Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Χρηματιστηριακές συναλλαγές, διαδικαστικές πράξεις, παραγραφή.

  Σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας. Έννοια. Περιεχόμενο. Νομική φύση. Εφαρμοστέες διατάξεις. Παραγραφή των αξιώσεων που απορρέουν από αυτή. Ισχύει η ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928. Διακοπή παραγραφής. Αποτελέσματα. Εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του αστικού κώδικα. Πράξεις που διακόπτουν τη παραγραφή. «Διαδικαστικές πράξεις». Έννοια αυτών. Κατάρτιση σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων. Παρέλευση χρονικού διαστήματος πλέον του έτους μέχρι την άσκηση της αγωγής. Παραγραφή της σχετικής απαίτησης. Πολιτική δικονομία. Ένδικα μέσα. Αναίρεση. Ερημοδικία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας. Συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρούσα. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση της υπ` αριθμ. 5848/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Άρειος Πάγος, Α1` Πολιτικό Τμήμα, 547/ 2013, ΑΡΜ 2014/250.
(βλ. και ΑΠ 396/ 2012)

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 παρ. 1, 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στη κρινόμενη περίπτωση προκύπτει, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, επισπεύσθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας. Προς το σκοπό αυτό επέδωσε, στις 29-11-2012 δια του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ...…(βλ. επισημείωση του τελευταίου στο αντίγραφο της αίτησης, με τη συνημμένη σ` αυτό κλήση προς συζήτηση, που προσκομίζει η αναιρεσίβλητη), νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της, την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της, ενώ την καλούσε να παραστεί στη δικάσιμο αυτή. Κατά την τελευταία, όμως, δικάσιμο, δεν παρέστη η αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου Πρέπει λοιπόν, να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2. Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 5848/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 19-7-2007 έφεση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, και αφού εξαφάνισε την 4180/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως εν μέρει κατ` ουσίαν βάσιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας, για τις αξιώσεις της, από τη μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών, απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή της εκ μέρους της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσίβλητης) προταθείσης ένστασης παραγραφής. Η αίτηση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

3. Κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου (15 ν. 3632/ 1928) "χρηματιστηριακαί συναλλαγαί εν τη εννοία του παρόντος νόμου είναι και δικαιοπραξίαι αι χρηματιστηριακώς συναπτόμεναι και έχουσαι αντικείμενον χρηματιστηριακά πράγματα". Κατ` άρθρο 20 παρ. 1 ν. 1806/1988 "Χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων". Και κατ` άρθρο 1 παρ. 26 Ν. 2533/1997 "ως χρηματιστηριακές συναλλαγές νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων που καταρτίζονται στο Χ.Α.Α. σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. δ` Ν. 1806/1988, ορίζεται ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται οι διατάξεις της νομοθεσίας των χρηματιστηρίων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο αυτόν, ή που αφορούν θέματα τα οποία ρυθμίζονται απ` αυτόν. Με το νόμο αυτό, δεν καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με το νέο νόμο. Αντιθέτως, καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 16 Ν. 3632/1928, η οποία περιελάμβανε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές (εδ. ε`) "πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη προς την ενέργεια και την εκτέλεση των αναφερομένων περιοριστικά στη διάταξη αυτή κυρίως χρηματιστηριακών συναλλαγών", μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς. Η διάταξη, όμως, αυτή (άρθρο 16 εδ. ε` του Ν. 3632/1928) επαναλαμβάνεται, με διαφορετική διατύπωση, στην ισχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 στοιχ. γ` Ν. 1806/1988, κατά την οποία χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως, προεκτέθηκε, υπό στοιχ. α` η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών. Από τις διατάξεις αυτές και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο νομοθέτης, τόσο του Ν. 3632/1928, με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 16 αυτού, όσο και του Ν. 1806/1988, με το άρθρο 20 παρ. 1 στοιχ. γ` αυτού, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και "πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη", ο πρώτος και "κάθε δικαιοπραξία συναφή" ο δεύτερος, με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Από την ειδικότητα δε των παραπάνω διατάξεων του χρηματιστηριακού δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής και ιδιαίτερα από την ειδικότητα της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928, που είναι και η μοναδική διάταξη που ρυθμίζει το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές, σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 249 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής και 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ περί βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής, προκύπτει ότι οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ. Εξάλλου και από το αντικείμενο της σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας, που είναι αφενός η ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει, με την κατάρτιση της κυρίας χρηματιστηριακής σύμβασης, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων και αφ` ετέρου η ανάληψη από τον πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεωγράφων που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής, δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής (σύμβασης παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής) από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα. Θα αποτελούσε δε ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή, για μεν τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις, της εικοσαετούς ή της πενταετούς παραγραφής των άρθρων 249 και 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ, για δε τις απορρέουσες από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις, η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ.6 Ν. 3632/1928. Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας, δεν συνάπτεται απ` ευθείας μεταξύ των μελών του χρηματιστηρίου, δεν τελεί υπό καθεστώς δημοσιότητας και δεν τοποθετείται εντός του "κύκλου" ή "νοερού χώρου" του χρηματιστηρίου, αφού ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης, τόσο στο άρθρο 16 εδ. ε` Ν. 3632/1928, όσο και στο άρθρο 20 Ν. 1806/1988, περιέλαβε στην έννοια των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις συναφείς ή παρεπόμενες της κύριας σύμβασης δικαιοπραξίες. Επίσης, δεν συνάγεται διαφορετική κρίση, από την έλλειψη παραπομπής των προαναφερόμενων νεότερων νομοθετημάτων, στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928, αφού, πέραν του ότι ο νόμος ισχύει μέχρι να καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από νεότερο νόμο, συνηθίζεται ο νεότερος νόμος να ορίζει ρητά τις καταργούμενες διατάξεις από την έναρξη της ισχύος του, είτε να περιέχει διάταξη που να ορίζει γενικά ότι καταργείται όποια διάταξη είναι αντίθετη στο νεότερο νόμο. Από το ότι δε ο ν. 1806/1988 περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες καταργούνται συγκεκριμένες διατάξεις του Ν. 3632/1928, συνάγεται εξ αντιδιαστολής επιχείρημα υπέρ της διατήρησης σε ισχύ του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928. Η αναφορά του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928 στις χρηματιστηριακώς συναπτόμενες συναλλαγές, δεν έχει μόνο την έννοια της κατάρτισης αυτών εντός του "κύκλου" του χρηματιστηρίου, αλλά και της συμμετοχής μέλους του χρηματιστηρίου στην κατάρτιση τούτων και της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Τέλος, ενισχύεται περαιτέρω η παραπάνω άποψη και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3632/1928, κατά την οποία "οι δίκες μεταξύ χρηματιστών και πελατών από χρηματιστηριακές συναλλαγές, πρέπει, λόγω της φύσεως αυτών, να τερματίζονται το ταχύτερο, γιατί χρόνιζαν ένεκα της βραδείας διαδικασίας των τακτικών δικαστηρίων και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, ως εκ της φύσεως αυτών, επιβάλλουν εξαιρετική ταχύτητα, όχι μόνο ως προς τη σύναψή τους, αλλά και ως προς τη ρύθμιση των εκ τούτων διαφορών" (Oλ. ΑΠ 28/2ΟΟ7). Ως προς τη διακοπή, όμως της παραγραφής των ως άνω αξιώσεων δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προαναφερθέντα ν. 3632/1928, ή σε άλλον νόμο. Κατά συνέπεια, εφαρμόζονται ως προς το ζήτημα αυτό, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού, οι σχετικές διατάξεις του ΑΚ, όπως εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που πηγάζουν από τους εν γένει ειδικούς νόμους (Ολ. ΑΠ 15/1992, ΑΠ 358/2008, σχετικά με τις αξιώσεις του ΚΙΝΔ). Ειδικότερα: 1) η διάταξη του άρθρου 261 ορίζει ότι την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και ότι η παραγραφή που διακόπηκε με αυτόν τον τρόπο αρχίζει και πάλι από την τελευταία δικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Με έγερση αγωγής εξομοιώνεται κάθε επιθετική πράξη του δικαιούχου κατά του υπόχρεου, η οποία έχει ως σκοπό την με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, όπως είναι η ανταγωγή, η προσεπίκληση, η κυρία παρέμβαση και η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής (βλ. ΑΠ 80/2009, ΑΠ 153/200), ενώ "διαδικαστική πράξη", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 261 Α.Κ. είναι κάθε πράξη διαδίκου ή νομίμου αντιπροσώπου του ή πληρεξουσίων των ή της δικαστικής Αρχής, η οποία περιέχει τα στοιχεία της δικαστικής ενεργείας και είναι κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (ΑΠ 343/1012, 114/2010). Και 2) Η διάταξη, του άρθρου 270 του ίδιου Κώδικα, ορίζει ότι, αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή, και ότι στις περιπτώσεις του άρθρου 250 (όπου ορίζεται πενταετής παραγραφή των αναφερόμενων εκεί αξιώσεων, αρχομένη, σύμφωνα με το άρθρο 253, από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο συμπίπτει ο λόγος έναρξης της παραγραφής), η νέα (μετά τη διακοπή) παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή.
Περαιτέρω, η σύμβαση για τη διενέργεια χρηματιστηριακής συναλλαγής, αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας των άρθρων 90 επ. του ΕμπΝ και οι αξιώσεις που απορρέουν από αυτήν συμπίπτουν ως προς το περιεχόμενό τους με εκείνες του άρθρου 250 αρ. 1 και 5 του ΑΚ. Ενόψει όλων αυτών, παρέπεται ότι στην περίπτωση της διακοπής της παραγραφής αξιώσεως από τέτοια (χρηματιστηριακή) συναλλαγή με την έγερση αγωγής ή διαδικαστικής πράξης υπό την προεκτεθείσα έννοια, η νέα όμοια παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η διακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 του ΑΚ, που εφαρμόζεται όπως προαναφέρθηκε στις ρηθείσες όμοιες ως προς το περιεχόμενό τους αξιώσεις του άρθρου 250 του ΑΚ, που έχουν άλλωστε και τον ίδιο χρόνο ενάρξεως της παραγραφής κατά το επίσης προαναφερθέν άρθρο 253 του ΑΚ (μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής), όχι δε αμέσως μετά τη διακοπή της παραγραφής, κατά το άρθρο 261 εδ. β` του ΑΚ το οποίο και δεν έχει (ως προς την έναρξη της νέας παραγραφής) εφαρμογή στην εξεταζόμενη περίπτωση. Η λύση δε αυτή αφενός μεν εναρμονίζεται προς τον νομοθετικό σκοπό της πρόβλεψης του τέλους του έτους ως αφετηρίας για την έναρξη και την (μετά τη διακοπή) επανέναρξη της παραγραφής, που είναι η εξυπηρέτηση των επαγγελματιών γενικώς των οποίων οι αξιώσεις εκκαθαρίζονται συνήθως στο τέλος του έτους με το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων αφετέρου δε δεν αντιστρατεύεται τον σκοπό της βραχυπρόθεσμης, πιο πάνω, παραγραφής, που είναι σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3632/1928, ο επιβαλλόμενος από τη φύση των χρηματιστηριακών συναλλαγών τερματισμός το ταχύτερο των σχετικών δικών και η ρύθμιση των διαφορών που προκύπτουν από αυτές (συναλλαγές) με εξαιρετική ταχύτητα. Τούτο διότι, ο ίδιος ο νόμος που προβλέπει ως χρόνο παραγραφής των σχετικών αξιώσεών το έτος, ορίζει ως αφετηρία της την λήξη του έτους κατά το οποίο είχε συναφθεί η χρηματιστηριακή παραγγελία, παρομοίως προς την έναρξη της παραγραφής του άρθρου 250 του ΑΚ (ΑΠ 396/2012). 
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε: 1) ότι μεταξύ των διαδίκων, το Νοέμβριο 1999, καταρτίσθηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών, με κύριο αντικείμενο την αγορά και πώληση στο όνομα της αναιρεσίβλητης, μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αντί συμφωνηθείσας προμήθειας για κάθε συναλλαγή. 2) ότι η σύμβαση αυτή λειτούργησε μέχρι και τις 6-11-2000 ημερομηνία, κατά την οποία ο μεταξύ τους τηρούμενος λογαριασμός εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο 16.148.51 ευρώ το οποίο η αντισυμβαλλομένη της αρνήθηκε να της καταβάλει, και 4) ότι για την είσπραξη των οφειλομένων από την πιο πάνω αιτία άσκησε την ένδικη αγωγή, που κατατέθηκε στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 23-12-2003 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 29-12-2003. Ετσι, μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο του έτους και συνεπώς η απαίτηση της αναιρεσείουσας είχε υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του νόμου 3628/1928 και συνακόλουθα ότι είναι κατ` ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ένσταση παραγραφής. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Με τις προεκτεθείσες δε, παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της, προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Επομένως, ο πρώτος και κατά δυο σκέλη του, λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδονται, κατ` ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της κρινόμενης αίτησης, οι πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. 4. Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν.δ 490/1974, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η επίκληση με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις, ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (Ολ. ΑΠ 9/2000. 23/2008 και ΑΠ 1294/2009). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση συγχωρείται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 160 παρ. 3, 223, 269,377 παρ. 1, 463, 478, 505 παρ. 2, 517, 525 παρ. 2, 527, 529 παρ. 2, 543, 545 παρ. 5, 558, 562 παρ. 2 κλπ ΚΠολΔ, που διαλαμβάνουν ρητώς περί απαραδέκτου, συνάγεται ότι απαράδεκτο, για την κήρυξη ή μη κήρυξη του οποίου δίδεται ο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, υπάρχει, όταν συνεπεία τούτου απορρίπτεται από το Δικαστήριο της ουσίας η αγωγή ή το ένδικο μέσο, ή οι ισχυρισμοί (ενστάσεις), μεταξύ άλλων και λόγω μη παραδεκτής προβολής ή επαναφοράς των τελευταίων τούτων, κατά την διάταξη που αναφέρεται στην αρχή της σκέψης αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, αληθώς μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο, και δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα πρωτοδίκως με τις έγγραφες προτάσεις της, περί διακοπής της παραγραφής, με την από 23-11-2000 έγγραφη δήλωση της αναιρεσίβλητης με την οποία αναγνώρισε την αξίωσή της (αναιρεσείουσας), τον οποίο επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με τις κατατεθείσες σ` αυτό προτάσεις της, στις οποίες είχε ενσωματώσει και τις πρωτόδικες, όπου διαλαμβανόταν και ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί διότι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τον εν λόγω ισχυρισμό της επανέφερε, η αναιρεσείουσα, στο Εφετείο, κατά τρόπο μη νόμιμο, με απλή ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων της στις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και ορθώς τούτο κήρυξε απαράδεκτο. Σημειώνεται ότι με την ως άνω δήλωση της αναιρεσίβλητης στις 23-11-2000, περί αναγνωρίσεως της οφειλής της, επήλθε διακοπή μόνο της παραγραφής και από το τέλος τους έτους που έλαβε χώρα, άρχισε νέα ισόχρονη παραγραφή, η οποία και είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατάθεσε σε προτάσεις, επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 5848/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1800) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis