Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

όχληση με αγωγή, τοκοφορία, απόρριψη αυτής, συνέπειες.

Περίληψη. Αμοιβή δικηγόρου. Σε περίπτωση που ορισμένη διαφορά εισήχθη προς δικαστική κρίση και η δίκη τερματίστηκε με συμβιβασμό, ο δικηγόρος δικαιούται μία μόνο αμοιβή, δηλαδή αυτή για τη σύμπραξή του στην επίτευξη και κατάρτιση του συμβιβασμού και δεν δικαιούται σωρευτικώς και αμοιβή για τις μέχρι το συμβιβασμό εκτελεσθείσες απ` αυτόν δικαστικές και εξώδικες εργασίες που αφορούσαν τη λυθείσα με το συμβιβασμό δικαστική διαφορά. Τοκοφορία χρηματικής απαιτήσεως.

 Η επίδοση της αγωγής ως όχληση. Η επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων. Αντίθετα, αν η αγωγή απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο, το αποτέλεσμα της περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία δεν διατηρείται. Συνεπώς, ο ενάγων, του οποίου προγενέστερη αγωγή, που είχε επιδοθεί νομίμως, απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικονομικής προϋπόθεσης, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με νεότερη αγωγή επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαίτησης.
  
Άρειος Πάγος, B2’ Πολιτικό Τμήμα , 178/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ` ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που, κατ` άρθρο 573 παρ. 1 αυτού, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, ν` απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν` απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009, 27/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 9-10-2014 με την σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της 766/2014 πράξης κατάθεσης, απευθύνεται δε κατά των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ., 2) Θ. Σ., 3) Ν. Λ. και 4) Γ. Β., ως αντιδίκων του ενάγοντος πατέρα των αναιρεσειόντων Δ. Α. κατά την εφετειακή δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (5915/2011). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στις 3-9-2013, όπως προκύπτει από το ..../3-9-2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Γλυφάδας Αττικής και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε., το γένος Π., και τα τέκνα του Ι. Β., Β. Μ. και Α. Β. Η ιδιότητα αυτή των τελευταίων προκύπτει από: α) το .../10-12-2013 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Γλυφάδας, β) το .../24-11-2015 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών και γ) το .../7-9-2015 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη αποποίησης της κληρονομίας αυτού. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει γνωστοποίηση στους αναιρεσείοντες από τους κληρονόμους του θανόντος ως άνω αναιρεσιβλήτου περί του θανάτου αυτού κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι οι αναιρεσείοντες είχαν λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντος, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους νόμιμους κληρονόμους του.

3. Κατά το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική" , ενώ κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα ζητήματα που έλυσαν" . Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι "το δικαστήριο εκδίδει οριστική απόφαση αν κρίνει ότι η υπόθεση είναι ώριμη γι’ αυτό" . Κατά την έννοια της διάταξης αυτής οριστική είναι η απόφαση του Αρείου Πάγου που περατώνει τη δίκη επί του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης, είτε με την απόρριψη της αίτησης αυτής ως απαράδεκτης ή αβάσιμης, είτε με την παραδοχή της αίτησης και την παραπομπή της υπόθεσης προς περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 580 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ. Με την έκδοση της οριστικής του απόφασης, με την οποία απορρίπτεται τελικά η αίτηση αναίρεσης, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απεκδύεται από κάθε εξουσία για νέα εξέταση της υπόθεσης και αναλώνεται η αξίωση του διαδίκου για παροχή έννομης προστασίας, με την έννοια της επανεξέτασης της διαφοράς, που είναι απαράδεκτη λόγω της έλλειψης εκκρεμοδικίας. Το οριστικό δε απορριπτικό διατακτικό, και χωρίς ειδική απορριπτική σκέψη στο αιτιολογικό, αφορά τόσο τους απαράδεκτους λόγους, όσο και εκείνους που το πραγματικό τους ταυτίζεται με άλλους λόγους αναίρεσης, που ασκήθηκαν συνδυαστικά με εκείνους και κρίθηκαν ρητά απορριπτέοι (Ολ ΑΠ 20/ 2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, επί της ένδικης, από 25-8-1999, αγωγής του ενάγοντος δικηγόρου Δ. Α., ο οποίος απεβίωσε την 1-3-2012 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Λ. Α. και Α. Α., που είναι τέκνα του και υπεισήλθαν στη θέση του, εκδόθηκε η 235/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, το οποίο, όπως δέχθηκε το δικαστήριο εκείνο, απέρρεε από την προηγηθείσα 69/1998 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η 6887/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η 235/2000 (εκκαλούμενη) απόφαση και στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη. Κατά της εν λόγω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και επ’ αυτής εκδόθηκε η 212/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία η εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει και η υπόθεση παραπέμφθηκε ως προς το αναιρεθέν μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που μπορούσε να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Η ανωτέρω αναιρετικά απόφαση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Κατά το άρθρο 124 του Ν.Δ/τος 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων" 1. Δια την σύμπραξιν του δικηγόρου προς επίτευξιν συμβιβασμού περιλαμβάνουσαν τας προς τούτο ενεργείας μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου επί πάσης φύσεως διαφορών, είτε εισαχθεισών προς δικαστικήν, διοικητικήν ή διαιτητικήν κρίσιν, είτε μη, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου, αποτιμωμένων εις χρήμα ως εξής... 2. Εκ της κατά την προηγουμένην παράγραφον κανονιζόμενης αμοιβής αφαιρούνται τα εις τον δικηγόρον δοθέντα ως αμοιβή χρηματικά ποσά δια τας μέχρι του συμβιβασμού εκτελεσθείσας υπ` αυτού εργασίας, πλην αν ταύτα υπερβαίνουν τα ως άνω ποσά της δια τον συμβιβασμόν αμοιβής, οπότε δια συμβιβασμού καταβάλλεται το ήμισυ των ανωτέρω ποσοστών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αμφοτέρων των παραγράφων του εν λόγω άρθρου σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση που ορισμένη διαφορά εισήχθη προς δικαστική κρίση και η δίκη τερματίστηκε με συμβιβασμό, ο δικηγόρος δικαιούται μία μόνο αμοιβή, δηλαδή αυτή για τη σύμπραξή του στην επίτευξη και κατάρτιση του συμβιβασμού, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, και δεν δικαιούται σωρευτικώς και αμοιβή για τις μέχρι το συμβιβασμό εκτελεσθείσες απ` αυτόν δικαστικές και εξώδικες εργασίες που αφορούσαν τη λυθείσα με το συμβιβασμό δικαστική διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα εξής: " Ότι η αναφερόμενη στην προηγούμενη (1) σκέψη δικαστική διαφορά μεταξύ των εντολέων του αναιρεσείοντος και των αντιδίκων τους λύθηκε με συμβιβασμό, που επιτεύχθηκε ύστερα από τις ενέργειες και τη σύμπραξη αυτού. Ότι ο αναιρεσείων μέχρι την κατάρτιση του συμβιβασμού προέβη για λογαριασμό των εντολέων του σε δικαστικές και εξώδικες πράξεις. Και ότι, αφού η δικαστική διαφορά λύθηκε με συμβιβασμό, ο αναιρεσείων δικηγόρος δικαιούται αμοιβή μόνο για τη σύμπραξή του στην επίτευξη και κατάρτιση του συμβιβασμού με βάση την αξία του αντικειμένου αυτού και σύμφωνα με τα επ` αυτής ποσοστά που ορίζονται στο εδάφ. Β της παρ. 1 του άρθρου 124 του Δικηγορικού Κώδικα και δεν δικαιούται αμοιβή για τις μέχρι το συμβιβασμό δικαστικές και εξώδικες εργασίες του". Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η 212/2004 του Αρείου Πάγου έκρινε ως αβάσιμο τον τότε προβληθέντα λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονταν στο Εφετείο κακή εφαρμογή του άρθρου 124 του Κώδικα των Δικηγόρων, συνιστάμενη στο ότι με την τότε προσβαλλόμενη απόφαση 6887/2001 το Εφετείο είχε κάνει δεκτό ότι "ο αναιρεσείων δικηγόρος δικαιούται αμοιβή μόνο για τη σύμπραξή του στην επίτευξη και κατάρτιση του συμβιβασμού με βάση της αξία του αντικειμένου αυτού και σύμφωνα με τα επ’ αυτής ποσοστά, που ορίζονται στο εδ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 124 του ν.δ. 3026/1954 και δεν δικαιούται αμοιβή για τις μέχρι το συμβιβασμό δικαστικές και εξώδικες εργασίες του". Μετά την αναίρεση, το Εφετείο Αθηνών, στοιχούμενο προς την ως άνω ερμηνεία και δικάζοντας επί του ιδίου κεφαλαίου της ένδικης αγωγής, εξέδωσε, διαδοχικά, την 7446/2005 απόφαση, που αναιρέθηκε με την 189/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, διότι δημιουργήθηκε αμφιβολία ως προς το εάν, κατά τον υπολογισμό της αξίας του αντικειμένου του συμβιβασμού, είχε λάβει υπόψη δύο συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, και την ήδη προσβαλλόμενη 5915/2011 απόφαση, με την οποία, αφού έλαβε υπόψη τα εν λόγω στοιχεία, κατέληξε στον προσδιορισμό της αμοιβής του ενάγοντος για την επίτευξη του συμβιβασμού μόνο και όχι για τις προ αυτού δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, στο ποσό των 23.181, 36 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε νομιμότοκα από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους επαναφέρεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι θα έπρεπε να επιδικασθεί σ’ αυτόν αναλογική αμοιβή και για τις εξώδικες και δικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβη (άσκηση και υποστήριξη αγωγής διανομής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης) πριν από τον συμβιβασμό και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, εφόσον με αυτούς τίθεται υπό αμφισβήτηση η προηγηθείσα κρίση του Αρείου Πάγου ως προς την αληθινή έννοια του άρθρου 124 του ν.δ. 3026/1954, προς την οποία στοιχήθηκε το Εφετείο κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Άλλωστε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, μετά την απορριπτική διάταξη της 212/2004 απόφασης του Αρείου Πάγου ως προς την αξίωση του ενάγοντος δικηγόρου για ιδιαίτερη αμοιβή για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, στις οποίες προέβη εκτός και προ του συμβιβασμού, δεν υπάρχει δυνατότητα εισαγωγής εκ νέου του λόγου αυτού στο Αναιρετικό Τμήμα για επανεκδίκαση, γιατί έχει καταργηθεί η εκκρεμότητα του αιτήματος ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το αίτημα αυτό έχει απορριφθεί και το Ακυρωτικό Δικαστήριο απεκδύθηκε κάθε εξουσίας για νέα εξέτασή του, ενώ η έρευνα του ίδιου λόγου προϋποθέτει ανάκληση της οριστικής απορριπτικής απόφασης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης, που είναι ανεπίτρεπτη κατά τις διατάξεις των άρθρων 309 εδ. α’ και 555 ΚΠολΔ. 
4. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ και 215 παρ. 1 εδ.α’ , 221 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η προς τον εναγόμενο επίδοση αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, διότι εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυνόμενη προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση συγκεκριμένης παροχής. Υπό την έννοια αυτή, η επίδοση της αγωγής λειτουργεί, παράλληλα, τόσο ως διαδικαστική πράξη, που καθιστά τοκοφόρο το ληξιπρόθεσμο χρέος χωρίς υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (άρθρο 346 ΑΚ), όσο και ως όχληση, που καθιστά υπερήμερο τον οφειλέτη (άρθρο 340 ΑΚ, υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ) και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας (Ολ ΑΠ 13/1994, ΑΠ 106/2014, 1126/2010). Το ως άνω αποτέλεσμα της όχλησης, που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη, δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαράδεκτο αυτής (π.χ. λόγω αοριστίας). Αντίθετα, αν η αγωγή απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο, το ανωτέρω αποτέλεσμα της περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία δεν διατηρείται, αφού στην περίπτωση αυτή η όχληση δεν αφορά σε νόμιμη ή βάσιμη απαίτηση (ΑΠ 1789/2009, 1355/2003). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων, του οποίου προγενέστερη αγωγή, που είχε επιδοθεί νομίμως, απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικονομικής προϋπόθεσης, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με νεότερη αγωγή επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαίτησης (ΑΠ 106/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο ενάγων δικηγόρος, με την από 15-1- 1997 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ζητήσει έναντι των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής ‘ ‘ για την εκτέλεση εκ μέρους του κάθε αναγκαίας δικαστικής ή εξώδικης ενέργειας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της 6231/1989 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την επίτευξη συμβιβασμού και το πέρας της αντιδικίας των σε εκείνη τη δίκη διαδίκων, συνισταμένης: α) στη μεταβίβαση ποσοστών κυριότητας εξ αδιαιρέτου επί των τριών εκ των τεσσάρων τότε επίδικων (προς διανομή) ακινήτων, β) στην καταβολή ποσού 20.868.840 δραχμών, που αντιστοιχούσε στο 27% του τιμήματος, το οποίο οι εναγόμενοι πελάτες του εισέπραξαν από την πώληση (ρευστοποίηση, χάριν της διανομής) του τέταρτου εκ των εν λόγω ακινήτων, γ) στην καταβολή 366.650 δραχμών, για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες τις οποίες περιέγραφε στο δικόγραφο της αγωγής εκείνης και οι οποίες ήταν αναγκαίες για την περάτωση της δικηγορικής εντολής, που είχε λάβει από τους εναγόμενους πελάτες του και δ) στην καταβολή 905.000 δραχμών, για δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί προς εκτέλεση της εντολής. Επί της ως άνω, από 15-1-1997, αγωγής εκδόθηκε η 69/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αμοιβή μόνο 570.000 δραχμές και ως έξοδα το αιτηθέν ποσό των 905.000 δραχμών. Κατά τα λοιπά η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε ως κατ’ ουσία αβάσιμη (η αξίωση για την αμοιβή των 366.650 δραχμών κρίθηκε ως καταχρηστικά ασκούμενη). Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος, εκδόθηκε η 2289/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η αξίωση της από 15-1-1997 αγωγής α) για μεταβίβαση, αντί αμοιβής σε χρήμα, ποσοστών συγκυριότητας ήταν μη νόμιμη και β) για καταβολή αναλογικής αμοιβής επί του τιμήματος πώλησης του τέταρτου από τα επίδικα (στη δίκη περί διανομής) ακίνητα ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά τα λοιπά εξαφανίσθηκε η 69/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην της διάταξης για την απόρριψη του κονδυλίου των 366.650 δραχμών. Μετά την άσκηση της νέας, από 25-8-1999, αγωγής και την προαναφερθείσα διαδικαστική πορεία αυτής, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επιδίκασε στον ενάγοντα δικηγόρο, ως αμοιβή για την συμβολή του στην επίτευξη του συμβιβασμού μεταξύ των εναγομένων τότε πελατών και των τότε αντιδίκων αυτών, το ποσό των 23.181,36 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της ένδικης (δεύτερης) αγωγής. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις περί διατηρήσεως ή μη της οχλήσεως που παρήχθη από προηγούμενη αγωγή. Τούτο διότι, από τις παραδοχές του Εφετείου και τα όσα ήδη αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι δεν υπήρξε ταυτότητα των απαιτήσεων, που είχαν εισαχθεί σε δίκη με την πρώτη αγωγή προς αυτή που ήταν αντικείμενο της ένδικης και επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Πέραν αυτού, η προηγούμενη αγωγή δεν είχε απορριφθεί για τυπικούς, αλλά προεχόντως για ουσιαστικούς λόγους. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι οι τόκοι έπρεπε να επιδικασθούν όχι από την επίδοση της δεύτερης αγωγής, αλλά από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 5. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Με τον τέταρτο από τους λόγους της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, ότι ενώ ο ενάγων δικηγόρος, με δήλωσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε διορθώσει αυξητικά το αρχικό αίτημα της αγωγής και είχε ζητήσει αντί του ποσού των 29.782.659 δραχμών το συνολικό ποσό των 42.226.568 δραχμών, το δικαστήριο της ουσία παρέλειψε να λάβει θέση και να απαντήσει επί της διόρθωσης αυτής. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αξιολογώντας το περιεχόμενο της από 25-8-1999 αγωγής, έλαβε υπόψη την ως άνω διόρθωση και προχώρησε στην ουσιαστική του διάγνωση, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι ‘ ‘ ...ο ενάγων ζήτησε... αφού διόρθωσε και συμπλήρωσε με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και με τις προτάσεις του στην αγωγή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, για όλες τις ενέργειες (δικαστικές και εξώδικες), στις οποίες προέβη για την επιτυχή περαίωση της δίκης και των μεταξύ τους συμφωνηθέντων με το ως άνω εργολαβικό δίκης, τη νόμιμη δικηγορική αμοιβή του, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 42.226.568 δραχμών...’ ‘ (3ο φύλλο, όπισθεν σελίδα). Στη συνέχεια το Εφετείο, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, κατέληξε στη μερική παραδοχή της αγωγής και στην επιδίκαση του ποσού των 23.181,36 ευρώ. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου, ότι το Εφετείο για το ως άνω ουσιώδες ζήτημα του αιτούμενου ποσού δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων είχε παραδεκτά επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του και συγκεκριμένα τα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του. Όμως, από την ανωτέρω περικοπή της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 9 και 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχεται αβάσιμος. Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων, εφόσον οι αναιρεσίβλητου που νίκησαν δεν παρέστησαν και δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2014 αίτηση των ... για αναίρεση της ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...