Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Καταδολίευση, διακοπή παραγραφής, έννοια διαδικαστικών πράξεων.

Περίληψη. Καταδολίευση δανειστών. Αίτημα της αγωγής διάρρηξης της απαλλοτρίωσης μετά την ισχύ του ν. 2298/1995, ο οποίος έχει εφαρμογή και στις εκκρεμείς δίκες. Η σχετική απόφαση είναι διαπλαστική και δεν μπορεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή. Παραγραφή της αγωγής διάρρηξης και έναρξη αυτής. Για την άσκηση της αγωγής δεν απαιτείται βεβαίωση της απαίτησης με δικαστική απόφαση ή η ύπαρξη τίτλου εκτελεστού. Πότε νομιμοποιείται να ασκήσει την αγωγή αυτή ο υπό αναβλητική προθεσμία δανειστής. Η γνώση του τρίτου αποκτώντος τεκμαίρεται όταν υφίσταται συγγενικός δεσμός, ενώ δεν απαιτείται όταν η απαλλοτρίωση γίνεται από χαριστική αιτία. Παραγραφή και διακοπή αυτής με την κατάθεση κλήσης για συζήτηση. Πότε η αξίωση παραγράφεται εν επιδικία. Διαδικαστική πράξη που έγινε από άλλο δικαστήριο και διακοπή της παραγραφής. Η άκυρη, λόγω μη χαρτοσήμανσης συναλλαγματική μπορεί να ισχύει ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους. Αναβολή της συζήτησης προκειμένου να επιλυθούν προδικαστικά ζητήματα. Διαταγή πληρωμής. Μετά την δεύτερη επίδοση αυτής δεν μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, εφόσον ασκήθηκε τέτοια μετά την πρώτη επίδοση. 

Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς  6/ 2002.
Πρόεδρος: Μόρφω Γκίκα Δικαστές: Ε. Παπάζογλου (εισηγήτρια), Μ. Πετρίδου.

Ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι είχε κατά του πρώτου των εναγομένων απαίτηση 400.000.000 δραχμών συνολικά, από σύμβαση δανείου, αντί της οποίας Ο πρώτος εναγόμενος αποδέχθηκε μία συναλλαγματική, ποσού 115.000.000 δραχμών και λήξης στις 24.11.1988, που λόγω μη έγκαιρης χαρτοσήμανσης της ίσχυσε ως χρεωστικό ομόλογο και βάσει αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 387/1990 διαταγή πληρωμής, αλλά ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να τον βλάψει, ματαιώνοντας την ικανοποίηση της απαίτησης του αυτής, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, με το υπ` αριθμ. 35486/1990 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ.Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στη σύζυγο του, δεύτερη των εναγομένων, τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του λεπτομερώς περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου (καταστήματος), που είχε στην κυριότητα του, αξίας 5.2132.174 δραχμών και με το υπ` αριθμ. 35485/1990 συμβόλαιο γονικής παροχής του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην κόρη του, τρίτη των εναγομένων, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, άλλα κατά πλήρη και άλλα κατά ψιλή κυριότητα, του λεπτομερώς περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου (οικοδομής), που είχε στην κυριότητα του, συνολικής αξίας 38.944.920 δραχμών, ενώ η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαίτησης του ενάγοντος, η οποία ήταν ήδη ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο των προαναφερόμενων απαλλοτριώσεων, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στην αγωγή. Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων ζητεί να διαρρηχθούν οι δικαιοπραξίες αυτές, να υποχρεωθούν η δεύτερη και η τρίτη των εναγομένων να επαναφέρουν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, αναμεταβιβάζοντας την κυριότητα των εξ αδιαιρέτου ποσοστών των ακινήτων με τη σύνταξη των σχετικών συμβολαιογραφικών εγγράφων και, σε περίπτωση άρνησης τους, να θεωρηθούν οι σχετικές δηλώσεις βούλησης τους ως γενόμενες με την τελεσιδικία της απόφασης που θα εκδοθεί, να κηρυχτεί η τελευταία προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη.
Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 18 παρ. 1 και 22 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, εκτός από το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, διότι μετά την ισχύ του ν. 2298/1995 (στις 4.4.1995), με τον οποίο τροποποιήθηκαν τα άρθρα 936 και 992 ΚΠολΔ (άρθρο 4 παρ. 2 και 19 αυτού του νόμου), το αίτημα της αγωγής διαρρήξεως είναι πλέον η απαγγελία της διάρρηξης της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης, υπέρ του ενάγοντος δανειστή και δεν απαιτείται αίτημα αναμεταβίβασης του απαλοτριωθέντος πράγματος από τον τρίτο στον οφειλέτη, ενόψει της έννοιας της διάταξης του άρθρου 943 ΑΚ, η οποία, μετά από την προαναφερόμενη νομοθετική αλλαγή, συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματος του, όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη, ο οποίος μπορεί να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη σαν να μην είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε και για τον ίδιο λόγο δεν είναι νόμιμο το αίτημα που προβάλλεται σωρευτικά με το προηγούμενο, για καταδίκη του τρίτου σε σχετική δήλωση βούλησης (ΕφΠειρ 9/2001, ΔΕΕ 2001.505, ΕφΑ-5 518/2000, ΕλλΔνη 2000. 1412, ΕφΠειρ 1453/1995, ΕλλΔνη 38.681, ΠολΠρΑθ 2929/1996, ΕλλΔνη 1997.164, Στ. Ματθία, Τροποποιήσεις στην αναγκαστική εκτέλεση με το ν. 2298/1995, ΕλλΔνη 36,1453 επ., Δ. Κλαβανίδου, Η καταδολίευση δανειστών μετά το ν. 2298/1995, Ελλ Δνη 34.1463 επ.). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 37 εδ. α` ν. 2298/1995, οι διατάξεις που τροποποιούνται με το άρθρο 4 ν. 2298/1995 εφαρμόζονται από την έναρξη ισχύος του νομού αυτού ως προς το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, εφαρμόζονται και στην κρινόμενη αγωγή που είναι εκκρεμής. Επίσης, δεν είναι νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα της κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, γιατί η απόφαση που εκδίδεται για καταδολιευτική αγωγή έχει διαπλαστικό χαρακτήρα (ΑΠ 275/73 ΝοΒ 21.3100, ΕφΠειρ 1504/1987, ΝοΒ 36.378, ΠολΠρΛαρ 164/2000, Δικογρ. 2000.285, ΠολΠρΑγριν 122/1993, Αρμ 190137, Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεση, β` έκδοση, άρθρο 904 παρ. 14, αριθμ. 19). Κατά το μέρος της που είναι νόμιμη, η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 939, 911 παρ. 2, 912, 943 παρ. 1 ΑΚ, 74 αριθμ. 1, 176 εδ. α` ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 217, 201, 270, 272 παρ. 1, 940 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται. Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, ενώ η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων η του δικαστηρίου. Αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή και όταν συμπληρωθεί η παραγραφή, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Εξάλλου, ως διαδικαστική πράξη που συνεπάγεται τη διακοπή της παραγραφής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, λογίζεται κάθε πράξη των διαδίκων που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης και αποβλέπει και κατευθύνεται στην επιτυχία του σκότιου της, ενώ η κατάθεση κλήσης στη Γραμματεία του Δικαστηρίου συνιστά διαδικαστική πράξη που συνεπάγεται διακοπή της παραγραφής (ΑΠ 1750/1980, ΝοΒ 1982.21). Εάν λοιπόν, από την έκδοση της προδικαστικής απόφασης μέχρι την επαναφορά με κλήση για συζήτηση στο Δικαστήριο παρέλθει ολόκληρος ο χρόνος της παραγραφής, γίνεται λόγος για παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία (ΕφΑθ 9277/1998, ΕλλΔνη 1999.1182, ΕφΠειρ 147/1998, ΠειρΝομολ 1998.86). Τέλος, η αγωγή διάρρηξης (σύμφωνα με το άρθρο 939 ΑΚ) παραγράφεται όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση και, ειδικότερα, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο καταρτίσεως της απαλλοτριωτικής πράξης του οφειλέτη, από τον οποίο και γεννάται η αξίωση διαρρήξεως του δανειστή και όχι από το χρόνο της μεταγραφής του τυχόν εκδοθέντος αργότερα οριστικού παραχωρητηρίου του απαλλοτριούμενου δικαιώματος (ΑΠ 239/1962, ΝοΒ 10.895, ΕφΠειρ 801/1999, ΠειρΝομολ 1999.452).
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν πριν από την έναρξη της μετ` απόδειξη συζήτησης στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, ότι η αξίωση του ενάγοντος για διάρρηξη των προαναφερόμενων απαλλοτριώσεων έχει παραγραφεί, διότι από την περάτωση της διεξαγωγής των αποδείξεων έως την ημέρα που κατατέθηκε η κλήση για ορισμό δικασίμου για την περαιτέρω συζήτηση της αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, κατά το οποίο ο ενάγων δεν άσκησε καμία διαδικαστική πράξη. Ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτώς προβάλλεται για πρώτη φορά κατά τη μετ` απόδειξη συζήτηση, ως οψιγενής και είναι νόμιμος, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 247, 201, 270, 272 παρ. 1, 940 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α` και 209 παρ. 1 εδ. α` και παρ. 2 στοιχ. β` ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί η ουσιαστική του βασιμότητα. Επίσης, οι εναγόμενοι εκθέτουν ότι, κατά της υπ` αριθμ. 387/1997 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που εκδόθηκε βάσει του χρεωστικού ομολόγου, δηλαδή της συναλλαγματικής με αποδέκτη τον πρώτο εναγόμενο, έχει ασκηθεί, από τον τελευταίο, μέσα στη νόμιμη προθεσμία του δεκαημέρου της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ μετά την για δεύτερη φορά επίδοση της σ` αυτόν, ανακοπή στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Καστοριάς (με αριθμό κατάθεσης 1102/103/2000), καθώς, επίσης, έχει ασκηθεί από τον ίδιο και έφεση κατά της με αριθμό 140/665.86/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία. Απορρίφθηκε η ανακοπή του πρώτου εναγομένου κατά της επιταγής προς εκτέλεση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής. Γι αυτούς τους λόγους, οι εναγόμενοι, επικουρικά, υποβάλλουν, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ, το αίτημα αναβολής της παρούσας δίκης, μέχρι την έκδοση τελεσίδικων αποφάσεων για τις προαναφερόμενες εκκρεμείς δίκες, το οποίο πρέπει να εξεταστεί στην ουσία του.
Περαιτέρω, στην έννοια της διαδικαστικής πράξης, που διακόπτει την παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, εντάσσεται όχι μόνον εκείνη που αφορά τη δίκη για την επίλυση της κύριας διαφοράς, αλλά σε κάθε άλλη που έγινε από άλλο δικαστήριο, το οποίο κρίνει διαφορετικό μεν αντικείμενο, επιλύει όμως αρμοδίως και ζήτημα που αποτελεί τη βάση η την προϋπόθεση της αξίωσης στην οποία αφορά την παραγραφή, ή όταν η παρεμπίπτουσα ερευνά του θα ήταν αναγκαία για την επίλυση της αναφερόμενης στην αξίωση διαφοράς (ολ.ΑΠ 1327/1980, ΝοΒ 35.1005, ΑΠ 390/1992, ΕλλΔνη 1993.1334, ΑΠ 19/1991, ΕλλΔνη 32.807, ΕφΑθ 8740/1990, ΕλλΔνη 35.134). Ακόμη, διαδικαστικές πράξεις που διακόπτουν την παραγραφή είναι ο ορισμός δικασίμου, η εγγραφή στο πινάκιο (ΑΠ 891/1986, ΕΕΔ 46.380, η έκδοση απόφασης, οριστικής ή μη οριστικής (ΑΠ 1683/1984, ΕλλΔνη 26.650, ΕφΑθ 2013/1970, Αρμ 25.19), η κοινοποίηση της απόφασης (ΑΠ 1160/1975, ΝοΒ 24.426), η κατάθεση της έφεσης στη γραμματεία του δικαστηρίου (ΑΠ 1683/1984, ΕλλΔνη 26.650, ΕφΠειρ 1062/1986, ΕλλΔνη 28.487) και, γενικότερα, η άσκηση ενδίκου μέσου, η αναβολή και, γενικά, κάθε άλλη διαδικαστική ενέργεια ανεξάρτητα με επιμέλεια ποιου διαδίκου προκλήθηκε ή επιχειρήθηκε η πράξη (Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία - Νομολογία Αστικού Κώδικα, τόμος Α`, έκδοση 2001, σελ. 1069). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, δεν απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε και να έχει εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, ούτε και να έχει προβεί ο δανειστής σε δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη, βάσει αυτού του εκτελεστού τίτλου και να έχει καταστεί αυτή ατελέσφορη (ολ.ΑΠ 709/1974 ΝοΒ 23.300, ΕφΑθ 4169/1999, ΕλλΔνη 1999.1160, ΕφΠειρ 1453/1995 ΕλλΔνη 1997.081, Εφ Πειρ 433/1994, ΕλλΔνη 36.686), αλλά πρέπει η απαίτηση του επιδιώκοντος τη διάρρηξη δανειστή να είναι γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, μπορεί όμως η απαίτηση αυτή να τελεί και υπό αναβλητική προθεσμία αρκεί μέχρι τον χρόνο της απαλλοτρίωσης να συντελέστηκαν τα δικαιοπαραγωγικά της απαίτησης γεγονότα και να έχει καταστεί αυτή ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της σχετικής αγωγής στο ακροατήριο (ολ.ΑΠ 709/1974 ΝοΒ 23.300, ΕφΠειρ 1453/1995 ΕλλΔνη 1997.081).
Ο ενάγων ισχυρίζεται, με την έγγραφη αντίκρουση των προτάσεων των εναγομένων, ότι η παραγραφή εν επιδικία της αξίωσης του, που αναφέρουν οι εναγόμενοι τις προτάσεις τους, έχει διακοπεί, αφού, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της πενταετίας της παραγραφής, οι ίδιοι οι εναγόμενοι άσκησαν διαδικαστικές πράξεις σχετικά με την ύπαρξη της οφειλής τους, που αποτελεί βάση της κρινόμενης αγωγής, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην προσθήκη αυτή. Ο ισχυρισμός αυτός ασκείται παραδεκτώς (άρθρο 237 παρ. 3 ΚΠολΔ - ΑΠ 622/1994, ΕλλΔνη 1995.858), είναι νόμιμος (άρθρο 261 παρ. 2 ΑΚ) και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία του.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον της Εισηγήτριας - Δικαστού αυτού του Δικαστηρίου, που περιέχονται στην υπ` αριθμόν 6/1992 εισηγητική της έκθεση και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται αποδείχτηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Κατά το χρονικό διάστημα από 16.6.1981 έως 20.6.1983, ο ενάγων μεταβίβασε κατά κυριότητα, στον πρώτο των εναγομένων, ο οποίος διέμενε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα στην Ευρώπη, μέσω του με αριθμό 441.616.01 F λογαριασμού του στην Ελβετική τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Schweizerische Bankgesellschaft" το συνολικό ποσό του 1.281.674,50 ελβετικών φράγκων, που κατά το χρόνο της λήψης του ανερχόταν σε 50.000.000 δραχμές σύμφωνα με τη νομισματική ισοτιμία δραχμής και ελβετικού φράγκου, και ειδικότερα, στις 16.6.1981 500.000 ελβετικά φράγκα, στις 8.7.1981 100.000 ελβετικά φράγκα, 15.7.1981 400.000 ελβετικά φράγκα, στις 18.2.1983 56.225 ελβετικά φράγκα και μέσω της επιχείρησης με την επωνυμία "Φ.Ο." 74.307,50 ελβετικά φράγκα, στις 21.2.1983, μέσω της προαναφερόμενης επιχείρησης 100.015 ελβετικά φράγκα και στις 20.0. 1983, 51.127 ελβετικά φράγκα, δυνάμει μιας επιταγής 24.000 δολαρίων Η.Π.Α. και συμφώνησαν να αποδώσει ο πρώτος εναγόμενος στον ενάγοντα το ποσό του 1.000.000 ελβετικών φράγκων μέχρι το Σεπτέμβριο του 1981 και το ποσό των 281.674,50 ελβετικών φράγκων τμηματικά στις. 19.3.1983, στις 22.3.1983 και στις 21.7.1983. Αλλά επειδή ο πρώτος εναγόμενος δεν κατέβαλε τα χρηματικά αυτά ποσά στον ενάγοντα μετά την πάροδο των προαναφερόμενων συμφωνημένων ημερομηνιών απόδοσης τους, στις 24.10.1998 ο ενάγων εξέδωσε στην Καστοριά μία συναλλαγματική, σε διαταγή του, αποδοχής του πρώτου εναγομένου, λήξης στις 24.11.1988, πληρωτέας στο υποκατάστημα της τράπεζας με την επωνυμία "Citibank Ν.Α." στην Καστοριά και αξίας 115.000.000 δραχμών, ποσό στο οποίο υπολόγισαν ότι ανερχόταν κατά την ημερομηνία αυτή η οφειλή του πρώτου προς τον δεύτερο, από το προαναφερόμενο δάνειο, και συμφώνησαν ότι αυτή" αποτελούσε υπόσχεση αντί καταβολής της οφειλής αυτής. Η συναλλαγματική αυτή δεν πληρώθηκε και βάσει αυτής, που ίσχυσε, σύμφωνα με τη βούληση του εκδότη και του αποδέκτη της, ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους, λόγω της μη νόμιμης χαρτοσήμανσης της, εκδόθηκε η με αριθμό 387/12.12. 1990 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 14.12.1990. Η συναλλαγματική αυτή είναι διαφορετική από τη λευκή συναλλαγματική, που ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα, την άνοιξη του 1985, ως υπόσχεση χάριν καταβολής για την απόδοση στον ενάγοντα του δανείου αυτού, που έφερε την υπογραφή του πρώτου εναγομένου στη θέση του αποδέκτη και την υπογραφή του ενάγοντος στη θέση του εκδότη, την οποία όμως ο ενάγων δεν συμπλήρωσε ούτε χρησιμοποίησε, αλλά την ακύρωσε με διάτρηση και σχίσιμο σε κρίσιμα σημεία της, στις 24.10.1988, ενώ στις 28.1.1992, την παρέδωσε λευκή στον ανακριτή Καστοριάς. Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος, στις 24.8.1990, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, με το υπ` αριθμόν 35486/1990 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ.Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στη σύζυγο του, δεύτερη των εναγομένων, το 1/12 εξ αδιαιρέτου μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας με το ανάλογο ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, δηλαδή το 1/12 εξ αδιαιρέτου του ισογείου καταστήματος, έκτασης 345 τ.μ., με υπόγειο, έκτασης 345 τ.μ., με αναλογία στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 200/1000 εξ αδιαιρέτου, που βρισκόταν στην οδό ..., στο Δήμο Αθήνας, αξίας 5.232.174 δραχμών και η δεύτερη εναγομένη αποδέχθηκε τη δωρεά αυτή με το συμβόλαιο αυτό και με το υπ` αριθμόν 35485/1990 συμβόλαιο γονικής παροχής του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην κόρη του, τρίτη των εναγομένων, χωρίς αντάλλαγμα, από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ως γονική παροχή, τα 8,25% εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα και τα 8,25% εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα, ενός οικοπέδου έκτασης 328,17 τ.μ., με την τετραώροφη οικοδομή με υπόγειο που υπάρχει σε αυτό, το οποίο βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ... και ..., στο Δήμο Αθήνας, συνολικής αξίας 38.944.926 δραχμών, δηλαδή σε 25.963.284 δραχμές ανέρχεται η αξία της πλήρους κυριότητας του ποσοστού των 8,25% και σε 12.981.642 δραχμές ανέρχεται η αξία της ψιλής κυριότητας του ποσοστού των 8.25% και η τρίτη εναγομένη αποδέχθηκε τη γονική αυτή παροχή με το συμβόλαιο αυτό. Εξάλλου, η πιο πάνω αναφερόμενη απαίτηση του ενάγοντος ήταν γεννημένη και είχε καταστεί και ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων αυτών, καθώς η συναλλαγματική ίσχυσε από την ημέρα της λήξης της, δηλαδή από τις 24.11.1998 (και όχι από την ημέρα της νόμιμης χαρτοσήμανσης της), κατά μετατροπή, ως αφηρημένη αναγνώριση χρέους, αφού οι διάδικοι δεν γνώριζαν την ακυρότητα της συναλλαγματικής λόγω της μη νόμιμης χαρτοσήμανσης της και, αν τη γνώριζαν, θα ήθελαν να ισχύσει ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους (άρθρα 182 και 873 ΑΚ). Περαιτέρω, η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου εναγομένου συνίσταται: 
α`) στο 1/12 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα και στο 1/12 εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα ενός καταστήματος, έκτασης 345 τ.μ., με υπόγειο έκτασης 345 τ.μ., με τα αντίστοιχα ποσοστά εξ αδιαίρετου στο οικόπεδο, που βρίσκεται στην οδό ..., αξίας 5.232.000 δραχμών του ποσοστού της πλήρους κυριότητας και 2.01(3.000 δραχμών του ποσοστού της ψιλής κυριότητας, ...
β`) στο 1/4 εξ αδιαίρετου κατά πλήρη κυριότητα και στο 1/8 εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα σε ένα οικόπεδο, έκτασης 200.07 τ.μ., με την τετραώροφη οικοδομή που υπάρχει σε αυτό, έκτασης 130 τ.μ., που βρίσκεται στην οδό ..., συνολικής αξίας 10.000.000 δραχμών και
γ`) στην επικαρπία ποσοστού 8,25% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με την τριώροφη οικοδομή που υπάρχει σε αυτό και αποτελείται από υπόγειο έκτασης 310 τ.μ., ισόγειο, έκτασης 310 τ.μ., πρώτο όροφο, έκτασης 300 τ.μ., δεύτερο όροφο, έκτασης 300 τ.μ. και τρίτο όροφο, έκτασης 100 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην οδό ..., στην Αθήνα, αξίας 2.616.000 δραχμών, επικαρπία που παρακράτησε ο πρώτος εναγόμενος με το πιο πάνω αναφερόμενο υπ` αριθμ. 35485/1990 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ.Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Συνολικά λοιπόν, η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του πρώτου εναγομένου ανέρχεται σε 20.464.000 δραχμές και δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαίτησης του ενάγοντος ποσού 115.000.000 δραχμών, η οποία ήταν γεννημένη και ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο των προαναφερόμενων απαλλοτριώσεων και ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις απαλλοτριώσεις αυτές προκειμένου να βλάψει τον ενάγοντα, ματαιώνοντας την ικανοποίηση της απαίτησης του αυτής, ενώ η γνώση της τρίτης των εναγομένων, ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην απαλλοτρίωση υπέρ της προς βλάβη του ενάγοντας, τεκμαίρεται λόγω της συγγένειας της σε ευθεία γραμμή με αυτόν, καθώς είναι κόρη του (άρθρο 941 παρ. 2 ΑΚ) και, σχετικά με την απαλλοτρίωση υπέρ της δεύτερης των εναγομένων, δεν απαιτείται τέτοια γνώση της τελευταίας (άρθρο 942 ΑΚ), αφού η απαλλοτρίωση αυτή έγινε από χαριστική αιτία (δωρεά). Περαιτέρω, σχετικά με την ένσταση της παραγραφής που προέβαλαν οι εναγόμενοι και την αντένσταση διακοπής της παραγραφής αυτής που προέβαλε ο ενάγων, αποδείχθηκε ότι η πενταετής παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντος για διάρρηξη των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών στις οποίες προέβη ο πρώτος εναγόμενος στις 24.8.1990, με τα προαναφερόμενα συμβόλαια δωρεάς προς τη δεύτερη εναγομένη και γονικής παροχής προς την τρίτη εναγομένη, άρχισε την επόμενη ημέρα από την 24.8.1990 και διακόπηκε με την κατάθεση της κρινόμενης αγωγής, στις 16.1.1991. που επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 29.1.1991 και συζητήθηκε στις 26Λ.1991 και εκδόθηκε στις 31.10.1991 η με αριθμό 2875/5.9.1991 πράξη διεξαγωγής αποδείξεων αυτού του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας συντάχθηκε η με αριθμό (5/1992 εισηγητική έκθεση της Εισηγήτριας - Δικαστού αυτού του Δικαστηρίου, η οποία περαιώθηκε στις 15.6.1995. Από την επομένη της ημέρας αυτής και μέχρι τις 27.9.2000, οπότε κατατέθηκε η με αριθμό κατάθεσης 929.108/2000 κλήση του ενάγοντος για περαιτέρω συζήτηση της αγωγής μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Ομως στο διάστημα αυτό, και συγκεκριμένα στις 13.3.1998, εκδόθηκε η με αριθμό 19/99.16/1998 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, μετά την άσκηση ενώπιον του της με αριθμό κατάθεσης 1575/292/1990 ανακοπής των εναγομένων, κατά της με αριθμό 387/1990 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που εκδόθηκε βάσει της συναλλαγματικής με εκδότη και σε διαταγή του ενάγοντος, με λήξη στις 24.10.1998, με αποδέκτη τον πρώτο εναγόμενο, ποσού 115.000.000 δραχμών, η οποία αποτελεί την απαίτηση του ενάγοντος από τον πρώτο εναγόμενο και κατά της από 14.12.1990 επιταγής προς εκτέλεση βάσει αυτής της διαταγής πληρωμής. Με την έκδοση της απόφασης αυτής, που απέρριψε την ανακοπή ως προς τους λόγους της που αφορούσαν τον πιστωτικό τίτλο, ενώ παρέπεμψε την ανακοπή ως προς τους λόγους της που αφορούσαν την επιταγή προς πληρωμή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, ως καθ` ύλην αρμόδιο, διακόπηκε η παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντος προς διάρρηξη, που είχε αρχίσει στις 16.6.1995 και άρχισε νέα πενταετής, παραγραφή, η οποία διακόπηκε και πάλι, στις 15.7.1998, με την κατάθεση της με αριθμό 665/86/1998 κλήσης για συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς της ανακοπής κατά της επιταγής προς εκτέλεση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής. Από την επομένη της ημερομηνίας αυτής άρχισε ισόχρονη παραγραφή, που διακόπηκε στις 13.7.1998, με την κατάθεση της με αριθμό κατάθεσης 62/1998 έφεσης του πρώτου εναγομένου κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, ως προς το οριστικό της μέρος. Εναρξη και διακοπή της παραγραφής αυτής υπήρξε και με κάθε μία από τις παρακάτω διαδικαστικές πράξεις: Με τη συζήτηση της ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, στις 12.5.2000, με τη συζήτηση της πιο πάνω αναφερόμενης έφεσης, στις 22.9.1999 και με την έκδοση, στις 313.2000, της με αριθμό 49/2000 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση παραγραφής που προέβαλαν οι εναγόμενοι και να γίνει δεκτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα η αντένσταση της διακοπής της παραγραφής αυτής που προέβαλε ο ενάγων, αφού, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας μεταξύ των διαδικαστικών πράξεων που διενήργησαν οι διάδικοι και οι οποίες αφορούσαν την ύπαρξη της οφειλής του πρώτου εναγομένου προς τον ενάγοντα, ζήτημα που αποτελεί τη βάση της αξίωσης του ενάγοντος προς διάρρηξη των επίδικων απαλλοτριώσεων. Ακόμη, ο πρώτος εναγόμενος, με το υπ` αριθμ. 19026/315.1983 πληρεξούσιο που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Καστοριάς Γ.Τ., διόρισε ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του τον ενάγοντα, στον οποίο έδωσε εντολή να πωλεί προς οποιονδήποτε, με οποιουσδήποτε ορούς, συμφωνίες και τίμημα έκρινε ο ίδιος και να εισπράττει το τίμημα στα ποσοστά κυριότητας του πρώτου εναγομένου στα ακίνητα που λεπτομερώς αναφέρονται στο πληρεξούσιο αυτό, δηλαδή σε μία οικοδομή στην Αθήνα, στην οδό ..., σε ένα κατάστημα στην Αθήνα, στην οδό ..., σε ένα κατάστημα στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ..., σε ένα κατάστημα στην οδό ..., σε μια οικοδομή στην Καστοριά, στην οδό ... και σε ένα αγροτεμάχιο στη θέση "Π." στην Καστοριά. Δυνάμει αυτού του πληρεξουσίου, ο ενάγων πώλησε τα παρακάτω ακίνητα:
1) Με το υπ` αριθμ. 19382/1983 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Καστοριάς Γ.Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ένα διαμέρισμα στην Καστοριά, στην οδό ..., στον τέταρτο όροφο, έκτασης 100 τ.μ., με ποσοστό στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 150/1000 εξ αδιαιρέτου, με τίμημα 3.463.000 δραχμές, με ποσοστό κυριότητας 11/32 εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου και, επομένως, η αξία της μερίδας του στο συνολικό τίμημα ανέρχεται σε 1.190.410 δραχμές,
2) με το υπ` αριθμ. 19436/1983 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Καστοριάς Γ.Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ένα διαμέρισμα στην Καστοριά, στην οδό ..., στον τρίτο όροφο, έκτασης 100 τ.μ., με ποσοστό στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 140/1000 εξ αδιαιρέτου, με τίμημα 3.463.000 δραχμές, με ποσοστό κυριότητας 11/32 ες αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου και, επομένως, η αξία της μερίδας του στο συνολικό τίμημα ανέρχεται σε 1.190.410 δραχμές,
3) με το υπ` αριθμ. 19640/1983 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Καστοριάς Γ.Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ένα διαμέρισμα στην Καστοριά, στην οδό ..., στον πέμπτο όροφο, έκτασης 85 τ.μ., με ποσοστό στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 130/1000 εξ αδιαιρέτου, με τίμημα 3.360.000 δραχμές, με ποσοστό κυριότητας 11/32 εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου και, επομένως, η αξία της μερίδας του στο συνολικό τίμημα ανέρχεται σε 1.155.000 δραχμές,
4) με το υπ` αριθμ. 20456/1984 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Καστοριάς Γ.Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ένα διαμέρισμα στην Καστοριά, στην οδό ..., στον πρώτο όροφο, έκτασης 100 τ.μ., με ποσοστό στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 140/1000 εξ αδιαιρέτου, με τίμημα 3.370.007 δραχμές, με ποσοστό κυριότητας 11/32 εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου και, επομένως, η αξία της μερίδας του στο συνολικό τίμημα ανέρχεται σε 1.158.440 δραχμές,
5) με το υπ` αριθμ. 20648/1984 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Καστοριάς Γ.Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ένα ισόγειο κατάστημα με πατάρι, στην Καστοριά, στην οδό ..., έκτασης 85 τ.μ., με ποσοστό στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 250/1000 εξ αδιαιρέτου, με τίμημα 6.488.000 δραχμές, με ποσοστό κυριότητας 11/32 εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου και, επομένως, η αξία της μερίδας του στο συνολικό τίμημα ανέρχεται σε 2.230.250 δραχμές,
6) με το υπ` αριθμ. 1009/1986 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ.Β., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ένα ισόγειο κατάστημα, έκτασης 120,90 τ.μ., με πατάρι έκτασης 40 τ.μ. και με υπόγειο, έκτασης 145 τ.μ., στη Θεσσαλονίκη, στην οδό Τ., με ποσοστό στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 114/1000 εξ αδιαιρέτου, με τίμημα 35.283.500 δραχμές, με ποσοστό πλήρους κυριότητας 37,50% εξ αδιαιρέτου και ψιλής κυριότητας 12,50% εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου και, επομένως, η αξία της μερίδας του στο συνολικό τίμημα ανέρχεται σε 15.436.532 δραχμές συνολικά (13.231.313 δραχμές για το ποσοστό του της πλήρους κυριότητας και 2.205.219 δραχμές για το ποσοστό του της ψιλής κυριότητας),
7) με το υπ` αριθμ. 22.290/1986 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Καστοριάς Α.Κ, που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καστοριάς, ... ένα διαμέρισμα στην Καστοριά, στην οδό ..., στον δεύτερο όροφο, έκτασης 100 τ.μ., με ποσοστό στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 150/1000 εξ αδιαιρέτου, με τίμημα 4.000.000 δραχμές, με ποσοστό κυριότητας 11/32 εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου και, επομένως, η αξία της μερίδας του στο συνολικό τίμημα ανέρχεται σε 1.375.000 δραχμές και
8) με το υπ` αριθμ. 24455/1988 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Καστοριάς Γ.Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., τα ποσοστά 2/6 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας και 1/6 εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας του πρώτου εναγομένου σε ένα ισόγειο κατάστημα στην Θεσσαλονίκη, στην οδό ..., έκτασης 100,29 τ.μ., με πατάρι, έκτασης 40 τ.μ., και με υπόγειο, έκτασης 102,69 τ.μ., με ποσοστό στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 12,01/100 εξ αδιαιρέτου, με τίμημα 8.323.233 δραχμές. Συνολικά, λοιπόν, η μερίδα του πρώτου εναγομένου στο τίμημα αυτών των πωλήσεων ανήλθε στο ποσό των 32.059.275 δραχμών.
Τα χρήματα αυτά τα εισέπραξε ο ενάγων, αλλά τα κατέβαλε σε δανειστές του πρώτου εναγομένου, για να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οφειλές του προς αυτούς και, ειδικότερα
1) Στις 31.7.1987 ο ενάγων κατέβαλε ποσό 10.400.000 δραχμών στον Ζ.Τ., που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "...", ποσό που όφειλε στην τελευταία ο πρώτος εναγόμενος, βάσει της υπ` αριθμ. 202/1985 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς,
2) με τις υπ` αριθμ. 48-487927 και 48-487929 επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εξέδωσε ο ενάγων, στην Καστοριά, στις 30.5.1987 και στην 1.8.1987 αντίστοιχα, σε διαταγή Χ.Μ., ποσού 6.000.000 δραχμών και 7.500.000 δραχμών αντίστοιχα, κατέβαλε ο ενάγων στον Χ.Μ. το συνολικό ποσό των 13.500.000 δραχμών, που όφειλε ο πρώτος εναγόμενος στον προαναφερόμενο, δυνάμει της υπ` αριθμ. 12/1987 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.
Τέλος, ο ενάγων κατέβαλε, για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, ποσό 10.000.000 δραχμών στη Δ.Ο.Γ. Καστοριάς, για οφειλή του από φόρο εισοδήματος και πρόστιμα των οικονομικών ετών 1977 έως και 1981, ως μετόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π.Κ. Α.Ε.", με ποσοστό συμμετοχής του 50% εξ αδιαιρέτου (η συνολική οφειλή της προαναφερόμενης εταιρίας, στην οποία ήταν, επίσης, μέτοχος ο ενάγων, με ποσοστό συμμετοχής 50%, ανερχόταν σε 20.000.000 δραχμές, μετά από διακανονισμό, καθώς η αρχική συνολική οφειλή ήταν 40.000.000 δραχμές).
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα 1981-1988, για δικό του λογαριασμό, ως καταβολή για την πιο πάνω αναφερόμενη οφειλή του πρώτου εναγομένου προς αυτόν, μισθώματα, των οποίων δικαιούχος ήταν ο πρώτος εναγόμενος, καθώς, μάλιστα, δεν αποδείχθηκε από τον τελευταίο ποια ήταν τα μίσθια ακίνητα, ποιοι οι εκμισθωτές και ποιοι οι μισθωτές, η διάρκεια των μισθώσεων, τα μηνιαία μισθώματα και τα χρηματικά ποσά που δικαιούνταν να εισπράξει αυτός ως εκμισθωτής, μετά την αφαίρεση του ανάλογου φόρου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση εξόφλησης της οφειλής του πρώτου εναγομένου, που προέβαλαν οι εναγόμενοι. Τέλος, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, στη δυνητική ευχέρεια του οποίου βρίσκεται η παραδοχή ή μη του αιτήματος των εναγομένων για αναβολή τη παρούσας δίκης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, δεν είναι σκόπιμη η αναβολή αυτή, δεδομένου ότι, σχετικά με τη δίκη για την ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, αυτή δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης, ενώ, σχετικά με τη δίκη για την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, δεν εξυπηρετείται ο σκοπός της οικονομίας της δίκης, γιατί έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ύπαρξη της οφειλής του πρώτου εναγομένου προς τον ενάγοντα, καθώς η υπ` αριθμ. 49/2000 απόφαση Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας απέρριψε στην ουσία της την έφεση που άσκησε ο πρώτος εναγόμενος κατά της υπ` αριθ. 19/99.10/1998 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, που απέρριψε την ανακοπή του πρώτου εναγομένου κατά της υπ` αριθμ. 387/1990 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, ώστε δεν υπάρχει κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Επομένως, το αίτημα της αναβολής πρέπει να απορριφθεί στην ουσία του, δεδομένου μάλιστα ότι η άσκηση δεύτερης ανακοπής κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, μετά την άσκηση της προαναφερόμενης πρώτης ανακοπής κατά της ίδιας διαταγής πληρωμής, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού η άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, μετά τη δεύτερη επίδοση της, προβλέπεται μόνο στην περίπτωση που δεν ασκήθηκε ανακοπή μετά την πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και να απαγγελθεί η διάρρηξη των προαναφερόμενων απαλλοτριώσεων που τέλεσαν οι εναγόμενοι.

2 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

"... …στις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου επέρχεται διακοπή της παραγραφής όχι μόνο όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά που αφορά την ικανοποίηση της αξίωσης αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί την βάση ή προϋπόθεση της αξίωσης, ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση. Εάν λοιπόν η διαφορά που υποβλήθηκε στα διοικητικά δικαστήρια συνίσταται στην επίλυση του ζητήματος αν οφείλεται ή όχι ορισμένος φόρος στο Δημόσιο, εκείνη δε που εισήχθηκε στα πολιτικά δικαστήρια αναφέρεται σε αποζημίωση ένεκα επιβολής φόρου κατά κατάχρηση εξουσίας των οργάνων του δημοσίου, και οι δυο διαφορές έχουν κοινό ζήτημα την οφειλή ή όχι του φόρου, και συνεπώς με την υποβολή της διαφοράς στα διοικητικά δικαστήρια διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση που ασκείται στη συνέχεια στα πολιτικά" (Άρειος Πάγος Ολομέλεια 1327/ 1986 ΝοΒ 1987.1605 επ, εδώ 1606).

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Η άποψη αυτή δεν ισχύει μόνο στις αξιώσεις κατά του Δημοσίου αλλά και στις μεταξύ ιδιωτών, όπως ορθά έκρινε και η αναρτόμενη νμλγ. Ειδικότερα, σύμφωνα και με την Εφετείο Αθηνών 8740/ 1990 [Δνη 1994.134 επ, εδώ 136], "κατά την ΑΚ 261... στην έννοια της διαδικαστικής πράξης εμπίπτει όχι μόνο εκείνη που αφορά την δίκη για την επίλυση της κυρίας διαφοράς, αλλά και κάθε άλλη που έγινε από άλλο δικαστήριο, το οποίο κρίνει διαφορετικό μεν αντικέιμενο, επιλύει όμως και ζήτημα που αποτελεί την βάση ή την προϋπόθεση της αξιώσεως την οποία αφορά η παραγραφή. Ομοίως και η ΑΠ 19/ 1991 Δνη 1991.807

Addthis