Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Προκαταβολή εισφορών δικηγόρων στην δίκη.

Χριστόφορος Σεβαστίδης, Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε. ΠΗΓΗ.

Α.- Άρση αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα διάταξης τυπικού νόμου από το ΑΕΔ- έκταση ισχύος της απόφασης του ΑΕΔ.

     Σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε΄ Συντ., με απόφαση του ΑΕΔ αίρεται η αμφισβήτηση που έχει εμφιλοχωρήσει στις αποφάσεις δύο τουλάχιστον ανώτατων δικαστηρίων σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα διατάξεως τυπικού νόμου [Βλ. και Β.Σκουρή/Ε.Βενιζέλο, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, 1985, σελ. 74-75].

Η απόφαση του ΑΕΔ που αίρει την αμφισβήτηση σχετικά με τη συνταγματικότητα διάταξης τυπικού νόμου ισχύει έναντι πάντων και δεσμεύει όλα τα δικαιοδοτικά όργανα, δηλαδή όλα τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας ως προς το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας νόμου, που έλυσε το ΑΕΔ [ΑΠ 275/ 2015, Β. Σκουρής/ Ε. Βενιζέλος, ό.π., σελ. 75]. Η καθιέρωση της αρμοδιότητας αυτής του ΑΕΔ αποβλέπει στην εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας των δικαστηρίων κατά την ερμηνεία και τον έλεγχο της συνταγματικότητας των τυπικών νόμων [Βλ. έτσι ενδεικτικά ΑΕΔ 12/ 1997, ΕλλΔνη (38/1997), 1756, ΔιΔικ (1998), 339, ΑΕΔ 38/1989, ΔιΔικ (1990), 274].
     Όταν διάταξη νόμου κηρύσσεται αντισυνταγματική, καθίσταται ανίσχυρη από τη δημοσίευση της απόφασης του ΑΕΔ ή από το χρόνο που ορίζει η απόφαση του ΑΕΔ. Επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση η διάταξη αποβάλλει την ισχύ της και δεν εφαρμόζεται από τα δικαστήρια, αλλά και από τη διοίκηση [Βλ. και Ε.Σπηλιωτόπουλο, εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, τομ. ΙΙ, στ΄ έκδ. (1993), σελ. 415, Β.Σκουρή/Ε.Βενιζέλο, ό.π., σελ. 75, Δ.Τσάτσο, συνταγματικό δίκαιο, τομ. Β΄, 1992, σελ. 538]. Σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 4 εδ. β΄ Συντ. η κριθείσα αντισυνταγματική διάταξη καθίσταται ανίσχυρη από τη δημοσίευση της απόφασης του ΑΕΔ ή από το χρόνο που ορίζεται με την απόφαση. Το άρθρο 51 παρ. 4 Ν. 345/1976, εξειδικεύοντας αυτή την ευχέρεια, προβλέπει την κήρυξη της αντισυνταγματικότητας και από προγενέστερο της δημοσίευσης της απόφασης χρόνο, δηλαδή αναδρομικά, με ειδική σκέψη της απόφασης του ΑΕΔ. Είναι προφανές από τα προαναφερόμενα ότι ο εκτελεστικός του άρθρου 100 Συντ. νόμος (Ν. 345/1976), ερμηνεύοντας το άρθρο 100 παρ. 4 εδ. β΄ Συντ., αποκλείει τη δυνατότητα να κηρυχθεί το ανίσχυρο από μεταγενέστερο της απόφασης χρόνο [Βλ. και Β.Σκουρή/Ε.Βενιζέλο, ό.π., σελ. 76, Δ.Τσάτσο, ό.π., σελ. 537]. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υφίσταται στην απόφαση του ΑΕΔ ειδική σκέψη, το ανίσχυρο της κριθείσας αντισυνταγματικής διάταξης ισχύει από τη δημοσίευση της απόφασης του ΑΕΔ.
      Μετά την κήρυξη της αντισυνταγματικότητας από το ΑΕΔ, δεν είναι δυνατόν να τεθεί και πάλι το θέμα της συνταγματικότητας ή μη της ίδιας διάταξης. Πάντως, υποστηρίζεται στη θεωρία η άποψη ότι ο νομοθέτης δεν δεσμεύεται από την απόφαση του ΑΕΔ και μπορεί με νέα νομοθετική πράξη να θεσπίσει τον ίδιο κανόνα δικαίου, οπότε θα τεθεί και πάλι θέμα αντισυνταγματικότητας και δεν αποκλείεται λόγω της μεταβολής των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και δεδομένων το ΑΕΔ να εκδώσει διαφορετική απόφαση [Βλ. έτσι Ε.Σπηλιωτόπουλο, ό.π., σελ. 415, σημ. 36]. Πάντως, μερίδα της θεωρίας είναι επιφυλακτική ως προς το ζήτημα αυτό, της δέσμευσης ή μη των δικαστηρίων να εφαρμόσουν το νεότερο νόμο, που απλά επαναλαμβάνει την ήδη κριθείσα από το ΑΕΔ ως αντισυνταγματική διάταξη [Βλ. σχετικό προβληματισμό σε Δ.Τσάτσο, ό.π., σελ. 538]. Ωστόσο από τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 4 Συντ., κατά το οποίο «οι αποφάσεις του δικαστηρίου είναι αμετάκλητες», μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι εισάγεται ένας συνταγματικός περιορισμός της δυνατότητας του κοινού νομοθέτη να επαναφέρει την ίδια ρύθμιση σε νεότερο νόμο, τουλάχιστον χωρίς επίκληση πραγματικής (και όχι προσχηματικής) μεταβολής κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών. Ο συνταγματικός αυτός περιορισμός του κοινού νομοθέτη πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι απόλυτος σε περίπτωση που το ΑΕΔ έκρινε μία διάταξη αντισυνταγματική με το σκεπτικό ότι θίγεται ο πυρήνας ατομικού δικαιώματος.
    Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 5 Συντ., κατά την οποία «όταν τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική παραπέμπει υποχρεωτικά το ζήτημα στην οικεία ολομέλεια, εκτός αν αυτό έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της ολομέλειας ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου αυτού», έχει κρίνει επανειλημμένα ότι δεν επιβάλλεται η παραπομπή από το τμήμα στην Ολομέλεια του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, όταν η ολομέλεια ή το ΑΕΔ έχει ήδη κρίνει για τη συνταγματικότητα άλλης μεν διατάξεως τυπικού νόμου, πλην ταυτόσημης κατά περιεχόμενο με την εφαρμοστέα, ώστε στην περίπτωση αυτήν να πρόκειται αναμφιβόλως για το αυτό κατ’ ουσία νομικό ζήτημα [Βλ. έτσι ενδ. ολΣτΕ 1476/2004, NOMOS, ΣτΕ 898/2007, NOMOS, ΣτΕ 890/2006, ΑΠ 2765/2005]. Βέβαια, η νομολογία αυτή του ΣτΕ δεν αφορά τη δεσμευτικότητα της απόφασης του ΑΕΔ ως προς την αντισυνταγματικότητα διάταξης τυπικού νόμου σε περίπτωση μεταγενέστερης επανάληψης της αυτής διάταξης από τον νομοθέτη, πλην όμως αποτελεί χρήσιμο οδηγό για την ερμηνεία του άρθρου 100 παρ. 1 Συντ. Εφόσον ως διάταξη τυπικού νόμου στα πλαίσια της παρ. 5 του άρθρου 100 Συντ. νοείται και οποιαδήποτε διάταξη με ταυτόσημο περιεχόμενο, θα πρέπει κατά τον ίδιο τρόπο να γίνει δεκτό ότι και στα πλαίσια του άρθρου 100 παρ. 1 περ. ε΄ Συντ. η απόφαση του ΑΕΔ που κήρυξε αντισυνταγματική διάταξη τυπικού νόμου, είναι δεσμευτική και για κάθε άλλη μεταγενέστερη διάταξη τυπικού νόμου, που έχει ταυτόσημο και πολύ περισσότερο πανομοιότυπο περιεχόμενο με την ήδη κριθείσα ως αντισυνταγματική [Βλ. σχετ. και ΣτΕ 890/2006, ό.π., ΣτΕ 2765/2005, ό.π., οι οποίες έκριναν αντισυνταγματική νεότερη διάταξη με το αυτό περιεχόμενο με προηγούμενη διάταξη που κηρύχθηκε αντισυνταγματική από το ΑΕΔ, παραπέμποντας ευθέως στην απόφαση του ΑΕΔ και στις αιτιολογίες αυτής, χωρίς άλλη ιδιαίτερη (δική τους) αιτιολογία, δίχως ωστόσο να δεχθούν άμεση δέσμευση από την απόφαση του ΑΕΔ. Για το ότι κρίσιμο μέγεθος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του ΑΕΔ κατ’ άρθρο 100 Συντ. είναι η ταυτότητα του νομικού ζητήματος και όχι η ταυτότητα και αποκλειστικότητα της διάταξης που ερμηνεύτηκε βλ. και Σ. Ματθία, άρση από το Α.Ε.Δ. αμφισβητήσεων για τη συνταγματικότητα ή για την έννοια διατάξεων νόμου, ΕλλΔνη (46/2005), σελ. 313 επ.)].
      Με βάση τις πιο πάνω σκέψεις συνάγεται ότι εκείνο που κρίνεται από το ΑΕΔ κατά την άσκηση της κατ’ άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε΄ Συντ. δικαιοδοσίας του είναι το νομικό ζήτημα της συνταγματικότητας ορισμένης διάταξης τυπικού νόμου, ανεξάρτητα αν η διάταξη αυτή επαναληφθεί με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο σε άλλο νομοθέτημα. Κρίσιμο μέγεθος δεν είναι ο αριθμός του άρθρου και του νόμου που περικλείει τη συγκεκριμένη διάταξη, αλλά η ίδια η διάταξη καθαυτή. Η επανάληψη της ίδιας ρύθμισης σε άλλο μεταγενέστερο νόμο δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι συνιστά διάφορο νομικό ζήτημα από το ήδη κριθέν. Υιοθέτηση της αντίθετης άποψης θα άνοιγε το δρόμο σε καταστρατηγήσεις του Συντάγματος και θα καθιστούσε άνευ ουσίας την παρέμβαση του ΑΕΔ, ματαιώνοντας το σκοπό της συνταγματικής αναγνώρισης της δικαιοδοσίας αυτής του ΑΕΔ, που όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω συνίσταται στην εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας των δικαστηρίων κατά την ερμηνεία και τον έλεγχο της συνταγματικότητας των τυπικών νόμων. Για ποια ενότητα της νομολογίας μπορεί να γίνει λόγος, αν ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να επαναφέρει χωρίς περιορισμούς και συνέπειες την ίδια ακριβώς διάταξη σε νεότερο νόμο και τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να κρίνουν και πάλι τη συνταγματικότητά της, χωρίς να δεσμεύονται από την απόφαση του ΑΕΔ; Είναι χαρακτηριστικό ότι στη νομολογία του ΣτΕ δεν υπάρχει καμία απόφαση που να μην υιοθετεί πλήρως (κατά τον προβληματισμό και την αιτιολογία) προηγούμενη απόφαση του ΑΕΔ, η οποία κήρυξε αντισυνταγματική ορισμένη διάταξη, ακόμα και μετά την επανάληψη της ίδιας διάταξης σε νεότερο νόμο, πλην της πρόσφατης ολΣτΕ 1858/ 2015, για την οποία θα γίνει λόγος στην παράγραφο Γ της μελέτης αυτής.

Β.- Η κήρυξη αντισυνταγματικής της διάταξης του άρθρου 96 παρ. 6 Ν.Δ. 3026/1954 «περί κώδικος των δικηγόρων» από το ΑΕΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 96 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις και στις υποθέσεις ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας ήταν υποχρεωμένοι να προκαταβάλλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο το προβλεπόμενο στο νόμο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου, ενώ κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου σε περίπτωση μη καταβολής του ποσού της αμοιβής του δικηγόρου ο διάδικος λογιζόταν ως ερήμην δικαζόμενος. Επομένως, κατά τη διάταξη εκείνη ο διάδικος που δεν κατέβαλε τη νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου του υφίστατο τις αρνητικές συνέπειες της ερημοδικίας, οι οποίες διέφεραν ανάλογα με το είδος του δικαστηρίου που δίκαζε την υπόθεση, το είδος της διαδικασίας, το είδος του ασκούμενου ενδίκου μέσου ή βοηθήματος και τη δικονομική θέση του διαδίκου και μπορούσαν να είναι η απόρριψη του ενδίκου μέσου, η ομολογία των ισχυρισμών του αντιδίκου, η μειονεκτική δικανική θέση, η αδυναμία ανάπτυξης των απόψεων ενώπιον του δικαστηρίου, κ.λ.π.[Βλ. τις επισημάνσεις αυτές και στην ΑΕΔ 33/1995, ΕλλΔνη (36/1995), 571, ΝοΒ (1995), 908, Αρμ (1995), 946, ΑρχΝ (1995), 264, ΔιΔικ (1995), 1131, ΔΕΝ (1995), 805, ΕΔΚΑ (1995), 462]
Το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 96 παρ. 6 Ν.Δ. 3026/1954 απασχόλησε το ΑΕΔ, καθώς το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε κρίνει με την 1756/1990 απόφασή του ότι η διάταξη εκείνη ήταν αντισυνταγματική, ενώ ο Άρειος Πάγος με την 1601/1992 απόφασή του είχε ταχθεί υπέρ της συνταγματικότητάς της. Τελικά, το ΑΕΔ αποφάνθηκε ότι η διάταξη εκείνη ήταν αντισυνταγματική και επομένως ανίσχυρη [ΑΕΔ 33/1995]. Αξίζει να εστιάσει κανείς στην επιχειρηματολογία του ΑΕΔ, το οποίο δέχθηκε ότι «… ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα για το έγκυρο της άσκησης των ενδίκων μέσων και την πρόοδο της δίκης, για να είναι όμως συνταγματικώς ανεκτά τα θεσπιζόμενα αυτά μέτρα πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία τα μέτρα αυτά ισοδυναμούν με κατάλυση άμεση ή έμμεση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται με την παραπάνω συνταγματική διάταξη. Η διάταξη του άρθρου 96 παρ. 6 Ν.Δ. 3026/1954 ….. δεν συνάπτεται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων ούτε προς την απονομή της δικαιοσύνης από αυτά. Αποσκοπεί στη διευκόλυνση και εξασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της αμοιβής του και κατά κανόνα μέρους αυτής, στον περιορισμό της φοροδιαφυγής των δικηγόρων και στη διασφάλιση της είσπραξης πόρων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης» (η υπογράμμιση δική μας).
     Από το σκεπτικό της ΑΕΔ 33/1995 προκύπτει ότι αυτό θεώρησε ότι η διάταξη του άρθρου 96 παρ. 6 Ν.Δ. 3026/1954 καταλύει το ατομικό δικαίωμα για παροχή έννομη προστασίας, δηλ. ότι με τη διάταξη αυτή θίγεται ο πυρήνας του ατομικού αυτού δικαιώματος.

   Γ. Η πρόδηλη αντισυνταγματικότητα του άρθρου 61 παρ. 4 εδ. α΄ Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) και η δέσμευση από την ΑΕΔ 33/1995- Νομολογιακή αντιμετώπιση της διάταξης.

    Ο νέος Κώδικας Δικηγόρων (Ν. 4194/ 2013) άρχισε να ισχύει από την 27.9.2013 (ημερομηνία δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), καταργώντας με το άρθρο 166 παρ. 2 το Ν.Δ. 3026/1954. Στο άρθρο 61 παρ. 4 Ν. 4194/ 2013, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 γ΄ Ν. 4205/2013, ορίζεται ότι «ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, καθώς και για την παράστασή του κατά τη συζήτηση των ανωτέρω ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη. Επίσης, για την παράσταση ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων κάθε βαθμού, των ανακριτών ή ανακριτικών υπαλλήλων ή δικαστικών συμβουλίων, οφείλει να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η παράστασή του δεν γίνεται δεκτή». Είναι προφανές ότι η διάταξη αυτή του νέου Κώδικα Δικηγόρων είναι πανομοιότυπη με την αντίστοιχη του άρθρου 96 παρ. 6 Ν.Δ. 3026/ 1954, στο μέτρο που συνδέει τη μη προκαταβολή των αναφερόμενων στο άρθρο 61 παρ. 1 Ν. 4194/ 2013 εισφορών με δυσμενείς συνέπειες για τον διάδικο και συγκεκριμένα με το απαράδεκτο της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξης.
   Με το περιεχόμενο αυτό η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013 είναι προφανώς αντισυνταγματική, καθώς θίγει τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας. Και τούτο διότι το θεσπιζόμενο αυτό μέτρο δεν συνάπτεται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης [Βλ. έτσι και Α. Πανταζόπουλο, παρατηρήσεις στην ΠολΠρωτΑθ 3616/2014, ΕλλΔνη (56/2015), σελ. 198. Για το ανάλογο ζήτημα της αντίθεσης του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, που προβλέπει την καταβολή παραβόλου επί εφέσεως, στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. βλ. αναλυτικά ΜονΕφΙωαν 108/2014, ΝοΒ (62/2014), 1638 (με παρατηρήσεις Β. Χειρδάρη)]. Εξακολουθούν, επομένως, να ισχύουν και σήμερα οι σχετικές ορθές σκέψεις της ΑΕΔ 33/1995, για την οποία έγινε λόγος στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο.
       Πέρα, όμως, από τις διαπιστώσεις αυτές τίθεται και ζήτημα ανισχύρου της διάταξης του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013 λόγω της άρσης της αμφισβήτησης από το ΑΕΔ, με την 33/1995 απόφασή του, που είχε εμφιλοχωρήσει στις αποφάσεις του ΑΠ και του ΣτΕ υπό το καθεστώς του Ν.Δ. 3026/1954. Πράγματι, η ΑΕΔ 33/1995 έκρινε ως αντισυνταγματική τη διάταξη εκείνη, που συνδέει τη μη καταβολή της αμοιβής του δικηγόρου και των εισφορών με δυσμενείς για τον διάδικο συνέπειες, επηρεάζοντας τη δικονομική του θέση. Αυτή η αντισυνταγματική (κατά το ΑΕΔ) διάταξη αρχικά περιεχόταν στο άρθρο 96 παρ. 6 Ν.Δ. 3026/1954 και σήμερα στο άρθρο 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013. Μόνη η επανάληψη της ανίσχυρης διάταξης του άρθρου 96 παρ. 6 Ν.Δ. 3026/1954 και στο κείμενο του νεότερου Κώδικα Δικηγόρων δεν μπορεί να θεραπεύσει την αντισυνταγματικότητα ούτε να καταργήσει την αποκλειστική αρμοδιότητα του ΑΕΔ να κηρύσσει κατ’ άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε΄ Συντ. αντισυνταγματικές διατάξεις τυπικού νόμου κατά τρόπο δεσμευτικό για τα δικαστήρια και τη διοίκηση. Υποστηρίχθηκε πρόσφατα ότι η ΑΕΔ 33/1995 είχε εκδοθεί με βάση διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς και ισοδυναμούσε με δεσμευτική νομοθετική μεταβολή, αλλά μετά την ψήφιση του Ν. 4194/2013 επήλθε νέα νομοθετική μεταβολή και επομένως η απόφαση του ΑΕΔ έπαψε να έχει τη δεσμευτική κατά το άρθρο 100 Συντ. ισχύ [Βλ. έτσι Ε. Στασινόπουλο, παρατηρήσεις στην ΠολΠρωτΑθ 3616/ 2014, ΕλλΔνη (56/2015), σελ. 200]. Η φορμαλιστική αυτή ερμηνεία του άρθρου 100 Συντ. δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού οδηγεί σε ανασφάλεια δικαίου και σε ακύρωση της συνταγματικά αναγνωρισμένης δικαιοδοσίας του ΑΕΔ. Ο συνταγματικός νομοθέτης ανέθεσε την άρση της αμφισβήτησης μεταξύ των Ανώτατων Δικαστηρίων σχετικά με τη συνταγματικότητα τυπικού νόμου αποκλειστικά και μόνο στο ΑΕΔ. Αν αναγνωριστεί στον κοινό νομοθέτη η δυνατότητα να μπορεί οποτεδήποτε να επαναλάβει την ίδια ρύθμιση σε νεότερο νόμο, τότε η διάταξη του άρθρου 100 αρ. 1 περ. ε΄ Συντ. είναι κενή περιεχομένου. Το άρθρο 100 Συντ. εισάγει ουσιαστικά ένα περιορισμό της δυνατότητας του νομοθέτη να επαναφέρει την ίδια, κριθείσα από το ΑΕΔ ως αντισυνταγματική, διάταξη. Άραγε αν η νομοθετική παρέμβαση, που έρχεται σε αντίθεση με απόφαση του ΑΕΔ, γινόταν την επομένη της εκδόσεως της αποφάσεως του ΑΕΔ θα υποστηριζόταν εξίσου εύκολα η άποψη περί συνταγματικότητας του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013;
Πάντως, ακόμα και υπό την εκδοχή ότι ο νεότερος νόμος μπορεί να επαναλάβει την κηρυχθείσα ως αντισυνταγματική διάταξη, οπότε τίθεται και πάλι θέμα αντισυνταγματικότητας, χωρίς να αποκλείεται λόγω της μεταβολής των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και δεδομένων το ΑΕΔ να εκδώσει αντίθετη από την αρχική του απόφαση, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, στα πλαίσια του εξεταζόμενου εδώ ζητήματος, αντίθετη ερμηνεία του νέου Κώδικα Δικηγόρων. Και τούτο διότι η ΑΕΔ 33/1995 δεν προέβη ουσιαστικά σε σύγκριση συγκρουόμενων συνταγματικών διατάξεων, αλλά θεμελίωσε την περί αντισυνταγματικότητας θέση στην προσβολή του πυρήνα του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Επομένως, καμία μεταβολή των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσβολή του πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων.
   Αξίζει εδώ να επισημανθεί ότι την προβληματικότητα της διάταξης του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013 είχε εγκαίρως επισημάνει και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής στις παρατηρήσεις της επί του νομοσχεδίου, που στη συνέχεια αποτέλεσε το Ν. 4194/2013.
    Με αυτά τα δεδομένα προκαλεί εντύπωση η ευκολία με την οποία η ολΣτΕ 1858/ 2015 έκρινε, κατά πλειοψηφία (μειοψηφούντων 4 δικαστών), συνταγματική τη νέα διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013. Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή έκρινε, κατά τρόπο αντίθετο προς την ΑΕΔ 33/1995, ότι η διάταξη αυτή του Κώδικα Δικηγόρων επιδιώκει σκοπούς που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο. Η ερμηνεία αυτή του ΣτΕ καταλύει την αρμοδιότητα του ΑΕΔ κατά το άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε΄ Συντ., αφού για να καταλήξει στην περί συνταγματικότητας του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013 κρίση του δεν αξιολογεί νέα οικονομικά ή κοινωνικά δεδομένα, αλλά ανατρέπει τα επιχειρήματα και τις θέσεις του ΑΕΔ, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο. Η ολΣτΕ 1858/ 2015 προέβη στην πραγματικότητα σε έλεγχο όχι της συνταγματικότητας του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/ 2013, αλλά της ορθότητας της ΑΕΔ 33/ 1995. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να πείσει η άποψη ότι η είσπραξη των εισφορών της παρ. 1 του άρθρου 61 Ν. 4194/2013 συνάπτεται με την απονομή της δικαιοσύνης. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι ένα τμήμα της πλειοψηφίας της ολΣτΕ 1858/2015 επιχείρησε να θεμελιώσει τη συνταγματικότητα του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013 στο γεγονός ότι στην υπόθεση που κρινόταν, η μη προκαταβολή των εισφορών αφορούσε σε ορισμένους μόνο από τους αιτούντες και είχε ως αποτέλεσμα το απαράδεκτο της παράστασης μόνο αυτών και όχι και το απαράδεκτο της αιτήσεως. Μπορεί, όμως, η συνταγματικότητα μιας διάταξης να κρίνεται με βάση το τυχαίο γεγονός της ύπαρξης και άλλων διαδίκων που έχουν την ίδια δικονομική θέση σε μία δίκη; Και περαιτέρω μπορεί να δικαιολογηθεί η κατάλυση του ατομικού δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας με το επιχείρημα ότι άλλος διάδικος θα υποστηρίξει την κοινή αίτηση; Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι η ολΣτΕ 1858/ 2015 είναι η πρώτη απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας που δεν υιοθετεί προηγούμενη απόφαση του ΑΕΔ, η οποία διαπιστώνει αντισυνταγματικότητα διάταξης, ακόμα και όταν η ίδια διάταξη επαναλαμβάνεται σε μεταγενέστερο νόμο. Επίσης, είναι αξιοσημείωτο ότι η αντισυνταγματικότητα της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 96 παρ. 6 Ν.Δ. 3026/1954 είχε για πρώτη φορά διαπιστωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση 1756/ 1990.
  Ο Άρειος Πάγος [ΑΠ 70/ 2015] κρίνοντας επί ποινικής υποθέσεως φαίνεται να δέχθηκε έμμεσα ως συνταγματική τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013, καθώς απέρριψε ως ουσιαστικά (και όχι νομικά) αβάσιμο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της παράστασης πολιτικής αγωγής, λόγω μη προκαταβολής των νόμιμων εισφορών από τον πολιτικώς ενάγοντα. Πάντως, η απόφαση αυτή δεν περιέχει ειδικότερη αιτιολογία σχετικά με τη συνταγματικότητα της διάταξης, ενδεχόμενα λόγω του προφανώς αβασίμου του σχετικού λόγου αναίρεσης.
     Επίσης, με τις ΣυμβΑΠ 811/ 2014 και 622/ 2015 αποφάσεις του ο Άρειος Πάγος απέρριψε αίτηση αναιρέσεως λόγω μη προσκόμισης γραμματίου προκαταβολής εισφορών από τον αναιρεσείοντα. Και αυτές οι αποφάσεις δεν ασχολήθηκαν καθόλου με το ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013 και δεν έλαβαν καθόλου υπόψη την ΑΕΔ 33/1995.
    Η ΕφΛαρ 70/ 2014 κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης λόγω μη προκαταβολής των εισφορών, χωρίς ειδική αιτιολογία ως προς τη συνταγματικότητα του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 41 
     Η ΠολΠρωτΑθ 3616/ 2014 [ΕλλΔνη (56/2015), 193] απέρριψε την αγωγή λόγω μη προσκόμισης γραμματίου προκαταβολής εισφορών, θεωρώντας μάλιστα, κατά πλειοψηφία, ότι η παράλειψη αυτή δεν εμπίπτει στις τυπικές παραλείψεις του άρθρου 227 ΚΠολΔ και επομένως δεν μπορεί να προσκομιστεί το γραμμάτιο αυτό μετά τη συζήτηση.
    Περαιτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την απόφασή του 7809/2014 απόφασή του έκρινε απαράδεκτη την παράσταση του καθ’ ου η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων λόγω μη προσκόμισης του γραμματίου προκαταβολής εισφορών.
    Ομοίως και η ΜονΠρωτΑθ 15191/2014 έκρινε απαράδεκτη την παράσταση του δικηγόρου του ενάγοντος, λόγω μη προσκόμισης γραμματίου προκαταβολής εισφορών, αλλά νόμιμη την αυτοπρόσωπη παράσταση του ιδίου στα πλαίσια εκδίκασης αγωγής κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.
    Η ΜονΠρωτΑθ 3807/ 2015 απέρριψε την αγωγή λόγω μη καταβολής των εισφορών από τον ενάγοντα, χωρίς ειδική αιτιολογία ως προς τη συνταγματικότητα του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/ 2013.
   Η ΜονΠρωτΑθ 711/ 2014 κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση αναστολής εκτέλεσης διαταγής πληρωμής λόγω μη προκαταβολής των εισφορών. Και αυτή η απόφαση δεν περιέχει ειδική αιτιολογία για το ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013.
     Η ΜονΠρωτΡοδ 180/ 2013 έκρινε ομοίως συνταγματική τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013, με την αιτιολογία ότι μεταξύ των σκοπών της διάταξης αυτής είναι και εξύψωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος, που έχει άμεση σχέση με την ομαλή λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή της δικαιοσύνης απ’ αυτά. Μόνο που η απόφαση αυτή δεν έλαβε υπόψη την ΑΕΔ 33/1995, που έκρινε κατά τρόπο σαφή ως μη συναπτόμενη με τη λειτουργία των δικαστηρίων την προκαταβολή των εισφορών, τονίζοντας ότι η εξύψωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος δεν είναι συνταγματικώς θεμιτό να επιδιωχθεί από το νομοθέτη με μέτρα που θίγουν το ατομικό δικαίωμα προς παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια. Πάντως, η απόφαση αυτή δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013 είναι οριακής συνταγματικότητας, ενόψει της αυστηρότητας των συνεπειών που έχει η μη προκαταβολή των εισφορών.
       Τέλος, και η ΕιρΧαν 809/2013 [ΕλλΔνη (55/2014), 283, ΝοΒ (2014), 323] κήρυξε απαράδεκτη τη διαδικαστική πράξη της κατάθεσης της αίτησης, χωρίς ειδική αιτιολογία ως προς τη συνταγματικότητα του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013.
         Στον αντίποδα των πιο πάνω αποφάσεων, η Επιτροπή Αναστολών του ΣτΕ έκρινε με τις 125 και 126/2015 αποφάσεις και με παραπομπή στην ΣτΕ 2131/2015 αφενός ότι η ερμηνεία που έδωσε η ολΣτΕ 1858/2015 συνιστά μεταστροφή της νομολογίας του ΑΕΔ αφετέρου ότι η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013 αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 Συντ. και 6 ΕΣΔΑ. Το ίδιο έκρινε πρόσφατα και η ΣτΕ 3705/2015.
        Επίσης, ως αντισυνταγματική κρίθηκε η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013 και από την ΜονΠρωτΘεσ 3717/ 2015 [ΕλλΔνη (56/2015), 569], που ακολούθησε την απόφαση του ΑΕΔ 33/1995.
        Συμπερασματικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τείνει να παγιωθεί η αντίληψη που θέλει ισχυρή τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013. Στην πλειοψηφία τους οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν ασχολούνται με το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης αυτής και όσες το επιχειρούν «ακυρώνουν» την ΑΕΔ 33/ 1995. Μία τέτοια ερμηνεία του άρθρου 100 παρ. 1 περ. ε΄ Συντ. είναι εσφαλμένη και επικίνδυνη, αφού παραβλέπει την αποκλειστική αρμοδιότητα του ΑΕΔ να κρίνει σχετικά με την συνταγματικότητα τυπικού νόμου, σε όσες περιπτώσεις εμφιλοχωρεί αμφισβήτηση μεταξύ του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η αρμοδιότητα αυτή του ΑΕΔ πρέπει να είναι ουσιαστική και να καταλαμβάνει το περιεχόμενο της ρύθμισης ορισμένης διάταξης τυπικού νόμου, ανεξάρτητα αν επαναλαμβάνεται και σε μεταγενέστερο νόμο. Πέρα, όμως, από τη διαπίστωση αυτή, οι αποφάσεις που δέχονται (άλλοτε άμεσα άλλοτε έμμεσα) τη συνταγματικότητα του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013 δεν εξηγούν πώς η ίδια ρύθμιση που το 1995 έθιγε τον πυρήνα του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας, ξαφνικά από το 2013 θεωρείται ότι συνάπτεται με τη λειτουργία της δικαιοσύνης. Φοβάμαι ότι η διαφορετική αντιμετώπιση του ίδιου ζητήματος από τη νεότερη νομολογία οφείλεται αποκλειστικά στην βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση που βιώνει η χώρα μας τα τελευταία 5 χρόνια. Και αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος της σταδιακής συρρίκνωσης των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων με την ανοχή της δικαιοσύνης.

2 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Σκέψη υπ' αριθμό 4. Επειδή, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (βλ. ΑΕΔ 27/2004, 33/1995, ΣτΕ Ολ. 777, 1375 - 76/2013, 601, 1619/2012, 3087 - 88/2011, κ.ά., πρβλ. ΑΕΔ 2/1999, ΣτΕ Ολ. 1852/2009, 3029/2008, 603/2002, κ.ά.). Περαιτέρω, οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Δικηγόρων, με τις οποίες ορίζεται ότι εφόσον δεν κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου γραμμάτιο προκαταβολής της προβλεπομένης από την παρ. 1 του ιδίου άρθρου εισφοράς προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη, δεν προσκρούουν στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο. Υπό τα δεδομένα αυτά, μη νομίμως παρέστησαν με τον πρώτο αιτούντα δικηγόρο ο δεύτερος και η τρίτη αιτούσα, εφόσον δεν κατατέθηκε το κατά τα ανωτέρω γραμμάτιο προκαταβολής εισφοράς στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Περαιτέρω, όμως, η κρινόμενη αίτηση παραδεκτώς ασκείται από τον δεύτερο και την τρίτη αιτούσα, δεδομένου ότι αυτοί με δήλωσή τους στο ακροατήριο ενέκριναν την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως, η οποία υπογράφεται από τον πρώτο αιτούντα ως δικηγόρο. Κατά τη συγκλίνουσα, εξάλλου, γνώμη των Συμβούλων M. Bηλαρά και Γ. Τσιμέκα, η υποχρέωση προκαταβολής των επίμαχων εισφορών, αποβλέπουσα στην κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των δικηγορικών συλλόγων και, γενικότερα, στην ενίσχυση των δικηγόρων, συνάπτεται με την, υπό ευρεία έννοια, ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, στην οποία μετέχουν ενεργώς οι δικηγόροι, και από την άποψη αυτή παραδεκτώς, κατ’ αρχήν, θεσπίζεται. Περαιτέρω δε, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια ώστε να προσκρούει στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, εφόσον η μη προκαταβολή των επίμαχων εισφορών δεν συνεπάγεται, πάντως, το απαράδεκτο της υπό κρίση αιτήσεως, αλλά μόνον της παραστάσεως του δεύτερου και της τρίτης αιτούσας και, συνεπώς, δεν επάγεται κατάλυση του δικαιώματός τους προς παροχή έννομης δικαστικής προστασίας. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Σπ. Χρυσικοπούλου και Κ. Κουσούλη, οι ανωτέρω διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή ως ερχόμενες σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, διότι, ενώ με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών που μπορεί να θεωρηθούν ότι συνάπτονται με την απονομή της δικαιοσύνης (η κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, η διασφάλιση της είσπραξης πόρων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης των δικηγόρων (ΤΕΑΚ, Τομέα Προνοίας - Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείου Αλληλοβοήθειας ή ΛΕΑΔ) και η οικονομική ενίσχυση των νέων δικηγόρων), (συνέχεια)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

συνέχεια: η προβλεπόμενη, σε περίπτωση μη καταθέσεως του γραμματίου προκαταβολής των ανωτέρω δικηγορικών εισφορών, ακυρότητα της διαδικαστικής πράξεως πλήττει τον διάδικο και μάλιστα υπέρμετρα, δεδομένου ότι μπορεί να επιφέρει, σε περίπτωση που καθίσταται άκυρη η κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, ακόμη και την κατάλυση του δικαιώματός του προς παροχή δικαστικής προστασίας (πρβλ. ΑΕΔ 33/1995). Κατά δε τη γνώμη των Συμβούλων Χ. Ράμμου και Αικ. Σακελλαροπούλου, με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 του Κώδικα Δικηγόρων επιδιώκεται η είσπραξη μέρους της δικηγορικής αμοιβής, η περιστολή της φοροδιαφυγής και η κάλυψη λειτουργικών δαπανών του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, σκοποί δηλαδή που δεν συνδέονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή της δικαιοσύνης, ως εκ τούτου δε η προβλεπόμενη δυσμενής για το διάδικο συνέπεια συνιστά μη ανεκτό περιορισμό του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και αντίκειται στο άρθρο 20 του Συντάγματος (ΑΕΔ 33/1995) [ΣτΕ Ολομ 1858/ 2015].

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...