει στην Επιστήμη και στην νμλγ του πτωχευτικού δικαίου σχετικά με την έννοια του όρου «χρηματικές υποχρεώσεις» στο άρθρο 3 § 1 ν. 3588/ 2007 (Πτωχευτικός Κώδικας). Συμπεριλαμβάνονται στον όρο αυτό και τα αστικά χρέη; Και η Επιστήμη και η νμλγ μας είναι διχασμένες.
Ι. Απόψεις της Επιστήμης. Σύμφωνα με διαπρεπή εκπρόσωπο της (βλ. Κων/ νο Ρόκα, Πτωχευτικόν Δίκαιο, 1978, δέκατη τρίτη έκδοση, § 12.ΙΙ.δ, σελίδες 54-55) υπό τον προϊσχύσαντα εμπορικό νόμο, «εν τη ερμηνεία τόσον του ημετέρου νόμου όσον και του γαλλικού εμπορικού κώδικος επικρατεί ήδη γενικώς η εκδοχή, καθ’ ην δεν δύναται να κηρυχθεί εις κατάστασιν πτωχεύσεως ο μη πληρώνων μόνον τα αστικά του χρέη έμπορος (με παραπομπές στις ΑΠ 189/ 51, 72/ 52, 280/ 69). 

Εθεωρήθη ότι τα χρέη ταύτα στερούνται του αυστηρού χαρακτήρος των εμπορικών χρεών, ενώ εξάλλου μόνον εν μη πληρωμή των εμπορικών χρεών κρίνεται αναγκαία η μεσολάβησις του προστατευτικού συστήματος της πτωχεύσεως. Διάφορον είναι το ζήτημα αν την μη πληρωμήν των εμπορικών χρεών (παύσιν πληρωμών) δύναται να επικαλεσθή και πιστωτής αστικού χρέους, ως επίσης και το ζήτημα αν δια τον καθορισμόν της γενικής καταστάσεως του εμπόρου λαμβάνεται υπ’  όψιν και η μη πληρωμή των αστικών του χρεών, όπερ λύεται καταφατικώς». Υπό τον ισχύοντα πτωχευτικό κώδικα (ν. 3588/ 2007) υποστηρίζεται παρεμφερής άποψη από τον καθηγητή Σπυρίδωνα Ψυχομάνη (Πτωχευτικό δίκαιο και δίκαιο ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 2012, πέμπτη έκδοση, πλαγιάριθμοι 142, 143, σελ· 46) της οποίας η επιχειρηματολογία παρατίθεται ευθύς αμέσως: «η εμπορικότητα των χρεών ενός εμπόρου, τα χρέη του δηλαδή που έχουν σχέση αντικειμενικά ή υποκειμενικά με την εμπορία του, φαίνεται ότι αποτελούν αναγκαία εκ των πραγμάτων προϋπόθεση κήρυξης της πτώχευσης του. Τούτο επειδή μόνον οι συνέπειες της εμπορικής δραστηριότητας του οφειλέτη ενδιέφεραν πάντοτε, και ενδιαφέρουν ακόμη, το πτωχευτικό δίκαιο του ν. 3588/ 07, το οποίο στοχεύει επίσης στην διάσωση της επιχείρησης του αδυνατούντος να πληρώνει τα χρέη του εμπόρου. Δεν μπορεί ασφαλώς να διανοηθεί κανείς ότι μια εμπορική επιχείρηση πρέπει να οδηγηθεί σε πτώχευση, με όλες τις συνέπειες της, όταν ο φορέας της, έμπορος, αδυνατεί να πληρώνει και δεν πληρώνει τα αστικά του χρέη–καταναλωτικές δαπάνες, μισθώματα κατοικίας, οφειλόμενη διατροφή σε σύζυγο ή τέκνα, στεγαστικά δάνεια, λογαριασμούς τηλεφώνων κλπ–ενώ η εμπορική επιχείρηση του λειτουργεί χωρίς χρέη και μπορεί, ενδεχομένως να συνεχίσει να λειτουργεί παρά τις ατομικές διώξεις των δανειστών του από μη εμπορικές συναλλαγές. Δεν μπορεί ομοίως να κατανοηθεί, ομοίως, γιατί μια ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία θα πρέπει να λυθεί κατά το νόμο, όταν ένας ομόρρυθμος εταίρος της, χωρίς να ασκεί άλλη εμπορική δραστηριότητα, αδυνατεί να εκπληρώνει τα αστικά του απλώς χρέη. Φαίνεται λοιπόν ότι η αδυναμία πληρωμών οφείλει αναπόφευκτα να αφορά εμπορικά και μόνον χρέη του οφειλέτη εμπόρου». Η δεύτερη αυτή άποψη (αιτιολογία της) δεν πείθει διότι, απλώς, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εν πρώτοις δεν λησμονούμε ότι μιλάμε για εμπόρους και εταιρείες, δεν μιλάμε για μπακάληδες (μικρέμπορους)! Δεν μπορώ–με την σειρά μου–να διανοηθώ ότι μια εταιρεία ή ένας έμπορος είναι συνεπής με τις εμπορικές οφειλές του, που είναι ασύγκριτα μεγαλύτερες από τις αστικές οφειλές του (μισθώματα κατοικίας, τηλέφωνα, ΔΕΗ, μισθώματα επαγγελματικής εγκατάστασης κλπ) και να είναι ασυνεπής προς την εκπλήρωση των δεύτερων. Έμπορος που αθετεί τις αστικές υποχρεώσεις του είναι κατά, σχεδόν, αμάχητο τεκμήριο, ασυνεπέστατος και στις εμπορικές υποχρεώσεις του. Η πτώχευση, άλλωστε, είναι ένας σοβαρός τρόπος πίεσης κατά του εμπόρου όταν αυτός δεν έχει ακίνητη περιουσία για να προβεί σε εκποίηση της ο αστικός δανειστής του. Τέτοιες απόψεις μόνο τους κακόπιστους οφειλέτες–επιχειρηματίες προστατεύουν καθιστώντας έτσι άχρηστη την ακίνητη περιουσία του αστικού δανειστή, λαμβανομένου υπόψη και της ασύλληπτης φοροεπιδρομής από τον μεγαλύτερο άρπαγα της χώρας αυτής που λέγεται ελληνικό κράτος.
Αντίθετη άποψη υποστηρίζεται από τον Ακαδημαϊκό καθηγητή Λάμπρο Κοτσίρη χωρίς ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Ειδικότερα, σύμφωνα με αυτόν [Πτωχευτικό Δίκαιο, 2011 (όγδοη έκδοση), § 8, πλαγιάριθμος 121, σελ· 168], «συγκρίνοντας τον νομοθετικό ορισμό του άρθρου 3 § με τον προϊσχύσαντα, προκύπτει ότι στον ορισμό του άρθρου 3 § 1 δεν περιελήφθησαν τα στοιχεία της έλλειψης χρηματικών μέσων και η εμπορικότητα των απαιτήσεων. Το πρώτο, διότι η αδυναμία προς πληρωμή χρηματικών απαιτήσεων είναι έλλειψη ρευστότητας. Το δεύτερο, διότι η παύση πληρωμών μπορεί να αφορά και μη εμπορικά χρέη. Εξάλλου, η πτωχευτική ικανότητα αποδίδεται πλέον και σε μη εμπόρους, όπως σε αστικές εταιρείες με νομική προσωπικότητα».
ΙΙ. Θέσεις της νμλγ μας. Α) Νομολογία του Ακυρωτικού μας. Από την σχετική έρευνα μου η πλέον πρόσφατη απόφαση του Ακυρωτικού μας που ασχολείται με αυτό το ζήτημα είναι η υπ’  αριθμό 1399/ 2000 (Δνη 2001.733, εισηγητής Ν. Γεωργίλης) η οποία νομολογεί, αυτολεξεί, «Επειδή παύση πληρωμών, κατά την έννοια των άρθρων 525 και 528 ΕΝ, μπορεί να συνιστά, κατά της περιστάσεις, και η άρνηση πληρωμής έστω και ενός μόνο ληξιπρόθεσμου εμπορικού χρέους, εφόσον βεβαίως αυτό είναι σοβαρό και κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο, η μη πληρωμή του προέρχεται από αδυναμία του εμπόρου. Στην τελευταία, όμως, περίπτωση μπορεί ο έμπορος να μην κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, εφόσον αρνείται την πληρωμή του χρέους αυτού, λόγω ενστάσεων τις οποίες επιτρέπεται να θεωρεί καλή τη πίστει ως βάσιμες». Φαίνεται λοιπόν ότι το Ακυρωτικό μας ακολουθεί, ή μάλλον, εμμένει στην νομολογία του που έχει χαράξει από το 1951 (παρατέθηκε παραπάνω στην άποψη του καθηγητή Κων/ νου Ρόκα). Β) Νμλγ των δικαστηρίων ουσίας. Εδώ η νμλγ μας είναι διχασμένη. Ειδικότερα, υπάρχει νμλγ που ακολουθεί την άποψη Λ. Κοτσίρη, τέτοια είναι η Εφετείου Λαρίσης 589/ 2013, Πολ Πρωτ/ κείου Λαμίας 8/ 20-13 και του Εφετείου Πειραιώς 206/ 2013. Παραθέτω απόσπασμα από την τελευταία νμλγ (ΕφΠειρ 206/ 13), «Από τις διατάξεις των αρ. 2, 3 και 5 του ν. 3588/2007 (ΠτωχΚ), προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτώχευσης απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις: α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου, του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρεών κατά τρόπο γενικό και μόνιμο. Η πτωχευτική ικανότητα της ανώνυμης εταιρίας βασίζεται στο τυπικό σύστημα, κατά το οποίο ο νόμος προσδίδει σ` αυτή την εμπορική ιδιότητα και αν ο σκοπός της δεν είναι εμπορική επιχείρηση (αρ. 1 του ν. 2190/1920). Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου, που επήλθε από τη μη εκπλήρωση ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων του, δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών ή μη χρεών, η οποία (μη πληρωμή) προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του, μπορεί δε να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις και από τη μη πληρωμή ενός μόνο χρέους, τέτοιας όμως σημασίας και σπουδαιότητας ώστε να εμφανίζει τα πιο πάνω στοιχεία της μονιμότητας και γενικότητας». Κατά την αντίθετη νμλγ που ακολουθεί αυτή του Ακυρωτικού μας (βλ· ενδεικτικά, Εφετείο Θες/ κης 819/ 2014, Εφετείο Λαρίσης 12/ 2014 κλπ), «Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 5 του ν. 3588/2007 του «Πτωχευτικού Κώδικα», που, κατά τα άρθρα 180 και 182 § 1 αυτού, άρχισε να ισχύει από 16.9.2007 και στο πεδίο εφαρμογής του καταλαμβάνει όλες τις πτωχευτικές διαδικασίες που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτώχευσης απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή: α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, την οποία αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα, κυρίως κατά το υποκειμενικό σύστημα, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 του ΕμπΝ, δηλαδή όταν ενεργούν, κατά σύνηθες επάγγελμα, εμπορικές πράξεις. Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία, (μη πληρωμή), προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις, και από τη μη πληρωμή ενός μόνον, εμπορικού χρέους, εφόσον, λόγω της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει στοιχεία της μονιμότητας και της γενικότητας» (ΕφΘες/ κης 819/ 2014).
Θέση  γράφοντος. Όπως κατέστη σαφές από τα παραπάνω, συν-τάσσομαι με την θέση του καθηγητή Λ. Κοτσίρη, δηλαδή στο εύρος της ορολογίας "χρηματικές υποχρεώσεις" συμπεριλαμβάνονται και τα αστικά χρέη του εμπόρου. Άλλωστε, όπως δέχεται και ο καθηγητής Κων/ νος Ρόκας, "...Διάφορον είναι το ζήτημα αν την μη πληρωμήν των εμπορικών χρεών (παύσιν πληρωμών) δύναται να επικαλεσθή και πιστωτής αστικού χρέους, ως επίσης και το ζήτημα αν δια τον καθορισμόν της γενικής καταστάσεως του εμπόρου λαμβάνεται υπ’  όψιν και η μη πληρωμή των αστικών του χρεών, όπερ λύεται καταφατικώς".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis