Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

παροχές γονέων προς τέκνα, καταδολίευση.

Περίληψη. Καταδολίευση δανειστών. Προϋποθέσεις. Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία. Τέτοια είναι και η παροχή περιουσίας σε τέκνο από γονέα (γονική παροχή) αφού ναι μεν χαρακτηρίζεται στη σχετική διάταξη ως δωρεά κατά το ποσό που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, όμως με το χαρακτηρισμό αυτό αποσκοπείται απλώς να αποκλεισθεί η δυνατότητα ανάκλησής της κατά το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι εξ αντιδιαστολής να χαρακτηρισθεί κατά το μέρος αυτό ως επαχθής δικαιοπραξία. Μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας επί ακινήτου λόγω γονικής παροχής. Αγωγή διάρρηξης. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ΄αριθ. 5303/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. 

Άρειος Πάγος, Α1` Πολιτικό Τμήμα, 778/ 2015

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού-Εισηγήτρια, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.


ΙΙ) Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Η ανεπάρκεια δε της υπόλοιπης περιουσίας πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης και να υφίσταται κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής. Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 805/2013). Τέτοια είναι και η κατά το άρθρο 1509 ΑΚ παροχή περιουσίας σε τέκνο από γονέα (γονική παροχή) αφού ναι μεν χαρακτηρίζεται στο άρθρο αυτό ως δωρεά κατά το ποσό που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, όμως με το χαρακτηρισμό αυτό αποσκοπείται απλώς να αποκλεισθεί η δυνατότητα ανάκλησής της κατά το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι εξ αντιδιαστολής να χαρακτηρισθεί κατά το μέρος αυτό ως επαχθής δικαιοπραξία (ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1778/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή τους με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 739/2011). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του ν. 2915/2001) οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών. Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 567/1984), ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός. Οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ` αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (Α.Π.1104/2006).

ΙΙΙ) Με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ύπαρξη του εκ του άρθρου 941 παρ. 2 ΑΚ τεκμηρίου και έκανε δεκτή την αγωγή διάρρηξης, μολονότι από την γενομένη σ` αυτόν μεταβίβαση είχε παρέλθει έτος και το τεκμήριο (γνώσης) είχε πλέον παύσει να ισχύει. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι επρόκειτο για μεταβίβαση προς τον αναιρεσείοντα από την μητέρα του Μ. Δ. (οφειλέτιδα) της ψιλής κυριότητας των αναφερομένων σ` αυτή οριζοντίων ιδιοκτησιών λόγω γονικής παροχής, η οποία (γονική παροχή) θεωρείται ότι γίνεται από χαριστική αιτία οπότε, κατ` άρθρο 942 ΑΚ, δεν απαιτείται απόδειξη της γνώσης του αποκτώντος, δηλαδή του αναιρεσείοντος, ότι η οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη του αναιρεσιβλήτου δανειστή ώστε να τίθεται θέμα απόδειξης. Επίσης απαράδεκτοι είναι και οι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης. Ο μεν δεύτερος αναιρετικός λόγος, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του λόγου αυτού προσβάλλει την ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (αμφισβητεί την αφερεγγυότητα του οφειλέτη), που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Ο δε τρίτος αναιρετικός λόγος διότι είναι αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν εκθέτει σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης (αν δηλαδή υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία) στην προσβαλλομένη απόφαση, ενώ δεν μνημονεύει τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε ούτε αναφέρει τις παραδοχές του δικαστηρίου (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε), υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση.

IV) Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Κατ` ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αίτησης, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος διότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη πραγματικά περιστατικά (έλλειψη δόλου οφειλέτιδος και τρίτου, ανυπαρξία οφειλής, δυνατότητα ικανοποίησης του αναιρεσιβλήτου δανειστή από την μη μεταβιβασθείσα επικαρπία των ένδικων ακινήτων) δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς.

V) Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 148/1991, 311/1985). Ο πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στην αποδεικτικό του πόρισμα, διότι από τα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις δεν αποδείχθηκε ο σκοπός βλάβης της οφειλέτιδος μητέρας του, δηλαδή η γνώση αυτής ότι η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία δεν επαρκεί προς ικανοποίηση του δανειστή, είναι αβάσιμος. Και αυτό διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, στα έγγραφα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν όπως και στις ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν νομότυπα.

VI) Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. Α.Π.18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ.15/2000). Με τον έκτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο για την παρά το νόμο μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης. Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. (κατ` εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του) είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής δεν απαιτείται κατά νόμο (άρθρα 939 επ. Α.Κ.) να διαλαμβάνεται σ` αυτή ότι η υποκρυπτόμενη της γονικής παροχής δικαιοπραξία είναι η δωρεά ούτε να αναφέρονται τα στοιχεία με βάση τα οποία θα κριθεί αυτό (περιουσιακή κατάσταση γονέως, τέκνου, άλλων τέκνων κ.λ.π.), όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 5303/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis