Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Ωδή στο θάνατο του Ibsen.

Ο   ΠΟΙΗΤΗΣ

Πέθανες τώρα; Άπό καιρό δέν είσουν 
μέσ' στ' ασάλευτα βάθια του θανάτου; 
Τι νόημα για σέναν' έχει ο τάφος; 
'Η ζωντανός ή πεθαμένος, όμοια 
μιλάς και φέγγεις.

Άπ' τα θαμπά κι άπό τ' απέραντα ήρθες,
άπό νύχτες άφεύγατες ξεκόβεις,
κι άπό τους άβασίλευτους τους ήλιους.
καθώς λαμποκοπάει στά κορφοβούνια
της Νορβηγίας

απάρθενο το χιόνι, έτσι κ' εσένα
λαμποκοπάει το μέτωπο σου, και είναι
στην όψη σου ίδια ξαπλωμένη η πάχνη
της υπερβόρειας Θούλας, πού γεννήθης,
αερομαγνάδι.

Σαν τα ρουμάνια τής πατρίδας σου
είσαι πυκνός, αδρός, πράσινος, μαύρος, όλος.
τήν δρμή και τή δύναμη σου δώκαν,
πού σκάφτει και κατάβαθα τραβάει
και τρώει, οί φιόρδες.

Άπ' τους αφρούς του βοριανού πελάγου
ψάρεψ' εσένα η Σάγα και σέ πήρε
στά μαργαριταρόχλωμα φτερά της.
κάστρων καταλύτης αρματωμένος
Βίκιγγας ήρθες.

Η  ΜΟΥΣΑ

Μ' ενός Χαράλδου αέρα, μέ του ζάρλου
τήν περηφάνια πού ζητά ενα θρόνο,
παλιών και νέων άπαρνητή και αντάρτη,
να μέ πλευρώνη άπόκοτα, τόν είδα.
«Βάρβαρε, του είπα,

ποιος είσαι και τί θέλεις; Από σέναν'
άμαθη. Μου είσαι ξένος. Μέσα σου όλοι
των Κιμμερίων οί ζόφοι στοιβασμένοι,
μέ σκυθικούς χειμώνες φοβερίζουν
το καλοκαίρι

τών τρισμακαρισμένω μου Ηλυσίων.
τό δρόμο μου γυρεύεις πού ίσα φέρνει
προς τήν κορφή τών τραγικών ήρώων'
τράβα όθεν ήρθες. τίποτε δέν έχω
μ' εσένα. Εγώ είμαι

η Μούσα, και τό φώς πατέρας μου είναι
».
Και μου άποκρίθη: «Τό παιδί κ' έγώ είμαι
τής αστραπής και τής βροντής τ' αγγόνι.
άν αστράψω, σέ καίω κ' έσέ.  κ' έγώ είμαι 
απ' τήν Ελλάδα.

Κ' έγώ είμαι από τό αίμα τών Αίσχύλων, 
τής μυστικής λαχτάρας ο προφήτης
και τό πουλί τής μπόρας. κληρονόμος 
του σκοτεινού Ηρακλείτου πού σωπαίνει 
νόημα γιομάτος».

Και καθώς κ' ύστερ' άπ' τα λόγια του, όμοια.
βουβή κι αναποφάσιστη στεκόμουν,
ξάμωσε απάνου μου άθεος τό χέρι 
για να μ' άδράξη και γιά νά μέ σύρη,
μουγγρίζοντάς μου:

«Θές δέ θές, οδηγήτρα μου. προστάζω!»
Καταχτητής έτσι του κόσμου, ό μέγας
μακεδονίτης, λύγισε τραβώντας
τή Χρησμοδότρα άπ' τα μαλλιά, πού αρνήθη
νά τόν άκούση.

Και τότε του υποτάχτηκα, του δείχνω
τό δρόμο, από τό χέρι τόνε πήρα,
τήν πρώτη ορμή του φύσηξα. κι αμέσως,
τόν είδα, τήν πνοή νά δευτερώσω
προτού προφτάσω,

νά χάνεται γοργά προς τ' ανηφόρι
πού φέρνει στό ιερό τραγικό δάσος
από τό μονοπάτι πού πατιέται
πάντα, και πάντα απάτητο φυτρώνει
τ' άμάραντ' άνθια.

Άεροκρέμαστο άλβατρο τόν είδα
γής κι άβυσσος ανάμεσα νά στέκη
κ' υστερ' απάνου από γκρεμό νά σκύβη
και μέ τά νύχια νά τά ξερριζώνη
τ' άγρια λουλούδια.

Καθώς τά ρουνικά ψηφιά μιά μέρα
στό πετρένιο πειραιώτικο λιοντάρι
σκάλισε κάποιος βάραγγος περνώντας,
στή θύμηση μου σκάλισε κι ο ξένος
τό πέρασμα του.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Κ' έκεί πού βόσκει ο τάραντος, και ο πάγος
ασύντριφτος βαστιέται, στα ύψη ανέβης,
κι αγνάντεψες και μέτρησες μακριάθε
τον κάμπο μέ του σύγνεφου τό μάτι
τ' αστραποφόρου.

Κι άκουσες τα τραγούδια καί τά γέλια
πού γύρω σου σκορπούσαν θεοί καί στρίγλες
καί τον παράξενο ηύρες Κυνηγάρη,
καί διάβασες βαθιά γραμμένα λόγια
στό μέτωπο του.

Καί σ' έμαθε πώς πιο ακριβή άπ' τον ύπνο
κάτου άπ' τα κυπαρίσσια τών προγόνων 
καί πιο ακριβή άπό τόνειρο, η ενέργεια 
κ' η ζωή πού τή ζής. Καί σαν τ' ατσάλι
τ' ακονισμένο

έγιν' εσένα η σκέψη. Άπ' το ποτήρι
το υπέρτατο ήπιες. Να σ' άγγίξη
δέ θέλησες ο πρόστυχος ο βρώμιος,
καί πρόσμεινες τους νέους καιρούς, μονάχος,
γαμπροντυμένος.

Η   ΜΟΥΣΑ


Κ' οι νέοι Καιροί τον ηύρανε στα ύψη
καί τόνε προσκύνησαν. κι όσο αξίζει 
σιδερένιο καράβι του πολέμου, 
τόσο αξίζει στή θάλασσα του Λόγου 
του Σκάλδου ο στίχος.

Τών πολύθεων έσβυσε η λατρεία
καί του Χριστού μαράζωσε καί η πίστη.
κορώνα στο κεφάλι μου είν' η δάφνη
ακόμα η βακχική καί η απολλώνια.
το χέρι μου όμως

τό γαλιλαίο σταυρό κρατά, καί τρέμει,
κι ανήσυχα τά μάτια μου γυρεύουν,
γυρνώντας άπ' τα ολόφωτα του κόσμου
μέσ' στης ψυχής τ' άφεγγα βάθια, κάτι,
καί δέν το βρίσκουν.

Πιο πέρα άπ' τους Χριστούς κι άπ' τους Ολύμπιους, 
κ' εγώ ένα νέο καιρό σαν νά προσμένω 
πού η θυγατέρα μου Ομορφιά για πάντα 
θά χωριστή άπ' τον άντρα της τό Μύθο, 
κι άλλο άντρα θάβρη.

Κι αυτός θά νά είν' ο αγέλαστος ο Νόμος, 

ο ασάλευτος των πάντων κυβερνήτης 
πού νου δέν έχει, καί είν' αυτός νους όλος, 
τής αλήθειας ένας θεός, καί λόγος 
τής επιστήμης.

Ο  ΠΟΙΗΤΗΣ 


Ένας πόλεμος άσβυστος κρατιέται
του ελεύτερου, του ενός, του μόνου ανθρώπου,
με τών ανθρώπων τά κοπάδια
. Καί είπες:
«Σπάστε τήν αλυσίδα, τ' όνομά της
όποιο κι άν είναι,

κι όσο τρανό κι άν είναι τ' όνομά της 
καί σεβαστό καί λατρεμένο. Ζήτω 
τής άναρχης Ιδέας πού ξεσκλαβώνει! 
Γιούχα του υποκριτή, του δειλού γιούχα, 
γιούχα του ψεύτη!

Χαρά στην άθεη θέαινα, στην Ιδέα, 
στο μέτωπο πού λάμπει καί δέ σκύβει, 
στον άνθρωπο πού έμπρός τραβά, καί φράχτη 
δέν υπομένει, καί κρατά τή φλόγα 
πού καίει τά πάντα!

Και ειρήνη καί τιμή σέ κείνους πού ήρθαν 
λυτρωτήδες καί πέσανε σφαχτάρια 
και μέ κορμιά στοιχιώσαν αντρειωμένα 
τό γιοφύρι πού αργά θά μας πέραση
στή νέα τήν πλάση!

Τό λάβαρο του ελεύτερου, του μόνου, 
του ενός, του καταλύτη καί του πλάστη, 
γιγάντικα τό κράτησες, και ανέβης,
 και φάνταξε στά δυό σου χέρια εκείνο 
σάν κόσμος όλος.

Τά έργα σου σάν πέτρες είναι, πέφτουν,
χτυπάν, σεισμός, ραΐζουν, άπ' τό χάσμα
πού ανοίγει, βγαίνουν άντρες οργοτόμοι
και οι Στόκμαννοι και οι Μπράντηδες και οί Σόλνες
και οί Παραβάτες.

Τό χάσμα πού άνοιξε ο σεισμός τό στρώνουν
θανατερής μοσκοβολιάς λουλούδια,
θυγατέρες σου αμίλητες, γυναίκες
τής αρρώστιας, τής αμαρτίας, τής μπόρας
ξωθιές και σφίγγες.

Καί νά η θαλασσινή και νά η Ρεβέκκα
κ' η ξέχωρη άντρογύναικα 'Εντα Γκάμπλερ,
κ' ύστερα έσείς, Σολβέγιες, Αυρηλίες,
Αγνές, του άνθρωπου θείες ξαναγεννήτρες
μέ τήν αγάπη.

Τής λίμνης και τής φιόρδας καί του δάσους
καί του βουνού ρίζες καί πάχνες καί ίσκιοι,
καί τωρινά καί αρχαία τά πλάσματα σου
δείχνονται σά βλαστοί μιας μακρεμένης
μυθικής Σάγας.

Βασανισμένα άπ' τήν Ιδέα, πατάνε 
μέ τής ζωής τό πάτημα τή γή μας, 
μά βλέπουν μέ τά μάτια ενός ονείρου, 
μέ τή σιωπή τής νύχτας συνορεύει 
τό μίλημά τους.

Τ' αμάξια τους τά σέρνουν τ' άσπρα τ' άτια
του μυστηρίου τά στοιχιωμένα. αλιά του 
όποιου άψηφήση τό χαμό στό ανέβα 
των πύργων τών έφτάψηλων πού χτίζουν.
καί η Τραγωδία,

χωρίς τό μετρημένο, όλο αρμονία
δρόμο της, όταν είτανε Αθηναία,
χωρίς τό κοσμοπλάνητο μεθύσι
άπ' τό κρασί του Αγγλου, νά την πάλι
τροπαιοφόρα!

Η  ΜΟΥΣΑ

Τά πρώτα του έργα θαμαστά ίστορίζουν
τής σκαντιναβικής φυλής τή δόξα
καί τής πατρίδας τή δροσιά. η λαχτάρα
πλάτηνε μέσα του ύστερα, καί ζώνει
τήν Άνθρωπότη.

Και κανείς γιά νά μήν τόνε ταράξη
στό μέγα αγκάλιασμα του, σκληρά διώχνει
κάθε ζωή συντροφική καί αγάπη,
καί τής πικρής τής μοναξιάς προβάλλει
ήρωας καί κράχτης.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Τής άνθρωπότης τ' όνειρο τά πρώτα
χρόνια μου έμενα τά θρασά θαμπώνει,
καί προς αυτό παράδερνα πετώντας,
όσο πού μέ γονάτισ' ένα χέρι
καί μέ καρφώνει

μπροστά στην άγια εικόνα τής πατρίδας.
Και λέω γονατιστός και καρφωμένος:
«'Ο,τι κρατώ, από σένα, και για σένα!»
Και τό πνέμα μου βλέπω νά τό υψώνουν 
διπλά φτερούγια,

η μοναξιά και η συντροφιά. δέ φτάνει 
τόνα φτερό, παράδαρμα μέσ' στ' άδεια.
τά δυό σέ υψώνουν ρήγισσα, ώ Ιδέα! 
Μόνος κ' ένας εγώ, γιά νά δουλέψω 
γιά σας, ώ πλήθη!

Κοιμάται στά χτηνώδικα κορμιά σας 
μιά θεία ψυχή. νά τήν ξυπνήσω θέλω 
μέ τά χάιδια του Λόγου και τής Λύρας, 
μέ το δαρμό του βούνευρου, και μ' ό,τι 
χτυπάει και σφάζει.

Και κανενός πατέρα άπό τή Σπάρτη 
και τάφου κανενός άπ' τήν Αθήνα 
τά κόκκαλα δέν πήγα νά ξεθάψω 
νά τά χτίσω στην πόρτα του σπιτιού μου,
 γιά νά φαντάξω.

Στό χτεσινό τό χώμα, πού τήν ξέρει
τή δάφνη, και τό γγίζεις καΐ άναβρύζει
τό νερό τό αρμυρό σά θυμωμένο,
εκεί πού ο Μπάυρον έκλεισε τά μάτια,
πρωτόειδα σε, ήλιε!

Η   ΜΟΥΣΑ

Κρίματα πλήθια άπάνου σου τά πήρες,
δικά σου, πατρικά, προγόνων, όλων.
'Ολα θά τά πλερώσης. δέ θά ζήσης.
Και στην πηγή του ήλιου μέσα, η νύχτα
θά σέ ρουφήξη.

Ο  ΠΟΙΗΤΗΣ

Ω Μούσα, άς μήν ταράξη ούτε από μένα
ούτε από σέ ματιά και σ' όποια βάθη,
τό σιωπηλό κάρφωμα του ματιού μας
απάνου στου μεγάλου τήν εικόνα
πού μάς γιομίζει.

Η   ΜΟΥΣΑ

Τόν ξανάειδα. Στό χιόνι τής κορφής του
λαμποκοπούσε ό ήλιος μιας Βαλχάλας.
στά πόδια του ένας πέλεκας και μιά άρπα, 
του Βίκιγγα τά όπλα και του Σκάλδου
τόν καρτερούσαν.

Κοιμισμένος. Μιά υπέρθεη γυναίκα 
σφιχτά στην αγκαλιά της τόν κρατούσε
καί τής πιστής Σολβέγιας τό τραγούδι
απάνου από τόν ύπνο του καλού της
του τραγουδούσε:

«Στην αγκαλιά μου πέρασε η ζωή σου 
κανακευτά. κουράστηκες. κοιμήσου, 
Λατρευτέ μου, σέ ξενυχτίζω».—Ποια είσαι; 
Μου αποκρίθη: «Η γυναίκα του θανάτου, 
η Αθανασία!»

3 του Θεριστή  1906.

Κωνσταντίνος Παλαμάς, από την συλλογή "η φλογέρα του βασιλιά, οι καημοί της λιμνοθάλασσας" [έκδοση ΑΘΑΝΑΤΑ ΕΡΓΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, χ.χ., σελίδες 154-163].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis