Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Δόλια περιέλευση σε παύση πληρωμών. Περιεχόμενο δόλου.

Ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Ενσταση δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής. Κρίθηκε ότι οι αιτούντες ενώ γνώριζαν κατά την λήψη υπέρμετρων δανείων ότι δεν μπορούσαν να τα εξυπηρετήσουν και παρόλαυτα εξακολουθούσαν να χρεώνονται περισσότερο. Ενδεχόμενος δόλος. Προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους ως πιθανό και το αποδέχθηκαν Η έλλειψη ελέγχου από τους δανειστές της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη. Την στιγμή μάλιστα που οι δανειστές εξασφάλισαν τις απαιτήσεις τους με εμπράγματη ασφάλεια.

Η αντίθετη άποψη που απαιτεί εξαπάτηση του πιστωτικού ιδρύματος από τον δανειολήπτη και έλλειψη ελέγχου από την πλευρά του πιστωτικού ιδρύματος για την στοιχειοθέτηση της ενστάσεως δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Οι αιτούντες κατά την λήψη των δανείων στηρίζονταν κυρίως στο μισθό του πρώτου αιτούντα (ανθυπασπιστής του λιμενικού) και συνολικά 1654 € μηνιαίως ενώ η δόση των δανείων τους ανερχόταν πάνω από 2 χιλ. €. Τελικά χρεώθηκαν το συνολικό ποσό 474 χιλ. € ενώ δεν απέδειξαν ότι ανέμεναν βελτίωση των οικονομικών τους. Δεκτή ένσταση. Απορρίπτει αίτηση. 

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ 8/ 2015

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Απόστολο Μαλακωνάκη, Ειρηνοδίκη Χανίων και από την Γραμματέα Κατερίνα Μπαριωτάκη.

Βασική προϋπόθεση υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του Ν.3869/2010 είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Δεν έχει νομική αξία και συνεπώς δεν ερευνώνται τα αίτια και οι λόγοι περιελεύσεως του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας. Αυτό ωστόσο ισχύει μόνο κατ’ αρχήν. Δεν αποκλείεται η εμφάνιση περιπτώσεως κατά την οποία ο οφειλέτης με την εν γένει συμπεριφορά του είτε προκάλεσε τη μόνιμη αδυναμία είτε την προέβλεψε ως δυνατή και παρά ταύτα την αποδέχθηκε. Στη συναλλακτική πρακτική δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις στις οποίες ο οφειλέτης προκαλεί ο ίδιος τη μόνιμη αδυναμία. Ο νομοθέτης λαμβάνει υπόψη του τέτοιες περιπτώσεις και προβλέπει με ρητή διάταξη ότι ένας τέτοιος οφειλέτης δεν είναι άξιος να ενταχθεί στη ρύθμιση του νόμου. Η νομοθετική ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Τούτο προκύπτει από τη ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθ. 1 του Ν.3869/2010 σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής. Το πρώτο θέμα που ανακύπτει κατά την ερμηνεία της παρ. 1 του άρθ. 1 του άνω νόμου είναι το περιεχόμενο του δόλου. Ο Ν.3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Ως δόλος νοείται η γνώση και η επιθυμία παραγωγής ενός παρανόμου συνήθως αποτελέσματος (άμεσος δόλος). Ο δόλος δύναται ωστόσο να είναι και ενδεχόμενος, όταν ο πράττων προβλέπει το παράνομο αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και παρά ταύτα το αποδέχεται. Η έννοια του δόλου κατευθύνεται στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας. Δηλαδή στα πλαίσια του Ν.3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί εκ δόλου και υπό τις δύο άνω μορφές, όταν με την εν γένει συμπεριφορά του είτε αρχική (κατά την ανάληψη του χρέους) είτε επιγενόμενη (μετά την ανάληψη του χρέους) συμβάλλει αποφασιστικά στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του. Έτσι πρέπει να νοηθεί ο δόλος στα πλαίσια εφαρμογής του Ν.3869/2010. Κατά το πρώτο διάστημα της εφαρμογής του νόμου αξιόλογη μερίδα της νομολογίας κατά κανόνα απέκλειε την εμφάνιση του δόλου του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, εφόσον αξιούσε προϋποθέσεις στο πρόσωπο του οφειλέτη που δύσκολα μπορούσαν να συντρέξουν. Σε ικανό αριθμό αποφάσεων συναντά κανείς στερεοτύπως την ακόλουθη αιτιολογία: «Η μη δολιότητα καταλαμβάνει εξ ορισμού όχι μόνο την αδυναμία πληρωμής αυτής καθ’ εαυτής, αλλά και την ανάληψη του εγχειρήματος της λήψης δανείων, εάν προδήλως ήταν αδύνατη η αποπληρωμή τους. Σύμφωνα όμως με τα κρατούντα στις συναλλαγές ο δανειολήπτης που ζητά τη λήψη δανείου δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή να αποδεχθεί το αίτημά του. Ιδιαίτερα δε όσον αφορά πιστωτικά ιδρύματα, αυτά έχουν επιπλέον τη δυνατότητα, εκτός από την έρευνα των οικονομικών στοιχείων του αιτούμενου το δάνειο μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών, να διαπιστώσουν και τις τυχόν δανειακές του υποχρεώσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα μέσω του συστήματος «Τειρεσίας». Αν επομένως το πιστωτικό ίδρυμα αγνοήσει τις καταχωρήσεις και εν γένει τα στοιχεία που καθιστούν τον αιτούντα αφερέγγυο, και γενικώς παραμελήσει την έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του οφειλέτη, όπως επιβάλλουν οι αρχές του υπεύθυνου δανεισμού που έχουν θεσμοθετηθεί και νομοθετικά με το άρθρο 8 της ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β΄917/2000 «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης κλπ», φέρει ευθύνη για την επισφάλεια αυτή. Κατά συνέπεια, δέχεται η παραπάνω νομολογία, δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη, ο οποίος εν συνεχεία αδυνατεί να αποπληρώσει. Δολιότητα, κατά τη νομολογία αυτή, θα μπορούσε να νοηθεί μόνο αν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους». Ωστόσο η αξίωση εκ μέρους μερίδας της νομολογίας προσθέτων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη. Η εισαγωγή τέτοιων στοιχείων δυσκολεύει τη συγκρότηση του δόλου του οφειλέτη και αποβαίνει σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων και υπέρ των οφειλετών. Κατά την ορθότερη άποψη που ακολουθείται από αξιόλογη μερίδα της νομολογίας και την οποία ασπάζεται και το παρόν Δικαστήριο, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνωρίζει κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων γνωρίζοντας ότι ο υπερδανεισμός του σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (βλ. Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 3η, 2014, υπό το άρθρο 1, αρ. 31, 32, 36, 37, 38, σελ. 46-51, ΕιρΚαλαμ 28/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ειρ Ιλίου 405/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΧαν 233/2014 αδημ., ΕιρΙλίου 408/2013, αδημ., ΕιρΑθ 1338/2012 αδημ., ΕιρΑθ 274/2012 ΕφΑΔ 2012, 1124, ΕιρΦλωρ 1/2012 ΝοΒ 2012, 1191, ΕιρΑθ 257/2012 ΕΠολΔ 2012, 631, ΕιρΑθ 209/2012 ΧρηΔικ 2012, 293). Oι δύο πρώτες πιστώτριες Τράπεζες πρότειναν παραδεκτά με δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των άλλων, την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, με τον ισχυρισμό ότι προέβησαν σε αλόγιστο και υπέρμετρο δανεισμό παρότι γνώριζαν την αδυναμία τους να εξοφλήσουν τα δάνεια με βάση την οικονομική τους δυνατότητα και έτσι περιέφεραν τους εαυτούς τους σε κατάσταση υπερχρέωσης. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν. Από την ανωμοτί εξέταση του πρώτου αιτούντος, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, απ’ όσα οι ίδιοι οι διάδικοι ρητώς η εµµέσως συνοµολογούν, από τα διδάγµατα της κοινής πείρας που λαµβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη και από τη διαδικασία γενικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο πρώτος των αιτούντων, ηλικίας 43 ετών, υπηρετεί στο Λιμενικό Σώμα με τον βαθμό του Ανθυπασπιστή με μηνιαίο μισθό που κυμαίνεται περίπου στα 1.150 ευρώ (βλ. αναλύσεις αποδοχών από Ιούνιο έως Νοέμβριο 2014), ενώ η δεύτερη των αιτούντων, ηλικίας 35 ετών, είναι άνεργη από το 2009 με μοναδικό εισόδημά της ένα επίδομα τέκνων από τον ΟΓΑ, το οποίο ανέρχεται ετησίως στο ποσό των 640 ευρώ. Αμφότεροι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, όπως αυτές θα εκτεθούν αναλυτικά πιο κάτω. Οι αιτούντες το 2005 τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο από τον οποίο απέκτησαν το 2008 δύο τέκνα. Το 2011 ήλθαν σε διάσταση και τελικά ο γάμος τους λύθηκε συναινετικά τρία χρόνια αργότερα με την υπ’ αριθμ. 483/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Ο πρώτος των αιτούντων διαθέτει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα μία μαιζονέτα που βρίσκεται στο Καμπάνι Ακρωτηρίου, αποτελούμενη από υπόγειο, επιφάνειας 89,87 τ.μ., ισόγειο, επιφάνειας 82,72 τ.μ. και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 69,81 τ.μ. Το ακίνητο αυτό, το οποίο αποκτήθηκε κατά την διάρκεια του πρώτου χρόνου του γάμου των αιτούντων δυνάμει του υπ’ αριθμ. 3623/4-7-2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Χανίων..., αποτέλεσε την κοινή κύρια κατοικία των αιτούντων (και των δύο τέκνων τους) μέχρι το χρόνο περιέλευσής τους σε διάσταση το 2011, οπότε η δεύτερη των αιτούντων μετακόμισε με τα ανήλικα τέκνα τους σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, επιφάνειας 87 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη των Χανίων, επί της οδού Ξέπαπα αρ. 9 και το οποίο μέχρι σήμερα αποτελεί την κύρια κατοικία της. Έκτοτε και μέχρι σήμερα ο πρώτος των αιτούντων διαμένει μόνος στην μαιζονέτα στο Καμπάνι, η οποία αποτελεί την δική του κύρια κατοικία. Οι αιτούντες προκειμένου να αγοράσουν -στο όνομα του πρώτου εξ αυτών- το 2006 την προαναφερθείσα μαιζονέτα, αλλά και να την αποπερατώσουν στη συνέχεια, καθώς κατά το χρόνο της αγοράς ήταν ακόμα ημιτελής, υποχρεώθηκαν να καταφύγουν σε υπέρμετρο δανεισμό, ο οποίος , όπως θα καταδειχθεί αμέσως κατωτέρω, υπερέβαινε κατά πολύ τα μέτρα των οικονομικών τους δυνατοτήτων. Συγκεκριμένα, ο πρώτος των αιτούντων έλαβε από την πρώην ... Τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η πρώτη μετέχουσα πιστώτρια, ένα στεγαστικό δάνειο, ύψους 59.553,07 ευρώ, ένα επισκευαστικό δάνειο, ύψους 8.599,02 ευρώ, με εγγυήτρια την δεύτερη των αιτούντων, και ένα στεγαστικό δάνειο, ύψους 256.873,54 ευρώ, με εγγυήτρια επίσης την δεύτερη των αιτούντων. Τις απαιτήσεις της από τα ως άνω δάνεια η πρώην Εμπορική Τράπεζα τις εξασφάλισε με την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας του πρώτου των αιτούντων για το ποσό των 354.000 ευρώ. Κατά το ίδιο έτος έλαβε επίσης καταναλωτικό δάνειο, ύψους 4.731,79 ευρώ, από το πρώην Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, το οποίο διαδέχθηκε η δεύτερη μετέχουσα πιστώτρια, ενώ εγγυήθηκε και για ένα δάνειο, ύψους 1.046,50 ευρώ, το οποίο έλαβε ο ...του ... Κατά το έτος αυτό λοιπόν ο πρώτος των αιτούντων έλαβε -ως πρωτοφειλέτης μόνο, χωρίς να υπολογίζεται η εγγύησή του στο τελευταίο δάνειο- δάνεια συνολικού ύψους 329.757,42 ευρώ (κεφάλαιο), από τα οποία ευθύνεται ως εγγυήτρια και η δεύτερη των αιτούντων για το ποσό των 265.472,56 ευρώ. Το ίδιο έτος η δεύτερη των αιτούντων έλαβε ως πρωτοφειλέτης από την τέταρτη μετέχουσα πιστώτρια στεγαστικό δάνειο, ύψους 27.680,33 ευρώ, με εγγυητή τον πρώτο των αιτούντων, ενώ για πρόσθετη εξασφάλιση της απαίτησής της η ως άνω πιστώτρια προέβη στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της δεύτερης των αιτούντων για το ποσό των 36.000 ευρώ. Συνεπώς το 2006 οι αιτούντες ανέλαβαν -είτε με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, είτε με την ιδιότητα του εγγυητή- δανειακές υποχρεώσεις συνολικού ύψους 357.437,75 ευρώ (κεφάλαιο). Από τις παρατιθέμενες στο δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως τελευταίες ενήμερες δόσεις, προκύπτει ότι η συνολική καταβλητέα μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των δανείων αυτών ανερχόταν περίπου στο ποσό των 2.350 ευρώ. Την ίδια στιγμή το ετήσιο καθαρό εισόδημα του πρώτου των αιτούντων ανερχόταν το 2006 σε 18.533,47 ευρώ (18.364,81 από το μισθό του ως λιμενικού + 168,66 από γεωργικά εισοδήματα), ενώ της δεύτερης των αιτούντων σε 1.314,32 ευρώ από ατομική επιχείρηση, και ως εκ τούτου το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα των αιτούντων κατά το χρόνο λήψης των ως άνω δανείων (2006) δεν ξεπερνούσε τα 1.654 ευρώ (βλ. κοινή φορολογική δήλωση αιτούντων οικ. έτους 2007), ποσό το οποίο υπολείπεται κατά 550 ευρώ της καταβλητέας μηνιαίας δόσης. Στην 2η σελίδα (τέλος) του δικογράφου της ένδικης αιτήσεως αναγράφεται αυτολεξεί: «….Όταν ελάβαμε τα επίδικα δάνεια (έτος 2006) εγώ ο α΄ αιτών ελάμβανα αποδοχές από την εργασία μου ύψους 1.500 ευρώ μηνιαίως περίπου, ενώ είχα και αγροτικά εισοδήματα ύψους περίπου 200 ευρώ μηνιαίως. Αλλά και η σύζυγός μου εργαζόταν τότε περιστασιακά κερδίζοντας περίπου 800 ευρώ το μήνα. Επομένως με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα ύψους 2.500 ευρώ περίπου μηνιαίως είχαμε την οικονομική δυνατότητα και άνεση αφενός να αναλάβουμε και αφετέρου να καταβάλουμε κανονικά τις δόσεις για τα επίδικα δάνεια…». Οι ισχυρισμοί αυτοί των αιτούντων περί αυξημένου εισοδήματός τους δεν επαληθεύονται, όπως προεκτέθηκε, από τα στοιχεία της φορολογικής δήλωσης οικ. έτους 2007, σε κάθε περίπτωση όμως ακόμη και αν ήθελε υποτεθούν αληθείς, είναι προφανές ότι τα 2.500 ευρώ το μήνα δεν επαρκούσαν για την ταυτόχρονη κάλυψη τόσο των δανειακών τους υποχρεώσεων, ύψους 2.350 ευρώ, όσο και των βιοτικών αναγκών τους, οι οποίες αποκλείεται σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας να ήταν μικρότερες από 600 ευρώ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι αιτούντες δεν επέδειξαν συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι ήδη από τον χρόνο λήψης των ως άνω δανείων το 2006 διέβλεπαν ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, καθόσον το μοναδικό αξιόλογο αλλά και σταθερό οικογενειακό εισόδημα ήταν ο μισθός του πρώτου των αιτούντων ως δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος κυμαινόταν περίπου στα 1.500 ευρώ, ενώ η δεύτερη των αιτούντων, όπως οι ίδιοι ομολογούν στο δικόγραφο της αιτήσεώς τους, απασχολούνταν μόνο περιστασιακά, παράλληλα δε οι αιτούντες δεν επικαλούνται, ούτε αποδεικνύουν εισοδήματα από άλλες πηγές, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως συμπλήρωμα του συνολικού ποσού της δόσεως που έπρεπε να καταβάλλουν μηνιαίως στους πιστωτές τους. Ενδεχόμενη παράλειψη από την πλευρά του πιστωτή να ενεργήσει επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσει την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει άνευ άλλου τινός τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο πιστωτής έχει προνοήσει να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό με την επίτευξη εμπράγματων εξασφαλίσεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση έπραξαν η πρώτη και η τέταρτη εκ των μετεχουσών πιστωτριών, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, έχουν εξασφαλίσει τις απαιτήσεις τους με προσημείωση υποθήκης επί των κύριων κατοικιών των αιτούντων. Το 2007 η δεύτερη των αιτούντων εγγυήθηκε για στεγαστικό δάνειο, ύψους 72.081,88 ευρώ, που έλαβε ο πατέρας της, ... από την τέταρτη μετέχουσα πιστώτρια, η οποία για επιπρόσθετη εξασφάλισή της ενέγραψε επί της κύριας κατοικίας της εγγυήτριας-δεύτερης των αιτούντων προσημείωση υποθήκης δεύτερης τάξεως για το ποσό των 108.000 ευρώ. Το 2008 ο πρώτος των αιτούντων προχώρησε στη λήψη από το πρώην Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, το οποίο διαδέχθηκε η δεύτερη μετέχουσα πιστώτρια, ενός ακόμη καταναλωτικού δανείου, ύψους 6.794,38 ευρώ, αυξάνοντας την καταβλητέα μηνιαία δόση προς τις πιστώτριες κατά 120 ευρώ περίπου, ανερχόμενη πλέον σε 2.470 ευρώ. Επισημαίνεται ότι στο προαναφερθέν ποσό των 2.470 ευρώ δεν έχει συνυπολογιστεί η καταβλητέα μηνιαία δόση (200 ευρώ) για το στεγαστικό δάνειο της τέταρτης μετέχουσας πιστώτριας στο οποίο η δεύτερη των αιτούντων ενέχεται ως εγγυήτρια, καθώς, όπως η ίδια η πιστώτρια ομολογεί στις έγγραφες προτάσεις της, το εν λόγω δάνειο εξυπηρετείται ακόμα και σήμερα κανονικά από τον πρωτοφειλέτη - πατέρα της δεύτερης των αιτούντων. Η αύξηση σε σχέση με το 2006 κατά 550 ευρώ του μέσου μηνιαίου οικογενειακού εισοδήματος των αιτούντων, το οποίο το 2008 ανήλθε περίπου σε 2.200 ευρώ [βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα οικ. έτους 2009, απ’ όπου προκύπτει για μεν τον πρώτο των αιτούντων ετήσιο εισόδημα 22.429,64 ευρώ (22.298,06 από το μισθό του ως λιμενικού + 131,58 από γεωργικά εισοδήματα), για δε την δεύτερη των αιτούντων ετήσιο εισόδημα 4.078,19 ευρώ (3.420 από εκμίσθωση ακινήτου + 658,19 από εμπορικές επιχειρήσεις)] είναι φανερό ότι δεν επαρκούσε για να καλύψει καν την συνολική καταβλητέα μηνιαία δόση των 2.470 ευρώ, πόσο δε μάλλον και τις βιοτικές ανάγκες των αιτούντων, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αυτές θα είχαν αυξηθεί αισθητά σε σχέση με το 2006 εξαιτίας της μεσολαβήσασας γέννησης των δύο τέκνων τους τον Μάιο του 2008. Παρά ταύτα ο πρώτος των αιτούντων επιβάρυνε τον ήδη πολλαπλώς επιβαρυμένο οικογενειακό προϋπολογισμό με ένα επιπλέον δάνειο, το οποίο μπορούσε εξαρχής να προβλέψει ότι δεν θα ήταν σε θέση να αποπληρώσει. Το 2009 ο πρώτος των αιτούντων συνέχισε την αλόγιστη από πλευράς του διόγκωση του παθητικού της περιουσίας του με την λήψη από την δεύτερη μετέχουσα πιστώτρια ενός ακόμη καταναλωτικού δανείου, ύψους 7.243,87 ευρώ, για την εξυπηρέτηση του οποίου θα έπρεπε να καταβάλλει μηνιαία δόση 90 ευρώ. Και στην προκείμενη περίπτωση η περαιτέρω αύξηση σε σχέση με το 2008 κατά 600 ευρώ του μέσου μηνιαίου οικογενειακού εισοδήματος των αιτούντων, το οποίο το 2009 ανήλθε περίπου σε 2.800 ευρώ [βλ. κοινή φορολογική δήλωση αιτούντων οικ. έτους 2010, απ’ όπου προκύπτει για μεν τον πρώτο των αιτούντων ετήσιο εισόδημα 30.091,50 ευρώ (24.709,92 από το μισθό του ως λιμενικού + 131,58 από γεωργικά εισοδήματα + 5.250 από εκμίσθωση ακινήτου), για δε την δεύτερη των αιτούντων ετήσιο εισόδημα 3.600 ευρώ αποκλειστικά από εκμίσθωση ακινήτου] είναι φανερό ότι δεν επαρκούσε για να καλύψει ταυτόχρονα με την συνολική καταβλητέα μηνιαία δόση, η οποία στο μεταξύ είχε ανέλθει στα 2.560 ευρώ, και τις δαπάνες διαβίωσης των αιτούντων και των δύο ανήλικων τέκνων τους. Είναι μάλιστα άξιο απορίας, πώς, ενώ το 2009 ο πρώτος των αιτούντων προέβη σε διαδοχικές απόπειρες τόσο πώλησης όσο και ενοικίασης της κύριας κατοικίας του στο Καμπάνι Ακρωτηρίου (βλ. την από 5-3-2009 αγγελία πώλησης με κωδικό 65714, την από 29-9-2009 αγγελία ενοικίασης με κωδικό 56491 και την από 21-10-2009 αγγελία ενοικίασης με κωδικό 94402, δημοσιευμένες όλες στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα»), γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της οικονομικής πίεσης που ήδη από τότε δεχόταν υπό το βάρος όλων αυτών των δανειακών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει, την ίδια στιγμή δεν δίστασε κατά την διάρκεια επίσης του 2009 να διογκώσει ακόμα περισσότερο τις οφειλές του με την λήψη ενός ακόμα δανείου και μάλιστα καταναλωτικού. Τον Μάιο του 2011 ο πρώτος των αιτούντων έλαβε μικροεπισκευαστικό δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού 20.000 ευρώ, υπογράφοντας σύμβαση εκχώρησης ποσού 170,66 ευρώ, που θα παρακρατούσε το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τον μισθό του για την εξόφληση του εν λόγω δανείου. Η λήψη του δανείου αυτού μόλις τρεις μήνες πριν την περιέλευση των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών τον Αύγουστο του 2011, όπως οι ίδιοι ομολογούν στη 2η σελίδα της υπό κρίση αίτησης, και ένα περίπου χρόνο πριν οι τελευταίοι καταθέσουν την με αρ. κατάθ. δικ. 172/10-4- 2012 αίτηση υπαγωγής τους στο Ν. 3869/2010, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν στη συνέχεια με την κρινόμενη αίτησή τους, σε συνδυασμό με την δραστική μείωση σε σχέση με το 2009 του ετήσιου εισοδήματος του πρώτου των αιτούντων τα έτη 2010 και 2011 κατά 9.089,11 και 9.846,66 ευρώ αντίστοιχα [βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα οικ. ετών 2011 και 2012 από τα οποία προκύπτει ότι το ετήσιο εισόδημα του πρώτου των αιτούντων για μεν το 2010 ανήλθε στο ποσό των 21.002,39 ευρώ (20.870,81 από το μισθό του ως λιμενικού + 131,58 από γεωργικά εισοδήματα), για δε το 2011 ανήλθε σε 20.244,84 ευρώ (20.151,78 από το μισθό του ως λιμενικού + 93,06 από γεωργικά εισοδήματα)], καταδεικνύουν για άλλη μία φορά την υπέρβαση του ορίου οικονομικής δυνατότητας του πρώτου των αιτούντων, ο οποίος και σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και στις προηγούμενες, έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των συσσωρευμένων χρεών του και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη και αυτού του δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Απ’ όλα τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι οι αιτούντες, είτε ως πρωτοφειλέτες είτε ως εγγυητές, δημιούργησαν χρέη συνολικού ύψους 463.557,88 ευρώ, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό τους με την λήψη στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, μολονότι γνώριζαν ότι στο μέλλον θα αδυνατούσαν να τα καλύψουν ή τουλάχιστον προχωρούσαν στην λήψη των δανείων αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες. Και τούτο διότι παρά τον ισχυρισμό των δύο πρώτων πιστωτριών Τραπεζών περί δόλιας περιέλευσής τους στην σημερινή κατάσταση της υπερχρέωσης, δεν ανταπέδειξαν ότι κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών τους, ανέμεναν ή ήλπιζαν σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών τους, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους, ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο αναμενόμενη βελτίωση του οικογενειακού εισοδήματός τους, το οποίο, όπως με σαφήνεια καταδείχθηκε πιο πάνω, προερχόταν ουσιαστικά μόνο από τον μηνιαίο μισθό του πρώτου των αιτούντων, χωρίς να διαθέτουν άλλους αξιόλογους και προπάντων σταθερούς οικονομικούς πόρους. Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα των αιτούντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους ως πιθανό και το αποδέχθηκαν. Προέκυψε περαιτέρω ότι ο υπέρμετρος δανεισμός των αιτούντων ήδη από το έτος 2006 με τη χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης αποσκοπούσε στην επίτευξη από μέρους τους επιπέδου διαβίωσης ανώτερου από τις οικονομικές τους δυνατότητες και συγκεκριμένα στην απόκτηση μίας οικίας (μαιζονέτας) πολυτελούς κατασκευής στο Καμπάνι Ακρωτηρίου, επιφάνειας 242 τ.μ., με 4 υπνοδωμάτια, 1 wc, μεγάλη τουαλέτα με υδρομασάζ, ενιαίο χώρο σαλόνι - τραπεζαρία με τζάκι, κλιματιστικό και δύο αυτονομίες θέρμανσης, εμπρός κήπο με γκαζόν και πίσω αύλειο χώρο με μπάρμπεκιου (βλ. την περιγραφή της μαιζονέτας στις αγγελίες πώλησης και ενοικίασης για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω). Η έλλειψη σωφροσύνης από την πλευρά των αιτούντων καταδεικνύεται ακόμη περισσότερο αν λάβει κανείς υπόψη ότι οι τελευταίοι είχαν τη δυνατότητα αμέσως μετά το γάμο τους, τον Αύγουστο του 2005, να διαμείνουν στην σημερινή κύρια κατοικία της δεύτερης εξ αυτών, ήτοι σε διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 87 τ.μ., στην πόλη των Χανίων, επί της οδού ... αρ. 9, το οποίο είχε περιέλθει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της τελευταίας λίγο πριν το γάμο της δυνάμει του υπ’ αριθμ. 26033/13-6- 2005 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Χανίων ... Το εν λόγω διαμέρισμα, κατασκευής έτους 1976, θα μπορούσε μάλιστα να ανακαινιστεί με ελάχιστα χρήματα σε σχέση αυτά που δαπανήθηκαν για την αγορά της μαιζονέτας στο Καμπάνι, ανταποκρινόμενο έτσι πλήρως στις ανάγκες των τότε νεονύμφων για δημιουργία οικογένειας για τουλάχιστον μία δεκαετία. Παρά ταύτα οι αιτούντες επέλεξαν την «εύκολη» λύση της υπερχρέωσης προκειμένου να αγοράσουν μία νεόδμητη υπερπολυτελή οικία υπερβολικών διαστάσεων για τα δεδομένα μίας τυπικής τετραμελούς οικογένειας, που σαφώς δεν ανταποκρινόταν στα μέτρα των οικονομικών δυνατοτήτων τους. Κατόπιν των παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη η προβληθείσα σχετική ένσταση δόλου εκ μέρους των δύο πρώτων πιστωτριών Τραπεζών και να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως ουσία αβάσιμη. Παράβολο ερημοδικίας δεν ορίζεται επειδή κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στα πλαίσια του ν.3869/2010 δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 14 ν. 3869/2010). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται κατά το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πέμπτης μετέχουσας πιστώτριας καθώς και των μετεχόντων δύο εγγυητών, κατ’ αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...