Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Καταχραστές Δημοσίου, εγγυοδοσία, απάτη σε βάρος του ΙΚΑ (λήψη σύνταξης αποβιώσαντος).

Ποινική Δικονομία. Περιοριστικοί όροι. Κριτήρια επιβολής τους. Βαρύτητα εγκλήματος, σοβαρότητα ενδείξεων ενοχής, αναμενόμενη ποινική κύρωση, η οποία δεν πρέπει να πιθανολογείται με αναστολή, οικονομική κατάσταση κατηγορουμένου και προσωπικότητα αυτού. Επιβολή περιοριστικών όρων για κακουργηματική απάτη και πλαστογραφία. Καταχραστές Δημοσίου. 

Πραγματικά περιστατικά. Παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, και δη παράλειψη ανακοίνωσης θανάτου συνταξιούχου του ΙΚΑ και είσπραξη της σύνταξής του από την κατηγορουμένη-συνδικαιούχο του αποβιώσαντος σε λογαριασμό του. Αίτηση άρσης της εγγυοδοσίας, λόγω οικονομικής αδυναμίας καταβολής της. Δεν προκύπτει οικονομική αδυναμία της, αλλά ότι αποκρύπτει επιμελώς τα εισοδήματά της που προέρχονται από την εμπορική της δραστηριότητα, την οποία και αποκρύπτει. 
 
                                    ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ  20/ 2014

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Αντώνιο Πλακίδα, Πρόεδρο Εφετών, Χρήστο Τζανερρίκο- Εισηγητή και Χρυσούλα Πλατιά Εφέτες. Εισαγγελέας, Κ. Σοφουλάκης.
Εισαγγελική πρόταση.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 291 § § 1, 2 ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 17 § § 1,2 Ν. 3160/ 2003, οι οποίες αν και αναφέρονται στη περίπτωση της προσωρινής κρατήσεως, ωστόσο για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εφαρμόζονται αναλογικά και στην περίπτωση άρσεως ή τροποποιήσεως επιβληθέντων περιοριστικών όρων (Εφ. Δωδ. 113/2010 ΤΝΠ Νόμος, Εφ. Θεσ/κης 581/2000 Ποιν. Χρον. ΝΑ` 448, Εφ. Πατρών 93/1999 Ποιν. Δικ. 1999 355, ΣυμβΕφΘεσ.888/1998 Υπερ.8/1998, Καρράς, Επίτομη Ερμηνεία Κ.Π.Δ. 2005,705, Σταθέας, Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι, σελ. 110, Ζηκόπουλος, σελ.94): «1. Αν η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου συνεχίστηκε και μετά την παραπομπή του σε δίκη, το αρμόδιο συμβούλιο οποτεδήποτε, ή "το δικαστήριο σε περίπτωση που θα αναβληθεί ή θα ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο η εκδίκαση, μπορεί ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου, του εισαγγελέα ή αυτεπαγγέλτως να διατάξει να επιβληθούν στον κατηγορούμενο περιοριστικοί όροι αντί για προσωρινή κράτηση. Το δικαστήριο που αποφάσισε την αναβολή ...........2. Αρμόδιο συμβούλιο σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι το συμβούλιο εφετών και αν ακόμη το συμβούλιο πλημμελειοδικών είχε ήδη αποφανθεί για την προσωρινή κράτηση, εκτός αν η υπόθεση εκκρεμεί στο πλημμελειοδικείο.....". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 282§§1 και 2 (όπως η παρ.2 συμπλ/κε με το άρθρο 2 παρ.Α Ν.4205/2013,ΦΕΚ Α 242/6.11.2013) ΚΠΔ: «1. Οσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 σκοπών.2. Περιοριστικοί όροι είναι ιδως η παροχή εγγύησης, η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή, η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό, η απαγόρευση να συναναστρέφεται ή να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα «και ο κατ` οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση». Τέλος, κατά το άρθρο 296 (ως αντ/κε με το άρθρο 24 παρ.3 Ν.3811/2009, ΦΕΚ Α 231/18.12.2009) του ΚΠΔ: «ο σκοπός των περιοριστικών όρων είναι να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης.»

Στην υπό κρίση περίπτωση σε βάρος της αιτούσης-κατηγορουμένης ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις κακ/κές πράξεις: 1) της απάτης, κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και ζημία άνω των 30.000 Ευρώ (όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 25 παρ. 2δ Ν. 4055/2012), αλλά και άνω των 150.000 Ευρώ, σε βάρος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, κατ` εξακολούθηση και 2) της πλαστογραφίας με χρήση, με περιουσιακό όφελος και ζημία άνω των 120.000 Ευρώ (όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 25 παρ. 1β Ν. 4055/2012), αλλά και άνω των 150.000 Ευρώ, σε βάρος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1,13 εδ.γ`, στ`, 26 παρ. 1α, 27παρ.1, 51, 52, 79, 94, 98, 216 παράγραφοι 3α`-1 (όπως προστέθηκε το εδ. α` με την περ. α` παρ.7 άρθρ.1 Ν.2408/1996 και στη συνέχεια αντ/κε με το άρθρο 14 παρ.2 Ν.2721/1999.ΦΕΚ Α 112/3.6.1999, ενώ το ποσό των 120.000 Ευρώ, αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 25 παρ. 1β Ν. 4055/2012), 386παρ. 3 περ.α`- 1 (όπως η παρ.3.που είχε αντ/θεί με την παρ.11 άρθρ.1 Ν.2408/1996 αντ/κε και πάλι με το άρθρο 14παρ.4 Ν.2721/ 1999, ΦΕΚΑ 112/3.6.1999, ενώ το ποσό των 30.000€ αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 25 παρ. 2δ Ν. 4055/2012)του ΠΚ, και άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως η παρ. 1 είχε αντικ. με το αρθρ. 4 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 και τροπ. από το αρθρ. 2 του Ν. 1877/1990 και αντικ. εκ νέου από το αρθρ. 36 παρ. 1 του Ν. 2172/1993 και συμπλ. από το αρθρ. 24 παρ. 3 του Ν2298/1995 σε συνδ. με αρθρ. 4 παρ. 3α` του Ν. 2408/1996, ήτοι για πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε η ως άνω κατηγ/νη σε βάρος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου(ΙΚΑ) στον Πειραιά Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από 01.11.2001 έως 31.10.2011. Στο πλαίσιο της κυρίας ανακρίσεως που διενήργησε η Ανακρίτρια του Δ` Τμήματος των Πλημ/κών Πειραιώς, επιβλήθηκε σε βάρος της αιτούσης-κατηγ/νης, δυνάμει της υπ` αριθ. ΑΝΔ/Δ/56 από 30.04.2013 Διατάξεώς της, ο περιοριστικός όρος της απαγορεύσεως εξόδου της από τη χώρα. Με το υπ`αριθ. 202/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς η αιτούσα-κατηγορουμένη παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς για να δικαστεί για τις ως άνω πράξεις (για την α` των οποίων το Συμβούλιο σας δέχθηκε ότι τελέσθηκε υπό την επιβαρυντική περίσταση της παρ.1 του άρθρου Ν.1608/60, γιατί η αξιόποινη πράξη τελέστηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ήτοι περισσότερο της δεκαετίας). Περαιτέρω, με το βούλευμα αυτό, αφενός επιβλήθηκαν το πρώτον οι περιοριστικοί όροι της καταβολής εγγυοδοσίας ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ σε μετρητά ή με εγγυητική επιστολή αξιόχρεης στην Ελλάδα τράπεζας εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση του βουλεύματος και της εμφανίσεως στο αστυνομικό τμήμα της κατοικίας της μία φορά κατά το πρώτο πενθήμερο έκαστου μήνα και αφετέρου διατάχθηκε η διατήρηση της ισχύος της ανωτέρω διατάξεως της Ανακρίτριας, μέχρι την οριστική εκδίκαση των σε βάρος της κατηγοριών. Ηδη με την παρούσα αίτηση της, επικαλούμενη οικονομική αδυναμία καταβολής του ορισθέντος ποσού της εγγυοδοσίας, αιτείται την ανάκληση(ορθόν άρση) του α΄των επιπρόσθετων ως άνω περιοριστικών όρων (καταβολής εγγυοδοσίας).

Υπό τα δεδομένα αυτά, η αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον Σας, είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προμνησθείσες διατάξεις και πρέπει να εξεταστεί κατ` ουσία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 297παρ.1ΚΠΔ, αν ως περιοριστικός όρος τεθεί η καταβολή εγγύησης, το ύψος καθώς και το είδος και το αξιόχρεο αυτής, ορίζονται με ελεύθερη κρίση, αφού ληφθεί υπόψη η ποινή που επιβάλλεται στην πράξη, καθώς και η οικονομική και ηθική κατάσταση του κατηγορουμένου. Δηλαδή, κατά τον καθορισμό του ποσού της εγγυοδοσίας πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25παρ.1Σ (πρόταση Εισαγ. Σκιαδαρέση σε βούλ. Πλημ. Ροδ. υπ` αριθ. 22/2003 Ποιν. Δ/νη 2004/543), Μιχ. Μαργαρίτη, Ερμην.Κωδ.ΠοινΔικ, 2008, σελ.586), έτσι ώστε "η ελεύθερη κρίση" να μη είναι αυθαίρετη, αλλά να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την βαρύτητα του εγκλήματος, την σοβαρότητα των ενδείξεων ενοχής κ.λπ., αλλά επίσης την αναμενόμενη ποινική κύρωση, που δεν πρέπει να πιθανολογείται υπό αναστολή, την οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου και την προσωπικότητά του κατά τα άρθρα 79 παρ. 3 και 80 παρ. 1 ΠΚ. Περαιτέρω θεωρούμε ότι ο νομοθέτης συναρτά εμμέσως το ύψος της εγγυοδοσίας και από την βλάβη που προκάλεσε η πράξη του κατηγορουμένου στον παθόντα, αφού κατά τα άρθρα 302 παρ. 1 και 303 παρ. 2 ΚΠΔ από την καταπίπτουσα ή αποδιδομένη εγγύηση αφαιρείται η επιδικασθείσα αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του αδικηθέντος (βλ. ως άνω πρόταση Εισαγ. Σκιαδαρέση σε βούλ. Πλημ. Ροδ. υπ` αριθ. 22/2003 και εντεύθεν παραπομπές σε Μπουρόπουλο, "ΕρμΚΠΔ", τόμ. Α΄, 1957, σελ. 390).

Από τα συλλεγέντα στοιχεία της διενεργηθείσας αρχικώς προκαταρκτικής εξετάσεως, και εν συνεχεία της κυρίας ανακρίσεως και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα του φακέλου, σε συνδυασμό με την απολογία της ως άνω κατηγορουμένης και το απολογητικό της υπόμνημα, προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής της τελευταίας για τις πράξεις που της αποδίδονται, οι οποίες είναι κακουργήματα(απάτη και πλαστογραφία ), που στρέφονται κατά ΝΠΔΔ (ΙΚΑ) και ως εκ τούτου τελούν σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθ. 1 § 1 Ν. 608/ 1950, η α` δε εξ αυτών επιπροσθέτως, κρίθηκε από το Συμβούλιο σας, ότι τελέσθηκε υπό την επιβαρυντική περίσταση της παρ.1 του άρθρου 1 Ν. 1608/ 60, γιατί η αξιόποινη πράξη τελέστηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ήτοι περισσότερο της δεκαετίας.

Ειδικότερα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι στον Πειραιά, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους (:α`πράξη: κατά το χρονικό διάστημα από την 1-11-2001 έως την 31-10- 2011 και β` πράξη: στις 09.10.2011), από πρόθεση, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα: Ειδικότερα: Α) Κατά το χρονικό διάστημα από την 1-11-2001 έως την 31-10-2011, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, της απάτης σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, με τη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, ήτοι με απατηλή συμπεριφορά δια παραλείψεως ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο (άρθρο 29 παρ. 1, 6 ΑΝ 1846/51 ΦΕΚ Α 179 (ως συμπληρώθηκε με άρθ.16 ν. 4497/66 και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 τρ/κε. με το αρθρ. 16 παρ. 3. Ν.4497/66 και αντ/κε με δύο εδάφια με το αρθρ. 5 παρ. 5. Ν. 825/78 και εν συνεχεία αντ/κε εκ νέου με το αρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 2335/95 (ΦΕΚ Α 185), των οποίων εδαφίων η ισχύς αρχίζει από 6.9.1995))και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρ.288ΑΚ), τελεσθείσης υπό την επιβαρυντική περίσταση της παρ. 1 του άρθρου 1 Ν. 1608/60, γιατί η αξιόποινη πράξη τελέστηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ήτοι περισσότερο της δεκαετίας. Ειδικότερα, δυνάμει της υπ` αριθ.11974/81 Απόφασης Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Πειραιά, απονεμήθηκε, στον ... του ... ( με AM.../20 ),σύνταξη γήρατος, από 15-7-1981, ποσού 75,63 Ευρώ (25.770 δραχμές ) και από 1-9-1981, ποσού 80,29 Ευρώ (27.360 δραχμές ), η οποία τροποποιήθηκε με την υπ` αριθ. 563/20-1-1982 ως προς την ασφαλιστική κλάση και το ποσό σύνταξης από 15-7-1981, ενώ με την υπ` αριθ. 8978/2001 Απόφαση Συγχωνευθέντος Ταμείου ΕΤΕΜ, απονεμήθηκε στον άνω δικαιούχο, από 20-7-1981, επικουρική σύνταξη γήρατος, ποσού 142,91 Ευρώ ( 42.695 δραχμές ). Ακολούθως, τα ποσά της κύριας και της επικουρικής σύνταξης κατατίθεντο στον υπ` αριθ. ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, ο οποίος τηρείτο στο κατάστημα Πειραιά .... της ..., με συνδικαιούχους τον ανωτέρω δικαιούχο, τη σύζυγο αυτού, την... του ... και την ιδία (κατηγ/νη). Αυτή, όμως, μολονότι, ο προαναφερόμενος συνταξιούχος, του .., απεβίωσε την 1-10-2001, αντί να αναγγείλει πάραυτα ως είχε εκ του νόμου (άρθρο 29 παρ. 1, 6 ΑΝ 1846/51 ΦΕΚ Α 179 (ως συμπληρώθηκε με αρθ. 16 ν. 4497/66 και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 τρ/κε. με το αρθρ. 16 παρ. 3. Ν. 4497/66 και αντ/κε με δύο εδάφια με το αρθρ. 5 παρ. 5. Ν. 825/78 και εν συνεχεία αντ/κε εκ νέου με το αρθρ. 6 παρ. Α Ν. 2335/95 (ΦΕΚ Α 185),των οποίων εδαφίων η ισχύς αρχίζει από 6.9.1995)) αλλά και εκ των συναλλακτικών ηθών υποχρέωση (άρθρ.288ΑΚ) στις αρμόδιες Υπηρεσίες του ΙΚΑ ΕΤΑΜ τον επισυμβάντα θάνατο του ανωτέρω τον οποίον ασφαλώς επληροφορήθη και να ζητήσει αμέσως την διακοπή της συνέχισης πίστωσης της σύνταξης στο τραπεζικό λογαριασμό τούτου στον οποίο ως ελέχθη, ήταν αποκλειστική συνδικαιούχος λόγω προαποβιώσεως της έτερης συνδικαιούχου συζύγου του άνω δικαιούχου, και από τον οποίον αναλάμβανε σε τακτικά διαστήματα τα εκάστοτε κατατιθέμενα για λογαριασμό του χρηματικά ποσά, παραταύτα παρέλειψε σκοπίμως την ανακοίνωση του γεγονότος τούτου, με αποτέλεσμα, να παραπλανήσει τις υπηρεσίες του ανωτέρω νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΙΚΑ -ΕΤΑΜ) να συνεχίσουν κανονικά να πιστώνουν κατά μήνα τα ποσά των συντάξεων που του αντιστοιχούσαν στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, θεωρώντας ότι αυτός εξακολουθεί να ευρίσκεται εν ζωή, η δε κατηγορουμένη, να συνεχίσει, να εισπράττει τα ποσά της σύνταξης ( κύριας και επικουρικής)από τον επόμενο του θανάτου αυτού μήνα, ήτοι από την 1.11.2001, έως και την 31.10.2011, όταν έληξε η ταχθείσα από το ανωτέρω νομικό πρόσωπο προθεσμία για την απογραφή του τελευταίου και δεν απογράφηκε αυτός, κατά τη διαδικασία του 1ου κύκλου καταγραφής συνταξιούχων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Συγκεκριμένα, κατατέθηκαν, στον εν λόγω λογαριασμό, από το ΙΚΑ: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2001 έως 31-12-2001, ποσό 2.137,21 Ευρώ συνολικά, που αφορούσε συντάξεις του ανωτέρω ασφαλισμένου (........) του ανωτέρω διαστήματος, πλέον δώρου Χριστουγέννων 2001, καθώς και β ) από 1-1-2002 έως 31-10-2011 ποσό 118.439,19€. Eτσι, με την ως άνω παράνομη ενέργεια της, παρασιώπησε αληθινό γεγονός, ήτοι με απατηλή συμπεριφορά δια παραλείψεως ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, εκ του νόμου (άρθρο 29 παρ. 1, 6 ΑΝ 1846/51 ΦΕΚ Α 179 (ως συμπληρώθηκε με άρθ. 16 ν. 4497/66 και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 τρ/κε. με το αρθρ. 16 παρ. 3. Ν. 4497/66 και αντ/κε με δύο εδάφια με - το αρθρ. 5 παρ. 5. Ν. 825/78 και εν συνεχεία αντ/κε εκ νέου με το αρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 2335/95(ΦΕΚ Α 185), των οποίων εδαφίων η ισχύς αρχίζει από 6.9.1995))) αλλά και εκ των συναλλακτικών ηθών (άρθρ.288ΑΚ), παρασιώπησε αθεμίτως, από τους αρμοδίους υπαλλήλους του παθόντος ως άνω νομικού προσώπου, "τον θάνατο του εν λόγω συνταξιούχου την 1-10-2001, με συνέπεια, παραπλανώμενοι έτσι, να συνεχίσουν να χορηγούν τη σύνταξη γήρατος σε αυτόν ( τον ......... ) και να πιστώνουν τον ανωτέρω κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό, αλλά και να παραλείπουν την διακοπή χορήγησης της εν λόγω σύνταξης, με αποτέλεσμα να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος 2.137,21 Ευρώ +118.439,19 Ευρώ, πλέον τόκων ( ποσοστού 5% ) 34.297,72 Ευρώ, ήτοι συνολικά 154.874,12 Ευρώ, αφαιρουμένου ποσού 3,38 Ευρώ που ανευρέθη, ως υπόλοιπο, στον άνω λογαριασμό = ) 154.870,74 Ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος. Εν προκειμένω, το περιουσιακό όφελος που είχε και η συνολική ζημία του ανωτέρω νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 Ευρώ, τελεσθείσης υπό την επιβαρυντική περίσταση της παρ.1 του άρθρου Ν.1608/60, γιατί η αξιόποινη πράξη τελέστηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ήτοι περισσότερο της δεκαετίας. Τέτοιες δε πράξεις διαπράττει κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της, καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας της και το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα, αντίστοιχα, ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ( 30.000 ) Ευρώ. Β) Την 9- 11-2011, από πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε έκανε χρήση αυτού. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατάρτισε εξ ολοκλήρου την με ημερομηνία 2-10-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου, η οποία φέρεται δήθεν ότι συντάχθηκε και υπογράφτηκε από την Ληξίαρχο του Δήμου Γλυφάδας ( Διεύθυνση Διοικητικού- Τμήμα Ληξιαρχείου- Πολιτικών Γάμων ), ......................... και με την οποία βεβαιώνετο ότι ο .................. του ..................απεβίωσε δήθεν την 1-10-2011, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΙΚΑ», ότι δήθεν η εν λόγω ληξιαρχική πράξη ήταν γνήσια και προέρχονταν από την προαναφερθείσα υπάλληλο του Δήμου Γλυφάδας και ότι ο εν λόγω συνταξιούχος δεν είχε αποβιώσει την 1-10-2001, ότι συνεπώς, το εγκαλούν (ΙΚΑ) νομίμως κατέβαλε σύνταξη και πίστωνε, αντίστοιχα, τον κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό, καθ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, έως και την δήθεν ημερομηνία θανάτου του συνταξιούχου (έως την 1-10-2011), σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, στο υπό στοιχείο « Α » του κατηγορητηρίου. Ακολούθως, του εγγράφου αυτού έκανε χρήση, αφού το παρέδωσε σε υπάλληλο του Τμήματος Πληρωμών Συντάξεων της Υποδ/νσης Συντάξεων του Περ/κού Υποκ/τος ΙΚΑ Πειραιά, κατά την ως άνω ημερομηνία, αναγγέλλοντας, συγχρόνως, στην άνω υπηρεσία, το θάνατο, δήθεν την 1-10-2011, του προαναφερόμενου συνταξιούχου. Με την πράξη της αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της, που, καθόλο το χρονικό διάστημα, από τον επόμενο του θανάτου του εν λόγω συνταξιούχου μήνα, ήτοι από την 1-11-2001, έως και την 31-10-2011, όταν έληξε η ταχθείσα από το ανωτέρω νομικό πρόσωπο προθεσμία για την απογραφή του τελευταίου και δεν απογράφηκε αυτός, κατά τη διαδικασία του 1ου κύκλου καταγραφής συνταξιούχων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, συνέχισε να εισπράττει το πιστωθέν στον άνω λογαριασμό τους, ποσό ... σύνταξης ( κύριας και επικουρικής ), παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 154.870,74 Ευρώ, στο οποίο ανερχόταν το ποσό σύνταξης που παρανόμως εισέπραξε, κατά το άνω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο υπό στοιχείο Α` του κατηγορητηρίου, βλάπτοντας, αντίστοιχα, το εγκαλούν. Εν προκειμένω, το περιουσιακό όφελος που είχε και η συνολική ζημία του ανωτέρω νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 Ευρώ. Επίσης, το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα, αντίστοιχα, ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ( 120.000) Ευρώ.
Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία συνάγεται ότι εξακολουθεί να κρίνεται επιβεβλημένη η διατήρηση των περιοριστικών όρων για να εξασφαλιστεί η εμφάνιση της αιτούσης - κατηγ/νης στο Δικαστήριο και η εκτέλεση της αποφάσεως, δοθέντος ότι το Συμβούλιο σας, συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω (βαρύτητα πράξεων, απαιτήσεις πολιτικώς ενάγοντος, οικονομική και ηθική κατάσταση κατηγορουμένης), εξέδωσε το υπ` αριθ. 202/2013 παραπεμπτικό βούλευμά του, με το οποίο επέβαλλε σ` αυτή το πρώτον ως περιοριστικό όρο πλην άλλων και την καταβολή εγγυοδοσίας ευλόγου χρηματικού ποσού της τάξης των 5.000 ευρώ.
Εξ άλλου, ούτε η ίδια με την υπό κρίση αίτηση της, επικαλείται οποιοδήποτε νεώτερο στοιχείο - πέραν όσων ήδη είχε διατυπώσει στην απολογία της και στο απολογητικό της υπόμνημα- που να δικαιολογεί την άρση του πρώτου από τους επιβληθέντες περιοριστικούς όρους (εγγυοδοσία).
Ειδικότερα, η αιτούσα- κατηγ/νη, αν και διατείνεται ότι είναι άνεργη, ουδέν αποδεικτικό περί αυτού στοιχείο προσκομίζει (όπως βεβαίωση ταμείου ανεργίας, κλπ) και το κυριότερο, ενώ απολογούμενη δήλωσε διεύθυνση κατοικίας στο Κορωπί Αττικής (οδός ... αρ. ...), στην υπό κρίση αίτηση της για να ενισχύσει τον ισχυρισμό της περί δήθεν απορίας, εμφανίζεται να «...φιλοξενείται από την μεγάλη της κόρη στο σπίτι της, ως προκύπτει απ` το νομίμως θεωρηθέν απ` την ΔΟΥ Γλυφάδας από 05.11.2013 μισθωτήριο μεταξύ των ... και της κόρης της ... (σχετ.2)...», παραθεωρώντας όμως εσκεμμένα, ότι το γεγονός αυτό το μεν δεν προκύπτει ως έδει και από τις φορολογικές της δηλώσεις (βλ. αυτές, συν/νες), ούτε και από σχετική περί τούτου δήλωση μεταβολής κατοικίας προς την αρμόδια φορολογική αρχή, το δε, τελεί σε πλήρη αντίφαση, με τη δηλωθείσα στην υπό κρίση αίτηση διεύθυνση της κατοικίας της (Κορωπί Αττικής (... αρ. ...), η οποία συμπίπτει με εκείνη της απολογίας της(βλ. την από 04/21.1.2014 εγχειρισθείσα στην υπηρεσία μας αίτηση της σε συνδυασμό με την από 22.4.2013 απολογία της, συν/νες). Αντιθέτως, στην πραγματικότητα, η αιτούσα διατηρεί ατομική εμπορική επιχείρηση στη περιοχή του Κορωπίου, όπως τούτο προκύπτει τόσο εμμέσως, όπως η ιδία αποδέχθηκε εξεταζόμενη ανωμοτί προανακριτικά στις 6.8.2011, όπου κατέθεσε επί λέξει: «... Σήμερα πήγα στις κεντρικές υπηρεσίες του Ι.Κ.Α., στην οδό Αγ. Κωνσταντίνου στην Αθήνα, για να κάνω διακανονισμό και να επιστρέψω τα χρήματα που έχω εισπράξει, αλλά μου είπαν ότι πρέπει να περιμένω τη σχετική απόφαση, την οποία θα μου αποστείλουν στη διεύθυνση του καταστήματος μου...» (βλ.. την από 6.8.2011 ανωμοτί εξέταση της, συν/νη), όσο και αμέσως, από το εγχειριζόμενο μετ` επικλήσεως, στην υπό κρίση αίτηση, ενιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα του ΥΠ.ΟΙΚ. οικονομικού έτους 2012 (βλ. πίνακα Δ` ανάλυση εισοδημάτων) και ως εκ τούτου, παρέπεται ότι δεν βρίσκεται πράγματι σε οικονομική αδυναμία,ως ισχυρίζεται (δηλώνοντας μάλιστα αντιφατικά πότε άνεργη (απολογούμενη στην ανάκριση) και πότε έμπορος (εξεταζόμενη ανωμοτί), (βλ. την από 22.4.2013 απολογία της, σε συνδυασμό με την από 8.10.12 ανωμοτί εξέταση της, συν/νες), αλλ` αντιθέτως, αποκρύπτει επιμελώς τα εισοδήματα που προέρχονται από την εμπορική της αυτή δραστηριότητα, αφενός για να στοιχηθεί και να επιστηρίξει τον επάλληλο επ`αυτού ισχυρισμό της και αφετέρου τεχνιεντως να αποφύγει την καταβολή της εγγυοδοσίας, αφού γνωρίζει ότι η υπόθεση της καθυστερεί να τελεσιδικήσει, παραθεωρώντας όμως τη συνολική βλάβη που προκάλεσε με τη συμπεριφορά της στο εγκαλούν ΝΠΔΔ(ΙΚΑ), εισπράττοντας παρανόμως επ`ονόματι του αποβιώσαντος το έτος 2001..., τη σύνταξη του για χρονικό διάστημα μείζον της δεκαετίας, χωρίς μέχρι σήμερα -αν και παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα (πλέον των τριών ετών)- να άρει τις συνέπειες των πράξεων της με ικανοποίηση του παθόντος ανωτέρω νομικού προσώπου, παρά την ως άνω υπόσχεση της.

Κατόπιν των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη: α) προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της αιτούσης- κατηγ/νης για τις ως άνω πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, β) την βαρύτητα αυτών και τις αναμενόμενες σε βάρος της ποινικές κυρώσεις, γ) ότι θα πρέπει να εξασφαλισθεί η παρουσία της κατά την προδικασία, ακροαματική διαδικασία και εκτέλεση της αποφάσεως, αλλά και ν` αποτραπεί από την τέλεση νέων οικονομικών εγκλημάτων, δ) την οικονομική της κατά τα ανωτέρω εν γένει κατάσταση και την προσωπικότητα της, δοθέντος ότι το Συμβούλιο σας, της παρέσχε ήδη με το υπ`αριθ. 202/2013 παραπεμπτικό βούλευμα του, τη δυνατότητα αποφανθέν διαζευκτικώς όσον αφορά τη καταβολή της εγγυοδοσίας εκ ποσού 5.000€, είτε σε μετρητά είτε με εγγυητική επιστολή αξιόχρεης στην Ελλάδα τράπεζας εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση του βουλεύματος και ε) τον βαθμό της ανωτέρω ζημίας που προκάλεσε στο ΝΠΔΔ (ΙΚΑ), κρίνουμε ότι οι επιβληθέντες όροι πρέπει να θεωρηθούν ως οι μόνοι πρόσφοροι, αναγκαίοι και ασφαλώς μη δυσανάλογοι για τη περίπτωση της αιτούσης, διότι άλλως πως θα αποδυναμωθεί ο σκοπός για τον οποίο τέθηκαν αυτοί( περιοριστικοί όροι), απορριπτόμενης της αιτήσεως ως ουσία αβασίμου.

Για τους λόγους αυτούς

Προτείνω να απορριφθεί η από 21.01.2014 εγχειρισθείσα στην υπηρεσία μας αίτηση της ...γεν. στον Πειραιά Αττικής στις 21.9.1964, κατ. Κορωπίου Αττικής ...με την οποία αιτείται την ανάκληση (το ορθόν άρση) άλλως την τροποποίηση του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας εκ ποσού 5.000 ευρώ, ο οποίος, πλην άλλων, της επεβλήθη με το υπ` αριθ. 202/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς για τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: 1) της απάτης, κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και ζημία άνω των 30.000 Ευρώ (όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 25 παρ. 2δ Ν. 4055/2012), αλλά και άνω των 150.000 Ευρώ, σε βάρος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, κατ` εξακολούθηση και 2) της πλαστογραφίας με χρήση, με περιουσιακό όφελος και ζημία άνω των 120.000 Ευρώ (όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 25 παρ. 1β Ν. 4055/2012), αλλά και άνω των 150.000 Ευρώ, σε βάρος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου.

Πειραιάς, 28.01.2014 Ο Εισαγγεέας Εφετών 
Κων/νος Σοφουλάκης Αντεισαγγελέας Εφετών

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση και από 21 Ιανουαρίου 2014 αίτηση της κατηγορουμένης ... του .., κατοίκου Κορωπίου Αττικής, (οδός ...αριθμός...) για άρση άλλως τροποποίηση του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας, που έχει επιβληθεί σ` αυτήν μαζί με τον περιοριστικό όρο της εμφάνισης της στο Αστυνομικό Τμήμα της διαμονής της δυνάμει του υπ` αριθ. 202/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται στο Συμβούλιο αυτό, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 286 και 291 ΚΠΔ, αλλά πρέπει να απορριφθεί κατ` ουσίαν. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Συμβούλιο για τους λόγους που εκθέτει ο Εισαγγελέας στην πρόταση του, τους οποίους δέχεται, ως νομίμους, ορθούς και βάσιμους, και στους οποίους αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων (Ολ. ΑΠ 1227/1979-Ποιν.Χρ. Λ`253, ΑΠ 2464/2005- Ποιν. Χρ. ΝΣΤ`627, ΑΠ 721/2004- Ποιν. Λογ. 2004 σελ. 827).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2014 αίτηση της κατηγορουμένης... του .., κατοίκου Κορωπίου Αττικής, (οδός ... αριθμός ...), για άρση του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας, που της επιβλήθηκε, μαζί με τον περιοριστικό όρο της εμφάνισής της στο Αστυνομικό Τμήμα της διαμονής της, δυνάμει του υπ` αριθ. 202/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis