Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Αναδοχή χρέους, ευθύνη αποκτώντος, περιεχόμενο αγωγής, έννοια χρέους, παραίτηση από δικόγραφο, ένορκες βεβαιώσεις διαδίκων.

Περίληψη. Σύμβαση μεταβίβασης περιουσίας. Απεριόριστη η ευθύνη του μεταβιβάζοντος, ενώ περιορισμένη του αποκτώντος και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσης χρέη, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία, εκτός των προσωποπαγών, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Με την έννοια αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά τον χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο τη μεταβίβασης. Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή, μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης. Αγωγή του δανειστή περί μεταβίβασης περιουσίας ή ποσοστού αυτής. Αναγκαίο περιεχόμενο. 
  
Άρειος Πάγος, Α2` Πολιτικό Τμήμα, 1987/ 2014.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, είτε του ίδιου είτε του κατ` άρθρο 96 Κ.Πολ.Δ. πληρεξουσίου δικηγόρου του, έχοντος γενική πληρεξουσιότητα (άρθρο 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 98 Κ.Πολ.Δ., βλ. σχ. ΑΠ 369/2013), χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης. Για το κύρος της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ` αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 744/1982, ΑΠ 50/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τους 1η και 2ο των αναιρεσιβλήτων. Κατόπιν αυτού, η αίτηση αναίρεσης όσον αφορά την 1η αναιρεσίβλητη και κατά το μέρος που με αυτή πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις ερειδόμενες στα άρθρα 806 και 479 ΑΚ βάσεις της αγωγής, καθώς και όσον αφορά τον 2ο αναιρεσίβλητο πρέπει να θεωρηθεί πως δεν ασκήθηκε. Όσον όμως αφορά την 1η αναιρεσίβλητη και κατά το μέρος που με την αίτηση αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την ερειδόμενη στο άρθρο 939 ΑΚ βάση της αγωγής, η δήλωση παραίτησης δεν έχει έννομα αποτελέσματα, εφόσον δεν απευθύνεται και κατά των 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων, αναγκαίων αυτής (1ης αναιρεσίβλητης) ομοδίκων (ΑΠ 837/2007). Έχουν δε καταστεί αναγκαίοι ομόδικοι, μετά την από κοινού εναγωγή τους (ΑΠ 1824/2012, ΑΠ 1103/2010). Κατόπιν αυτών, και δεδομένου ότι δεν προκύπτει κλήτευση της 1ης αναιρεσίβλητης για την παρούσα συζήτηση (ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται τέτοια κλήτευση) πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως κατά το μέρος αυτό.

V) Κατά τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει...", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος. Από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσης χρέη, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Με την έννοια αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά τον χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο τη μεταβίβασης. Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή, μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης. Η αγωγή του δανειστή περί μεταβίβασης περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει: α) την ύπαρξη τέτοιας σύμβασης, β) τις εναντίον του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση γ) την μεταβίβαση του συνόλου ή σημαντικού μέρους της περιουσίας ή της επιχείρησης και δ) τη γνώση εκείνου που απέκτησε ότι μεταβιβάστηκε το σύνολο ή το πλέον σημαντικό μέρος της περιουσίας ή της επιχείρησης ( ΑΠ 909/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών....". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών, υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε τον Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999).

VΙ) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " Ο εκ των διαδίκων, Β. Χ., είχε, κατά το προ του εν προκειμένω κρισίμου χρόνου διάστημα, έντονη επαγγελματική δραστηριοποίηση στο χώρο των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, ελέγχοντας, μέσω εταιρειών των αποκλειστικών συμφερόντων του, διαφόρους, τοπικής εμβελείας, τηλεοπτικούς σταθμούς στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, που ο ίδιος είχε δημιουργήσει ή εξαγοράσει από τρίτους και από τους οποίους προέβαλε προγράμματα παραγωγής των εταιρειών του ή τρίτων. Ο ίδιος, προς επέκταση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, ίδρυσε, το έτος 2004, παραλλήλως και τη διάδικο ανώνυμη εταιρεία ... "...", με αντικείμενο, όπως εμφαίνεται και από την επωνυμία της, τη διαχείριση και εκμετάλλευση ακινήτων, στο Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας, αν και των αποκλειστικών του συμφερόντων, δεν συμμετείχε ο ίδιος αλλά τρίτα πρόσωπα της εμπιστοσύνης του...Ο βίος της εταιρείας αυτής υπήρξε βραχύς, αφού η υπ` αριθμ. 17/3521/1-4-2004 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία εγκρίθηκε η σύσταση και το καταστατικό της, ανακλήθηκε με την υπ` αριθμ. 17/12091/24-7-2006 απόφαση του ιδίου, λόγω μη καταβολής του μετοχικού της κεφαλαίου. Πάντως, αμέσως μετά τη σύστασή της η προαναφερομένη εταιρεία απέκτησε, δυνάμει του υπ` αριθμ. .../5-5-2004 συμβολαίου ... και του υπ` αριθμ. .../3-6-2004 συμβολαίου..., σημαντική ακίνητη περιουσία και δη πέντε διακεκριμένους βιοτεχνικούς χώρους επί πολυωρόφου οικοδομής, κειμένης στη Θεσσαλονίκη....Περαιτέρω,ο μη διάδικος... , ανέπτυξε, μέσω της διαδίκου ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμία "..." πολυσχιδή επίσης επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων αλλά και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, επιχειρήσεις στις οποίες αναμίχθηκαν, υπό την εποπτεία και καθοδήγησή του, και τα δύο του τέκνα, οι εκ των διαδίκων, Γ. και Α. Ζ., κατά τρόπο που η συνολική επιχειρηματική τους δραστηριότητα να φέρει τα χαρακτηριστικά της οικογενειακής τοιαύτης. Η οικογενειακή αυτή επιχείρηση είχε επαγγελματική συνεργασία με τον προαναφερόμενο, Β. Χ., στα πλαίσια της οποίας δημιουργήθηκε οφειλή του τελευταίου έναντί της, μη επακριβώς προσδιορισθείσα, πάντως μεγάλου, υπέρ των 500.000 ευρώ ύψους. Λόγω δυσμενούς μεταβολής της οικονομικής καταστάσεως του Β. Χ. αυτός ευρέθη σε οικονομική αδυναμία να καταβάλει το άνω χρέος, οπότε συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών αυτό να καλυφθεί με τη μεταβίβαση, από την προαναφερθείσα, των αποκλειστικών του συμφερόντων, διάδικο εταιρεία υπό την επωνυμία "..." της ως ανωτέρω ακινήτου περιουσίας της ισομερώς στην προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "..." και στον, εκ των μελών της δανείστριας οικογενειακής επιχειρήσεως, Γ. Ζ.. Κατά τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών η μεταβίβαση αυτή θα χωρούσε υπό τον όρο της εξωνήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 565 του Α.Κ., αφού η πωλήτρια εταιρεία θα είχε το δικαίωμα να επαναποκτήσει τους πωληθέντες βιοτεχνικούς χώρους, καταβάλλοντος τίμημα ύψους 1.200.000 ευρώ. Κατ` ακολουθίαν της προσεγγίσεως αυτής των μερών συνετάγη το υπ` αριθμ. .../24-2-2005 πωλητήριο συμβόλαιο ...., που μεταγράφηκε νομίμως και δυνάμει του οποίου μεταβιβάσθηκαν ισομερώς και αδιαιρέτως στους προαναφερόμενους οι ανωτέρω περιγραφόμενοι βιοτεχνικοί χώροι. Ο περί εξωνήσεως όρος, πάντως, δεν περιελήφθη στο κείμενο του πωλητηρίου αυτού συμβολαίου, αλλά στο προσκομιζόμενο από 3/2/2005 ιδιωτικό αντέγγραφο και, τελικά, ουδέποτε υλοποιήθηκε, οι κατά τα άνω δε αγοραστές μεταβίβασαν, κατά μήνα Μάιο του ιδίου έτους, τα αγορασθέντα μερίδια στον διάδικο, Α. Ζ.. Εξ άλλου, ο ενάγων υπήρξε φίλος και στενός συνεργάτης του Β. Χ.. Ήδη με την ένδικη αγωγή του τούτος διατείνεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι κατά μήνα Ιανουάριο 2005 συνήψε σύμβαση ατόκου δανείου με την διάδικο ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπούμενη από την διευθύνουσα σύμβουλό της, Α. Κ., στα πλαίσια της οποίας κατέβαλε προς αυτή δάνειο ύψους 240.000 ευρώ, που αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση των αμέσων και αυξημένων αναγκών της σε ρευστότητα και το οποίο ήταν αποπληρωτέο σε τέσσερις ισόποσες δόσεις, καταβλητέες την 5-3- 2005, 15-3-2005, 20- 3-2005 και 30-3-2005 αντιστοίχως, ενώ, κατά ειδικότερη συμφωνία των μερών, σε περίπτωση μη εμπροθέσμου πληρωμής έστω και μιας εκ των δόσεων, θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στο σύνολό του ολόκληρο το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσόν. Ισχυριζόμενος, μετά ταύτα, ότι η αντισυμβαλλομένη του εταιρεία υπήρξε ασυνεπής στις εκ της δανειακής συμβάσεως υποχρεώσεις της, ζήτησε, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, να υποχρεωθούν αυτή και ο υπέρ αυτής εγγυηθείς, Β. Χ., σε ολόκληρο, να του καταβάλουν το δανεισθέν ποσόν, το οποίο ζήτησε, περαιτέρω, να υποχρεωθούν να καταβάλουν σ` αυτόν, ευθυνόμενοι έναντί του κατά τους όρους του άρθρου 479 του Α.Κ., και οι Γ. Ζ. και η υπό την επωνυμία "..." ανώνυμη εταιρεία, ως αποκτήσαντες, κατά τα άνω, το σύνολο της περιουσίας της εκ συμβάσεως δανείου οφειλέτιδός του εταιρείας. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η εταιρεία "..." δεν παραστάθηκε, εμφανίσθηκε όμως ο Β. Χ., ο οποίος και συνομολόγησε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος σε σχέση με την κατάρτιση της ενδίκου δανειακής συμβάσεως και τους όρους συνάψεώς της. Πέραν της ομολογίας αυτής ο ενάγων, προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, το μόνο έγγραφο στοιχείο που επικαλέσθηκε είναι και η εν προκειμένω προσκομιζόμενη από 3-1-2005 "δήλωση αναγνώρισης και υπόσχεσης χρέους", με την οποία η δανειολήπτρια εταιρεία, εκπροσωπούμενη από την προαναφερθείσα διευθύνουσα σύμβουλό της, φέρεται ν` αναγνωρίζει τις εκ της δανειακής συμβάσεως υποχρεώσεις της, ενώ τη δήλωση αυτή συνυπογράφει και ο Β. Χ., ο οποίος εγγυάται, ως πρωτοφειλέτης, την ολοσχερή εξόφληση του δανείου. Μετά όμως την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ο Β. Χ. μετέβαλε άρδην θέση και με την από 13-11-2008 επιστολή του προς τον διάδικο Γ. Ζ., ανασκευάζει την κατά τα άνω ομολογία του και παραδέχεται ότι οι όποιες χρηματικές διευκολύνσεις του ενάγοντος εγένοντο προς τον ίδιο προσωπικά και όχι προς την φερομένη δανειολήπτρια εταιρεία "..." και ότι το ένδικο σύμφωνο αναγνωρίσεως χρέους υπογράφηκε αργότερα για κάλυψη και διασφάλιση του ενάγοντος. Εξ άλλου, τα λοιπά δύο μέλη του Τριμελούς Διοικητικού Συμβουλίου της ιδίας εταιρείας, και δη οι Α. Τ. και Κ. Π., οι οποίοι, μαζί με την... Α. Κ., συγκροτούσαν τούτο από της ιδρύσεως της εταιρείας και μέχρι της ανακλήσεως της αδείας της, στις από 2/2/2012 ένορκες βεβαιώσεις τους καταθέτουν ταυτοσήμως ότι αγνοούν τη φερομένη δανειοδότηση της από μέρους τους διοικούμενης εταιρείας, αφού ουδέποτε ήλθε προς συζήτηση στο Διοικητικό της Συμβούλιο ανάλογο θέμα, ούτε ελήφθη αντίστοιχη απόφαση, ούτε και υπεγράφη οποιαδήποτε δανειακή σύμβαση, δεδομένου, άλλωστε, ότι η εταιρεία, μετά την αγορά των κατά τα άνω χώρων, δεν είχε καμία άλλη δραστηριότητα, με συνέπεια να μη έχει δημιουργήσει οφειλές προς τρίτους, ώστε να έχει ανάγκες δανεισμού.
Περαιτέρω, ο πρώτος των προαναφερομένων καταθέτει επί πλέον ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε εγγραφή δανείου στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας, ενώ, όταν ανακινήθηκε το ζήτημα, ρώτησε σχετικά την Α. Κ., ήτοι το τρίτο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της και διευθύνουσα σύμβουλο, η οποία και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι συνέπραξε, υπό την άνω ιδιότητά της, στην κατάρτιση δανείου ή ότι έλαβε χρήματα για λογαριασμό της εταιρείας. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που, κατά τα προαναφερόμενα, ελήφθησαν με επιμέλεια των εκκαλούντων στην υπ` αριθμ. καταθέσεως 4420/2008 έφεση, δεν είναι, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αντίδικος τους - ενάγων, απαράδεκτο αποδεικτικό μέσον, ως περιέχουσες μαρτυρία μελών του Διοικητικού διαδίκου εταιρείας "...", για το λόγο ότι, εν προκειμένω, η αντικειμενική σώρευση αφ` ενός της αγωγής εκ δανείου σε βάρος της προαναφερθείσης εταιρείας και του φερομένου υπέρ αυτής εγγυηθέντος, Β. Χ. και αφ` ετέρου αυτής εκ του άρθρου 479 Α.Κ. σε βάρος των επικαλουμένων τις ένδικες βεβαιώσεις εκκαλούντων δεν καθιστούν τους τελευταίους ομοδίκους ή αντιδίκους της, ως άνω, εταιρείας υπό την επωνυμία "...", της οποίας οι ενόρκως βεβαιούντες τυγχάνουν μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου, αφού παρά τη σώρευση, πρόκειται για δύο παράλληλες, ανεξάρτητες μεταξύ τους και διαφορετικού αντικειμένου δίκες και ως εκ τούτου οι άνω εκκαλούντες, για την απόκρουση της κατ` αυτών απευθυνόμενης αγωγής, δεν κωλύονται να επικαλεσθούν τη μαρτυρία των προαναφερομένων, μελών του Δ.Σ. της μη, κατά τα άνω, ομοδίκου ή αντιδίκου τους εταιρείας. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων, πέραν της κατά τα άνω "δήλωσης αναγνώρισης και υπόσχεσης χρέους" δεν προσκομίζει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο στοιχείο, αποδεικτικό της λόγω δανείου καταβολής του ενδίκου ποσού. Ειδικότερα, δεν προσκομίζεται απόδειξη αναλήψεως του ποσού αυτού από Τραπεζικό λογαριασμό, αφού είναι προφανές ότι τοιούτου ύψους ποσόν δεν θα μπορούσε να φυλάσσεται κατ` οίκον, αλλ` ούτε και απόδειξη καταθέσεώς του, για λογαριασμό της δανειοδοτηθείσης εταιρείας, σε όμοιο, τραπεζικό της λογαριασμό. Δηλονότι, εμφανίζεται εν προκειμένω να χωρεί δανειοδότηση μεγάλου ύψους ανωνύμου εταιρείας, η οποία, προς το σκοπό διαφάνειας των οικονομικών της δεδομένων, λειτουργεί με αναγκαστικού δικαίου διατάξεις σε σχέση με την οικονομική της διαχείριση, χωρίς να υπάρχει απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, ακριβέστερα χωρίς καν να το γνωρίζουν τα δύο από τα τρία μέλη του, χωρίς να συντάσσεται δανειστική σύμβαση, χωρίς να μεσολαβεί ανάληψη ή κατάθεση του δανειζομένου, μεγάλου ύψους, ποσού από και σε τραπεζικό λογαριασμό και χωρίς, τελικά, το δανεισθέν ποσόν να εμφανίζεται καταχωρημένο στα βιβλία της εταιρείας, αλλά να εκμετράται και να παραδίδεται όχι σε αρμόδιο όργανο της δανειζόμενης εταιρείας, αλλά, όπως και ο μάρτυρας αποδείξεως καταθέτει, εις χείρας του Β. Χ.. Αλλά και η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη "δήλωση αναγνώρισης και υπόσχεσης χρέους", που σημειωτέον το κείμενό της κατά τα λοιπά έχει γραφεί σε Η/Υ και συμπληρώθηκαν, παραμείναντα αρχικώς κενά, τα σημεία που αναφέρονται στο δανεισθέν ποσόν και τις δόσεις αποπληρωμής του, εμφανίζεται ελλιπής, αφού δεν σημειώνεται εκεί ο χρόνος, κατά τον οποίο φέρεται να καταρτίσθηκε η επίμαχη δανειακή σύμβαση. Ούτε ο ενάγων προσδιορίζει στην αγωγή του το χρονικό σημείο καταρτίσεως της συμβάσεως αυτής, αναφερόμενος απλώς στον μήνα Ιανουάριο του 2005. Με δεδομένο όμως ότι η άνω δήλωση φέρεται καταρτισθείσα την 3-1-2005, είναι πρόδηλο ότι υπάρχει χρονική ταύτιση της καταρτίσεως της επικαλούμενης δανειακής συμβάσεως και της συντάξεως της άνω δηλώσεως, οπότε εμφανίζεται η ανακολουθία να μη καταρτίζεται έγγραφο για τη δανειακή σύμβαση, αλλά δήλωση για την αναγνώριση της. Εξ άλλου, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αντικρούονται ποσώς τα κατατιθέμενα από τους ενόρκως, ως άνω, βεβαιώσαντες περί του ότι η άνω εταιρεία μετά την από μέρους της αγορά των προαναφερομένων ακινήτων δεν είχε καμία άλλη δραστηριότητα, ώστε να έχει ανάγκες ρευστότητος και δη άμεσες. Αντίθετα, πιεστικές οικονομικές ανάγκες είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο ο Β. Χ., ο οποίος ήταν προσωρινά κρατούμενος στις φυλακές μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων 2004, λόγω της εμπλοκής του στο σκάνδαλο με τα "στημένα τηλεπαιχνίδια", εμπλοκή που οδήγησε σε απαγγελία σε βάρος του, ως βασικού κατηγορουμένου, κατηγοριών σε βαθμό κακουργήματος. Υπό τα δεδομένα, συνεπώς, αυτά, το Δικαστήριο είναι πρόδηλο ότι δεν μπορεί να σχηματίσει, και δη πλήρη, δικανική πεποίθηση περί της αληθείας του θεμελιώδους εν προκειμένω ισχυρισμού του ενάγοντος, απολήγοντας, μετά ταύτα, στην κρίση ότι η επικαλούμενη δανειακή σύμβαση μεταξύ αυτού και της προαναφερομένης εταιρείας "............................" ουδέποτε καταρτίσθηκε και οι όποιες χρηματικές διευκολύνσεις του ιδίου προς τον Β. Χ. εγένοντο προς τον τελευταίο ατομικά και δεν αφορούσαν ποσώς την άνω εταιρεία, η συνυπογραφή δε παρά του προαναφερομένου και της υπ` αυτού κατευθυνόμενης, Α. Κ., της ενδίκου δηλώσεως αναγνωρίσεως χρέους εγένετο αποκλειστικά και μόνο όπως παρασχεθεί πρόσθετη στον ενάγοντα κάλυψή των προς τον Β. Χ. ατομικά γενομένων χρηματικών διευκολύνσεων. Υπό τις παραδοχές αυτές, μετά ταύτα, παρίσταται άνευ ερείσματος η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που, εδραζομένη στη διάταξη του άρθρου 479 του Α.Κ., στρέφεται κατά των εκκαλούντων στην υπ` αριθμ. καταθέσεως 4420/2008 έφεση, δεν μεταβάλλει δε ποσώς τα πράγματα το γεγονός ότι ήδη αναγνωρίσθηκε τελεσιδίκως, λόγω μη προσβολής της αντιστοίχου διατάξεως της εκκαλουμένης, οφειλή εκ του ενδίκου δανείου της υπό την επωνυμία "..." έναντι του ενάγοντος, αφού το απορρέον εκ της διατάξεως αυτής δεδικασμένο προδήλως ισχύει μόνο μεταξύ των προαναφερομένων και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 324 και 325 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, δεν δεσμεύει ποσώς τους εκκαλούντες της άνω εφέσεως, οι οποίοι δεν υπήρξαν διάδικοι στην περί το δάνειο αυτό δίκη. Συνακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος την κατά των εκκαλούντων Γ. Ζ. και της υπό την επωνυμία "..." ανωνύμου εταιρείας αγωγή του ενάγοντος εκ της διατάξεως του άρθρου 479 του Α.Κ., έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως ισχυρίζονται με τη συνεκδικαζομένη έφεσή τους οι προαναφερόμενοι εκκαλούντες. Μετά ταύτα, πρέπει...να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που, κρίνοντας μεταξύ των εκκαλούντων - εναγομένων και του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, έκανε δεκτή και ως κατ` ουσίαν βάσιμη κατά ένα μέρος την προβληθείσα με την ένδικη αγωγή αξίωση του δευτέρου κατά των πρώτων εκ της διατάξεως του άρθρου 479 του ΑΚ. Μετά ταύτα πρέπει, κατά το σκέλος της αυτό να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο ..., να εξετασθεί στην ουσία της η ένδικη ... αγωγή κατά το μέρος που, υπό την προαναφερθείσα νομική βάση, στρέφεται κατά των εδώ εκκαλούντων - εναγομένων και ν` απορριφθεί, κατά το μέρος της αυτό, ως ουσιαστικά αβάσιμη ".
VΙΙ) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο με σαφείς , επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, και ορθά ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, κατέληξε στη μη εφαρμογή της, γι` αυτό και ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και οι δεύτερος και τρίτος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της (ευθείας και εκ πλαγίου) παραβίασης του άρθρου 479 ΑΚ, με το να απορρίψει την αγωγή του ως αβάσιμη κατά το μέρος που στρέφονταν κατά των 3ου και 4ης των εναγομένων και ήδη 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων συνήψε τη σύμβαση δανείου με τον 2ο εναγόμενο και ήδη 2ο αναιρεσίβλητο Β. Χ. και όχι με την 1η εναγομένη και ήδη 1η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "...", ορθά απέρριψε την ερειδόμενη στο άρθρο 479 ΑΚ βάση της αγωγής κατά το μέρος που στρέφονταν κατά των 3ης και 4ου των εναγομένων, Γ. Ζ. και εταιρείας "...", προς τους οποίους μεταβιβάστηκαν τα ένδικα ακίνητα από την 1η αναιρεσίβλητη. Και αυτό, διότι προϋπόθεση για την ευθύνη του αποκτώντος την περιουσία (στην προκειμένη περίπτωση των 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων) είναι η απόδειξη της ύπαρξης του επικαλουμένου με την αγωγή χρέους αυτής (περιουσίας) και δεν αρκεί η απόδειξη ύπαρξης οποιουδήποτε χρέους του μεταβιβάσαντος την περιουσία (στην προκειμένη περίπτωση της 1ης αναιρεσίβλητης), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή αρκούσε η απόδειξη ύπαρξης οποιουδήποτε χρέους, μολονότι δεν έγινε επίκλησή του από τον διάδικο με την αγωγή, θα εστερείτο ο αντίδικός του της δυνατότητας υπεράσπισης ή άμυνας. Οι αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος ότι η απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες με το να δεχθεί: α) ότι ήταν απαραίτητη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 1ης αναιρεσίβλητης για τη λήψη δανείου, αν και από προσκομιζόμενο από αυτόν ΦΕΚ προκύπτει ότι δεν χρειαζόταν τέτοια απόφαση, β) ότι η 1η εναγομένη μετά την αγορά των ακινήτων δεν εμφάνισε άλλη δραστηριότητα ώστε να έχει ανάγκη χρημάτων, χωρίς να αιτιολογεί πώς αυτή προέβη σε αγορά των ακινήτων, αν και δεν είχε χρήματα ούτε για την κατάθεση του μετοχικού της κεφαλαίου, γ) ότι η έλλειψη εγγράφου σχετικά με την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης και η μη απόδειξη κατάθεσης ή ανάληψης ποσού σε Τράπεζα, αντίστοιχου του δανεισθέντος, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση δανείου, αν και υπάρχει έγγραφη αιτιώδης αναγνώριση του χρέους, απαραδέκτως προβάλλονται . Και αυτό διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
VΙΙΙ) Με τον πέμπτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση και πάλι του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, αν και εμμέσως διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων αναφορικά με την από 3-1-2005 σύμβαση περί αναγνώρισης χρέους, δεν προέβη σε ερμηνεία εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αλλά κατέφυγε σε μαρτυρίες τρίτων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι η αγωγή στηριζόταν στην αιτιώδη αναγνώριση χρέους, οπότε σε περίπτωση ύπαρξης κενού θα έπρεπε να εφαρμόσει το δικαστήριο τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να εξακριβώσει την αληθή βούληση των συμβαλλομένων. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση το ως άνω έγγραφο, με το οποίο ο ενάγων επικαλείται ότι υπήρξε αιτιώδης αναγνώριση του χρέους, αποτελούσε απλώς ένα από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία, που συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο κατά την έρευνα της βασιμότητας της αγωγής ως προς τις δύο κύριες βάσεις της (εκ των άρθρων 806 και 479 ΑΚ).
ΙΧ) Με το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη, χωρίς να έχει προταθεί, άλλως έχοντας προταθεί εκπρόθεσμα (με την προσθήκη των προτάσεων), ισχυρισμό των αντιδίκων του περί εικονικότητας της από 3-1-2005 δήλωσης αναγνώρισης χρέους του εκπροσώπου της 1ης αναιρεσίβλητης, καταλήγοντας έτσι στην εσφαλμένη κρίση, ότι δεν επρόκειτο για αναγνώριση της οφειλής προς αυτόν αλλά για πρόσθετη κάλυψη αυτού ως προς την επιστροφή του δανεισθέντος στον 2ο αναιρεσίβλητο ποσού. Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται και επομένως αβασίμως, διότι ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης, ότι η αγωγή στηριζόταν στη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ενώ η ως άνω επικαλούμενη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της 1ης αναιρεσίβλητης αποτελούσε ένα αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αξιολογήθηκε και εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκε το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί σύναψης ή μη σύμβασης δανείου μεταξύ αναιρεσείοντος και 1ης αναιρεσίβλητης.
Χ) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ προκύπτει, ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ο διάδικος, αφού δεν είναι τρίτος. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να είναι μάρτυρας και ο νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου που είναι διάδικος, ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους. Η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρέπεται, όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου - λύση προδήλως άτοπη (βλ. Ολ.ΑΠ 1328/1977, ΑΠ 1312/2002). Τα ανωτέρω ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου, και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με τις οποίες ο τρίτος που βεβαιώνει ενόρκως, καταθέτει τα περιστατικά που γνωρίζει για το αντικείμενο της απόδειξης. Άρα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοικήσεως του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 10/2007). Με τον όγδοο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε την αγωγή του κατά των 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των Αλ. Τ. και Κ. Π., οι οποίοι ήταν μέλη του ΔΣ και μετέπειτα εκκαθαριστές της 1ης αναιρεσίβλητης, ομοδίκου των 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων, και είχαν έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, απορρίπτοντας προβληθείσα σχετική ένστασή του. Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς και εντεύθεν αβασίμως. Τούτο δε, διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι οι επίμαχες ένορκες μαρτυρικές βεβαιώσεις αναφέρονται στις σχέσεις του ενάγοντος με την 1η εναγομένη, φερόμενη ως οφειλέτριά του, εταιρεία (διαψεύδοντας τη σύναψη δανείου μεταξύ τους) και ουδόλως αφορούν στους λόγους για τους οποίους ήταν δυνατόν να ενέχονται έναντι του ενάγοντος οι 3ος και 4η των εναγομένων, οι οποίοι ενήχθησαν κατά το άρθρο 479 ΑΚ, ως τρίτοι, ήτοι ως αποκτήσαντες τα περιουσιακά στοιχεία της πρώτης (δι` αγοράς). Ανεξαρτήτως όμως αυτού ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και διότι το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του για το αν συνήφθη σύμβαση δανείου με την 1η αναιρεσίβλητη, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όχι μόνο τις μαρτυρίες των παραπάνω μαρτύρων αλλά και τα υπόλοιπα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία μάλιστα κυρίως στηρίχθηκε, αναφερόμενο λεπτομερώς σ` αυτά. Επίσης, προβάλλεται αλυσιτελώς και ο έκτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση και πάλι του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις για την απόδειξη εναντίον του περιεχομένου εγγράφου και συγκεκριμένα εναντίον της από 3-1-2005 έγγραφης αναγνώρισης χρέους. Και αυτό, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι η αγωγή είχε ως βάση την έγγραφη αναγνώριση χρέους ενώ όσον αφορά τους 3ο και 4η των εναγομένων και ήδη 3ο και 4η των αναιρεσιβλήτων στηρίζονταν στο άρθρο 479 ΑΚ, οπότε το παραπάνω έγγραφο αποτελούσε ένα από τα προσκομισθέντα προς απόδειξη της βάσης αυτής της αγωγής αποδεικτικά μέσα.
ΧΙ) Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμον, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμον, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1376/1996 Ελλ.Δνη 38.1787, Α.Π. 31/1999 Ελλ.Δνη 40.572). Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητα της από 3-1-2005 δήλωσης αναγνώρισης χρέους και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό, το Εφετείο, παραβλέποντας ότι το παραπάνω έγγραφο εθεωρείτο πλέον γνήσιο, δέχθηκε ότι η περιεχόμενη σ` αυτό δήλωση ήταν αναληθής άλλως εικονική. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο απλώς συνεκτίμησε, όπως είχε δικαίωμα (και υποχρέωση) το ως άνω έγγραφο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, κρίνοντάς το τυπικώς ισοδύναμο με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
ΧΙΙ) Με τους ένατο και δέκατο λόγους αναίρεσης , ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη την ..../2-2-2012 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος, μολονότι αυτός δεν είχε νόμιμα κλητευθεί, διότι η κλήση επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του στον Α` βαθμό δικαιοδοσίας, χωρίς να ερευνηθεί αν αυτός είναι αντίκλητός του, δεδομένου ότι μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης έπαυσε η ιδιότητα αυτού ως αντικλήτου (143 Κ.Πολ.Δ). Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι, από την επισκόπηση της με αριθμό ..../30-1-2012 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Δ. Κ. και του δικογράφου της από 23-10-2008 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 21701/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η κλήση για να παραστεί ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην εξέταση των μαρτύρων των αντιδίκων του (3ου και 4ης των εναγομένων), οι μαρτυρίες των οποίων περιέχεται στην ..../2-2-2012 ένορκη βεβαίωση, επιδόθηκε στον Β. Κ., υπογράψαντα το ένδικο μέσο της έφεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του. Επομένως, ορθά το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση, εφόσον ο ως άνω δικηγόρος θεωρείται αντίκλητός του για τις επιδόσεις στην κατ` έφεση δίκη. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ως προς 3ο και 4η των αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος εκείνο, που με αυτή πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ερειδομένη στο άρθρο 479 ΑΚ βάση της αγωγής. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος , διότι οι 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα λόγω της ερημοδικίας τους. Τέλος , πρέπει να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί την αίτηση αναίρεσης μη ασκηθείσα ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "..." και κατά το μέρος που πλήττεται με αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις εκ του άρθρου 806 και 479 ΑΚ βάσεις της αγωγής Θεωρεί την αίτηση αναίρεσης μη ασκηθείσα ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Β. Χ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης όσον αφορά τους 1η, 3ο και 4η των αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που με αυτήν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ερειδόμενη στο άρθρο 939 ΑΚ βάση της αγωγής.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τον 5ο αναιρεσίβλητο

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς 3ο και 4η των αναιρεσιβλήτων και κατά το μέρος εκείνο που με αυτή πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ερειδόμενη στο άρθρο 479 ΑΚ βάση της αγωγής. 

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis