Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Επενδύσεις, χρηματιστήριο, χρηματιστηριακά πράγματα, κανόνας ουσ. δικαίου.

Σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή. Υποχρέωση του εντολοδόχου κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του όχι μόνο να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά και να καταβάλει την επιμέλεια την οποία οφείλει να επιδεικνύει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Χρηματιστηριακά πράγματα. Έννοια. Απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και της εκτέλεσης αυτής με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες. 
  
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α 1, 112/ 2016

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη-Εισηγητής, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δε εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Προκειμένου να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως τοιούτου νοουμένου εκείνου που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από απόψεως ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποκλείεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στον οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας. Είναι αδιάφορο για τη φύση των κανόνων δικαίου ως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αν περιέχονται σε νόμο ουσιαστικού ή δικονομικού χαρακτήρα. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. 
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 § 5 του ν. 3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 §1 ν. 3152/2003, η παραγγελία προς το χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του εντολέα μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου. Εξάλλου, το άρθρο 27 §§ 1 και 2 ν. 1806/1988 προέβλεπε ότι α) όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) για το σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) το μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία. Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 § 1 του ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων. Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία. Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 § 1 του ν. 1806/1988, είχε εκδοθεί η υπ’ αριθ. 6280/β508/17-5-1989 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία υποχρεούνταν οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες τους εντολές. Σύμφωνα με την παραπάνω Υπουργική Απόφαση το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το χρηματιστή και παραδίδεται στον εντολέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του εντολέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα της ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου. Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από το χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Ήτοι ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησής τους από τον χρηματιστή ή τις ... και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα ως προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Ας σημειωθεί ότι με το ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιρειών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (.....). Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ... και τα πλαίσια συνεργασίας τους με τις ..., σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει τη διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει το γραπτό τύπο για τη χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές προς τις ... ή από τις ... προς .... Τέλος ούτε οι διατάξεις των άρθρων 40 και 25 του Ν. 3606/2007 επιβάλλουν τον έγγραφο τύπο για την χορήγηση των ανωτέρω χρηματιστηριακών εντολών. Επομένως, ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Η ως άνω τελολογική ερμηνεία ανταποκρίνεται και στη συστηματική ένταξη των διατάξεων του άρθρου 27 §§ 1 και 2 του ν. 1806/1988 στο κεφάλαιο Ζ1 του εν λόγω νόμου, το οποίο αφορά τη διαφάνεια των συναλλαγών "ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία των χρηματιστηρίων όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων" (Ολ. ΑΠ 7/2010, Ολ.ΑΠ 5/2009, Ολ. ΑΠ 19/2007). Ηδη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ευθεία παραβίαση του άρθρου 27 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 1806/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 του ν. 2533/1997, και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσης υπ’ αριθ. 6280/β 508/17-5-1989 Απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που προβλέπουν ότι για την κατάρτιση της χρηματιστηριακής παραγγελίας καθιερώνεται αμφιμερώς έγγραφος αποδεικτικός τύπος, με την έννοια της κατ` εσφαλμένη εφαρμογής τους απόρριψης της αγωγής, αφού δέχεται ότι οι επίδικες αμφισβητούμενες εντολές του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη Α.Χ.Ε. αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και τα έγραφα, γενικώς και αορίστως, ενώ μπορούν να αποδεικνύονται, μόνο με άμεσο έγγραφο αποδεικτικό της συμβάσεως (εντολής) τύπο, και ειδικότερα με αποδεικτικά στοιχεία μόνο τα πινακίδια εκτέλεσης παραγγελιών και τις χρηματικές καρτέλες (εμπορικά βιβλία), που τηρούσε η αναιρεσίβλητη. Η φερόμενη όμως ως παραβιασθείσα διάταξη αποτελεί κανόνα δικονομικού δικαίου, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να είναι απαράδεκτος. Εξάλλου με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ. 11 περ.α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων είχε δώσει στην αναιρεσίβλητη τις αμφισβητούμενες εντολές προς αγορά μετοχών, λαμβάνοντας υπόψη όχι τα οριζόμενα στο νόμο ειδικά βιβλία και στοιχεία, αλλά και τις καταθέσεις μαρτύρων και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, χωρίς και αυτά να κατονομάζονται, και επομένως έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα η απόδειξη της ένδικης συναλλαγής επιτρέπεται να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες. Επομένως, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α` ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ` όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. 
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15§1 του ν. 3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, μεταξύ των οποίων, κατά το άρθρο 17 §§ 1-3 του ν. 3632/1928, συγκαταλέγονται χρεόγραφα, μετοχές και ομολογίες. Στο άρθρο 16 του ιδίου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές μεταξύ των οποίων αναφέρονται οι αγοραπωλησίες χρηματιστηριακών πραγμάτων, καθώς και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες, που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις (άρθρο 16 περ. ε` του ν. 3632/1928). Με το άρθρο 20 § 1 του ν. 1806/1988, που αντικατέστησε το εν λόγω άρθρο 16 του ν. 3632/1928 ορίστηκε ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται κάθε αγοραπωλησία που καταρτίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, καθώς (περ. γ`) και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών. Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπόμενων - συναφών) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακή παραγγελία) έχει ως αντικείμενο αφενός την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής. Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων α) 713 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, β) 714 ΑΚ, ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα και γ) 719 Α.Κ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου. Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε (Α.Π. 536/2004 Ελλ.Δνη 47.479). Εξάλλου κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του ο εντολοδόχος όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 914 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων του εντολοδόχου προς εκπλήρωση της εντολής (Α.Π. 1115/2000)
Περαιτέρω, επί πωλήσεως και αγοράς χρηματιστηριακών πραγμάτων τοις μετρητοίς, η οριζόμενη από το άρθρο 20 § 1 του ν. 3632/1928 προθεσμία των δύο ημερών, η οποία από 20-12-1996 ορίσθηκε με την 4-2005/13/1570 υ.α. σε τρεις εργάσιμες ημέρες από της ημέρας καταρτίσεως της συναλλαγής, προς παράδοση του πράγματος και την πληρωμή του τιμήματος, αφορά στις σχέσεις των αντισυμβαλλομένων στην κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση των χρηματιστών, σε αντιδιαστολή με εκείνη της συμβάσεως παραγγελίας μεταξύ του χρηματιστή - παραγγελιοδόχου και του παραγγελέα - εντολέα του, οι οποίοι επιτρεπτώς ηδύναντο να συμφωνήσουν, με βάση την κατά το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τον χρόνο εκπληρώσεως των απορρεουσών από αυτή συμβατικών τους υποχρεώσεων, κατά το ελευθέρως συνομολογούμενο περιεχόμενο της εκούσιας εξωχρηματιστηριακής εκκαθαρίσεως. Επακολούθησε στη συνέχεια ο ισχύων, κατά το άρθρο 38 αυτού, από 5-6-2001 ν. 2843/2000, κατά το άρθρο 1 § 1 του οποίου και τις 2/213/28-3-201 και 11/215/10-5-2001 αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σε περίπτωση καταρτίσεως χρηματιστηριακής συναλλαγής τοις μετρητοίς, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο μέλος του ΧΑΑ το τίμημα εντός της προθεσμίας εκκαθαρίσεως των συναλλαγών, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 20§1 του ν. 3632/1928. Σε περίπτωση δε μη εμπρόθεσμης, εντός του τριημέρου, εξοφλήσεως, το μέλος του χρηματιστηρίου έχει πλέον υποχρέωση και όχι απλώς δικαίωμα να προβεί αμελλητί στη λήψη μέτρων για την επιδίωξη της εισπράξεως των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του, περιλαμβανομένων και των προβλεπομένων από το άρθρο 26 του Ν. 3632/1928, μέχρι δε την πλήρη εξόφληση του τιμήματος οφείλει να μην προβαίνει για λογαριασμό του πελάτου σε οιανδήποτε άλλη αγορά κινητών αξιών. Εάν όμως προβεί σε τέτοιου είδους συναλλαγές, οι συναλλαγές αυτές δεν πάσχουν ακυρότητα, η δε χρηματιστηριακή εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον χρηματιστή του πωλητή των μετοχών το τίμημα των κατά παράβαση των διατάξεων αυτών αγορασθεισών μετοχών, το οποίο και δικαιούται να αναζητήσει από τον εντολέα, υπέχουσα απλώς διοικητικές κυρώσεις κατά την χρηματιστηριακή νομοθεσία, διότι ο νόμος για την παράβαση αυτή δεν απαγγέλλει ακυρότητα ή απαράδεκτο
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Μεταξύ του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) και της ανωνύμου χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση είναι, από το 2001, η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "...", καταρτίσθηκε η από 11-5-2000 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας η άνω χρηματιστηριακή εταιρία ανέλαβε να ενεργεί για λογαριασμό του κατόπιν εντολών του αγορές και πωλήσεις μετοχών. Στο άρθρο 2 της συμβάσεως αυτής αναφέρεται, πλην άλλων, ότι "οι εντολές του πελάτη προς την εταιρία δίδονται είτε από τον πελάτη αυτοπροσώπως, είτε από ειδικώς προς τούτο εγγράφως εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του... Οι εντολές του πελάτη προς την εταιρία δίδονται είτε εγγράφως, ως εγγράφου νοουμένου και του τηλεομοιοτυπικού μηνύματος (fax), είτε προφορικώς και μέσω τηλεφώνου μόνο κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες της εταιρίας". Όπως εξ άλλου αποδείχθηκε, από τα αυτά άνω αποδεικτικά στοιχεία ο ήδη εκκαλών, σε προγενέστερη ημεροχρονολογία της καταρτίσεως της άνω από 11-5-2000 συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, και συγκεκριμένα την 5-5-2000, είχε καταρτίσει έγγραφη εξουσιοδότηση (επί της οποίας βεβαιώνεται από το Α.Τ. ... το γνήσιο της υπογραφής του), δυνάμει της οποίας αυτός (εκκαλών) εξουσιοδοτεί την στην Αθήνα (......) εδρεύουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ..., όπως ενεργώντας για λογαριασμό του "διαβιβάζει με οποινδήποτε τρόπο, προφορικώς, γραπτώς, τηλεφωνικώς ή με fax" προς την άνω εταιρία "...", εντολές για κατάρτιση συναλλαγών (αγορών ή πωλήσεων) σε κινητές αξίες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή σε οποιοδήποτε άλλο χρηματιστήριο ή σε οποιαδήποτε χρηματαγορά και σε μερίδα οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τις οποίες θα δίδει ο ίδιος προς την εξουσιοδοτημένη (...) με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς ή γραπτώς, ενώ ταυτοχρόνως, αναγνωρίζει όλες τις εντολές που η εξουσιοδοτημένη διαβιβάζει για λογαριασμό του προς την ... ως έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει ο ίδιος (εκκαλών) προβάλει εγγράφως αντιρρήσεις εντός προθεσμίας τριών ημερών από τη διενέργεια της χρηματιστηριακής συναλλαγής. Ενώ εξ άλλου, στο άρθρο 7 της προαναφερόμενης από 11-5-2000 συμβάσεως διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών προβλέπεται ότι "ο πελάτης υποχρεούται να προκαταβάλει στην εταιρία την αξία των κινητών αξιών, την αγορά των οποίων παραγγέλει σε αυτή, πλέον των σχετικών εξόδων, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων τρίτων, που αφορούν την συναλλαγή, καθώς και της αμοιβής της εταιρίας. Σε περίπτωση που η εταιρία προβεί σε εκτέλεση σχετικής εντολής του πελάτη παρά την από μέρους του παράβαση της (άνω) υποχρεώσεώς του, ο πελάτης υποχρεούται να καταβάλει στην εταιρία τα παραπάνω ποσά το αργότερο μέχρι την μεσημβρία (12:00) της δεύτερης εργάσιμης ημέρας μετά την κατάρτιση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, πέραν της οποίας καθίσταται άνευ οχλήσεως και άνευ άλλου τινός υπερήμερος ως προς τα ποσά αυτά και η εταιρία δικαιούται να τον υποχρεώσει με τόκους υπερημερίας σύμφωνα με το ισχύον εκάστοτε ανώτατο επιτόκιο υπερημερίας. Στην περίπτωση κατά την οποίαν ο πελάτης δεν καταβάλει στην εταιρία, σύμφωνα με τα παραπάνω, το τίμημα αγοράς των κινητών αξιών που η τελευταία αγόρασε κατόπιν εντολής του, η εταιρία δικαιούται να εκποιήσει χρηματιστηριακά τις αγορασθείσες κινητές αξίες στο όνομα και για λογαριασμό του πελάτη χωρίς σχετική παραγγελία του και να συμψηφίσει μερικά ή ολικά κατά περίπτωση το προϊόν με την απαίτησή της κατ’ αυτού". Τις ανωτέρω, 1. από 11-5-2000 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και 2. από 5-5-2000 έγγραφη εξουσιοδότηση ουδόλως αμφισβητεί ο ενάγων- εκκαλών. Όπως, περαιτέρω, αποδείχθηκε, η δικαιοπάροχος της ήδη εφεσιβλήτου προέβη, κατά το χρονικό διάστημα από 31-12-1999 μέχρι 1-12-2000, για λογαριασμό του ήδη εκκαλούντος, στις ακόλουθες χρηματιστηριακές συναλλαγές, για τις οποίες εξέδωσε τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα πινακίδια, στα οποία απεικονίζονται οι σχετικές συναλλαγές, για τις οποίες ο ήδη εκκαλών δεν είχε εμπροθέσμως (μέχρι τη μεσημβρία της δεύτερης εργάσιμης ημέρας μετά την κατάρτιση της χρηματιστηριακής συναλλαγής) καταβάλει το τίμημα αγοράς τους, την προμήθεια και τα έξοδα της χρηματιστηριακής εταιρίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται υπερήμερος και να οφείλει, κατά τα άνω, τόκους υπερημερίας για κάθε επί μέρους ποσό από την πάροδο της ως άνω συμφωνηθείσης προς τούτο αντιστοίχου ημερομηνίας... Ακολουθεί περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση η παράθεση των χρηματιστηριακών συναλλαγών που καταχωρούντο από την αναιρεσίβλητη στην από αυτή τηρούμενη στο όνομα του εκκαλούντος καρτέλα, στην οποία αποτυπώνονται όλες οι εγγραφές που έγιναν σ’ αυτήν από 30-05-00 έως 01- 12-00, με αναφορά στην ημερομηνία εγγραφής, στον αριθμό του παραστατικού, στην αιτιολογία της εγγραφής, στα ποσά της χρέωσης και της πίστωσης και στο προοδευτικό υπόλοιπο. Στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο ότι από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τις προπεριγραφείσες χρηματιστηριακές συναλλαγές, οι οποίες περιέχονται στην καρτέλα συναλλαγής του εκκαλούντος, εξετέλεσε η χρηματιστηριακή εταιρία, κατόπιν σχετικών εντολών του, οι οποίες διαβιβάζοντο σε αυτήν (ήδη αναιρεσίβλητη) μέσω της, από τον ίδιο τον εκκαλούντα, εξουσιοδοτημένης, ως ανωτέρω, προς τούτο ... με την επωνυμία ..., η οποία διαβίβαζε, όπως αποδείχθηκε, τις εντολές του προφορικώς, όπως είχε μεταξύ αυτής (...) και του ήδη εκκαλούντος συμφωνηθεί. Για την κίνηση του λογαριασμού του και του χαρτοφυλακίου του ο ήδη εκκαλών ενημερωνόταν, όπως αποδείχθηκε, τακτικά από την εφεσίβλητη, χωρίς ποτέ να εκφράσει επιφύλαξη ή να αμφισβητήσει τις ενέργειές της. Όλα τα πινακίδια των αγοραπωλησιών αποστέλλονταν σε αυτόν, στην κατοικία του στα ..., στην διεύθυνση που ο ίδιος είχε δηλώσει στην ήδη εφεσίβλητη ακριβώς για τον σκοπό αυτόν και ελάμβανε γνώση των ανωτέρω χρηματιστηριακών συναλλαγών που ενεργούσε η τελευταία με εντολή του, ενώ, όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, στο τέλος εκάστου μηνός του αποστέλετο από την εφεσίβλητη ενημέρωση της κινήσεως του λογαριασμού του και του χαρτοφυλακίου του, όπως και στο τέλος του 6ου και 12ου μηνών εκάστου έτους, που, όπως αποδείχθηκε, του αποστέλλοντο συγκεντρωτική κατάσταση όλων των πράξεων και της κινήσεως του λογαριασμού του. Την 10-11-2000 ο ήδη εκκαλών ζήτησε από την ήδη εφεσίβλητη να του καταβάλει το υπόλοιπο του λογαριασμού του, το οποίο ανερχόταν σε 11.061.823 δραχμές, η δε εφεσίβλητη προς τούτο εξέδωσε και παρέδωσε στον εκκαλούντα ισόποση επιταγή, την οποία εισέπραξε ο εκκαλών, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 10-11-2000 απόδειξη πληρωμής της. Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι όλες τις προπεριγραφείσες χρηματιστηριακές συναλλαγές εξετέλεσε η εφεσίβλητη κατόπιν των σχετικών εντολών, ως ανωτέρω, του εκκαλούντος, ότι ουδέποτε χορήγησε δάνειο για την αγορά μετοχών, ενώ το γεγονός της καθυστερήσεως καταβολής του τιμήματος αυτών από τον ήδη εκκαλούντα εντός της οριζόμενης προθεσμίας αφορά τις συμβατικές σχέσεις των διαδίκων (άρθρο 361 ΑΚ). Επομένως, καμιά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εφεσίβλητης αποδείχθηκε. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του, ομοίως κρίναντος, πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή του, με την οποία επιδιώκετο η αναγνώριση, αφενός μεν της ακυρότητος των γενομένων από την απορροφηθείσα από την αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρία χρεώσεων δανείων, τόκων και προμηθειών, αφετέρου δε ότι έχει υποχρέωση η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 87.411,21 ευρώ, νομιμοτόκως, λόγω της αδικοπραξίας της, συνισταμένη στο ότι χωρίς δική του εντολή προέβη σε χρηματιστηριακές συναλλαγές με την αγορά και πώληση μετοχών επ’ ονόματί του, χρεώνοντάς τον ταυτόχρονα με άκυρα δάνεια και τόκους επί των δανείων αυτών, ενόψει του ότι αυτός δεν κατέβαλε το τίμημα των εν λόγω αγορών, προκαλώντας του συνεπεία τούτου την ως άνω ζημία του". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ενόψει των παραδοχών του περί χορηγήσεως από τον αναιρεσείοντα προς την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης εντολών προκειμένου να προβεί στις παραπάνω χρηματιστηριακές συναλλαγές (αγορές-πωλήσεις μετοχών στο όνομά του). Σύμφωνα όμως με τις παραπάνω αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες διαλαμβάνεται σ’ αυτήν ότι οι επίμ...ς χρηματιστηριακές συναλλαγές διενεργήθηκαν στο όνομα του αναιρεσείοντος "κατ` εντολή του", στην άρνηση της οποίας (εντολής) στήριξε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, προκειμένου να θεμελιώσει την ακυρότητα των άνω χρηματιστηριακών συναλλαγών και την αδικοπραξία, εις βάρος του, από την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων υπ’ αυτής προσώπων, οι παραδοχές δε αυτές δικαιολογούσαν την απόρριψη της αγωγής του. Η αξιολόγηση αυτή των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την σαφήνειά τους δεν διαφοροποιείται από το ότι ο αναιρεσείων ήταν μόνιμος κάτοικος Ολλανδίας, αφού, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, σε προγενέστερη ημεροχρονολογία της καταρτίσεως της άνω από 11-5-2000 συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, και συγκεκριμένα την 5-5- 2000, είχε καταρτίσει έγγραφη εξουσιοδότηση, δυνάμει της οποίας αυτός (εκκαλών) εξουσιοδοτεί την στην Αθήνα εδρεύουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ..., όπως ενεργώντας για λογαριασμό του διαβιβάζει με οποιοδήποτε τρόπο, προφορικώς, γραπτώς, τηλεφωνικώς ή με fax" προς την άνω εταιρία "...", εντολές για κατάρτιση συναλλαγών (αγορών ή πωλήσεων) σε κινητές αξίες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή σε οποιοδήποτε άλλο χρηματιστήριο ή σε οποιαδήποτε χρηματαγορά και σε μερίδα οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τις οποίες θα δίδει ο ίδιος προς την εξουσιοδοτημένη (...) με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς ή γραπτώς. ενώ ταυτοχρόνως, αναγνωρίζει όλες τις εντολές που η εξουσιοδοτημένη διαβιβάζει για λογαριασμό του προς την ... ως έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει ο ίδιος (εκκαλών) προβάλει εγγράφως αντιρρήσεις εντός προθεσμίας τριών ημερών από τη διενέργεια της χρηματιστηριακής συναλλαγής. Επομένως η προβαλλόμενη με τον παραπάνω λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 20 § 1 του ν. 1806/1998, 90 επ. Εμπ. Ν., 174, 180, 297, 298, 713 επ., 914, 922 και 932 ΑΚ, επί των οποίων κρίθηκε ότι ερείδεται η αγωγή του αναιρεσείοντος, συνισταμένη στην ασάφεια και ανεπάρκεια των αιτιολογίων της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ελέγχεται ως αβάσιμη, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά την σ`αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης εταιρίας, ενόψει του ότι δεν είχε χορηγήσει σ’ αυτή την απαιτούμενη εντολή προκειμένου να προβεί στις προαναφερόμενες χρηματιστηριακές συναλλαγές και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 20-10-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4812/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis