Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Δικηγόρος, αδικ. πλουτισμός, σύμβαση εντολής, εργολαβία δίκης, περιεχόμενο αγωγής.

             Περίληψη.  Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Στοιχεία για το ορισμένο του δικογράφου που στηρίζεται στις διατάξεις του ΑΚ 904, με κύρια βάση, αλλά σε περίπτωση που σωρεύεται επικουρικά. Επίσης, στοιχεία για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες συναφείς με το δικηγορικό λειτούργημα, μετά την εκτέλεση τούτων. Καθορισμός της αμοιβής του δικηγόρου. Το δικαστήριο, εάν δεν υπάρχει συμφωνία για την αμοιβή του δικηγόρου ή δεν συντρέχει περίπτωση υπολογισμού της αμοιβής του με βάση συντελεστή, προσδιορίζει το ελάχιστο όριο της αμοιβής του. Για την αξίωση τέτοιας δικηγορικής αμοιβής, είναι αδιάφορο, αν η αγωγή έγινε εν όλω ή μερικώς δεκτή ή απορρίφθηκε ολοσχερώς ή η υπόθεση διεκπεραιώθηκε ή όχι επιτυχώς. 
  
Άρειος Πάγος, B2’ Πολιτικό Τμήμα, 170/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 904 εδ. α του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β της ιδίας διατάξεως, περ. α, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από τον λήπτη και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι : α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία.
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής, ουσιαστικά, φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή από την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απορρίψεως της κυρίας βάσεως της αγωγής από την σύμβαση ή από την αδικοπραξία (Ολ. Α.Π. 22/2003, Α.Π. 1468/2010, Α.Π. 16/2008). Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποίαν αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ. τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίον η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα ( άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ.), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσεως αυτής από την σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα, ήτοι να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α έως δ για την θεμελίωση της αντίστοιχης αξιώσεως της στηριζομένης, στη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του Α.Κ., δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή ( καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, (εκτός άλλων) γιατί έληξε ή δεν επακολούθησε (Α.Π. 749/2008). Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνον αν η στηριζομένη, σε έγκυρη σύμβαση, κυρία βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ., η οποία απαιτεί την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως, ήτοι που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (Ολ. Α.Π. 23/2003) ήτοι η επίκληση εκ μέρους του των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των, με την κυρία βάση της αγωγής, ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις), όπως η έλλειψη στοιχείων της αδικοπραξίας, θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθήσασα εξέταση της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (Ολ. Α.Π. 22/2003, Α.Π. 1468/2010)
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποίαν ο ενάγων δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες συναφείς με το δικηγορικό λειτούργημα, μετά την εκτέλεση τούτων, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται: α) η συμφωνία περί εντολής και το ύψος της αμοιβής και β) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την ενέργεια των αναγκαίων, για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υποθέσεως, δικαστικών και εξωδίκων πράξεων, ενώ σημειωτέον δεν απαιτείται να αναφέρονται αναλυτικά οι επιμέρους πράξεις του δικηγόρου, η επιτυχής έκβαση της δίκης, καθώς και ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ως και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή, αφού η μνεία των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία μόνον στην συμφωνία περί εργολαβίας δίκης (Α.Π. 374/ 2007, Α.Π. 57/ 2005). Επίσης, υπόχρεος, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προς πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου, είναι εκείνος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υποθέσεως, για την οποίαν αφορά η αμοιβή και όχι ο κύριος της υποθέσεως, όταν αυτός δεν είναι εντολέας (Α.Π. 140/2007). Εξάλλου, η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, με την οποίαν ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υποθέσεώς του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει, για το σύνολο των ενεργειών του, ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (άρθρο 92 παρ. 3, 4 και 5 του ιδίου Κώδικα, 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, Α.Π. 1586/2009, Α.Π. 556/2009, Α.Π. 760/2007). Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94, 170 και 248 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επόμ. και 713 επόμ. του Α.Κ., προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του εντολέα του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε, καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή, επ’ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το εάν είναι διάδικος. Η σχέση του δικηγόρου και του εντολέα του για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του δικηγόρου, χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία του και που αποδεικνύεται κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις (Κ.Πολ.Δ.). Η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα - πελάτη του και περιλαμβάνει, είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή κατ’ ιδίαν πράξεις της ή άλλες κάθε φύσεως νομικές εργασίες ή υποθέσεις, ενώ σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων νομίμων ορίων. Ο εντολέας οφείλει την αμοιβή στο δικηγόρο, εφόσον έδωσε την εντολή, επ’ ονόματι και για λογαριασμό του. Το δικαστήριο, εάν δεν υπάρχει συμφωνία για την αμοιβή του δικηγόρου ή δεν συντρέχει περίπτωση υπολογισμού της αμοιβής του με βάση συντελεστή, θα προσδιορίσει το ελάχιστο όριο της αμοιβής του (άρθρα 713, 340, 341, 345, 346 του Α.Κ., 91 παρ. 1, 92, 98, 99, 100 - 106 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 38 του Εισαγωγικού Νόμου του Κ.Πολ.Δ.). Για την αξίωση τέτοιας δικηγορικής αμοιβής, είναι αδιάφορο, αν η αγωγή έγινε εν όλω ή μερικώς δεκτή ή απορρίφθηκε ολοσχερώς ή η υπόθεση διεκπεραιώθηκε ή όχι επιτυχώς (Α.Π. 760/2007, Α.Π. 415/2004). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε, ως Εφετείο, την έφεση του προσθέτως, υπέρ του Κληροδοτήματος Μ. Α., παρεμβαίνοντος, και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, τα εξής που ενδιαφέρουν την προκειμένη υπόθεση και συγκεκριμένα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγομένη Εφορεία ..., στα πλαίσια επενδύσεως της κληρονομικής περιουσίας του Κληροδοτήματος Μ. Α. αποφάσισε, να ανεγείρει στην θέση " ..... " του συνοικισμού ..., κτίριο αποτελούμενο από αίθουσα βιβλιοθήκης, αίθουσα βιβλιοθήκης για τυφλά και κωφάλαλα παιδιά, αίθουσα συνεδριάσεων και λαογραφικό μουσείο. Ακολούθως, δέχθηκε πως η πρώτη ως άνω εναγομένη, ασκούσε μεν τη διαχείριση του Κληροδοτήματος Μ. Α., αλλά για λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου Κληροδοτήματος Μ. Α., ως αναφέρει και ο ίδιος ο ενάγων στην αγωγή του ( σελ. 1η και 2η της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 380/6-4-2010 αγωγής " η πρώτη εναγομένη με την ως άνω προαναφερομένη ιδιότητα προφανώς ενεργούσα για λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου ", ως εκ τούτου ουδεμία συμμετοχή είχε (η πρώτη εναγομένη) στην σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Προς εκτέλεση των παραπάνω εκδόθηκε η με αριθμό .../29-12-2005 οικοδομική άδεια. Ο ενάγων είναι εν ενεργεία Δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου .... Στα πλαίσια του λειτουργήματός του στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2006 ήλθε σε συμφωνία με την πρώτη εναγομένη, από την οποίαν έλαβε την εντολή, όπως προσφέρει τις νομικές του υπηρεσίες και ειδικότερα, την σύνταξη δημόσιας διακήρυξης για τη δημοπράτηση του προαναφερομένου οικοδομικού έργου με μειοδοτικό διαγωνισμό, την επιμέλεια και σύνταξη της εργολαβίας και την παρακολούθηση από νομικής απόψεως της ομαλής εξέλιξης της εργολαβίας μέχρι την οριστική παράδοση και παραλαβή του έργου από την εργοδότρια εταιρεία. Κατά το ειδικότερο περιεχόμενο της προαναφερθείσας συμφωνίας, ως αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου συμφωνήθηκε το χρηματικό ποσό των 6.000 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 1% επί του προϋπολογισμού του έργου, που ανέρχονταν στο ποσό των 600.000 ΕΥΡΩ. Περαιτέρω, ότι ο ενάγων σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων συνέταξε, στις 20-1-2007, τη διακήρυξη δημοπράτησης του προαναφερομένου οικοδομικού έργου, καθώς και την σύμβαση εργολαβίας, τις οποίες και παρέδωσε τόσο στους εναγομένους όσο και στους, κατά την συμφωνία, εργολάβους του έργου και επιβλέποντες μηχανικούς ήτοι στον Αρχιτέκτονα Μηχανικό Χ. Κ. και στον Μηχανολόγο Μηχανικό Ν. Η. Δέχθηκε επίσης ότι εντός του έτους 2007 η πρώτη εναγομένη - Εφορεία ... - προέβη σε αλλαγή Διοικήσεως η οποία και αποφάσισε να μην προβεί στην προαναφερομένη επένδυση και συνακόλουθα στην κατασκευή του κτιρίου, για τον λόγο ότι κρίθηκε ασύμφορο οικονομικά. Λόγω της προαναφερομένης εξελίξεως ο ενάγων, στις 30-5-2008, απέστειλε επιστολή στην πρώτη εναγομένη, με την οποίαν και ζητούσε την εκπλήρωση των συμφωνηθέντων και τη διευθέτηση της, μεταξύ τους, οικονομικής εκκρεμότητας. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί, ότι σύμφωνα με ρητό όρο της από 20-1-2007 διακήρυξης δημοπράτησης του οικοδομικού έργου " η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου (ήτοι του ενάγοντος) θα βαρύνει τον εργολάβο σύμφωνα με την σύμβαση που θα υπογραφεί ", ήτοι την προαναφερομένη με ημερομηνία 20-1-2007, πλην όμως δεν δέχθηκε ότι η αρμόδια Περιφέρεια Ηπείρου έλαβε γνώση της ως άνω συμβάσεως και συνακόλουθα ότι ενέκρινε το ανωτέρω έργο, άρα και τον παρεπόμενο όρο της πληρωμής, αφού ουδέν στοιχείο προσκομίζεται προς τούτο, πέραν του ότι δεν υπάρχει υπογραφή του ενάγοντος δικηγόρου στα ως άνω κείμενα (πρακτικό και διακήρυξη), ενώ από πουθενά δεν προέκυψε ότι αυτός (ενάγων) έλαβε γνώση του πιο πάνω όρου. Εξάλλου, δεν δέχθηκε ότι η αμοιβή του ενάγοντος τελούσε υπό την αίρεση κατασκευής του έργου, καθώς ουδέν στοιχείο προσκομίσθηκε προς τούτο και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εναγομένους αλυσιτελώς προβάλλονται, σε κάθε δε περίπτωση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς έκβασης της δίκης. Η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη ως προς το δεύτερο εναγόμενο Κληροδότημα Μ. Α. για τον λόγο ότι δεν εγκρίθηκε από τον αρμόδιο Υπουργό των Οικονομικών σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 1 του Α.Ν. 2039/1939. Συνακόλουθα το δεύτερο εναγόμενο Κληροδότημα Μ. Α. κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος του ενάγοντος δικηγόρου κατά το χρηματικό ποσό των 6.000 ΕΥΡΩ που όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα, αφού το ανωτέρω ποσό έπρεπε να καταβληθεί σε οιονδήποτε δικηγόρο που θα εκτελούσε τις προπεριγραφόμενες εργασίες αν θα ήταν έγκυρη η επίδικη σύμβαση με το νόμιμο τόκο από την ημέρα επιδόσεως της από 15-7-2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 685/15-7-2008 αγωγής του, ήτοι από 25-7-2008, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι το γεγονός της μη αποπερατώσεως του προαναφερομένου οικοδομικού έργου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, αλλά στην αλλαγή της Διοικήσεως του ανωτέρω Κληροδοτήματος και στην κρίση της Διοικήσεως αυτής περί του ότι θεώρησε την αποπεράτωση του έργου, που συμφωνήθηκε, οικονομικά ασύμφορη. Συνεπώς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, και δέχθηκε τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα, δεν παραβίασε τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 713, 904, 340, 341, 345, 346 του Α.Κ, 91 παρ. 1, 92, 98, 100 - 106 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Τούτο δε διότι με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων εφάρμοσε σωστά τις προαναφερθείσες διατάξεις και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίον υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ. και 22 του Νόμου 3693/1957) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-5-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 105/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ΕΥΡΩ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis