Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Επίκληση αποδεικτικών μέσων.

Άσκηση έφεσης. Επίκληση και προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους. Λήψη υπόψη από το δικαστήριο όσων αποδεικτικών μέσων προσκομίστηκαν νόμιμα, εφόσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους. Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων. Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί. Αναιρεί την υπ’ αριθ. 76/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. 

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Γ΄,  454/2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 225 παρ. 2, 286, 287 παρ. 1, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαίωμα προς γνωστοποίηση του θανάτου διαδίκου ως λόγου διακοπής της δίκης και προς επανάληψη αυτής έχουν οι καθολικοί διάδοχοι του αποβιώσαντος διαδίκου, ήτοι οι κληρονόμοι του, όχι δε και ο ειδικός διάδοχος αυτού, η προς τον οποίο μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη και ο οποίος, συνεπώς, δικαιούται, προς προστασία των εννόμων συμφερόντων του, να ασκήσει μόνο κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση στη συνεχιζόμενη δίκη (ΑΠ 1920/ 2006, ΑΠ 644/ 2000, ΑΠ 103/ 1997). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυταριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει ότι ο δικηγόρος Αθηνών........, ενεργών ως πληρεξούσιος των 1) Μ.-Β. Μ. του Μ., 2) Ι. Σ. του Μ., 3) Α. Σ. του Ι., 4) Ζ. Σ. του Ι. και 5) Κ. Σ. του Ι., δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αρχικώς αναιρεσίβλητος απεβίωσε και ότι την συνεπεία του θανάτου αυτού διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι δυο πρώτοι των ανωτέρω ως καθολικοί του διάδοχοι και οι τρεις τελευταίοι ως ειδικοί διάδοχοι τούτου. Σύμφωνα όμως προς τα προεκτεθέντα, η δίκη συνεχίζεται μόνον από του δυο πρώτους, καθολικούς διαδόχους του.

Κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγο, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν προσκομίστηκαν νόμιμα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΟλΑΠ 2/2008). Απαιτείται δηλονότι, όχι μόνον η προσκομιδή, αλλά και η επίκληση του μη ληφθέντος υπόψη αποδεικτικού μέσου ή η μη επίκληση του ληφθέντος υπόψη (ΑΠ 926/2007, ΑΠ 679/2005). Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ’ όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους. Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 19/2005, ΑΠ 154/2004). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 1677/2013, ΑΠ 1524/2010). Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι ο αναιρεσίβλητος, τότε εκκαλών, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, υπό τον τίτλο "προσκομιζόμενα έγγραφα" ανέφερε επί λέξει "προσκομίζω και επικαλούμαι τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που αναφέρονται στις προτάσεις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας (σχετ. 1 έως 17) και ζητώ να ληφθούν υπόψη και από το παρόν δικαστήριο, το ίδιο και οι προτάσεις μου τις οποίες επαναφέρω στο σύνολο τους", χωρίς περαιτέρω σαφή και ορισμένη επίκληση τούτων, τα οποία το δικαστήριο έλαβε, παρά ταύτα, υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Όπως δε προκύπτει από τη νόμιμη επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, πράγματι ο ήδη αναιρεσίβλητος ενσωμάτωσε στις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκείνες του πρώτου βαθμού προβαίνοντας επί λέξει στην ανωτέρω δήλωση, χωρίς όμως να αναφέρεται, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, ποια έγγραφα ακριβώς επικαλείται και προσάγει ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον δεν αρκεί κατά τα προεκτεθέντα, η απλή και χωρίς ειδική αναφορά γενομένη ενσωμάτωση, γεγονός που οι αναιρεσείοντες εφεσίβλητοι επεσήμαναν με την από 20-2-2014 προσθήκη των προτάσεων τους ενώπιον του Εφετείου. Το τελευταίο, παρά ταύτα, προέβη στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας ως αποδεικτικά μέσα "...τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα και στην πρωτόδικη δίκη έγγραφα...", υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό αναιρετικό λόγο, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, οι συνεχίζοντες τη δίκη καθολικοί διάδοχοι του αναιρεσίβλητου, Μ.-Β. Μ. του Μ. και Ι. Σ. του Μ., πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 76/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους συνεχίζοντες τη δίκη καθολικούς διαδόχους του αναιρεσίβλητου στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

2 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

βλ. όμως Άρειο Πάγο 982/ 2013.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά, διά των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ` έφεση επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, στις οποίες (προτάσεις) γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης. Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι, με τον τρόπο αυτό, οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 476/2011).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως η από τον αριθμ. 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα στην ενώπιον του (Εφετείου) δίκη, ήτοι την από 26- 3-2007 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, την εξώδικη απάντηση (στην έγγραφη καταγγελία) της τελευταίας, την αναγγελία προσλήψεως αυτής, τις υπ` αριθμ. 1472, 1473 και 1474/2008 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και τις 596 σελίδες ημερήσιου δελτίου παρουσίας, από όπου προκύπτει η ημερήσια και εβδομαδιαία απασχόληση της αναιρεσίβλητης στην επιχείρησή της αναιρεσείουσας. Από την επισκόπηση, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι στο κείμενο των προτάσεών της αυτών η αναιρεσείουσα περιέλαβε αυτούσιο και το κείμενο των προτάσεων που κατέθεσε στη πρωτοβάθμια δίκη, το οποίο και καλύπτεται από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της επί των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, στις οποίες διαλαμβάνεται και η αναφορά ότι: συνέχεια

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

συνέχεια: "Επειδή προσάγω και επικαλούμαι αντίγραφο των προτάσεών μου, τις οποίες κατέθεσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την συζήτηση των δύο αγωγών της αντιδίκου, ομού με όλα τα σχετικά έγγραφα, τα οποία είχα προσκομίσει κατά την πρωτοβάθμια δίκη και τα οποία επαναπροσκομίζω στο σύνολό τους ενώπιον Σας, με επανεπίκλησή τους". Έτσι, οι πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις της αναιρεσείουσας αποτελούν ενιαίο κείμενο με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της και ως εκ τούτου παραδεκτώς επικαλείται με τις προτάσεις αυτές τα αποδεικτικά μέσα, που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα και πρωτοδίκως, τα οποία εκτίθενται αναλυτικά, μεταξύ δε αυτών είναι και τα προαναφερόμενα έγγραφα, τα οποία το Εφετείο, μετά ταύτα, παρά το νόμο δεν έλαβε πράγματι υπόψη του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας με το να μη λάβει υπόψη του τα έγγραφα αυτά υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ πλημμέλεια και γι` αυτό ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...