Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Κληρονομιά, δήλα πράγματα, επαύξηση, κοινός λογαριασμός.

Περίληψη. Χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Θεμελίωση ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής μεταξύ αφενός του καταθέτη και του τρίτου και αφετέρου του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας). Σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας κατά της οποίας δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα διότι διαφορετικά θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας.

Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ’ αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών, εκτός και αν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 ν. 5638/1932, οπότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες περιέρχεται αυτοδικαίως η κατάθεση στους επιζώντες έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν. Παράλληλη επέλευση διαδοχής εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κατά το άρθρο 1801 ΑΚ. Προϋποθέσεις. Εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος. Πολιτική δικονομία. Έννοια της οριστικής και μη οριστικής απόφασης του δικαστηρίου. Αποτελέσματα.
  
Άρειος Πάγος, Γ` Πολιτικό Τμήμα, 2072/ 2014.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 15 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Οριστική απόφαση είναι εκείνη που δέχεται ή απορρίπτει ολικά ή μερικά το κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα για παροχή έννομης προστασίας, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία για το αίτημα αυτό. Υπό την έννοια αυτή οριστική είναι η απόφαση του εφετείου που κατ` αποδοχή λόγου εφέσεως απορρίπτει κύριο ή παρεμπίπτον αγωγικό αίτημα. Η οριστική απόφαση παραδοχής ή απορρίψεως του αγωγικού αιτήματος διαλαμβάνεται συνήθως στο διατακτικό της αποφάσεως. Μπορεί να περιληφθεί και στο αιτιολογικό της, κατά τρόπο πάντως ρητό και σαφή ως συμπέρασμα νομικής σκέψης. Μη οριστική απόφαση είναι εκείνη που δεν εκφέρει κάθετη διάγνωση του αντικειμένου της δίκης, αλλά προωθεί ή διαμορφώνει τη διαδικασία προετοιμάζοντας την οριστική επίλυση της διαφοράς. Το δικαστήριο διατηρεί την εξουσία του να κρίνει επί του υποβληθέντος αιτήματος, όταν αυτό καταστεί ώριμο για την οριστική διάγνωση. Η ανάκληση είναι δυνατόν να γίνει και σιωπηρά. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 14-4-1998 αγωγή, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίστηκε ότι είναι η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Α. Σ., η οποία απεβίωσε στις 20-6-1997. Οτι ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων ιδιόγραφη διαθήκη της Α. Σ. η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με την οποία ορίζει ότι αφήνει σε αυτόν ό,τι της ανήκει από ένα σπίτι που βρίσκεται στα Χανιά. Οτι την 18-2-1997 συντάχθηκε από την Α. Σ. πληρεξούσιο με βάση το οποίο εξουσιοδότησε τον αναιρεσείοντα μεταξύ άλλων, να λαμβάνει χρήματα για λογαριασμό της εντολίδος του που έχουν κατατεθεί στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Χανίων και την ... Τράπεζα, συνολικού ποσού 36.500.000 δρχ, που ήταν κατατεθειμένο σε κοινούς λογαριασμούς. Ότι στη συνέχεια ο αναιρεσείων ανέλαβε το ποσό των 36.500.000 δραχμών, το οποίο ήταν κατατεθειμένο στους ως άνω κοινούς λογαριασμούς, χωρίς να αποδώσει αυτά στην Α. Σ.. Ζήτησε δε η αναιρεσίβλητη, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι είναι δικαιούχος του ως άνω ποσού των 36.500.000 δραχμών, να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει το παραπάνω ποσό των 36.500.000 δραχμών. Ο αναιρεσείων επίσης άσκησε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου την από 4-1- 1999 αγωγή με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της Α. Σ., ότι την ημερομηνία που συνετάγη η διαθήκη αυτή, η οικία στην οποία εγκαταστάθηκε αυτός ως κληρονόμος της, ήταν το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, διότι τα ως άνω χρηματικά ποσά είχαν ήδη μεταβιβασθεί κατά κυριότητα σε αυτόν από 18-2-1997 και ότι η αναιρεσίβλητη αμφισβητεί το κληρονομικό του δικαίωμα. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι είναι αυτός ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της Α. Σ. επί όλης της περιουσίας της. Επί των ως άνω αγωγών που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 107/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία απερρίφθη η αγωγή της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη και έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος. Επί εφέσεως που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της παραπάνω αποφάσεως, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 450/2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης περί άρσεως του τραπεζικού απορρήτου, ενώ κατά τα λοιπά κρίθηκε νόμιμη η αγωγή αυτή, εξαφανίσθηκε εν μέρει η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη, κρατήθηκε η υπόθεση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και υποχρεώθηκαν οι διάδικοι να αποδείξουν τα ταχθέντα σε αυτούς θέματα αποδείξεως, σύμφωνα με το σύστημα της προδικαστικής αποφάσεως των άρθρων 341 έως 345 ΚΠολΔ όπως ίσχυε τότε πριν την κατάργησή τους. Στη συνέχεια ήχθη η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, εκδόθηκε δε η προσβαλλομένη υπ` αριθμ. 138/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, δυνάμει της οποίας έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η πρωτοβάθμια απόφαση, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος, ενώ έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ` ουσίαν, αναγνωρίσθηκε η αναιρεσίβλητη δικαιούχος του ως άνω ποσού των 36.500.000 δραχμών (107.116,65) ευρώ και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ως άνω ποσό. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 15 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του περί απορρίψεως της αγωγής του ως κατ` ουσίαν αβάσιμης παρά το νόμο ανακάλεσε οριστική απόφαση ήτοι την 450/2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία δεν εθίγη η πρωτοβάθμια απόφαση, κατά το μέρος με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή του, ενώ με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή του ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Έτσι ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με μεταγενέστερη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση που είχε εκδοθεί επί της αγωγής του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 59 αρ. 15 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η υπ` αριθμ. 450/2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δεν έχει περιλάβει οριστική διάταξη για την αγωγή του αναιρεσείοντος αλλά έχει σιωπηρά επιφυλαχθεί να εκδώσει απόφαση επί της αγωγής του αναιρεσείοντος στην μετ` απόδειξη συζήτηση κατά την κρίση της ασκηθείσας έφεσης της αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε και την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος με συνέπεια να μην έχει ανακληθεί παρά το νόμο οριστική διάταξη αποφάσεως.

Επειδή, κατά το Α.Κ., σε αντίθεση με το προϊσχύον δίκαιο, είναι δυνατή η κληρονομική διαδοχή εν μέρει εκ διαθήκης και εν μέρει εξ αδιαθέτου όπως τούτο προκύπτει τόσο από το άρθρο 1710 παρ. 2 ΑΚ που ορίζει ότι η εκ του νόμου κληρονομική διαδοχή χωρεί και επί μερικής ματαιώσεως της διαθήκης, όσον και εκ του άρθρου 1801 ΑΚ στο οποίο ρητώς ορίζεται ότι εάν έχει εγκατασταθεί ένας μόνον κληρονόμος και έχει περιοριστεί σε ποσοστό της κληρονομίας, ως προς το υπόλοιπο μέρος επέρχεται η εξ αδαθέτου διαδοχή, το ίδιο ισχύει εάν έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι κληρονόμοι, καθένας από τους οποίους έχει περιοριστεί σε ποσοστό και τα ποσοστά δεν εξαντλούν τον κλήρο, αλλά και από τα άρθρα 1807 και 1853 ιδίου Κώδικα, με το πρώτο από τα οποία ρυθμίζεται η προσαύξηση σε περίπτωση αποκλεισμού της εξ αδιαθέτου διαδοχής ή της παραλλήλου υπάρξεως αυτής και της εκ διαθήκης διαδοχής, λόγω διαθέσεως μέρους της κληρονομίας καθώς και ο αποκλεισμός της προσαυξήσεως, οπότε χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή και με το δεύτερο άρθρο ρυθμίζεται η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας επί επαγωγής εκ διαφόρων λόγων, όπως εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Τούτο, είναι δυνατόν να διατυπούται ρητώς στη διαθήκη ως θέληση του διαθέτη όπως όταν αυτός διαθέτει το μέρος της κληρονομίας και προσθέτει περαιτέρω ότι για το υπόλοιπο να ισχύσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Μπορεί, όμως, η θέληση του διαθέτη να προκύπτει σιωπηρώς ή εμμέσως. Το τελευταίο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις του άρθρου 1801 ΑΚ ήτοι όταν ο διαθέτης με τη διαθήκη του διέθεσε υπέρ ενός ή περισσοτέρων κληρονόμων περιοριστικώς ορισμένο μέρος της περιουσίας του, οπότε ως προς αυτό χωρεί η εκ της διαθήκης αυτής διαδοχή, ενώ ως προς το υπόλοιπο μέρος της περιουσίας του χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Εξάλλου από το άρθρο 1800 παρ. 2 ΑΚ που ορίζει ότι εάν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται κληροδόχος ακόμη και αν ονομάσθηκε κληρονόμος, προκύπτει ότι είναι ισχυρή εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος, υφίσταται δε τέτοια, αν προκύπτει από τη διαθήκη θέληση του διαθέτη, με τη μνεία του δήλου, να εγκαταστήσει τον τιμώμενο ως κληρονόμο και ότι εάν δεν προκύπτει τέτοια θέληση ο με το δήλο τιμώμενος λογίζεται κληροδόχος. Όταν ο διαθέτης του επί δήλου τιμώμενο ήθελε να καταστήσει κληρονόμο, τότε η μνεία του δήλου ενέχει και προσδιορισμό του ποσοστού (κλάσματος) της κληρονομίας, στο οποίο καλείται ο τιμώμενος. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι περί εγκαταστάσεως ποσοστού διατάξεις του ΑΚ μεταξύ των οποίων είναι και οι διατάξεις των άρθρων 1801 και 1802 ΑΚ. Επί εγκαταστάσεως μοναδικού κληρονόμου επί δήλων, το τυχόν περισσεύον μέρος του κλήρου περιέρχεται κατ` επαύξηση σ` αυτόν, οπότε προκύπτει θέληση του διαθέτη ότι εγκαταστάθηκε ως μόνος κληρονόμος (ΑΚ 1802) όπως όταν ο διαθέτης με τη μνεία των δήλων υπέβαλε ότι περιέγραψε το σύνολο της περιουσίας του. Αντιθέτως, αν προκύπτει ότι μνεία των δήλων έγινε με περιοριστικό σκοπό, το απομένον μέρος του κλήρου περιέρχεται στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για να επέλθει παράλληλα με την εκ διαθήκης διαδοχή και η εξ αδιαθέτου διαδοχή κατά το άρθρο 1801 ΑΚ απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, πρώτον ότι ο διαθέτης να διέθεσε μόνο ένα μέρος από το κλήρο, με αποτέλεσμα αν τα ποσοστά τον εξαντλούν υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλο περιουσιακό στοιχείο του διαθέτη κατά το χρόνο του θανάτου του, δεν υπάρχει λόγος για εξ αδιαθέτου διαδοχή και δεύτερο ότι ο διαθέτης εξέφρασε τη θέληση ή προκύπτει ή θέλησή του το κληρονομικό δικαίωμα των εγκαταστατών να περιοριστεί στο ποσοστό ή στο συγκεκριμένο δήλο πράγμα. Εφόσον γι` αυτά είναι σαφής η διαθήκη, εφόσον δηλαδή οι λέξεις που έχει χρησιμοποιήσει ο διαθέτης μόνες τους και χωρίς άλλο στοιχείο, αποδίδουν τη βούλησή του, δεν υπάρχει έδαφος για ερμηνεία της διαθήκης. Η τελευταία επιτρέπεται μόνο όταν δεν υπάρχει σαφήνεια στη διαθήκη οπότε τότε πρέπει να ανευρεθεί η αληθής βούλησή του, η οποία αναζητείται με την ερμηνεία της διαθήκης χωρίς προσήλωση στις λέξεις και κατά την υποκειμενική άποψη του διαθέτη σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 1781 ΑΚ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 713, 719, 1710 παρ. 1 ΑΚ συνάγεται ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το κατά το χρόνο του θανάτου του περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) αυτού που είναι δεκτικές χρηματικής αποτιμήσεως και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπό του και ότι η απαίτηση του εντολέα έναντι του αμέσου αντιπροσώπου του (εντολοδόχου), προς απόδοση των αποκτηθέντων κινητών πραγμάτων και χρημάτων που ο εντολοδόχος απέκτησε από την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν εντολής περιέρχεται, στην περίπτωση θανάτου του εντολέα στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης) κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 ν. 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί, με το άρθρο 1 Ν.Δ. 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` Ν.Δ. 118/1973 "χρηματική κατάθεση παρά τραπέζη σε ανοιχτό λογαριασμό επ` ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου ή περιέχουσα τον όρο ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών είτε εις είτε τινές και πάντες κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι. "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργείται εις κοινόν λογαριασμό επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση". Από τις διατάξεις αυτές συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 Ν.Δ. της 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ` αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από τον ένα από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δεν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από ένα δικαιούχος επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζα) και ως προς τον άλλον δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` Ν.Δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί πρόσθετος όρος ότι, άμα του θανάτου οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων και ότι "διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων...ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως." Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προαναφερόμενες προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας κατά της οποίας δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα διότι διαφορετικά θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της Τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ` αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες περιέρχεται αυτοδικαίως η κατάθεση και ο από αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος του οποίου σε αυτό και μόνον εξαντλείται η νομική ενέργεια. 
Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτει κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της: Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλασή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον λόγο (Ολ Απ 24/1992). 
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε μετά από την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οπως συνομολογείται από τους διαδίκους, την 20-6-1997, απεβίωσε στα Χανιά η Α. Σ., άγαμη, χωρίς τέκνα, αδέλφια ή γονείς, με μοναδική πλησιέστερη συγγενή της, κατά το χρόνο θανάτου της, την ενάγουσα της πρώτης από 14-4-1998 αγωγής και εναγόμενη της δεύτερης από 4-1-1999 αγωγής, Ν. σύζυγο Δ. Π., το γένος Μ. Σ. (εκκαλούσα), κόρη του προαποβιώσαντος της ίδιας αδελφού της. Η θανούσα, ηλικίας 97 ετών (γεννήθηκε το 1907) όταν απεβίωσε, διατηρούσε εν ζωή κοινούς, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, κατά την έννοια των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5368/1932, τραπεζικούς λογαριασμούς, με συνδικαιούχο την αδελφή της Σ. Σ., που προαπεβίωσε αυτής την 6-2-1997, στα Χανιά, στους οποίους, όπως συνομολογείται από την εκκαλούσα, είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, γεγονός που επιφέρει τη νομική συνέπεια ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ` εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο "εξαντλείται η νομική ενέργεια. Ειδικότερα, τηρούνταν στην ... Τράπεζα της Ελλάδας, υποκατάστημα Χανίων, ο με αριθμό ... κοινός τραπεζικός λογαριασμός και στο ... , υποκατάστημα Χανίων ο με αριθμό .../9-2-1995 κοινός τραπεζικός λογαριασμός, με συνδικαιούχους τις δύο αδελφές, μετά δε το θάνατο της Σ. Σ. την 6-2-1997, μοναδική δικαιούχος αυτών, κατά την αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη για την έννοια του όρου του άρθρου 2 του Ν 5368/1932, κατέστη η επιζώσα των συνδικαιούχων Α. Σ.. Ενόψει της ύπαρξης του ανωτέρω όρου και του προηγηθέντος θανάτου της συνδικαιούχου Σ. Σ., ο ισχυρισμός της εκκαλούσας διά της αγωγής της, ότι είναι εκ δημοσίας διαθήκης κληρονόμος της ως άνω Σ. Σ. επί της ψιλής κυριότητας ποσού 10.000.000 δρχ. που περιέχονταν στον ανωτέρω ... κοινό λογαριασμό της ... Τράπεζας και του οποίου η επικαρπία καταλείπονταν, με την αυτή διαθήκη, στην ........ , οπότε μετά το θάνατο της τελευταίας, η εκκαλούσα κατέστη πλήρη κυρία του εν λόγω ποσού, είναι νομικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος τόσο αυτός όσο και το συνδεόμενο μ` αυτόν αίτημα να αναγνωριστεί η εκκαλούσα δικαιούχος του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού με την ανωτέρω ιδιότητά της. Και τούτο διότι, εφόσον επρόκειτο περί κοινού τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου 5368/1932, μετά το θάνατο της ενός εκ των δύο δικαιούχων (Σ. Σ.) την 6-2- 1997, η επίμαχη κατάθεση και ο εξ αυτής λογαριασμός περιήλθε αυτοδικαίως στην επιζώσα τότε έτερη συνδικαιούχο Α. Σ., έναντι της οποίας η εκκαλούσα, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της Σ., κανένα δικαίωμα δεν αποκτούσε. Η Α. Σ., με την ανωτέρω ιδιότητά της, της μοναδικής δικαιούχου, μετά την 6-2-1997, των δύο ανωτέρω λογαριασμών, προέβη στις ακόλουθες κινήσεις: Α) χορήγησε στον Μ. Κ. (εφεσίβλητο -εναγόμενο της πρώτης αγωγής - ενάγοντα της δεύτερης αγωγής) το .../10-2-1997 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Χανίων ... , με το οποίο τον καθιστούσε ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο της και του παρείχε "την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα όπως αντί για αυτήν και για λογαριασμό της να εισπράττει χρήματα", ολικά ή τμηματικά, από τον ανωτέρω ... τραπεζικό λογαριασμό της ....... Τράπεζας, ενώ του παρείχε και την εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να ανοίξει κοινό λογαριασμό στο όνομα αυτού και της ίδιας (εντολέα του). Ο εφεσίβλητος, έχοντας εφοδιαστεί με το ανωτέρω πληρεξούσιο, την ίδια ημέρα της 10-2-1997 προέβη σε ανάληψη όλου του ποσού που υπήρχε στο ανωτέρω ... τραπεζικό λογαριασμό, το οποίο, όπως δεν αμφισβητείται ειδικά από τον ίδιο, ανέρχονταν στο ποσό των 32.000.000 δρχ. Το ποσό αυτό την ίδια ημέρα το κατέθεσε στον με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό, που την ίδια ημέρα άνοιξε στην αυτή τράπεζα, θέτοντας ως συνδικαιούχους τον εαυτό του και τη μετέπειτα θανούσα Α. Σ. και Β) στη συνέχεια χορήγησε στον ίδιο Μ. Κ. το .../18-2-1997 ειδικό πληρεξούσιο του αυτού συμβολαιογράφου Χανίων... , με το οποίο τον καθιστούσε ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο της και του παρείχε "την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα όπως αντί για αυτήν και για λογαριασμό της" 1) να εισπράττει τα χρήματα των συντάξεών της και 2) "Να λαμβάνει για λογαριασμό της εντολίδας χρήματα που έχουν κατατεθεί στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Χανίων στο όνομα της εντολίδας και με αριθμό λογαριασμού ... /09-02-1995, σε οποιοδήποτε ποσό και αν ανέρχονται, ολικά ή τμηματικά" καθώς και "Να λαμβάνει από τα χρήματα που είναι κατατιθεμένα στον αριθμό λογαριασμού ... αυτά, ολικά ή τμηματικά χρήματα, επίσης του παρέχει το δικαίωμα να τον μεταφέρη στο όνομά του τον λογαριασμό αυτό, είναι δε στην ... Τράπεζα Χανίων" (το τελευταίο κείμενο σημειώνεται ότι τέθηκε στο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο σε παραπομπή). Ο εφεσίβλητος Μ. Κ., ο οποίος δεν αμφισβητεί ειδικά ότι ο τηρούμενος στο ... λογαριασμός περιείχε κατά το χρόνο εκείνο, το ποσό των 4.500.000 δρχ., έχοντας εφοδιαστεί και με το δεύτερο πληρεξούσιο, την 19-2-1997, όπως ο ίδιος ομολογεί (βλ. τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του) ανέλαβε τόσο το ποσό των 32.000.000 δρχ., που με τη χρήση του προγενέστερου .../10-2-1997 πληρεξουσίου, είχε αναλάβει από τον αρχικό λογαριασμό ... της ....... Τράπεζας και είχε καταθέσει στον ανωτέρω ... λογαριασμό στην αυτή τράπεζα (που ο ίδιος την 10- 2-1997 είχε ανοίξει με συνδικαιούχους τον ίδιο και την Α. Σ.) όσο και το ποσό των 4.500.000 δρχ. που ανέλαβε με τη χρήση του δεύτερου πληρεξουσίου, ανέλαβε δηλαδή, κατά τον τρόπο αυτό, το συνολικό ποσό των 36.500.000 δρχ., τα οποία, όπως ο ίδιος ομολογεί, κατέθεσε, την 19-2-1997, στον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό της ........ Τράπεζας, στο αυτό υποκατάστημα Χανίων, με συνδικαιούχους τον ίδιο και το γιο του Σ. Κ. (βλ. και το σχετικό από 19-2-007 παραστατικό της ανωτέρω τράπεζας για τη δημιουργία του εν λόγω λογαριασμού), αποκλείοντας συνεπώς από τα χρήματά της την εντολέα του. Η χορήγηση των ανωτέρω πληρεξουσίων από τη θανούσα Α. Σ. υπαγορεύθηκε από την αδυναμία της, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της (είχε γεννηθεί, όπως λέχθηκε, το 1907) και του χαμηλού μορφωτικού της επιπέδου (ήταν απόφοιτος Δημοτικού με αδιευκρίνιστο χρόνο φοίτησης και στη "γαλλική σχολή", όπως αναφέρει ο μάρτυρας της εκκαλούσας) να μεταβαίνει στις ανωτέρω τράπεζες και να διενεργεί τις αναγκαίες ενέργειες για τη διαχείριση των χρημάτων της, ενόψει και του γεγονότος ότι μέχρι το θάνατο, την 6-2-1997, της αδελφής της Σ., της οποίας το μορφωτικό επίπεδο ήταν σαφώς υψηλότερο (όπως καταθέτει ο αυτός μάρτυρας ήταν συνταξιούχος δημοσιογράφος), η τελευταία επιμελούνταν των οικονομικών τους θεμάτων, η επιλογή δε του εφεσιβλήτου οφείλεται στη μακρινή συγγενική τους σχέση και στο γεγονός ότι τόσο η ίδια όσο και η ανωτέρω για την διεκπεραίωση των υποθέσεών τους. Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω "πληρεξούσια ο Μ. Κ. είχε μόνο την εντολή να ενεργήσει ως εντολοδόχος της δικαιούχου Α. Σ. και να λαμβάνει χρήματα για λογαριασμό της από τους επίμαχους τραπεζικούς λογαριασμούς, για την εξυπηρέτηση των δικών της αναγκών, όπως η πληρωμή του προσώπου που τη φρόντιζε (ονομαζόμενο Κ.) και η κάλυψη των προσωπικών της αναγκών (διατροφής, πληρωμή λογαριασμών, ιατρικών εξόδων κ.λ.π.) όπως ρητώς κατέθεσε και ο αυτός μάρτυρας της εκκαλούσας, που έχοντας συγγενική σχέση με τη θανούσα, είχε συνεχείς επαφές μαζί της, κατά τις οποίες εκδήλωνε σαφώς ότι δεν είχε ουδέποτε την πρόθεση να αποξενώσει τον εαυτό της από τα χρήματά της ούτε να καταστήσει δικαιούχο αυτών τον εφεσίβλητο, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός του (που υποχρεώθηκε να αποδείξει με την προαναφερθείσα προδικαστική απόφαση) είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ενεργώντας όμως με τον τρόπο που προπεριγράφηκε, ο εντολοδόχος παραβίασε κατάφωρα τη μεταξύ του ίδιου και της εντολέα του σύμβασης εντολής, που καταρτίσθηκε με τα ανωτέρω δύο πληρεξούσια, με αποτέλεσμα κατά τα όσα σχετικώς διαλαμβάνονται στην ίδια παραπάνω, υπό στοιχείο 3, μείζονα σκέψη, να υφίσταται νομικά και ουσιαστικά βάσιμη αξίωση της εντολέα του, Α. Σ., έναντι του ίδιου ως αμέσου αντιπροσώπου της - εντολοδόχου, προς απόδοση του παραπάνω χρηματικού ποσού των 36.500.000 δρχ. που έλαβε κατά παράβαση της σύμβασης εντολής και ιδιοποιήθηκε (αφού ούτε καν ο ίδιος ισχυρίζεται ότι τα αναληφθέντα κατά παράβαση της εντολής χρήματα δαπάνησε, μερικά ή ολικά, για τις ανάγκες της εντολέα του και επομένως σε απόδοση υπόκειται συγκεκριμένο μικρότερο χρηματικό ποσό ή κανένα ποσό αντίστοιχα) όταν περιήλθε στην κατοχή του ως εντολοδόχου από την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν εντολή και όφειλε επομένως να της αποδώσει, απαίτηση (αξίωση) που αποτελούσε στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας της ανωτέρω, κατά το χρόνο θανάτου της. Περαιτέρω, η Α. Σ. κατέλειπε την από 2-4-1997 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με τα με αριθμό 206/3-7-1997 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Το κείμενο της εν λόγω διαθήκης, που φέρει ως επικεφαλίδα τη φράση "Η ιδιόχειρη διαθήκη μου" έχει επί λέξει ως ακολούθως (το κείμενο παρατίθεται όπως έχει γραφεί από την κληρονομούμενη) : "Στην πόλη των Χανίων και επί της οικίας μου που βρίσκεται εις την οδόν ........... σήμερα στις 2 του μήνα Απριλίου του έτους χίλια εννιακόσια ενενήντα επτά 1997 ημέρα Τετάρτη εγώ η Α. Β. κ Α. Σ. επάγγελμα οικιακά τόπος γεννήσεως και κατοικίας στα Χανιά έχοντας διαυγές το μυαλό μου συντάσσω την παρούσα ιδιόχειρη διαθήκη μου με την οποία ρυθμίζω την τύχη της περιουσίας μου που θα ευρεθή κατά το θάνατο μου. Ονομάζω κληρονόμο μου τον Μ. του Σ., Κ. αυτοκινητιστή κατοίκου ... και θα λάβει την πλήρη κυριότητα από ότι μου ανήκει από ένα σπίτι που βρίσκεται στα Χανιά στην οδό ....... . Αυτή είναι η τελευταία θέλησί μου και παρακαλώ να την σεβαστούν οι κληρονόμοι μου. Χανιά την 2-4-1997. Η διαθέτης Α. Β. Σ.". Από το ίδιο το κείμενο της διαθήκης προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια ότι η θανούσα εγκατέστησε τον Μ. Κ., ως κληρονόμο στο συγκεκριμένο περιουσιακό της στοιχείο και δη στο μερίδιο που της ανήκε από το αναφερόμενο σπίτι της οδού ............ στα Χανιά, όπου συμβιούσε με την αδελφή της, το οποίο κατά την κατάθεση του ίδιου μάρτυρας της εκκαλούσας ανέρχεται σε ποσοστό 1/4 και επομένως η αξία του (του μεριδίου) υπολείπεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, από το υψηλότατο για τις οικονομικές συνθήκες του χρόνου θανάτου (1997) χρηματικό ποσό των 36.500.000 δρχ., δηλαδή τον εγκατέστησε ως κληρονόμο επί του δήλου αυτού πράγματος, περιορίζοντάς τον μόνο σ` αυτό, αφού στη διαθήκη αναφέρεται η ιδιότητα αυτού ως κληρονόμου και η κατάληψη στον ίδιο μόνο του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου, που αποτελούσε το λιγότερο σημαντικό τμήμα της κληρονομιαίας περιουσίας.

Συνεπώς και σε αρμονία με τα όσα σχετικώς διαλαμβάνονται στην παραπάνω, υπό στοιχείο 3, μείζονα σκέψη, εφόσον η θέληση της κληρονομούμενης διατυπώθηκε με σαφήνεια στην ιδιόγραφη διαθήκη της, αφενός μεν επί του αδιάθετου μέρους της κληρονομιαίας περιουσίας της επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1801 του ΑΚ, ενώ δεν υπάρχει έδαφος για εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1802 του ΑΚ, αφού τούτο προϋποθέτει ότι από τη διαθήκη, αντίθετα, προκύπτει ότι ο κληρονομούμενος απέβλεψε στον με τη διαθήκη εγκατάστατο ως μόνο (μοναδικό) κληρονόμο του, ούτε έδαφος για ερμηνεία της διαθήκης, αφού αυτή είναι σαφής. Ενόψει των ανωτέρω, στη λοιπή κληρονομιαία περιουσία, που αποτελούνταν, κατά τα ήδη λεχθέντα, από την αξίωση απόδοσης του παραπάνω χρηματικού ποσού των 36.500.000 δρχ., που κατά παράβαση της σύμβασης εντολής είχε ιδιοποιηθεί ο εντολοδόχος Μ. Κ., χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη κληρονομητή αξίωση να περιέλθει στη μοναδική, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, εξ αδιαθέτου κληρονόμο της θανούσας, Ν. Π. - Σ. (εκκαλούσα - ενάγουσα της πρώτης και εναγόμενη της δεύτερης αγωγής). Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, ενώ έκανε δεκτή την από 14-4-1998 αγωγή της αναιρεσίβλητης αναγνώρισε ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη Ν. σύζυγος Δ. Π. το γένος Μ. Σ., είναι δικαιούχος του χρηματικού ποσού των εκατόν επτά χιλιάδων εκατόν δεκαέξι ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (107.116,65) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσης στα Χανιά την 20-6-1997 Α. Σ. και υποχρέωσε τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα Μ. Κ., να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το παραπάνω ποσό των 107.116,65 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα του κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης στην εξ αδιαθέτου κληρονομία της Α. Σ. και ως προς το εάν το ως άνω χρηματικό ποσό των 107.116,65 ευρώ περιλαμβάνεται στην καταληφθείσα περιουσία της αποβιωσάσης Α. Σ.. Περαιτέρω δε, διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς την υποκειμένη σχέση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της Α. Σ. για την τήρηση του μεταξύ τους κοινού λογαριασμού. Ακολούθως ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 27-6-2013 αίτηση του Μ. Κ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 138/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ` άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012, και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημα αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2013 αίτηση του Μ. Κ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 138/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis