Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Εκχώρηση μελλοντικών απαιτήσεων, καταπιστευτική εκχώρηση.

Καταπιστευτική σύμβαση εκχώρησης. Η προσθήκη αναβλητικής αίρεσης στη σύμβαση αυτή, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της αναιρεσείουσας και της τράπεζας, με αντικείμενο τις μελλοντικές απαιτήσεις της κατά της εργολήπτριας εταιρείας προς εξασφάλιση ομολογιακού δανείου, και η οποία θα ενεργοποιούνταν μόνο μετά την επίδοση σ’ αυτήν «ειδοποίησης εκτέλεσης» και εφόσον είχε περιέλθει σε υπερημερία ως προς τις ασφαλιζόμενες υποχρεώσεις της, ήταν επιτρεπτή στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων. Εκχώρηση απαίτησης. Νομική φύση. Αναιρεί την υπ΄αριθ. 3977/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 

                           Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α 2, 208 /2016. [Σπουδαία απόφαση, Γ.Φ].

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Η ρύθμιση της εκχωρήσεως από τα άρθρα 455 επ. ΑΚ έχει ως βάση την αντίληψη ότι με τη σύμβαση αυτή, που καταρτίζεται μεταξύ του δανειστή και τρίτου, η απαίτηση μεταβιβάζεται αμέσως στον τρίτο (εκδοχέα), παραμένοντας όμως η ίδια. Τούτο σημαίνει ότι τόσο τα προνόμια, με τα οποία η απαίτηση ήταν τυχόν εξοπλισμένη, παραμένουν και μετά τη μεταβίβαση αλώβητα (ΑΚ 458), όσο και τα μειονεκτήματα, με τα οποία ήταν ενδεχομένως βεβαρημένη, διατηρούνται ακέραια (ΑΚ 463). Περαιτέρω, η εκχώρηση, ως εκποιητική σύμβαση παράγει αμέσως το σκοπούμενο με αυτήν (μεταβιβαστικό) αποτέλεσμα, ώστε με τη συντέλεση αυτής ο εκδοχέας αποκτά -με την επιφύλαξη βεβαίως της τιθέμενης στο άρθρο 460 ΑΚ ρυθμίσεως- πλήρως τις εξουσίες που συγκροτούν το περιεχόμενο της εκχωρηθείσης απαιτήσεως, δικαιούμενος προεχόντως, και μάλιστα αποκλειστικά πλέον αυτός, να την εισπράξει, αφού, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460 και 461 ΑΚ, μετά την αναγγελία της εκχωρήσεως στον οφειλέτη αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου προς τον εκχωρητή (ΑΠ 1991/2007, 1108/1996). Ο αναιτιώδης όμως χαρακτήρας της συμβάσεως εκχωρήσεως επιτρέπει τη διαμόρφωση του περιεχομένου της κατά τρόπο, ώστε τα νομικά αποτελέσματα της εκχωρήσεως να μπορούν να βαίνουν πέρα από το σκοπό που ενυπάρχει στην υποκείμενη της εκχωρήσεως ενοχική σύμβαση. Το σύγχρονο συμβατικό δίκαιο στηρίχθηκε στην αξιοποίηση της νομικής αυτής δυνατότητας, ώστε να διαπλάσει το μόρφωμα της εξασφαλιστικής εκχωρήσεως, όπου η νόμιμη αιτία της εκχωρήσεως έγκειται ακριβώς στην εξασφάλιση του εκδοχέα έναντι του κινδύνου της μη εισπράξεως υφιστάμενου έναντι αυτού χρέους του εκχωρητή από τις μεταξύ αυτών ενοχικές σχέσεις. Ωστόσο, στο συμβατικό αυτό μόρφωμα, η κατάσταση των συμφερόντων είναι δυνατόν ενίοτε να προσλαμβάνει τέτοια μορφή, ώστε ο ανωτέρω ισχύων κανόνας, περί αποκοπής με την αναγγελία της εκχωρήσεως στον οφειλέτη κάθε νομικού δεσμού αυτού προς τον εκχωρητή, να παρίσταται εντελώς ξένος προς το αληθινό συμφέρον των μερών. Τούτο κατ’ εξοχήν θα συμβαίνει επί καταπιστευτικής εκχωρήσεως επαγγελματικών απαιτήσεων προς Τράπεζα, που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 39 επ. του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", οπότε ερευνητέο τυγχάνει το ζήτημα, αν ο ανωτέρω κανόνας, που εδράζεται κυρίως στα άρθρα 460 και 461 ΑΚ, μπορεί να σταθεί τελικά εμπόδιο στη ρυθμιστική λειτουργία της συμβατικής ελευθερίας των μερών, τα οποία σε μια τέτοια περίπτωση επιθυμούν να διατηρεί, υπό όρους, ο εκχωρητής την εξουσία να εισπράττει την εκχωρηθείσα απαίτηση στο όνομά του. Η προσήκουσα κατά την κρίση του Δικαστηρίου αντιμετώπιση του προβλήματος πρέπει να στηριχθεί στην ανάλυση των συμφερόντων των μερών, που μετέχουν στη συμβατική αυτή κατάσταση, ώστε να οδηγήσει σε λύση, η οποία να απηχεί την πρακτική εναρμόνιση της συμβατικής τους ελευθερίας, με την εκφρασμένη στα άρθρα 460 και 461 ΑΚ βασική νομοθετική αξιολόγηση, που περιέχει το παράγγελμα να μην καθίσταται με την εκχώρηση επαχθέστερη η νομική θέση του οφειλέτη. Περαιτέρω, δεν χωρεί αμφιβολία ότι στη σύμβαση εκχωρήσεως είναι δυνατή η προσθήκη αναβλητικής αιρέσεως ή προθεσμίας, ώστε το σκοπούμενο με αυτήν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα να επέρχεται μόλις συμβεί ορισμένο (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός ή επιστεί ορισμένο χρονικό σημείο. Ενόσω συνεπώς η προσθήκη αιρέσεως στη σύμβαση εκχωρήσεως έχει ως περιεχόμενο -στην εξασφαλιστική ιδίως εκχώρηση- την επιφύλαξη της εξουσίας εισπράξεως στον εκχωρητή για όσο χρονικό διάστημα αυτός θα παραμένει ενήμερος ως προς το ασφαλιζόμενο με την εκχώρηση χρέος του έναντι του εκδοχέα, η εκχώρηση αυτή θεωρείται κατά πάντα έγκυρη, δυνάμενη και έναντι του οφειλέτη να αντιταχθεί, καθώς ούτε το συμφέρον αυτού ούτε κάποιο άλλο δημοσίας τάξεως συμφέρον ή συστηματικής φύσεως λόγος εμποδίζουν την αποδοχή του κύρους της, αρκεί να γνωστοποιηθεί σ’ αυτόν ο όρος της εκχωρήσεως που περιέχει τη σχετική επιφύλαξη. Εξάλλου, η κατάφαση της δυνατότητας προσθήκης αιρέσεως στην ίδια τη σύμβαση εκχωρήσεως, καθιστά χωρίς πρακτική σημασία το ζήτημα αν η ρύθμιση των άρθρων 460 και 461 ΑΚ είναι αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου, καθώς και αν η αναγγελία, ως οιονεί δικαιοπραξία κατά την κρατούσα άποψη, είναι ανεπίδεκτη αιρέσεως. Πράγματι, ναι μεν η ανακοίνωση της υπάρξεως της αιρέσεως στην εκχωρούμενη απαίτηση, ως παραστάσεως που πρέπει να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη κατ’ άρθρο 460 ΑΚ, δημιουργεί σ’ αυτόν αναπόφευκτα κάποια νομική αβεβαιότητα, πλην όμως αυτή είναι ανεκτή, αρκεί ο οφειλέτης να λαμβάνει υπόψη, κατά το σχηματισμό της αποφάσεώς του περί του προσώπου στο οποίο οφείλει να καταβάλει, το γνωστοποιημένο σ’ αυτόν περιεχόμενο του όρου, που προβλέπει την επιφύλαξη στον εκχωρητή της εξουσίας εισπράξεως, εφόσον δεν έχει πληρωθεί η αίρεση υπό την οποία τελεί η σύμβαση εκχωρήσεως. Οι ρυθμίσεις αυτές ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής στη σύγχρονη συναλλακτική πράξη, ιδίως με τη μορφή της καταπιστευτικής εκχωρήσεως απαιτήσεων, όπου τα μέρη, προκειμένου να επιτύχουν ευνοϊκότερα για το δανειστή (συνήθως τη δανειοδότρια τράπεζα) αποτελέσματα, καταφεύγουν στη μεταβίβαση (εκχώρηση) της χρηματικής κατά κανόνα απαιτήσεως που έχει ο πιστολήπτης (οφειλέτης) κατά τρίτου (τρίτου οφειλέτη), αντί για την ενεχυρίαση της απαιτήσεως, αφού με τον τρόπο αυτό μπορεί να προβεί στην είσπραξη της εκχωρηθείσης απαιτήσεως χωρίς τους περιορισμούς που προβλέπονται στα άρθρα 1253 και 1254 ΑΚ για τις ενεχυρασθείσες απαιτήσεις. Οι όροι, υπό τους οποίους ενεργοποιείται η δυνατότητα του εκδοχέα να προσφύγει ο ίδιος στην άσκηση της εξουσίας προς είσπραξη της εκχωρηθείσης απαιτήσεως -συνήθως θα πρόκειται για την υπερημερία του εκχωρητή που θα σημαίνει την πραγματική πλέον εμφάνιση του ασφαλιστικού κινδύνου- τίθενται στη μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα καταρτιζόμενη υποσχετική σύμβαση, η οποία, περιέχουσα την αιτία της εκχωρήσεως, αποτελεί την καταπιστευτική συμφωνία. Η παραδοσιακή αντίληψη ότι η συμφωνία αυτή, ως αμιγώς ενοχική, διέπει μόνο τις σχέσεις εκχωρητή και εκδοχέα, έναντι δε του οφειλέτη μετά την αναγγελία μόνος νομιμοποιούμενος στην είσπραξη της απαιτήσεως είναι ο εκδοχέας, απέχει από τις συναλλακτικές ανάγκες της σύγχρονης οικονομίας, αφού μπορεί στην καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεως και τα δύο μέρη να επιθυμούν να διατηρεί, υπό όρους, ο εκχωρητής την εξουσία να εισπράξει την απαίτηση στο όνομά του, χωρίς τούτο να προσκρούει σε κανένα δημοσίας τάξεως συμφέρον. Η ανάγκη, εξάλλου, να μη καθίσταται χείρων η νομική θέση του οφειλέτη ικανοποιείται πλήρως στην περίπτωση της καταπιστευτικής ενεχυρίασης απαιτήσεων κατ’ άρθρο 39 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών". Και τούτο διότι, εφόσον στον οφειλέτη επιδίδεται αντίγραφο της συμβάσεως, αυτός δεν πληροφορείται μόνο το γεγονός της εκχωρήσεως και το πρόσωπο του εκδοχέα -όπως θα αρκούσε ίσως για την εφαρμογή του άρθρου 460 ΑΚ-, αλλά καθίσταται κοινωνός όλων των όρων υπό τους οποίους τελεί η μετάθεση της εξουσίας προς είσπραξη της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, την οποία ο πρώτος δικαιούται να την ασκήσει, ακόμη και διά της δικαστικής οδού, στο δικό του όνομα, χωρίς να αποκλείεται να του έχει παρασχεθεί με την εξασφαλιστική συμφωνία μόνο η δυνατότητα να ζητήσει από τον οφειλέτη την προς τον εκδοχέα καταβολή ή να έχει προβλεφθεί σ’ αυτήν ότι η εκ μέρους του οφειλέτη καταβολή θα χωρεί με κατάθεση του οφειλόμενου ποσού σε τηρούμενο στην τράπεζα (εκδοχέα) ενεχυριασμένο υπέρ αυτής λογαριασμό του εκχωρητή. Ενόψει των ανωτέρω, αποτελεί κανόνα στο ισχύον δίκαιο τόσο επί κοινής εκχωρήσεως όσο και επί της καταπιστευτικής εκχωρήσεως του άρθρου 39 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" ότι μετά τη γνωστοποίηση της εκχωρήσεως με την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυριάσεως στον τρίτο οφειλέτη, ο εκδοχέας, δηλαδή η τράπεζα, αποκτά έναντι του οφειλέτη όλες τις εκ της εκχωρηθείσης απαιτήσεως απορρέουσες εξουσίες, δικαιούμενη αποκλειστικά αυτή πλέον να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση. Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα στην περί εκχωρήσεως σύμβαση μέρη είναι ελεύθερα να συμφωνήσουν ότι η εξουσία προς είσπραξη θα παραμένει και μετά την αναγγελία της εκχωρήσεως προς τον οφειλέτη προσωρινά στον εκχωρητή, θα μεταβαίνει δε στον εκδοχέα μόνο αφότου επέλθει ορισμένο γεγονός -ανηγμένο εν προκειμένω σε αναβλητική αίρεση- που συνήθως επί καταπιστευτικής εκχωρήσεως θα είναι η περιέλευση του εκχωρητή σε υπερημερία οφειλέτη έναντι του πιστοδότη εκδοχέα. Η συμφωνία αυτή, η οποία έχει έρεισμα την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και είναι συνήθης στην καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεων, είναι έγκυρη, στο μέτρο δε που δεν προσκρούει σε κανένα αντίθετο συμφέρον του οφειλέτη ισχύει και έναντι αυτού, δεδομένου ότι αυτός λόγω της υποχρεωτικής επιδόσεως προς αυτόν αντιγράφου της όλης συμβάσεως, θα είναι πάντοτε σε θέση να γνωρίζει και τον περιέχοντα τη σχετική επιφύλαξη όρο της εξασφαλιστικής συμφωνίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Δυνάμει του από 28-12-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των ... αρχικών συμβαλλομένων και της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας) εταιρείας ... συμφωνήθηκε ... η υπεισέλευση της ενάγουσας ως νέας αναδόχου ... Ειδικότερα, στην άνω οικοπεδική έκταση η άνω εταιρεία θα ανήγειρε εμπορικό κέντρο με την ονομασία "..." ... Στο πλαίσιο των άνω συμφωνητικών ... η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "..........." ανέθεσε στην εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία με την επωνυμία "... την εκτέλεση των εξής εργασιών: 1) Με την από 29- 10-2003 σύμβαση εργασιών πολιτικού μηχανικού ... ανατέθηκε ... η εκτέλεση γενικών και ειδικών εκσκαφών ... όπως το αντικείμενο του έργου περιγράφεται κατά τρόπο μη περιοριστικό στο Παράρτημα Β της συμβάσεως. ... 2) με την από 27-1-2005 σύμβαση ανισόπεδου κόμβου ανατέθηκε ... η κατασκευή ανισόπεδου κόμβου, αποτελούμενου από δύο γέφυρες ... Και 3) με την από 4-2- 2005 σύμβαση ... ανέθεσε ... την εκτέλεση ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εργασιών και αρχιτεκτονικών εργασιών ... Περαιτέρω, με την από 1-3-2006 σύμβαση μεταξύ της κυρίας του έργου εταιρείας "...." και της ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ......." η κυρία του έργου, έχοντας εκδόσει ομολογιακό δάνειο για ποσό 70.000.000 ευρώ, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών της προς τους ομολογιούχους δανειστές, εκπρόσωπος των οποίων είχε οριστεί η αντισυμβαλλόμενή της "ΤΡΑΠΕΖΑ .......", εκχώρησε υπέρ του εκδοχέα, δηλαδή υπέρ της Τραπέζης .... υπό την άνω ιδιότητα, λόγω ενεχύρου όλες τις απαιτήσεις της, παρούσες ή μέλλουσες, υφιστάμενες ή ενδεχόμενες, έναντι κάθε κατασκευαστή υπό ή σε σχέση με τις "συμβάσεις κατασκευής", δηλαδή σχετικά με τις συμβάσεις μεταξύ της εκχωρήτριας και με τρίτους εργολάβους-κατασκευαστές του προπεριγραφέντος εμπορικού κέντρου, όπως αυτές ισχύουν, καθ’ όλη τη διάρκεια της "εξασφαλιζόμενης περιόδου". Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο συνημμένο στη σύμβαση εκχωρήσεως "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1", οι κρίσιμες τρεις επιμέρους συμβάσεις έργου συμπεριλαμβάνονται στις συμβάσεις, στις οποίες αφορούν οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις. Εξ άλλου, για τους σκοπούς της συμβάσεως εκχωρήσεως συμφωνήθηκε ότι ως "εξασφαλιζόμενη περίοδος" νοείται το χρονικό διάστημα από της υπογραφής της συμβάσεως μέχρι την ημερομηνία που θα επιβεβαιωθεί γραπτώς από την εκδοχέα προς την εκχωρήτρια και κάθε κατασκευαστή ότι αυτή αποτελεί την "ημερομηνία αποδέσμευσης", όπως αυτή ορίζεται στους όρους του ομολογιακού δανείου και ως "ειδοποίηση εκτελέσεως" ("Enforcement Notice" κατά το υπερισχύον αγγλικό κείμενο σύμφωνα με τον όρο 18.3 της Σύμβασης), νοείται η ειδοποίηση που δίδεται από την εκδοχέα υπό την ιδιότητα (της) εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών προς κάθε κατασκευαστή, ως άνω, σύμφωνα με τον όρο 4.2 της συμβάσεως για την εκτέλεση της εκχώρησης, ήτοι σε περίπτωση υπερημερίας της εκχωρήτριας ως προς τις εξασφαλιζόμενες υποχρεώσεις της, κατά την οποία η εκδοχέας θα δικαιούται να απαιτήσει με την άνω "ειδοποίηση εκτέλεσης" οποιαδήποτε από τις εκχωρούμενες απαιτήσεις, κάθε πληροφορία σχετικά με τις απαιτήσεις αυτές και την καταβολή κάθε οφειλής απευθείας στην εκδοχέα και στον τηρούμενο σχετικό λογαριασμό ομολογιακού δανείου, κατά χρόνο, τρόπο και υπό τους όρους που η εκδοχέας θα κρίνει κατάλληλους. Σε συνάφεια δε με τα ανωτέρω, σύμφωνα με τον όρο 4.1 της ίδιας συμβάσεως, πριν από την επίδοση της άνω "ειδοποίησης εκτέλεσης", η εκχωρήτρια θα δικαιούται μεν να ασκεί τις εκχωρούμενες απαιτήσεις, αλλά υπό την προϋπόθεση: 1) ότι δεν θα συναινέσει σε οποιαδήποτε μεταβολή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της ίδιας και των αντισυμβαλλομένων της εργολάβων-κατασκευαστών, που θα μπορούσε να παραβλάψει τις εκχωρούμενες απαιτήσεις, 2) ότι δεν θα προβεί σε άφεση, εν όλω ή εν μέρει, παρά μόνο μετά από καταβολή από τον σχετικό κατασκευαστή και 3) ότι δεν θα επιτρέψει ή συμφωνήσει σε οποιαδήποτε από τις απαγορευόμενες στον όρο 5.1 ή 5.2 πράξεις (δηλαδή, εκχώρηση, εκποίηση, κλπ), χωρίς προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της εκδοχέως, ενώ όλα τα οφειλόμενα από κάθε κατασκευαστή ποσά σχετικά με τις εκχωρούμενες απαιτήσεις θα καταβληθούν απευθείας στον τηρούμενο λογαριασμό με αριθμό ... επ’ ονόματι της εκχωρήτριας και επί του οποίου έχει συσταθεί ενέχυρο υπέρ της εκδοχέως ως εξασφάλιση για τις εξασφαλιζόμενες υποχρεώσεις. Σύμφωνα με τον όρο 4.2 της Σύμβασης, μετά την επέλευση υπερημερίας αναφορικά με τις εξαοφαλιζόμενες υποχρεώσεις, ο Εκδοχέας δύναται, αν λάβει οδηγία από τους Πλειοψηφούντες Ομολογιούχους και χωρίς περαιτέρω συναίνεση ή εξουσιοδότηση από τον Εκχωρητή, να δώσει Ειδοποίηση Εκτέλεσης, επί τη βάσει της οποίας ο Εκδοχέας θα δικαιούται (χωρίς να υποχρεούται):(α)να απαιτήσει οποιαδήποτε από τις Εκχωρούμενες Απαιτήσεις, (β) να απαιτήσει και να λάβει από κάθε Κατασκευαστή ή κάθε Εκδότρια Τράπεζα οποιαδήποτε πληροφορία αφορά στις σχετικές Εκχωρούμενες Απαιτήσεις, και (γ) να απαιτήσει από τους σχετικούς Κατασκευαστές ή τις σχετικές Εκδότριες Τράπεζες να προβούν σε καταβολή όλων των οφειλόμενων από αυτούς ποσών σχετικά με τις Εκχωρούμενες Απαιτήσεις απευθείας στον Εκδοχέα στο Λογαριασμό του Ομολογιακού Δανείου, και να καταλογίσει τα ποσά αυτά σε εξόφληση ή έναντι εξόφλησης των εξασφαλιζομένων υποχρεώσεων σύμφωνα με τον Όρο 7, σε έκαστη περίπτωση κατά τον χρόνο, με τον τρόπο και με τους όρους που ο Εκδοχέας θα θεωρήσει κατάλληλους. Για τους σκοπούς του όρου 4.2, η επίδοση Ειδοποίησης Εκτέλεσης θα αποτελεί τελειωτική απόδειξη ότι έχει λάβει χώρα υπερημερία αναφορικά με τις Εξασφαλιζόμενες Υποχρεώσεις, σε σχέση με όλες ή μέρος των εκχωρούμενων απαιτήσεων. Επιπλέον, με το όρο 4.4 της ίδιας συμβάσεως, η εκχωρήτρια εξουσιοδότησε αμετάκλητα και έδωσε εντολή σε κάθε κατασκευαστή, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στην εκδοχέα ή καθ’ υπόδειξη της εκδοχέως, κάθε ποσό πληρωτέο στην εκδοχέα σχετικά με τις εκχωρούμενες απαιτήσεις σύμφωνα με τη σύμβαση, χωρίς περαιτέρω συναίνεση ή εξουσιοδότηση εκ μέρους της. Αντίγραφο της εν λόγω συμβάσεως επιδόθηκε νομίμως στην εφεσίβλητη/ενάγουσα/εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "..." την 11.4.2006, αφού όλες οι απαιτήσεις της αντισυμβαλλόμενης της από τις προεκτεθείσες συμβάσεις έργου εκχωρήθηκαν προς την άνω εκδοχέα προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εκδότριας του ομολογιακού δανείου και κυρίας του έργου, ενώ, περαιτέρω, η σύμβαση αυτή δημοσιεύθηκε νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2844/2000. Εξ άλλου, με την άνω σύμβαση εκχωρήσεως συγκοινοποιήθηκε προς την άνω κατασκευάστρια "έντυπο βεβαίωσης κατασκευαστή", το οποίο κλήθηκε να συμπληρώσει και να αποστείλει προς την Τράπεζα ............ , στο οποίο έπρεπε να βεβαιώσει την εκδοχέα ότι δεν θα επέτρεπε να καταβληθεί στην εκχωρήτρια ή σε τρίτο πρόσωπο οποιαδήποτε από τις εκχωρούμενες απαιτήσεις, με οποιονδήποτε τρόπο πέραν των άνω αναφερομένων, χωρίς προηγούμενη γραπτή συναίνεση του εκδοχέα. Εν συνεχεία, στη θέση της Τράπεζας ...... υπεισήλθε ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία ".....", ενώ μέχρι και 12.3.2009 δεν είχε εκδοθεί από την εκδοχέα "ειδοποίηση εκτέλεσης". Ενόψει των προεκτεθέντων στην μείζονα πρόταση και του περιεχομένου της εν λόγω συμβάσεως, διακόπηκε κάθε δεσμός της κυρίας του έργου (ενάγουσας) προς τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις της κατά της αντισυμβαλλομένης της από τις κρίσιμες τρεις συμβάσεις έργου και της παραχωρήθηκε από την εκδοχέα μόνο το δικαίωμα ασκήσεως (πλαγιαστικά) των αξιώσεων αυτών κατά το χρόνο πριν από την επίδοση σχετικής "ειδοποίησης εκτέλεσης", χωρίς όμως να δικαιούται η ίδια η εκχωρήτρια να εισπράξει τις σχετικές απαιτήσεις τόσο πριν από την έκδοση της "ειδοποιήσεως εκτέλεσης", όσο και μετά την ενδεχόμενη έκδοση τέτοιας ειδοποιήσεως, δηλαδή εάν και όποτε συντρέχει περίπτωση υπερημερίας της εκχωρήτριας ως προς τις εξασφαλιζόμενες με την επίμαχη εκχώρηση υποχρεώσεις της. Οι ειδικότερες συμφωνίες μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα δεν αίρουν τα εκ του νόμου επελθόντα αποτελέσματα της προηγηθείσης αναγγελίας, η οποία έχει τις προεκτεθείσες συνέπειες, οι οποίες δεν μπορούν να αποκλεισθούν από την αντίθετη βούληση των μερών, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η εκκαλούσα. Άλλωστε η συμβατικώς εγκαθιδρυόμενη ενεργητική νομιμοποίηση και μάλιστα υπό αίρεση και όρους, ως εν προκειμένω, δεν αναγνωρίζεται στο δικονομικό μας δίκαιο. Περαιτέρω, η προεκτεθείσα έλλειψη δικαιώματος της εκχωρήτριας μετά την αναγγελία της εκχωρήσεως, κατά την ρύθμιση του ημετέρου δικαίου, επιβεβαιώνεται ιδίως: α) από την επιβαλλόμενη στην εταιρία "...", ως οφειλέτιδα των εκχωρηθεισών απαιτήσεων, απαγόρευση απευθείας καταβολών στην εκχωρήτρια και β) από την επιβαλλόμενη στην εκχωρήτρια υποχρέωση καταβολής κάθε εισπραχθησόμενου ποσού στον άνω λογαριασμό, ο οποίος έχει ενεχυραστεί υπέρ της εκδοχέως. Επομένως, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί "ειδοποίηση εκτέλεσης" από την εκδοχέα (όπως πράγματι συμβαίνει εν προκειμένω), η εκχωρήτρια-κυρία του έργου, ακόμη και αν έχει δικαίωμα ασκήσεως των σχετικών αξιώσεων κατά παραχώρηση από την εκδοχέα, δεν νομιμοποιείται να επιδιώξει την είσπραξη των απαιτήσεων της από τις επίδικες συμβάσεις έργου κατά της αντισυμβαλλόμενης-εργολάβου, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι η τελευταία δεν δικαιούται να προβεί σε άμεση καταβολή στην εκχωρήτρια.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετ’ απόρριψη του σχετικού λόγου εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, απέρριψε ακολούθως τις αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας για έλλειψη ενεργητικής της νομιμοποιήσεως. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 455, 460, 461 και 462 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17- 7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών". Ειδικότερα, εφόσον, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, στη σύμβαση εκχωρήσεως προς την Τράπεζα ... των (μελλοντικών) απαιτήσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης από τις τρεις κρίσιμες συμβάσεις έργου είχε προστεθεί ως αναβλητική αίρεση για την ενεργοποίηση της εκχωρήσεως η ειδοποίηση εκτελέσεως (Enforcement notice), δηλαδή η ειδοποίηση εκ μέρους της εκδοχέα, ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών, προς κάθε κατασκευαστή ότι η εκχωρήτρια περιήλθε σε υπερημερία ως προς τις ασφαλιζόμενες υποχρεώσεις της, και τέτοια "ειδοποίηση εκτέλεσης" δεν είχε εκδοθεί από την εκδοχέα μέχρι την 12-3-2009, εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο ότι με την από 1-3-2006 σύμβαση εκχωρήσεως λόγω ενεχύρου μεταξύ της αναιρεσείουσας και της Τράπεζας ... , ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών, διακόπηκε κάθε δεσμός της κυρίας του έργου προς τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις της κατά της αντισυμβαλλομένης της από τις κρίσιμες τρεις συμβάσεις έργου και το μόνο δικαίωμα που της παραχωρήθηκε από την εκδοχέα ήταν αυτό της ασκήσεως (πλαγιαστικά) των αντίστοιχων αξιώσεων κατά το χρόνο πριν από την επίδοση της "ειδοποίησης εκτέλεσης", χωρίς όμως να δικαιούται η ίδια η εκχωρήτρια να εισπράξει τις σχετικές απαιτήσεις τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση τέτοιας ειδοποιήσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η προσθήκη αναβλητικής αιρέσεως στην καταπιστευτική σύμβαση εκχωρήσεως, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της αναιρεσείουσας και της Τράπεζας ..., με αντικείμενο τις (μελλοντικές) απαιτήσεις της κατά της εργολήπτριας εταιρείας προς εξασφάλιση ομολογιακού δανείου 70.000.000 ευρώ, και η οποία ήθελε ενεργοποιηθεί μόνο μετά την επίδοση σ’ αυτήν "ειδοποίησης εκτέλεσης" και εφόσον είχε περιέλθει σε υπερημερία ως προς τις ασφαλιζόμενες υποχρεώσεις της, ήταν κατά πάντα επιτρεπτή στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων. Εφόσον δε, περαιτέρω, με την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως εκχωρήσεως στην αναιρεσίβλητη, κατ’ άρθρο 39 παρ. 2 του ως άνω ν.δ/τος, αυτή κατέστη κοινωνός όλων των όρων υπό τους οποίους τελούσε η μετάθεση της εξουσίας προς είσπραξη της απαιτήσεως από την εκχωρήτρια στην εκδοχέα και μέχρι την επίδοση των ένδικων αγωγών δεν είχε επιδοθεί από την εκδοχέα στην αναιρεσείουσα "ειδοποίηση εκτέλεσης", αυτή νομιμοποιείται ενεργητικά και όχι η εκδοχέας Τράπεζα να ασκήσει στο δικό της όνομα και όχι πλαγιαστικά τις αξιώσεις που έχει κατά της αναιρεσίβλητης από τις συμβάσεις έργου που έχει καταρτίσει μαζί της. Συνακόλουθα τούτων είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (κατ’ ορθή εκτίμηση) πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, παρέλκει δε ως εκ τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), στην τελευταία δε πρέπει επίσης να επιστραφεί το παράβολο, που κατέθεσε σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3977/ 2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσό των οποίων ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis