Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

εικονική αγοραπωλησία αντί δωρεάς. Περιεχόμενο έγγραφου τύπου. Αντί-χρηστη δικαιοπραξία.

Περίληψη. Εικονική σύμβαση πώλησης ακινήτου με υποκρυπτόμενη δωρεά. Από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση. Ό,τι ισχύει για το είδος της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας προδήλως ισχύει και για το υπόλοιπο περιεχόμενό της, όπως είναι και η πρόσθετη υποχρέωση (όρος) που υπό την μορφή του τρόπου βαρύνει τον δωρεοδόχο. Όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξία είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτό και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας.

 Η καλυπτόμενη κάτω από τη σύμβαση πώλησης, δωρεά, ενόψει του ότι πρόκειται για χαριστική δικαιοπραξία για την οποία δεν καταβλήθηκε αντάλλαγμα, αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, περί δικαιοπραξιών που αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη, οι οποίες προϋποθέτουν αντιπαροχή. (Εξαιρετικό επιστημονικό επίπεδο στην απόφαση αυτή, Γ.Φ)
  
Άρειος Πάγος, Α1` Πολιτικό Τμήμα, 429/ 2015
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

Κατά το άρθρο 178 ΑΚ, "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, (όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή το σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν) αλλά και εκ του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν. Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ (το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου), "Άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποίαν δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική τοιαύτη, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου. Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (βλ. ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 2139/2013, ΑΠ 1291/2010 ΑΠ 2095/2009, ΑΠ 1244/2005).
Εξάλλου, στο άρθρο 138 ΑΚ ορίζεται ότι "δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Αλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι (άρθρα 159 §1, 369 και 498 § 1 ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση. Η λύση αυτή προκύπτει αυτονοήτως από την ίδια την έννοια της εικονικότητας, όπως την αναγνωρίζει ο νόμος. Διότι υπό την αντίθετη εκδοχή, ούτε εικονικότητα, ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν. Ο,τι ισχύει δε για το είδος της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας προδήλως ισχύει και για το υπόλοιπο περιεχόμενό της, όπως είναι και η πρόσθετη υποχρέωση (όρος) που υπό την μορφή του τρόπου βαρύνει τον δωρεοδόχο. Πράγματι, θα ήταν λογικά ανακόλουθο να μην υποβάλλεται στο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου η ίδια η καλυπτόμενη δικαιοπραξία κατά τη βασική περί αυτής δήλωση και να υποβάλλεται σε αυτόν ένας όρος μόνο της δικαιοπραξίας αυτής, όπως είναι επί δωρεάς ο τρόπος. Αλλωστε η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου και μόνο έστω για τον τρόπο, τον οποίο τυχόν θέλησαν τα μέρη για την καλυπτόμενη δικαιοπραξία, θα μπορούσε κατά περίπτωση να ενέχει και αποκάλυψη της εικονικότητας με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα αναιρούσε την έννοια της εικονικότητας, όπως κατά τα ανωτέρω την προβλέπει και την αναγνωρίζει ο νόμος (Ολ. ΑΠ 36/1998, ΑΠ 164/2009). Ετσι, με την παραπάνω διάταξη, με την οποία γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, που επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας και σε σχετική, που επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, αν δηλαδή την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Τέτοια δικαιοπραξία αποτελεί και η υπό την εικονική σύμβαση πωλήσεως ακινήτου καλυπτόμενη σύμβαση δωρεάς (άρθ. 496 ΑΚ), την οποία ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη και τηρήθηκε ο απαιτούμενος γι` αυτήν συμβολαιογραφικός τύπος, εφόσον η κυριότητα του πράγματος μετεβιβάσθηκε με τη μεταγραφή του συμβολαίου στον δωρεοδόχο και κατά το φαινόμενο αγοραστή, εάν δεν ακολούθησε ανάκληση της δωρεάς από τον δωρητή ή τον κληρονόμο του (άρθ. 505 - 507 ΑΚ). Η καλυπτόμενη δε κάτω από τη σύμβαση πωλήσεως δωρεά, ενόψει του ότι πρόκειται για χαριστική δικαιοπραξία για την οποία δεν καταβλήθηκε αντάλλαγμα, αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, οι οποίες προϋποθέτουν αντιπαροχή (βλ. ΑΠ 1121/2002, ΑΠ 727/1994, ΑΠ 1506/1992).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 54/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αρχικώς ενάγων Κ. Σ., κάτοικος όσο ζούσε Πυργετού Λάρισας, είχε αποκτήσει από το γάμο του με τη Δ. Σ., τέσσερα τέκνα. Τη Μ., Β., Δ. και Α.. Ο Β., από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 έφυγε από το χωριό και παρουσιάστηκε στη χωροφυλακή. Παντρεύτηκε το 1953 στη Δράμα την πρώτη εναγομένη και έκτοτε επισκεπτόταν το χωριό του σε διακοπές και σε πανηγύρεις, δεδομένου ότι οι σχέσεις της μητέρας του και της συζύγου του δεν ήταν αρμονικές. Ο Δ., ο έτερος υιός του Κ. Σ., παντρεμένος κι αυτός, αναχώρησε από την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 για τον Καναδά, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένειά του και ερχόταν κι αυτός στο χωριό του κάποια καλοκαίρια. Το 1971 ο Κ. Σ. είχε διανείμει την περιουσία του μεταξύ των τέκνων του δυνάμει της υπ` αριθ. .../25-9-1971 δημόσιας διαθήκης του Συμβολαιογράφου Ολύμπου ... , με την οποία, το επίδικο ακίνητο, που θα αναφερθεί αναλυτικά πιο κάτω, το άφησε στον υιό του Δ.. Ωστόσο, ο Κ. Σ., το έτος 1990, ήτοι μετά παρέλευση περίπου 20 ετών από τη σύνταξη της ανωτέρω διαθήκης και με βάση την πραγματική κατάσταση που είχε τότε διαμορφωθεί, καθώς ο μεν υιός του Β. διέμενε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, ο δε υιός του Δ. στον Καναδά, αισθανόμενος την ανάγκη στην ηλικία πλέον των 85 ετών (γεν. το 1905) να εξασφαλίσει τη φροντίδα του προσώπου του για τα προσεχή έτη, όσα του απέμεναν να ζήσει, αποφάσισε να δωρίσει την ψιλή κυριότητα του επίδικου ακινήτου στον υιό του Β., ο οποίος του υποσχέθηκε ότι αυτός και η οικογένειά του αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τον φροντίσουν, όταν αυτό χρειαστεί. Κατόπιν αυτών συνετάγη το υπ` αριθ. .../26-6-1990 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Λάρισας ... , που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου ο προαναφερόμενος αρχικός ενάγων Κ. Σ., φέρεται να μεταβιβάζει λόγω πωλήσεως την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου του εκτάσεως 302,08 τ.μ., μετά της επ` αυτού ισογείου οικίας, εμβαδού 70 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του σχεδίου του χωρίου Πυργετός του νομού Λάρισας, στον υιό του Β. Σ. (δικαιοπάροχο των εναγομένων), αντί τιμήματος 700.000 δραχμών. Η ανωτέρω, όμως, σύμβαση πωλήσεως ήταν εικονική, καθόσον αυτό που πραγματικά ήθελαν οι συμβαλλόμενοι ήταν να περιέλθει η ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου στο Β. Σ., ως δωρεά του πατρός του. Αυτός ήταν και ο λόγος, που συνομολογούν και οι δύο πλευρές, ότι δεν καταβλήθηκε το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα των 700.000 δραχμών. Από τον Ιούλιο του 1990, ήτοι ένα μόλις μήνα μετά τη σύνταξη του ανωτέρω συμβολαίου και αφού πληροφορήθηκε τα όσα είχαν συμβεί ο έτερος υιός Δ. Σ.ς (ήδη εκκαλών), ο οποίος μετέβη εκείνο το μήνα στον Πυργετό από τον Καναδά, άρχισαν οι διενέξεις με τον αδελφό του Β. και την οικογένειά του. Ο Δ., ασκώντας αφόρητες πιέσεις στον πατέρα του τον έπεισε να ασκήσει την ένδικη αγωγή με την οποία ισχυριζόταν ότι ο υιός του Β. εκμεταλλευόμενος την προχωρημένη του ηλικία, την κουφότητα και την απειρία του, καθώς και την έλλειψη πλήρους συναισθήσεώς του για τα διαδραματιζόμενα, επέτυχε να τον οδηγήσει να υπογράψει το προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο για τους λόγους αυτούς είναι άκυρο. Πράγματι, η σύμβαση πωλήσεως που καταρτίσθηκε με το ανωτέρω συμβόλαιο είναι άκυρη, ως εικονική, αλλά η ακυρότητα αυτή είναι σχετική, καθόσον κάτω από τη σύμβαση αυτή υποκρύπτονταν σύμβαση δωρεάς, την οποία κατά τα προαναφερόμενα ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Μάλιστα τηρήθηκε και ο σχετικός όρος που είχε συνομολογηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων για τη σύμβαση δωρεάς, ήτοι αυτός της φροντίδας του προσώπου του Κ. Σ. στα γεράματά του από την οικογένεια του Β. Σ., καθόσον, ακόμη και μετά το θάνατο του Β. Σ., στις 21-1-1991, η χήρα του - νύφη του Κ. Σ. - πρώτη εναγομένη, μετέβη στον Πυργετό Λάρισας, μετά από το θάνατο της πεθεράς της το Νοέμβριο του 1992 και πήρε μαζί της τον πεθερό της Κ. Σ. (αρχικό ενάγοντα) στην οικία της στη Θεσσαλονίκη (οδός ... αρ. .), όπου συνέχιζε να τον φροντίζει μέχρι το θάνατό του στις 23-08-1994 (όπως καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες) τηρώντας απαρέγκλιτα την υπόσχεση την οποία είχε δώσει η ίδια και ο σύζυγός της, όσο ζούσε, στον πεθερό της Κ. Σ.. Με βάση τα ανωτέρω, η ψιλή κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου μεταβιβάστηκε δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου πώλησης, στην πραγματικότητα όμως με δωρεά στο Β. Σ. (ο οποίος μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από τους εναγόμενους εξ αδιαθέτου κατά τα νόμιμα ποσοστά) από τον Κ. Σ. ο οποίος, σημειωτέον, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο μεταβίβασης λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του έπασχε από άνοια ή ότι είχε μειωμένη διανοητική ικανότητα. Οι μάρτυρες απόδειξης καταθέτουν επί λέξει, η μεν Β. Κ. ότι "δεν έπαιρνε φάρμακα ο παππούς, από καμία ασπιρίνη", η δε Α. Σ.-Ζ., κόρη του Κ. Σ. "....Τον Ιούλιο του 1990, τότε ήταν καλά" και "Όταν ήρθε από τη Λάρισα ο παππούς ήταν καλά". Επομένως, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω πώληση είναι εικονική και ότι κάτω από αυτήν καλύπτεται έγκυρη σύμβαση δωρεάς την οποία ήθελαν και οι δύο συμβαλλόμενοι και εγκύρως συστήθηκε αυτή με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο. Αλλωστε, σε κάθε περίπτωση, η εφαρμογή του άρθρου 179 ΑΚ, αποκλείεται σε δικαιοπραξίες που δεν υπάρχει ανταλλαγή παροχών, είτε η επίδοση της περιουσίας γίνεται άνευ ανταλλάγματος. Ο ενάγων Δ. Σ. (ήδη αναιρεσίβλητος), νομιμοποιούνταν ενεργητικά να συνεχίσει τη δίκη του πατρός του Κ. Σ., μετά το θάνατο αυτού, ως νόμιμος κληρονόμος του, πλην, όμως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σημειώνεται ότι από το δικόγραφο της ένδικης από 4-3-1992 αγωγής, προκύπτει σαφώς, ότι μοναδική βάση αυτής είναι η ακυρότητα της δικαιοπραξίας (πώλησης) λόγω του ότι αυτή είναι αισχροκερδής. Αβασίμως λοιπόν ισχυρίζεται ο εκκαλών (με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο άφησε αδίκαστη αγωγική βάση περί προσβολής της επίδικης δικαιοπραξίας λόγω πλάνης του αρχικώς ενάγοντος Κ. Σ., που προκλήθηκε από απατηλή συμπεριφορά του υιού του Β. Σ., αφού τέτοια βάση δεν υπάρχει. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την ένδικη έφεση του αναιρεσείοντος, μετά την παραδοχή του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού των εναγομένων περί εικονικότητος της καταρτισθείσης κατά τα άνω νομίμως συμβάσεως πωλήσεως και εγκυρότητος της υποκρυπτομένης σ` αυτήν σύμβασης δωρεάς, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (υπ` αριθ. 27/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 496, 498, 369, 159 παρ. 1, 1715 και 138 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφού σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ανωτέρω πώληση ήταν εικονική και κάτω από αυτήν καλυπτόταν έγκυρη σύμβαση δωρεάς την οποία ήθελαν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, η οποία εγκύρως συστήθηκε με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς το τελευταίο να έχει ανακληθεί, τα ανωτέρω δε αρκούσαν για να καλύψουν το πραγματικό των άρθρων 159 παρ. 1, 369, 496, 498 και 138 του ΑΚ, εφόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξία είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτό και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα, στην προκειμένη δε περίπτωση, το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως του επίδικου ακινήτου, που εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν ήταν αναγκαίο να καλύπτει και την δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι αυτά και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση, αφού, στην αντίθετη περίπτωση, ούτε εικονικότητα, ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν. Το ίδιο δε ισχύει και για το υπόλοιπο περιεχόμενό της, όπως είναι και η πρόσθετη υποχρέωση (όρος) που υπό την μορφή του τρόπου βαρύνει τον δωρεοδόχο, αφού, θα ήταν λογικά ανακόλουθο να μην υποβάλλεται στο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου η ίδια η καλυπτόμενη δικαιοπραξία κατά τη βασική περί αυτής δήλωση και να υποβάλλεται σε αυτόν ένας όρος μόνο της δικαιοπραξίας αυτής, όπως είναι επί δωρεάς ο τρόπος, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου και μόνο έστω για τον τρόπο, τον οποίο τυχόν θέλησαν τα μέρη για την καλυπτόμενη δικαιοπραξία, θα μπορούσε κατά περίπτωση να ενέχει και αποκάλυψη της εικονικότητας με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα αναιρούσε την έννοια της εικονικότητας, όπως κατά τα ανωτέρω την προβλέπει και την αναγνωρίζει ο νόμος. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, αφενός μεν, της μη συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, στα οποία στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο ένδικη αγωγή, αφετέρου δε, ότι η ανωτέρω πώληση ήταν εικονική και ότι κάτω από αυτήν καλυπτόταν έγκυρη δωρεά την οποία ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη, η οποία συστήθηκε εγκύρως με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο που είχε νομίμως μεταγραφεί, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 174, 178, 179, 180, 496, 498, 369, 159 παρ. 1 και 138 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων. Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, απέρριψε το Εφετείο τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει ο αρχικώς ενάγων πατέρας του και μετά το θάνατό του, ως νόμιμος κληρονόμος του, συνέχισε ο ίδιος, κατά των αναιρεσίβλητων, για την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης σύμβασης ως αντίθετης στα χρηστά ήθη και καταπλεονεκτικής, με ορθή υπαγωγή των άρθρων 174, 178, 179 και 180 του ΑΚ, στα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι στην επίμαχη σύμβαση δεν καταβλήθηκε τίμημα, ούτε υπήρξε εκμετάλλευση από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσίβλητων Β. Σ. της κουφότητας ανάγκης ή απειρίας του αρχικώς ενάγοντος Κ. Σ., ώστε να μην δικαιολογείται η ακυρότητα της σύμβασης αυτής, με βάση την από τις ανωτέρω διατάξεις μοναδική βάσης της ένδικης αγωγής. Επίσης, είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, "ότι η σύμβαση πωλήσεως που καταρτίσθηκε με το ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νόμιμα, είναι άκυρη, ως εικονική, αλλά η ακυρότητα αυτή είναι σχετική, καθόσον κάτω από τη σύμβαση αυτή υποκρύπτονταν σύμβαση δωρεάς, την οποία κατά τα προαναφερόμενα ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ενώ είχε τηρηθεί ο νόμιμος τύπος που απαιτείται για τη σύμβαση δωρεάς, χωρίς να έχει γίνει ανάκληση αυτής, ως προς δε το σχετικό όρο που είχε συνομολογηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων για τη σύμβαση δωρεάς, ήτοι της φροντίδας του προσώπου του Κ. Σ. στα γεράματά του από την οικογένεια του Β. Σ., δεν ήταν αναγκαίο να αποτελέσει περιεχόμενό της φερόμενης ως καταρτισθείσας σύμβασης πωλήσεως για να είναι έγκυρη η υποκρυπτόμενη υπό την εικονική σύμβαση πωλήσεως, σύμβαση δωρεάς, πέραν του ότι, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες καταλήγει το Εφετείο στο πόρισμα, ότι ο όρος αυτός πραγματοποιήθηκε, αφού, μετά το θάνατο του Β. Σ., στις 21-1-1991, η χήρα του - νύφη του Κ. Σ. - πρώτη εναγομένη, μετέβη στον Πυργετό Λάρισας, μετά από το θάνατο της πεθεράς της το Νοέμβριο του 1992 και πήρε μαζί της τον πεθερό της Κ. Σ. (αρχικώς ενάγοντα) στην οικία της στη Θεσσαλονίκη, όπου συνέχιζε να τον φροντίζει μέχρι το θάνατό του στις 23-08-1994, σε τρόπον ώστε, η ψιλή κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου να μεταβιβαστεί, δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου πώλησης, στην πραγματικότητα όμως με δωρεά, στο Β. Σ. (ο οποίος μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από τους εναγόμενους - ήδη αναιρεσίβλητους - ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του) από τον Κ. Σ., ο οποίος, σημειωτέον, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του έπασχε από άνοια ή ότι είχε μειομένη διανοητική ικανότητα". Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος ως άνω λόγος της αναίρεσης, κατά τις περιλαμβανόμενες σ` αυτόν αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, περί του ότι η επίδικη σύμβαση αγοραπωλησίας δεν ήταν αισχοκερδής, υπό την έννοια του άρθρου 179 του ΑΚ και ότι κάτω απ` αυτήν υποκρύπτετο έγκυρη σύμβαση δωρεάς και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος α) ότι αυτός ερχόμενος από τον Καναδά είχε την δυνατότητα και την πολυπραγμοσύνη να πείσει τον πατέρα του να ασκήσει την ένδικη αγωγή και δεν επεχείρησε να τον αποτρέψει στην κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, β) ότι η ένδικη αγοραπωλησία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δεν υπέκρυπτε σύμβαση δωρεάς, αλλά αισχροκερδή σύμβαση πωλήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 179 ΑΚ, δεδομένου ότι η σύζυγός του πωλητή βρισκόταν ακόμη στη ζωή και μέχρι το θάνατό της το 1992 κατοικούσε στην ίδια κατοικία, οπότε μπορούσε να μεριμνήσει για την τύχη του και γ) ότι μετά από πυρκαϊά που συνέβη στις 24-9-1961, από την οποία υπέστη σοβαρές υλικές ζημιές η επίδικη οικία, ο ίδιος (αναιρεσείων) με δικές του δαπάνες αποκατέστησε την τελευταία, λόγος που ώθησε τον πατέρα του να του αφήσει αυτήν με την προρρηθείσα δημόσια διαθήκη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσειόντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335 και 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως αν ο ισχυρισμός ή τα πραγματικά γεγονότα για την απόδειξη των οποίων έγινε η επίκληση και προσκομιδή των περί ων ο λόγος μέσων, δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 548/1993 Ελλ.Δνη 35.1277). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.11γ` ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του, αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ. 1506/2006). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προαναφερόμενη διάταξη πλημμέλεια (άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ), ότι δηλαδή το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αρχικώς ενάγοντος, την δίκη επί της οποίας συνεχίζει ο αναιρεσείων, με την οποία επιδιώκετο η αναγνώριση της ακυρότητας της αναφερόμενης σ` αυτήν συμβάσεως πωλήσεως ως καταπλεονεκτικής εις βάρος του πωλητή ενάγοντος, συναφθείσα κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 179 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη, το επικαλεσθέν νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ενώπιόν του, υπ` αριθ. πρωτ. 1625/23-1-1998 πιστοποιητικό του Προέδρου της κοινότητος Πυργετού Λαρίσης, στο οποίο βεβαιώνεται ότι "η καταστραφείσα οικία του πατέρα του στον Πυργετό από πυρκαϊά στις 24-9-1961 ανοικοδομήθηκε εκ νέου με δικές του δαπάνες", αν και το έγγραφο αυτό είχε ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, αφού για τον λόγο αυτό ο πατέρας του με δημόσια διαθήκη, που καταρτίσθηκε το έτος 1971, άφησε την άνω οικία του σ` αυτόν, ώστε η μεταγενέστερη μεταβίβαση (το έτος 1990) της ψιλής κυριότητας αυτής, στον έτερο υιό του Β. Σ., να αντίκειται στους ορισμούς του άρθρου 179 του ΑΚ. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, πέραν του ότι, όπως βεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκαν υπόψη, όλα τα μετ` επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγραφα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, ο άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο, δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της παρούσης δίκης, αφού, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, η καταρτισθείσα μεταγενεστέρως σύμβαση αγοραπωλησίας της ψιλής κυριότητας της επίδικης οικίας, για την οποία κανένα ποσόν δεν καταβλήθηκε ως τίμημα, καθομολογία αμφότερων των διάδικων πλευρών, ήταν άκυρη ως εικονική, υποκρύπτετο δε υπό την ως άνω σύμβαση πωλήσεως, έγκυρη σύμβαση δωρεάς, η οποία ως συνιστώσα δικαιοπραξία που δεν υπάρχει ανταλλαγή παροχών αλλά η επίδοση της περιουσίας γίνεται χωρίς αντάλλαγμα, απέκλειε την εφαρμογή του άρθρου 179 του ΑΚ, στο οποίο και μόνο στηριζόταν η ένδικη αγωγή, ώστε η τελευταία, εκ του λόγου αυτού, να καθίσταται κατ` ουσίαν αβάσιμη. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 17-07-2014 αίτηση του Δ. Σ. του Κ.υ για αναίρεση της υπ` αριθ. 54/2013 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-07-2014 αίτηση του Δ. Σ. του Κ.υ για αναίρεση της υπ` αριθ. 54/2013 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...