Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Συζυγικά αποκτήματα, αοριστία αγωγής, συνέπειες, δεδικασμένο

Περίληψη.  Αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα του συζύγου. Αναγκαίο περιεχόμενο αυτής. Για το νόμιμο και ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών ή του ύψους της εισφοράς αμφοτέρων των συζύγων ούτε του ύψους της συνεισφοράς της συζύγου στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ, αλλά αρκεί η αναφορά του ύψους της συνεισφοράς της πέραν αυτής στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ. Η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. 

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Περιουσιακή επαύξηση. Στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο. Παραγραφή της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου. Έναρξη του χρόνου αυτής. Διακοπή της παραγραφής. 
  
Άρειος Πάγος, Α1` Πολιτικό Τμήμα, 43/ 2015 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1400 παρ.1 και 2 και 1401 εδ.γ` ΑΚ συνάγεται ότι, η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται όταν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων. Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 251), δηλαδή, από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφ` όσον, όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τη λύση ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381,1438, βλ. ΑΠ 1372/2000, ΑΠ 1502/2009). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (ΑΚ 257). Μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κατά την οποία "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς [στους οποίους περιλαμβάνεται και η απόρριψη λόγω αοριστίας]. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγουμένη αγωγή" προκύπτει ότι, για να επέλθει η οριζομένη από το εδάφιο β της παραπάνω διάταξης συνέπεια απαιτείται αφενός ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των δύο αγωγών (ΑΠ 1372/ 2000, Ολ. ΑΠ 110/ 67) και αφετέρου μη συμπλήρωση (θεραπεία), με τη δεύτερη αγωγή, της δικονομικής ελλείψεως (αοριστίας) από την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως ότι έπασχε η, για το λόγο αυτό, απορριφθείσα πρώτη αγωγή.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/ 1997, ΑΠ 625/ 2008, ΑΠ 328/ 2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ. ΑΠ 2/ 1989, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/1998) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 701/ 2008, ΑΠ 625/ 2008, ΑΠ 558/ 2008). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/ 1996, ΑΠ 1434/ 2010, ΑΠ 148/ 2009). Με τον πρώτο, κύριο και πρόσθετο, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η κατ`ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη, απορρίπτοντας σιωπηρά, την προς απόκρουση της κατ` αυτής, περί αποκτημάτων, από 8-10-2011 (τρίτης) αγωγής του αναιρεσιβλήτου (τέως συζύγου της) προταθείσα ένσταση παραγραφής της ασκουμένης μ` αυτήν από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωσης, λόγω συμπληρώσεως, ήδη από το έτος 2008, του χρόνου της διετούς παραγραφής ενόψει του ότι, από την, κατά την 30-1- 95 λαβούσα χώρα αμετάκλητη λύση του γάμου, οπότε άρχεται τρέχουσα η ως άνω παραγραφή, μέχρι την προς αυτήν επίδοση (11-9-09) της (από 1-9-08) περί αποκτημάτων δεύτερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, που ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη, με την 1821/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απόρριψη, λόγω αοριστίας, της κατ`αυτής εγερθείσας πρώτης, περί αποκτημάτων, (από 21.9.95) αγωγής του αναιρεσιβλήτου, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, αφού η άσκηση της παραπάνω δεύτερης αγωγής [η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, και αυτή απορρίφθηκε τελεσιδίκως, λόγω αοριστίας, με την 1815/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για να επακολουθήσει η έγερση, εντός εξαμήνου από την κατά τα άνω απόρριψη, της ένδικης (από 8.10.11) τρίτης περί αποκτημάτων αγωγής] δεν θεωρείται ότι επέφερε τη διακοπή της παραγραφής από την επίδοση της πρώτης (2.10.95), λόγω ανυπαρξίας ταυτότητας νομικής και ιστορικής αιτίας μεταξύ των δύο αγωγών.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος ενόψει του ότι ο προταθείς ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν ήταν νόμιμος και επομένως δεν μπορούσε να ασκήσει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης καθόσον, από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των παραπάνω από 21-9-95 και 1-9-08 αγωγικών δικογράφων, προκύπτει η ταυτότητα μεταξύ αυτών νομικής και ιστορικής αιτίας συνισταμένης στην, υπό την επίκληση από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα συμμετοχής στην, διαρκούντος του γάμου, επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας τέως συζύγου του, αξίωση αυτού προς καταβολή, κυρίως μεν κατά τον πραγματικό, επικουρικώς δε κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό, των αναφερομένων σ`αυτές ποσών, με αποτέλεσμα η από τη διάταξη του άρθρου 1401 ΑΚ διετής παραγραφή να θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την επίδοση της πρώτης αγωγής (2.10.95), χωρίς έκτοτε να έχει συμπληρωθεί, αφού τόσο η παραπάνω δεύτερη αγωγή όσο και η ένδικη τρίτη αγωγή, έχουσες την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την αρχική, πρώτη, αγωγή, ασκήθηκαν βελτιωμένες (συμπληρωμένες) κατά τις τελεσίδικως διαγνωσθείσες με τις 1821/2008 και 1515/2011 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών δικονομικές ελλείψεις (αοριστία) εντός 6 μηνών από την τελεσίδικη απόρριψη η μεν δεύτερη (αγωγή) της πρώτης, η δε τρίτη της δεύτερης.
Η κρίση δ` αυτή δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι η θεμελίωση των δύο πρώτων αγωγών ήταν εν μέρει διαφορετική και ειδικότερα της μεν πρώτης μόνο στον πραγματικό υπολογισμό της δε δεύτερης κυρίως στον πραγματικό και επικουρικώς στον πλασματικό (υπολογισμό), καθόσον η ταυτότητα της θεμελίωσης και των τριών αγωγών στον πραγματικό υπολογισμό εξαρκεί για την επέλευση της οριζομένης στο άρθρο 263 ΑΚ συνέπειας, δηλαδή της μη συμπλήρωσης της παραγραφής ως προς τη βάση αυτή [η οποία και έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση] ούτε από το ότι μεταξύ των δύο αγωγών εμφανίζεται διαφοροποίηση αφενός του χρόνου υπολογισμού της αξίας της τελικής περιουσίας της αναιρεσείουσας και αφετέρου του αξιουμένου ποσοστού συμβολής [επί ενός περιουσιακού στοιχείου] αφού η διαφοροποίηση αυτή δεν συνιστά διαφοροποίηση και της ιστορικής αιτίας των αγωγών, αποκλείουσα την επέλευση της κατά τα άνω από το άρθρο 263 εδάφ. β ΑΚ συνεπείας.
Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η έγερση της πρώτης αγωγής δεν επέφερε τη διακοπή της παραγραφής ενόψει αφενός της τελεσίδικης απόρριψη αυτής ως αόριστης με την 1821/2008 απόφαση του Εφ. Αθηνών και αφετέρου της άσκησης της δεύτερης αγωγής με την ίδια δικονομική έλλειψη (αοριστία) που παρουσίαζε η για το λόγο αυτό, απορριφθείσα πρώτη αγωγή και για τον οποίο απορρίφθηκε με την 1815/2011 απόφαση του Εφ. Αθηνών και η δεύτερη αγωγή, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των παραπάνω τελεσιδίκων αποφάσεων προκύπτει ότι, η απόρριψη των δύο αγωγών έγινε μεν λόγω [αοριστίας] αλλά όχι της ίδιας αλλά διαφορετικής η κάθε μία αοριστίας συνισταμένης στις αναφερόμενες στις ως άνω αποφάσεις ελλείψεις για τις οποίες θα γίνει λόγος παρακάτω επελθούσας, συνακολούθως, της από τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ προβλεπομένης συνεπείας της διακοπής, δηλαδή, της παραγραφής από την έγερση της πρώτης αγωγής, αφού κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν συνέτρεχε η αποκλείουσα την επέλευση της εν λόγω συνεπείας προϋπόθεση της εγέρσεως της δεύτερης αγωγής με την ίδια δικονομική έλλειψη της πρώτης. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η απόρριψη των δύο αγωγών για διαφορετική, η κάθε μία, αοριστία αποδεικνύεται από το ότι η δεύτερη αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη και όχι ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, απορρέοντος από την λόγω αοριστίας απόρριψη της πρώτης, όπως θα συνέβαινε αν οι διαγνωσθείσες αοριστίες αφορούσαν τις ίδιες ελλείψεις.

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί. Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο, με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 § 1β ΚΠολΔ, νοείται, κυρίως, η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο) είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής). Εξάλλου, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας δεν λύει το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση ασκήσεως νέας, όμοιας, αγωγής με την προηγουμένη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋποθέσεως, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο. Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής (ΑΠ 190/08).
Με το δεύτερο, κύριο και πρόσθετο, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, η, κατ` ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατά παράβαση του νόμου η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον προβληθέντα από την ίδια ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου, απορρέοντος από τις παραπάνω υπ` αριθμ. 1821/2008 και 1815/2011 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών με τις οποίες απορρίφθηκαν, ως αόριστες, οι ασκηθείσες από τον αναιρεσίβλητο δύο προηγούμενες αγωγές αυτού, και εμποδίζοντος (δεδικασμένου) την εκδίκαση της ένδικης αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από την αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της προβαλλομένης αιτιάσεως υπ` αριθμ. 1821/2008 και 1815/2011 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών καθώς και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, οι ασκηθείσες από τον αναιρεσίβλητο από 21-9-95 και 1-9-08 (δύο) προγενέστερες αγωγές αυτού απερρίφθησαν τελεσιδίκως ως αόριστες, με τις παρακάτω, κατά τις ενδιαφέρουσες την προβαλλομένη αιτίαση, παραδοχές και ειδικότερα η μεν πρώτη εξαιτίας του ότι ο ενάγων "δεν προσδιορίζει ποία η οφειλομένη συνεισφορά του στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ούτε την αξία της εκ μέρους του επιμέρους δαπανών κατασκευής των ιδιοκτησιών ούτε το συνολικό κόστος κατασκευής αυτών", η δε δεύτερη καθόσον δεν προσδιορίζεται σ`αυτήν "ποίο ήταν το εισόδημα του ενάγοντος καθώς επίσης δεν αποτιμά το ποσό από την εργασία του ή άλλες πηγές που κατέβαλε για την αποπεράτωση του ισογείου καταστήματος καθώς και για την απόκτηση των λοιπών περιουσιακών στοιχείων από την εναγομένη, ώστε να προκύπτει έτσι το ποσό που κατέβαλε πέραν αυτών που απαιτούντο για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών τους, αφού μόνο κατά το υπερβάλλον αυτές συνιστούν συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης. Επίσης δεν αναφέρεται η αξία των περιουσιακών αυτών στοιχείων κατά τον χρόνο αμετακλήτου λύσης του γάμου, ούτε αν αυτή ταυτίζεται με την αξία κατά τον χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής παρά μόνο η αξία της τελευταίας ...", ενώ η ένδικη, από 8-10-11, αγωγή κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, και ύστερα από εξαφάνιση της αντιθέτως αποφαινομένης υπ` αριθμ. 2972/2012, πρωτόδικης απόφασης "πλήρως ορισμένη όπως απαιτείται για την άσκησή της κατ` άρθρο 1400 ΑΚ" με τις παρακάτω παραδοχές: "Συγκεκριμένα ο ενάγων και ήδη εκκαλών 1)προσδιορίζει ποιό ήταν το εισόδημά του, επιγραμματικά μεν στη πρώτη σελίδα του εικοστού φύλλου της αγωγής του όπου επικαλείται ότι "... κατά τα έτη που αυξήθηκε η περιουσία της αντιδίκου και προέβαινα στις δαπάνες για την αγορά και την αποπεράτωση των περιουσιακών της στοιχείων εσόδευα ετησίως το ποσόν των 300.000 δραχμών, σε εποχή που ο μισθός ενός υπαλλήλου ανέρχονταν στις 1.500 δρχ.", αναλυτικά δε, στη συνέχεια, αμέσως, του αγωγικού δικογράφου του, από την πρώτη σελίδα του εικοστού φύλλου αυτού με την επικεφαλίδα "Α) Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1970 & 1971, ΗΤΟΙ ΠΡΟ ΤΗΣ ΣΥΝΑΨΕΩΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΙΚΟ ΠΟΥ ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑ ΣΤΙΣ 7-2-1971" μέχρι την πρώτη σελίδα του τριακοστού έκτου φύλλου αυτού, 2) όσον αφορά δε την αποτίμηση, σε χρήμα, των παροχών του που συνιστούν την κατά νόμον αναγκαία συμβολή του για τον πραγματικό υπολογισμό αυτής στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, για την αποπεράτωση του ισογείου καταστήματος αυτής αναφέρει στη πρώτη σελίδα του έκτου φύλλου της αγωγής του ότι δαπάνησε το συνολικό ποσό τω 188.284 δραχμών το έτος 1975, στη συνέχεια δε, στα φύλλα υπ` αριθ. επτά (7) έως και δέκα πέντε (15), υπό τον τίτλο I) ΜΙΚΡΟΕΞΟΔΑ, αναλύει τις δαπάνες στις οποίες προέβη, κατά κατηγορία δαπανών, ποσότητα και τιμή μονάδος, οι οποίες αθροιζόμενες δίδουν το ανωτέρω συνολικό ποσό της δαπάνης των 188.284 δραχμών, για την αγορά, στο όνομα της εναγομένης, του ενός τρίτου εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου στον οικοδομικό συνεταιρισμό της ... στη κοινότητα των Αφιδνών (...) ρητά αναφέρει στη πρώτη σελίδα του δέκατου έβδομου φύλλου της αγωγής του ότι το συνολικό τίμημα, το εντός και το εκτός του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, για την αγορά του οικοπέδου των 15.500.000 παλαιών δραχμών το κατέβαλε αποκλειστικά αυτός όπως και στα φύλλα-δέκα οκτώ (18) και δέκα εννέα (19) της αγωγής του αναφέρει ότι το τίμημα αγοράς του υπ` αριθ. κυκλοφορίας ...- … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στο όνομα της εναγομένης το κατέβαλε εξ ολοκλήρου αυτός. Αποτιμά, λοιπόν, σε συγκεκριμένα, δραχμικά ποσά που αναγράφει στην αγωγή του, στο νόμισμα που ήταν τότε το ισχύον, εθνικό νόμισμα, την αξία των παροχών στις οποίες προέβη προς την εναγομένη, νόμιμη, τότε, σύζυγο του, και ρητά αναφέρει ακόμη, στα φύλλα υπ` αριθ. δέκα εννέα (19), είκοσι (20) και σαράντα (40) της αγωγής ότι η αξία των παροχών του αυτών προς την εναγόμενη υπερέβαιναν την αξία της υποχρεωτικής συνεισφοράς του προς κάλυψη των κοινών, οικογενειακών αναγκών, τις οποίες κάλυπτε αποκλειστικά και εξ ολοκλήρου αυτός".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς απέρριψε τον προβληθέντα περί δεδικασμένου ισχυρισμό δεχθέν ότι η ένδικη αγωγή δεν εμφανίζει τις ίδιες δικονομικές, αναφορικά με την πληρότητα του δικογράφου της, ελλείψεις που διαγνώστηκαν με τις επικαλούμενες ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις, αφού αυτές, κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, έχουν συμπληρωθεί με τον προσδιορισμό α) του ετησίου εισοδήματος του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, ανερχομένου στο ποσό των 300.000 δρχ. β) των δαπανηθέντων απ`αυτόν χρηματικών ποσών για την αποπεράτωση του ισογείου καταστήματος, καθώς και για την αγορά αφενός του (1/3) εξ αδιαιρέτου ποσοστού του οικοπέδου που βρίσκεται στον οικοδομικό συνεταιρισμό της ... αφετέρου του Ι.Χ.Ε. αυτ/του και της αξίας των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων κατά τους αναφερομένους στην ως άνω απόφαση χρόνους για τους οποίους γίνεται λόγος αμέσως παρακάτω και γ) της συνεισφοράς του (ενάγοντος) προς κάλυψη των κοινών οικογενειακών αναγκών δια της επικλήσεως ότι "η αξία των παραπάνω παροχών υπερέβαινε την αξία της υποχρεωτικής συνεισφοράς για τις οικογενειακές ανάγκες τις οποίες κάλυπτα εξ ολοκλήρου ο ίδιος", με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατή η ευδοκίμηση της προβαλλομένης αιτιάσεως η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προϋποθέτει ότι η νέα αγωγή εμφανίζει την τελεσιδίκως κριθείσα ως υφιστάμενη ίδια δικονομική έλλειψη της προηγούμενης (αγωγής), προϋπόθεση όμως η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 § 1 αυτού (ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της, εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να αρχίζει με αγωγή από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Περαιτέρω ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Εξάλλου, η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. Για το νόμιμο και ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών ή του ύψους της εισφοράς αμφοτέρων των συζύγων ούτε του ύψους της συνεισφοράς της συζύγου στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ, αλλά αρκεί η αναφορά του ύψους της συνεισφοράς της πέραν αυτής στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ (ΑΠ 1511/2005).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 1 573/1981, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1495/2009). Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1495/2009). Με τον τρίτο κύριο και πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε το ορισμένο του δικογράφου της ένδικης, από 8-10-11 και με το αναφερόμενο στον παραπάνω πρώτο λόγο περιεχόμενο και αίτημα (κατ`αυτής) αγωγής του αναιρεσιβλήτου παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο αυτού, λόγω αοριστίας, απορρέουσας από την ελλιπή εξειδίκευση των θεμελιωτικών της επικαλουμένης αξίωσης πραγματικών περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, με την από 8-10-2011 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι με την εναγομένη είχε τελέσει νόμιμο γάμο στις 07-02-1971 στους Αγίους Αναργύρους Αττικής, ο οποίος λύθηκε με την υπ` αριθ. 217/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταστάσα αμετάκλητη στις 30-01-1995. Ότι κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου τους η περιουσία της εναγόμενης (αρχική περιουσία) αποτελείτο από δύο (2) οριζόντιες ιδιοκτησίες, ευρισκόμενες στο στάδιο του εκ μπετόν αρμέ σκελετού, όπως και ολόκληρη η διώροφη, οικοδομή, στην οποία αυτές ευρίσκοντο, κείμενη στους Αγίους Αναργύρους Αττικής, επί της διασταυρώσεως των οδών Κεφαλληνίας και Κλεισούρας, ήτοι ένα ισόγειο κατάστημα με τον αριθμό ένα (1) και το πάνω από αυτό διαμέρισμα του πρώτου (Α`) ορόφου, επίσης με τον αριθμό ένα (1), καθώς και από το δικαίωμα υψούν πάνω από το διαμέρισμα αυτό. Οι οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες και το δικαίωμα του υψούν ανήκαν στην εναγόμενη κατά ψιλή κυριότητα και στον ενάγοντα κατ` επικαρπία, καθ` όσον έτσι είχαν περιέλθει σε αυτούς λόγω του θεσμού της προίκας, που ίσχυε τότε, δυνάμει του υπ` αριθ. …/ 21-01-1971 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ... Ότι κατά τον χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου τους στις 30-01-1995 η εναγομένη, με την δική του (= ενάγοντος) αποκλειστικά χρηματική συμβολή, είχε αποκτήσει τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία (τελική περιουσία), τα οποίο σώζονταν επ` ονόματι της τόσο κατά την διακοπή της εγγάμου συμβιώσεώς τους, στις 15-04-1992, όσο και κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους στις 30-01-1995, αλλά και κατά τον χρόνο ασκήσεως της πρώτης, από 21-9-1995, αγωγής του περί συμμετοχής του στα αποκτήματα της εναγομένης (η οποία απερρίφθη ως αόριστη αμετάκλητα, με την υπ` αριθ. 209/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου): 1) Το προαναφερθέν υπ` αριθμόν ένα (1) ισόγειο κατάστημα αποπερατωμένο, καθ` όσον ο ενάγων, πολιτικός μηχανικός του Ε.Μ.Π. τυγχάνων και ασχολούμενος με την επί κέρδει ανέγερση πολυκατοικιών, αποπεράτωσε ο ίδιος το κατάστημα στις 31-12-1975 με δικά του αποκλειστικά χρήματα και συνεργεία. Συγκεκριμένα, για την αποπεράτωση του ισογείου καταστήματος δαπάνησε, μέχρι τις 31-12-1975, το ποσό των 188.284 παλαιών δραχμών, σύμφωνα με την αναλυτική παράθεση στην αγωγή του των επί μέρους κονδυλίων για κάθε οικοδομική εργασία που έκανε, ώστε κατόπιν των εργασιών αποπερατώσεώς του, η αξία του καταστήματος ανήλθε σε: αξία αναλογίας οικοπέδου και ημιτελούς καταστήματος προ των εργασιών αποπερατώσεως 174.638 παλαιές δραχμές + 188.284 = 362.922 παλαιές δραχμές. Η αξία των εργασιών αποπερατώσεως που αυτός έκανε αντιστοιχεί σε ποσοστό 51,88% της προαναφερθείσης τελικής αξίας του καταστήματος. Η αγοραία αξία του καταστήματος κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, στις 30-01-1995, αλλά και κατά την ημερομηνία άσκησης της πρώτης, από 21-09-1995, αγωγής του, ανερχόταν σε 32.085.200 παλαιές δραχμές, από την οποία αξία η εναγόμενη υποχρεούται να του αποδώσει ποσοστό 51,88%, αξίας 16.645.801 παλαιών δραχμών κατά τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του στην αξία των αποκτημάτων της, άλλως ποσοστό 1/3 της αγοραίας αξίας του καταστήματος, ανερχόμενο σε 10. 695.066 παλαιές δραχμές, κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής του. 2) Δυνάμει του υπ` αριθ. …/1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ... απέκτησε λόγω αγοράς το ένα τρίτο (1/3) εξ αδιαιρέτου του υπ` αριθ. τρία (3) αρτίου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, ευρισκομένου εντός του … Οικοδομικού Τετραγώνου (Ο.Τ.) του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του οικοδομικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", οικόπεδο το οποίο ευρίσκεται εντός της περιφέρειας της Κοινότητας Αφιδνών του τέως Δήμου Μαραθώνος, εκτάσεως 2.066,48 τ.μ. Ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα αγοράς είναι το ποσό των 6.000.000 παλαιών δραχμών, το αληθές όμως και πραγματικό τίμημα ανήλθε στο ποσό των 15.500.000 δραχμών, το οποίο, μαζί με τα διάφορα έξοδα που αναγράφονται αναλυτικά στην αγωγή, ανήλθε στο ποσό των 17. 238.604 παλαιών δραχμών. Ότι η αγοραία αξία του όλου οικοπέδου κατά το έτος 1995 ανερχόταν στο ποσό των 30.000.000 παλαιών δραχμών, η αξία δε του ποσοστού του ενός τρίτου εξ αδιαιρέτου που απέκτησε η εναγομένη με χρήματα αποκλειστικά του ενάγοντος (ο ίδιος αγόρασε το ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου και το άλλο ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου το αγόρασε η θυγατέρα των διαδίκων Ε. Μ.) ανέρχονταν σε 10.000.000 παλαιές δραχμές. Ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλλει το ποσό αυτό, κατά τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας της, άλλως το ένα τρίτο της αξίας του ποσοστού της, κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της, ανερχόμενο σε: 10.000.000 Χ 1/3 = 3.333. 333 παλαιές δραχμές. 3) Το υπ` αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, τύπου 205, με κινητήρα 1.100 κυβικά εκατοστά, που αγόρασε ο ενάγων με αποκλειστικά δικά του χρήματα στο όνομα της εναγομένης τον Ιούνιο του έτους 1990, αξίας, μαζί με τον συναγερμό που εγκαταστάθηκε σε αυτό, 2.650.000 παλαιών δραχμών. Ότι η αγοραία αξία του αυτοκινήτου αυτού τόσο κατά τον χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, στις 30-01-1995, όσο και κατά την ημερομηνία άσκησης της πρώτης, από 21-09- 1995, αγωγής του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 1.950.000 παλαιών δραχμών, το οποίο υποχρεούται η εναγόμενη να του καταβάλλει ολόκληρο, σύμφωνα με τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του στην αξία των αποκτημάτων της, άλλως υποχρεούται να του καταβάλλει το ένα τρίτο της αξίας αυτής, ανερχόμενο σε: 1.950.000 : 3 = 650.000 παλαιές δραχμές, κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής του στην αξία των αποκτημάτων της. Ότι όλα τα προαναφερθέντα ποσά για την αγορά των αποκτημάτων της εναγομένης τα κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων ο ενάγων, πέραν της καλύψεως των αναγκών της τριμελούς οικογενείας τους, τις οποίες πλήρωνε εξ ολοκλήρου ο ίδιος, καθ` όσον η εναγόμενη δεν εργάστηκε κατά την διάρκεια του γάμου τους, έχων την οικονομική δυνατότητα προς τούτο, διότι αυτός, από της τελέσεως του γάμου τους, στις 07-02-1971, μέχρι της συνταξιοδοτήσεώς του το έτος 1999, δηλαδή επί είκοσι εννέα (29) έτη, ήταν ένας επιτυχημένος, οικονομικά και κοινωνικά, πολιτικός μηχανικός και εργολάβος οικοδομών, εσοδεύων ετησίως το ποσό των 300.000 παλαιών δραχμών, ενώ το ίδιο χρονικό διάστημα ο μισθός ενός υπαλλήλου ανερχόταν στις 1.500 παλαιές δραχμές. Επικαλούμενος περαιτέρω ότι η αξία των παροχών του προς την εναγομένη υπερέβαιναν την αξία της υποχρεωτικής συνεισφοράς του προς κάλυψη των κοινών οικογενειακών αναγκών, τις οποίες κάλυπτε αποκλειστικά και εξ ολοκλήρου ο ίδιος" ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλλει την αξία της συμβολής του στα διαρκούντος του γάμου τους αποκτήματά της, ανερχόμενη, κατά τον πραγματικό υπολογισμό αυτής, σε: =28.595.801 παλαιές δραχμές, ήδη 83.920,179 ευρώ, άλλως, και όλων επικουρικώς, να υποχρεωθεί να του αποδώσει την αξία της συμβολής του κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό αυτής, ανερχόμενη σε: = 14.678.399 παλαιές δραχμές, ήδη 43.076,739 ευρώ". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία, κάνοντας δεκτό το σχετικό λόγο της ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα έφεσης κατά της απορρίψασας ως αόριστης αυτήν (αγωγή) πρωτόδικης απόφασης (2972/2012 ΜΠρΑθηνών), έκρινε ότι "η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη όπως απαιτείται για την άσκησή της κατ` άρθρο 1400 ΑΚ". `Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παράλειψε, παρά τον νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, της ένδικης αγωγής, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 1400 ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα α) η αμετάκλητη λύση του γάμου 2) η αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά τη διάρκεια του γάμου με προσδιορισμό αυτής (περιουσίας), κατά αντικείμενο και αξία, που είχε κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) και εκείνης που υπήρχε κατά το χρόνο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), που είναι ο χρόνος της αμετάκλητης λύσης του γάμου και 3)τη συμβολή του αναιρεσιβλήτου στην παραπάνω αύξηση, επαρκώς προσδιοριζομένη με την αναφορά του ετησίου εισοδήματός του (300.000 δρχ.), μη όντας αναγκαίου του περαιτέρω προσδιορισμού αυτού ως καθαρού ή μικτού ή του μέρους αυτού το οποίο ελάμβανε από τη συμμετοχή του στις δύο τεχνικές εταιρείες που είχε συστήσει με τον αδελφό του και 4) ο κατά ποσό προσδιορισμός της υποχρεωτικής συνεισφοράς στις ανάγκες του οικογενειακού οίκου με την επίκληση ότι οι διαλαμβανόμενες στην αγωγή παροχές αυτού προς την εναγομένη σύζυγό του δια των οποίων επήλθε η αύξηση της περιουσίας αυτής, υπερβαίνει το ποσοστό της υποχρεωτικής συνεισφοράς (βλ. και (ΑΠ 209/10) και 5) το συνολικό και αναλυτικό προσδιορισμό των παροχών για την αποπεράτωση του ισογείου καταστήματος, την αγορά του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του οικοπέδου και του Ι.Χ.Ε. αυτ/του. Η κατά τα άνω λεπτομερής αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωσης πραγματικών περιστατικών ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς", αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή, της δυνατότητας στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης, στη δε εναγομένη να αμυνθεί ικανοποιητικώς, με αποτέλεσμα να ελέγχεται αρνητικά, κρινομένη απορριπτέα ως αβάσιμη η προβαλλομένη, με τον από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο, αιτίαση.
Κατ` ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 27-5-2014 και μα αριθμ. κατάθ. 393/14, αίτηση και τους, από 12-11-14, προσθέτους λόγους αναίρεσης της 1523/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis