Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Ξενοδοχείο, πώληση, ερμηνεία δικαιοπραξίας, παραγραφή.

Πώληση ξενοδοχειακής επιχείρησης. Αγωγή καταβολής του τιμήματος. Για το ορισμένο της, απαιτείται η αναφορά του αντικειμένου της πώλησης, του τιμήματος και της σχετικής με αυτά, συμφωνίας των μερών, όχι όμως και ο προσδιορισμός των επί μέρους στοιχείων της επιχείρησης και της αξίας του καθενός από αυτά. Ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο. Παραγραφή των αξιώσεων που απορρέουν από την πώληση εμπορικής επιχείρησης στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ, διότι η συγκεκριμένη συναλλαγή δεν αποτελεί «εμπόρευμα» κατά την έννοια του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ, δηλαδή κινητό πράγμα, κατάλληλο να ικανοποιήσει τις βιοτικές ανάγκες του αποδέκτη τους. 
  
Άρειος Πάγος, Α1` Πολιτικό Τμήμα, 220/ 2016 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη-εισηγητή, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 513 ΑΚ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία διώκεται η καταβολή του συμφωνηθέντος για την πώληση τιμήματος, αρκεί και πρέπει να αναφέρονται σ` αυτή το αντικείμενο της πώλησης (πράγμα ή δικαίωμα), το τίμημα και η σχετική με αυτά, συμφωνία των μερών. Ως εκ τούτου, επί πωλήσεως επιχειρήσεως αντί συμφωνημένου συνολικού τιμήματος, αρκεί, για τη διαδικαστική πληρότητα του αγωγικού δικογράφου, να αναφέρονται σ` αυτό η επιχείρηση και το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός των επί μέρους στοιχείων της επιχειρήσεως και της αξίας του καθενός από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι εκθέτουν, ότι η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....", στην οποία συμμετείχαν ο μεν πρώτος αυτών ως ομόρρυθμος εταίρος με ποσοστό 60%, οι δε δεύτερος και τρίτος αυτών (εναγόντων) ως ετερόρρυθμοι εταίροι με ποσοστό 20 % έκαστος, διατηρούσε επιχείρηση εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου "...", δυνάμει της αναφερόμενης ενεργούς μίσθωσης, που είχε συνάψει με τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.). Ότι με το από 22-7- 2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και των εναγομένων, πώλησαν στους τελευταίους την ως άνω επιχείρηση εκμετάλλευσης του προρρηθέντος ξενοδοχείου και όλο τον εξοπλισμό της, αντί του συνολικού τιμήματος των 513.573 ευρώ. Ότι με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό αποδέχθηκαν να συμμετάσχουν εικονικά στην μετέπειτα συσταθείσα εταιρία με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...", με συνολικό ποσοστό συμμετοχής 35% προκειμένου η εν λόγω ανώνυμη εταιρία, συμφερόντων των εναγομένων, να εξακολουθήσει απρόσκοπτα την λειτουργία της μισθωτικής σύμβασης και την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου "...". Ότι με την από 25-7-2002 τροποποιητική σύμβαση μίσθωσης, ο πρώτος ενάγων (ομόρρυθμος εταίρος της εταιρίας "...."), εκπροσωπώντας την υπό σύσταση εταιρία "....", συμφώνησε με την εταιρία "... η οποία ήδη είχε διαδεχθεί ως εκμισθώτρια τον Ε.Ο.Τ., την είσοδο της υπό σύσταση εταιρίας στη μισθωτική σχέση, ως μισθώτριας, και την παράταση της λήξης της μίσθωσης έως το έτος 2028. Ότι, κατ` επιλογή των εναγομένων, με το υπ` αριθ. .../6-9-2002 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Κομοτηνής ... και την σχετική απόφαση του Νομάρχη, που δημοσιευτηκαν νόμιμα, μετατράπηκε η ετερόρρυθμη εταιρία "...." στην προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "....", στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας συμμετείχαν εικονικά οι ίδιοι (ενάγοντες) με ποσοστό 35% και με το υπόλοιπο ποσοστό του 65% οι εναγόμενοι, οι οποίοι στην πραγματικότητα κατείχαν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου. Ότι μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από το από 22-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό και τη μεταβίβαση της επιχείρησής τους στους εναγόμενους συμφώνησαν με τους τελευταίους η καταβολή του τιμήματος των 513.573 ευρώ να γίνει σταδιακά έως την 31-12-2004. Ότι στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής οι εναγόμενοι τους κατέβαλαν έως τον Σεπτέμβριο του 2003 το ποσό των 330.573 ευρώ και εξακολουθούν να τους οφείλουν το υπόλοιπο ποσό των 183.000 ευρώ, το οποίο έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους, αρνούνται να τους καταβάλουν. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτής διόρθωσης των αγωγικών αιτημάτων τους, να υποχρεωθεί έκαστος των εναγομένων να καταβάλει νομιμοτόκως, εκ του εναπομείναντος υπολοίπου τιμήματος των 183.000 ευρώ, το ποσό των 49.900 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και το ποσό των 18.000 ευρώ σε έκαστο των λοιπών δύο εναγόντων, βάσει των ποσοστών συμμετοχής τους στην εταιρία "...." και με προσωπική κράτηση αυτών λόγω της εμπορικής ιδιότητάς τους και της εμπορικότητας της διαφοράς. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό μ` αυτή του άρθρου 513 ΑΚ και δεν υπήρχε προς τούτο ανάγκη αναφοράς σ`αυτήν των επί μέρους στοιχείων της επιχειρήσεως, ούτε του χρόνου, του τρόπου και της αξίας του καθενός από αυτά. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν προέβη σε παράνομη μη κήρυξη απαραδέκτου, γι` αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 715/2010). Για την διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Ετσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Επίσης, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους. Οι ίδιοι ως άνω κανόνες (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 416/1993 ΑΠ 683/2010). 
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....", στην οποία συμμετείχαν ο μεν πρώτος ενάγων (πρώτος αναιρεσίβλητος) ως ομόρρυθμος εταίρος με ποσοστό 60%, οι δε δεύτερος και τρίτος των εναγόντων (αντίστοιχα αναιρεσιβλήτων) ως ετερόρρυθμοι εταίροι με ποσοστό 20% έκαστος, διατηρούσε επιχείρηση εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου "...", δυνάμει της αναφερόμενης ενεργούς μίσθωσης, που είχε συνάψει με τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.). Ακολούθως δέχθηκε ότι στις αρχές του έτους 2002 οι ενάγοντες άρχισαν να διαπραγματεύονται με τους εναγομένους Γ. Π. και Κ.-Κ. Μ. (ήδη αναιρεσείοντες), που είναι μεταξύ τους σύζυγοι και με τους οποίους οι ενάγοντες διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, την πώληση και μεταβίβαση της επιχείρησης εκμετάλλευσης του προαναφερόμενου ξενοδοχείου. Στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων αυτών, ενόψει της απαγόρευσης ολικής υπομίσθωσης ή της καθ` οιονδήποτε τρόπο μεταβίβασης της εκμεταλλεύσεως του μισθίου (ξενοδοχείο "..."), που περιλαμβανόταν στο άρθρο 7 της από 4-10-1993 τροποποιητικής σύμβασης μίσθωσης, η ετερόρρυθμη εταιρία "....", προκειμένου να διερευνήσει την δυνατότητα μεταβίβασης της εκμετάλλευσης του άνω ξενοδοχείου στους εναγόμενους, υπέβαλε στην ".........", η οποία με το ν. 2636/1998 διαδέχθηκε τον Ε.Ο.Τ. στην κυριότητα και νομή των τουριστικών του ακινήτων, την υπ` αριθ. πρωτ. 2385/15-4-2002 αίτησή της, με την οποία αφενός μεν ζητούσε την συγκατάθεσή της, προκειμένου στην έννομη σχέση της μίσθωσης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος "..." να υπεισέλθει στη θέση της μισθώτριας η ανώνυμη εταιρία "....", στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας επρόκειτο να συμμετέχει η ίδια (ετερόρρυθμη εταιρία) σε ποσοστό 35%, αφετέρου δε υπέβαλε πρόταση με τον τίτλο "ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ...", συνοδευόμενη με μελέτη σκοπιμότητας και τεχνική-οικονομική παρουσίαση του προτεινόμενου για υλοποίηση έργου. Η προαναφερθείσα αίτηση της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρίας προφανώς εγκρίθηκε από την "..... Α.Ε." με την απόφαση της υπ` αριθ. 76/22-5-2002 συνεδρίασης του Διοικητικού της Συμβουλίου (βλ. σχετ. στην 1η και στην 4η σελίδα της από 25-7-2002 τροποποιητικής σύμβασης μίσθωσης του "..."). Κατόπιν αυτών, οι ενάγοντες (ο πρώτος ως μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής και οι υπόλοιποι δύο ως ετερόρρυθμοι εταίροι της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρίας, συνδεόμενοι μεταξύ τους με στενή συγγενική σχέση- πατέρα και τέκνων) συμφώνησαν με τους εναγόμενους την πώληση και μεταβίβαση προς τους τελευταίους της επιχείρησης εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου "...". Η ύπαρξη πράγματι συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων για πώληση και μεταβίβαση από τους πρώτους στους δεύτερους της επιχείρησης του άνω ξενοδοχείου που ουσιαστικά ανήκε στους ενάγοντες (τυπικά βέβαια λειτουργούσαν επ` ονόματι της ως άνω συσταθείσας ετερόρρυθμης εταιρίας) συνομολογείται από τους εναγομένους-εκκαλούντες (βλ. σελίδα 2 του εφετηρίου, όπου αναφέρεται επί λέξει "Υπήρξε μεταξύ ημών και των καθ` ών όντως συμφωνία περί μεταβιβάσεως της ξενοδοχειακής επιχείρησης που διατηρούσαν..."). Προς τούτο οι διάδικοι συνέταξαν το από 22-7- 2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους, σύμφωνα με το οποίο και κατά τα αναγραφόμενα σ` αυτό (συμφωνητικό), οι ενάγοντες "παραχωρούν στην υπό σύσταση εταιρία με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...", την επιχείρηση μαζί με όλο τον εξοπλισμό της (όπως αυτός περιγράφεται στο παράρτημα Β` του παρόντος και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του), η οποία λειτουργεί δυνάμει ισχυρής σύμβασης μίσθωσης του …, αντί συνολικού τιμήματος ποσού 175.000.000 δραχμών ή 513.576 ευρώ, τίμημα που συμφωνήθηκε ως δίκαιο και εύλογο και θα καταβληθεί, με νεότερη συμφωνία, ο τρόπος και ο χρόνος του". Στις 25-7-2002, δηλαδή 3 ημέρες μετά την υπογραφή του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, υπογράφηκε τροποποιητική σύμβαση μίσθωσης του "..." μεταξύ της "......", ως εκμισθώτριας, του πρώτου εναγομένου, ως εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....", ως μισθώτριας, και του πρώτου ενάγοντος, ως εγγυητή, δυνάμει της οποίας, μεταξύ άλλων, εγκρίθηκε η επικείμενη σύσταση της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, προκειμένου να υπεισέλθει σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώτριας ετερόρρυθμης εταιρίας, "....", αφετέρου δε παρατάθηκε η διάρκεια της μίσθωσης μέχρι το έτος 2028. Ακολούθως, με το υπ` αριθ. .../6-9-2002 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κομοτηνής ............. , στο οποίο συμβλήθηκαν όλοι οι διάδικοι, συστήθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "....", κατά μετατροπή της ετερόρρυθμης εταιρίας "...." και καταρτίσθηκε το καταστατικό αυτής, το οποίο εγκρίθηκε με την υπ` αριθ. πρωτ. ΤΜΕΜ/1749/10-9-2002 απόφαση του Νομάρχη Ροδόπης, καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ Κομοτηνής (με αριθμό 52655/67/Β/02/008) και δημοσιεύτηκε σε περίληψη στο ΦΕΚ 11041/30-10-2002 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Το μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω ανώνυμης εταιρίας ορίστηκε σε 300.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 20.000 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 15 ευρώ εκάστης, και επρόκειτο να καλυφθεί, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ` αυτό, από τους διαδίκους ιδρυτές της εταιρίας, ως εξής: α) δια της εισφοράς της καθαρής θέσης της μετατρεπόμενης ετερόρρυθμης εταιρίας ποσού 71.791 ευρώ κα β) διά καταβολής μετρητών ύψους 228.209 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της εταιρίας. Ωστόσο, η προβλεπόμενη συμμετοχή των εναγόντων στην ως άνω συσταθείσα ανώνυμη εταιρία, όπως συνομολογούν οι διάδικοι (οι μεν ενάγοντες με την αγωγή, οι δε εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με το εφετήριο δικόγραφο) ήταν εικονική. Η εικονικότητα αυτή άλλωστε καταγράφεται ρητώς και στο προαναφερόμενο από 22-7-2002 μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό και αποδίδεται στην αποτροπή της καταγγελίας και λύσεως της μισθώσεως από την πλευρά της ".....". Βέβαια, νομική δυνατότητα για παραχώρηση της χρήσης του μισθίου, άνευ συναινέσεως της εκμισθώτριας ".....", από την μισθώτρια ετερόρρυθμη εταιρία "...." προς την ανώνυμη εταιρία "....", με την συμμετοχή της πρώτης στο μετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης σε ποσοστό 35%, δεν υπήρχε, διότι δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 813/1978, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2041/1992. Επιπλέον, στο άρθρο 7 της από 4-10- 1993 τροποποιητικής σύμβασης μίσθωσης προβλεπόταν ότι "α) Απαγορεύεται η ολική υπομίσθωση καθώς και η καθ` οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως του μισθίου σε άλλον, β) Η μερική υπομίσθωση συγκεκριμένου τμήματος του μισθίου ή εκμεταλλεύσεως αυτού, εξαιρουμένων του εστιατορίου, ζαχαροπλαστείου και μπαρ, επιτρέπεται μόνον κατόπιν προηγούμενης εγκρίσεως του Ε.Ο.Τ., γ) Κάθε τροποποίηση του καταστατικού της μισθώτριας εταιρίας θα εγκρίνεται προηγουμένως από τον Ε.Ο.Τ. και μέσα σε είκοσι ημέρες από τη δημοσίευση της τροποποίησης θα προσκομίζονται στον Ε.Ο.Τ. επικυρωμένο με την τροποποίηση μαζί με το ΦΕΚ για τις ΑΕ και ΕΠΕ και τα τυχόν προβλεπόμενα για την έγκριση άλλα πιστοποιητικά και για τις προσωπικές εταιρίες πιστοποιητικά δημοσιεύσεως. Συνεπώς, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης αγοραπωλησίας (22- 7-2002) δεν υπήρχε ούτε συμβατική δυνατότητα συνέχισης της μίσθωσης υπό άλλη εταιρική μορφή, χωρίς την προηγούμενη έγκριση της "........". Η έγκριση αυτή προφανώς χορηγήθηκε, αν και δεν το αναφέρουν οι διάδικοι, κατόπιν της προαναφερθείσας υπ` αριθ. πρωτ. ../15-4-2002 αίτησης της ετερόρρυθμης εταιρίας "....", με την απόφαση της υπ` αριθ. 76/22-5-2002 συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της "........", σε εκτέλεση της οποίας ακολούθησε η σύναψη της από 25-7-2002 τροποποιητικής σύμβασης μίσθωσης. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο υπογραφής του από 22-7-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης της επιχείρησης εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου "...", η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...", δεν τελούσε καν υπό σύσταση, όπως εσφαλμένα διαλαμβάνεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό, καθώς δεν είχε ακόμη συνταχθεί το καταστατικό ιδρύσεώς της (βλ. άρθρα 4 παρ. 1, 4Α παρ. 1 εδ`γ`, 7Δ, 8 παρ. 1 Ν. 2190/1920). Ενόψει τούτου αναδεικνύεται κενό στο από 22-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, το οποίο πρέπει να συμπληρωθεί με προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Στο παραπάνω συμφωνητικό, όπως προαναφέρθηκε, συμβαλλόμενοι είναι όλοι οι διάδικοι, εκ των οποίων οι ενάγοντες έχουν ξεκάθαρα την ιδιότητα των πωλητών. Στο ίδιο έγγραφο επιπλέον αναφέρεται επί λέξει ότι: "Ήδη οι τέταρτος και πέμπτος συμβαλλόμενοι (δηλαδή οι εναγόμενοι) έχουν ξεκινήσει εργασίες διαμόρφωσης και ανάπλασης του ξενοδοχείου ιδίοις δαπάνοις. Με την υπογραφή του καταστατικού της ως άνω ανώνυμης εταιρίας και την υπογραφή της μισθωτικής σύμβασης με την "......" οι 4ος και 5ος από τους συμβαλλόμενους θα καταστούν μόνοι και αποκλειστικοί υπεύθυνοι για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και υπόλογοι έναντι της "......" και έναντι τρίτου". Οι διάδικοι συνομολογούν (οι μεν ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους, οι δε εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με το δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης), ότι μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και έως τον Σεπτέμβριο του 2003, οι εναγόμενοι κατέβαλαν σταδιακά στους ενάγοντες το ποσό των 330.573 ευρώ, προς εξόφληση του τιμήματος. Με βάση τα στοιχεία αυτά και τα πραγματικά γεγονότα στα οποία παραπέμπουν, συνεκτιμώντας το περιεχόμενο των έγγραφων προτάσεων και της έγγραφης προσθήκης που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι εναγόμενοι, στις οποίες ουδεμία άρνηση περιλαμβάνεται, παρά μόνο διαλαμβάνονται έμμεσες παραδοχές της ιδιότητας αυτών (εναγομένων) ως αγοραστών (ή εκδοχέων κατά τους εκεί ισχυρισμούς τους), αλλά και το περιεχόμενο του δικογράφου της εφέσεως (βλ. σελ. 1 έως 3 αυτής, όπου γίνεται παράθεση του ιστορικού της υποθέσεως), το Δικαστήριο καταλήγει στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι πραγματικοί αγοραστές της επιχείρησης εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου "..." ήταν οι εναγόμενοι.
Συνεπώς, οι τελευταίοι είχαν την υποχρέωση να καταβάλουν το συμφωνηθέν τίμημα της πωλήσεως στους ενάγοντες-πωλητές και εξ αυτού του λόγου νομιμοποιούνται παθητικώς (οι εναγόμενοι) στην άσκηση εναντίον τους της ένδικης αγωγής που βασίζεται στην προαναφερθείσα σύμβαση πωλήσεως (όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο)..... Ενόψει των ανωτέρω δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών από το Εφετείο, με σαφήνεια και πληρότητα κατέληξε στο πόρισμα ότι υφίσταται κενό στο από 22-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης της επιχείρησης εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου "....", ενόψει της από παραδρομή γενόμενης σ` αυτό αναφοράς της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία κατά την κατάρτιση του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού δεν τελούσε καν υπό σύσταση, ώστε να δημιουργείται σύγχυση ως προς το πρόσωπο του πραγματικού αγοραστή της άνω επιχείρησης και να καθίσταται αναγκαία για την ερμηνεία και συμπλήρωση της σύμβασης αυτής η προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να αποσαφηνισθεί το πρόσωπο του αγοραστή της επιχείρησης εκμετάλλευσης του άνω ξενοδοχείου και η αντίστοιχη νομιμοποίηση ενεργητικώς και παθητικώς των διαδίκων για την διεκδίκηση του συμφωνηθέντος τιμήματος από τον πωλητή κατά του αγοραστή.
Συνεπώς, το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους προσέφυγε, μετά τη διαπίστωση ότι υπάρχει ασάφεια ως προς την εκφρασθείσα βούληση των συμβληθέντων αναφορικά με τα πρόσωπα των πωλητών και των αγοραστών της εκμετάλλευσης της άνω ξενοδοχειακής επιχείρησης, περαιτέρω δε, με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά και χωρίς να δεσμεύεται στη σχετική κρίση του από την αντίθετη ερμηνευτική άποψη των αναιρεσειόντων, κατέληξε στο ορθό πόρισμα, ότι κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών, συμφωνήθηκε πωλητές της άνω επιχείρησης να είναι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), οι οποίοι την λειτουργούσαν μέχρι τότε υπό μορφή προσωπικής εταιρίας και αγοραστές οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες), οι οποίοι θα κατέβαλαν προς τους ενάγοντες πωλητές το συμφωνηθέν τίμημα και ότι την εκμετάλλευση της επιχείρησης αυτής θα συνεισέφεραν οι εναγόμενοι στην μέλλουσα να συστήσουν ανώνυμη εταιρία με την άνω επωνυμία, σ` αυτό δε θα συνέβαλλε και η προσωπική εταιρία των εναγόντων, ως μισθώτρια μέχρι τότε της επιχείρησης, ενόψει του ότι το τελευταίο καθίστατο αναγκαίο, αφού τελούσε υπό την έγκριση της κυρίας του ξενοδοχείου ".........." (πρώην ...), με την συμφωνία όμως μεταξύ των διαδίκων ότι η συμμετοχή τους στην συσταθείσα εταιρία εκμετάλλευσης της επιχείρησης του ξενοδοχείου ήταν εικονική και όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από την κατά τον άνω τρόπο εκμετάλλευση της επιχείρησης του ξενοδοχείου θα αφορούσαν μόνο τους εναγόμενους. Περαιτέρω, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, αφού διέλαβε σ`αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν ότι η πραγματική βούληση των διαδίκων στην επίδικη σύμβαση πωλήσεως ήταν η προαναφερόμενη. Ειδικότερα, δικαιολογούν το πόρισμα αυτό του Εφετείου, οι περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες του: α) ότι από το στάδιο των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν αρχές του 2002, οι ενάγοντες είχαν συμφωνήσει να πωλήσουν στους εναγόμενους την επιχείρηση εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου "..." και οι τελευταίοι αποδέχθηκαν τούτο, β) ότι η ύπαρξη πράγματι συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων για πώληση και μεταβίβαση από τους πρώτους στους δεύτερους της επιχείρησης του άνω ξενοδοχείου που ουσιαστικά ανήκε στους ενάγοντες και τυπικά λειτουργούσε επ` ονόματι της ως άνω συσταθείσας ετερόρρυθμης εταιρίας, συνομολογείται από τους εναγόμενους - εκκαλούντες, στα προαναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης, γ) ότι στο από 22-7-2002 συμφωνητικό αναφέρεται επί λέξει ότι "Ήδη οι τέταρτος και πέμπτος συμβαλλόμενοι (δηλαδή οι εναγόμενοι) έχουν ξεκινήσει εργασίες διαμόρφωσης και ανάπλασης του ξενοδοχείου ιδίοις δαπάνοις και ότι, με την υπογραφή του καταστατικού της ως άνω ανώνυμης εταιρίας και την υπογραφή της μισθωτικής σύμβασης με την "......" οι 4ος και 5ος από τους συμβαλλόμενους (εναγομένους) θα καταστούν μόνοι και αποκλειστικοί υπεύθυνοι για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και υπόλογοι έναντι της "...." και έναντι των τρίτων", δ) ότι οι διάδικοι συνομολογούν με τα προαναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ότι μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και έως τον Σεπτέμβριο του 2003, οι εναγόμενοι κατέβαλαν σταδιακά στους ενάγοντες το ποσό των 330.573 ευρώ, προς εξόφληση του τιμήματος, ενώ αν δεν ήταν αυτοί αγοραστές της άνω επιχείρησης, δεν θα συνέτρεχε λόγος καταβολής ούτε του ποσού αυτού και ε) ότι η προβλεπόμενη συμμετοχή των εναγόντων στην ως άνω συσταθείσα ανώνυμη εταιρία, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, με τα προαναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ήταν εικονική και ότι η εικονικότητα αυτή καταγράφεται ρητώς και στο προαναφερόμενο από 22-7-2002 μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό και αποδίδεται στην αποτροπή της καταγγελίας και λύσεως της μισθώσεως από την πλευρά της ".......". Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά δε τα άρθρα 250 εδ. 1, 253 του αυτού Κώδικα, η αξίωση του εμπόρου για το τίμημα των πωληθέντων υπ` αυτού εμπορευμάτων υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα. Τέλος, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, μετά τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, δέχθηκε εν συνεχεία, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: Περαιτέρω, από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων αποδείχθηκε ότι μετά την υπογραφή του από 22-7-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού και τη νόμιμη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας "....", η οποία ανέλαβε την εκμετάλλευση της επιχείρησης του ξενοδοχείου "...", οι διάδικοι συμφώνησαν να αποπληρωθεί το τίμημα σταδιακά, χωρίς τον προσδιορισμό συγκεκριμένων δόσεων, έως το τέλος του 2004. Παρά ταύτα, οι εναγόμενοι δεν στάθηκαν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, καθόσον κατέβαλαν στους ενάγοντες σταδιακά από τον Δεκέμβριο του 2002 έως τον Σεπτέμβριο του 2003 το ποσό των 330.573 ευρώ, ενώ εξακολουθούν να οφείλουν το υπόλοιπο του τιμήματος, που ανέρχεται στο ποσό των 183.000 ευρώ, το οποίο, αν και κατέστη ληξιπρόθεσμο κατά την προφορική συμφωνία των διαδίκων στις 31-12-2004, αρνούνται έκτοτε να το καταβάλουν, παρότι οχλήθηκαν προς τούτο στις 10-4-2008 με την από 11-3-2008 έγγραφη εξώδικη όχληση των εναγόντων (βλ. τις υπ` αριθ. ... και .../10-4- 2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης Δ. Π.). Οι εναγόμενοι-εκκαλούντες με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις τους ισχυρίσθηκαν ότι άπαντες οι διάδικοι τυγχάνουν έμποροι και ότι η μεταξύ τους συναφθείσα επίδικη σύμβαση πώλησης ξενοδοχειακής επιχείρησης αποτελεί αμιγώς εμπορική συναλλαγή, με αποτέλεσμα η αξίωση των εναγόντων για την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος να έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ την 31-12-2007, καθόσον δεν είχε προσδιορισθεί συστηματικά ο χρόνος καταβολής του και η προς καταβολή όχληση εκ μέρους των εναγόντων έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 2002. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο οι εναγόμενοι επιχειρούν να θεμελιώσουν ένσταση εκ του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι οι αξιώσεις που απορρέουν από την πώληση εμπορικής επιχείρησης υπόκεινται στην γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ, διότι η συγκεκριμένη συναλλαγή (πώληση επιχείρησης) δεν αποτελεί "εμπόρευμα" κατά την έννοια του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ, δηλαδή κινητό πράγμα, κατάλληλο να ικανοποιήσει τις βιοτικές ανάγκες του αποδέκτη τους... Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό περί παραγραφής προεχόντως ως μη νόμιμο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 249 και 250 ΑΚ και απέκρουσε την εφαρμογή του άρθρου 250 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, γι` αυτό ο περί του αντιθέτου ένατος λόγος της εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 249 και 250 του ΑΚ, με το να υπαγάγει την φερόμενη "πώληση επιχείρησης" των εναγόντων στη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, όσο και κυρίως την διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα, καθόσον η επίδικη αξίωση υπάγεται στην πενταετή παραγραφή και όχι στην εικοσαετή παραγραφή, προέβη δε στην κρίση του αυτή, χωρίς επαρκή θεμελίωση, ενώ έπρεπε να κηρύξει, ως όφειλε, την έκπτωση των εναγόντων από το δικαίωμά τους ήδη από 31-12-2007, δεδομένου ότι οι ενάγοντες τους όχλησαν τον Σεπτέμβριο του 2002 και προχώρησαν στην κατάθεση της αγωγής τους το 2008 και συνεπώς πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί η απόφαση. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον, κι αν ακόμη ισχύει εν προκειμένω η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 1 ΑΚ, η αξίωση των εναγόντων για καταβολή του υπολοίπου τιμήματος από την απορρέουσα από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως της ξενοδοχειακής επιχείρησης αυτών, εφόσον, σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την οποία, με την προρρηθείσα τροποποιητική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε η καταβολή του τιμήματος να γίνει μέχρι την 31-12-2004, η επίδικη απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και συνακόλουθα δικαστικά επιδιώξιμη την 1-1-2005, χρόνος κατά τον οποίο αρχίζει να τρέχει η πενταετής παραγραφή, κατά το άρθρο 253 ΑΚ, η οποία μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 4-6-2008 (βλ. πράξη κατάθεσης αγωγής και ομολογία επίδοσης της αγωγής από τους εναγόμενους) δεν είχε ακόμη παρέλθει η πενταετία.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 05-03-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 318/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05-03-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 318/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis